Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2026

Ευαγγέλιο και Απόστολος, Κυριακή 25/10/2026

 


Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ὀκτωβρίου 2026, Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄ 27-39)

27 Ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀ­­­νήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνε­διδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀ­νακράξας προσέπεσεν αὐ­­­τῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέο­μαί σου, μή με βασανί­σῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπά­κει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁ­­­λύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰη­σοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅ­­­τι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν­ εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄ­­ρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐ­­­κείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέ­τρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμό­νια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσ­ῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγο­νός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον­ τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ ­δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματι­σμέ­νον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰη­σοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅ­­­παν τὸ πλῆθος τῆς περιχώ­ρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελ­θεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ με­γάλῳ συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖ­ον ὑπέ­στρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

27 Κι ὅταν βγῆκε στή στεριά, τόν συνάντησε κάποιος ἄνθρωπος πού καταγόταν ἀπό τήν πόλη, ὁ ὁποῖος εἶχε μέσα του δαιμόνια ἀπό πολλά χρόνια. Αὐ­τός δέν φοροῦσε πάνω του ροῦχα οὔτε ἔμενε σέ σπίτι, ἀλλά ζοῦσε μέσα στά μνήματα. 28 Ὅταν ὅμως εἶδε τόν Ἰησοῦ, ἀπό τό φόβο του ἔβγαλε μιά δυνατή κραυγή, ἔπεσε στά πόδια του καί μέ φωνή μεγάλη εἶπε: Ποιά σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σέ μένα καί σέ σένα καί τί ζητᾶς ἀπό μένα, Ἰησοῦ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Σέ παρακαλῶ, μή μέ βασανίσεις καί μή μοῦ ἐπιβάλεις τήν τιμωρία νά κλειστῶ ἀπό τώρα μέσα στά σκοτάδια τοῦ Ἅδη. 29 Καί εἶπε τά λόγια αὐτά ὁ δαιμονισμένος, διότι ὁ Ἰη­σοῦς εἶχε διατάξει τό ἀκάθαρτο δαιμονικό πνεῦ­μα νά βγεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο. Διότι ἀπό πολλά χρόνια τόν εἶ­­χε κυριεύσει, καί τοῦ δη­μιουργοῦσε ἄγρια ἔξαψη. Γι’ αὐ­­τό τόν ἔδεναν μέ ἁλυσίδες καί μέ σιδερένια δεσμά στά πόδια, καί τόν φύλαγαν νά μήν κάνει κανένα κακό σέ κανέναν. Ἀλλά αὐτός ἔσπαζε τά δεσμά καί συρόταν βίαια ἀπό τόν δαίμονα στίς ἐρημιές. 30 Τόν ρώτησε τότε ὁ Ἰησοῦς: Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; Κι αὐτός τοῦ ἀπάντησε: Λεγεών, δηλαδή ταξιαρχία στρα­τιωτῶν. Καί εἶχε αὐτό τό ὄνομα, διότι εἶχαν μπεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο αὐτό ὄχι μόνο ἕνα ἀλλά πολλά δαι­­μόνια. 31 Καί τά δαιμόνια αὐτά μέ τό στόμα τοῦ δαιμονισμένου τόν παρακα­λοῦσαν νά μήν τά διατάξει νά πᾶνε στά τρίσβαθα τοῦ Ἅδη. 32 Στό μεταξύ ἐκεῖ κοντά ἦταν ἕνα κοπάδι ἀπό πολλούς χοί­ρους πού ἔβοσκαν στό βουνό. Καί τά δαιμόνια τόν παρακαλοῦσαν νά τούς ἐπιτρέψει νά μποῦν σ’ ἐκείνους τούς χοίρους. Καί ὁ Κύριος τούς τό ἐπέτρεψε, ἐπειδή αὐτοί πού ἔτρε­­­­­­φαν τούς χοίρους τό ἔκαναν αὐτό παραβαίνοντας τό Μω­­σαϊκό νόμο, ὁ ὁποῖος ἀπαγόρευε τό χοι­ρινό κρέας ὡς ἀκάθαρτο. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Κύριος τιμώρησε τήν παρανο­μία τους αὐτή. 33 Κι ἀφοῦ βγῆκαν τά δαιμόνια ἀπ’ τόν ἄνθρωπο, μπῆκαν στούς χοίρους. Τότε τό κοπάδι ὅρμησε μέ ἀσυ­γκράτητη μανία πρός τό γκρεμό, κι ἔπεσε κάτω στή λίμνη καί πνίγηκε. 34 Μόλις εἶδαν αὐτό πού ἔγινε ἐκεῖνοι πού ἔβοσκαν τούς χοίρους, ἔφυγαν καί ἀνήγγειλαν τό συμβάν τῆς κα­­ταστροφῆς τῶν χοίρων στούς κατοίκους τῆς πόλεως καί σ’ ὅσους ἔμεναν ἔξω στήν ὕπαιθρο. 35 Τότε οἱ ἄνθρωποι βγῆκαν ἀπό τήν πόλη καί τά περίχωρα γιά νά δοῦν αὐτό πού ἔγινε, καί ἦλθαν στόν Ἰησοῦ. Καί πράγματι, βρῆκαν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τά δαιμόνια νά κάθεται κοντά στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί νά εἶναι ντυμένος καί σωφρονισμένος. Καί φοβήθηκαν. 36 Κι ὅσοι εἶχαν δεῖ τό περιστατικό τούς διηγήθηκαν πῶς ἔγινε καλά καί σώθηκε ὁ δαιμονισμένος. 37 Τότε ὅλο τό πλῆθος τῆς περιφέρειας τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τόν Ἰησοῦ νά φύγει ἀπό κοντά τους, διότι κυριεύθηκαν ἀπό μεγάλο φόβο ὅταν εἶδαν τή δίκαιη τιμωρία πού ἐπιβλήθηκε σ’ ἐκείνους πού ἐξέ­τρε­φαν χοίρους παρά τήν ἀπαγόρευση τοῦ νόμου. Καί ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό πλοῖο καί ἐπέστρεψε στό μέρος ἀπό τό ὁποῖο εἶχε ἔλθει. 38 Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τά δαιμόνια τόν παρακαλοῦσε νά μένει μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ ἔδωσε τήν ἐντολή νά φύγει λέγοντας: 39 Γύρισε πίσω στό σπίτι σου καί νά διηγεῖσαι ὅσα σοῦ ἔκανε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σέ ἀπάλλαξε ἀπό τά δαιμόνια. Κι ἐκεῖνος ἔφυγε καί διεκήρυττε σ’ ὅλη τήν πόλη ὅσα τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ὀκτωβρίου 2026, Κυριακῆς ΚΑ΄ Ἐπιστολῶν (Γαλ. β΄ 16-20)

Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ­μεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπι­στεύ­σαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ὁριστικὴ διαγραφὴ
Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας γιὰ νὰ τοὺς συμβουλέψει, διότι εἶχαν ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ ψευδεῖς διδασκαλίες καὶ θεωροῦσαν ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία τους ἦταν ἀπαραίτητη ἡ τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται μὲ τὴν τήρηση τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό. «Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι», τονίζει. Ἂν ἐπανέρχομαι σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ προηγουμένως κατήργησα, ἀποδεικνύομαι παραβάτης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος ζητεῖ κάτι δύσκολο ἀπὸ τοὺς πιστούς· νὰ κάνουν μιὰ ὑπέρβαση. Νὰ γκρεμίσουν μέσα τους ἕναν κόσμο, τὸν κόσμο τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Μιὰ ἀντίστοιχη ὑπέρβαση ζητεῖ κι ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός. Νὰ γκρεμίσουμε ὁλοκληρωτικὰ μέσα μας τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Νὰ μὴν ἐπανερχόμαστε σὲ ὅ,τι ἀφήσαμε πίσω μας, προκειμένου νὰ πλησιάσουμε τὸν Κύριο καὶ νὰ συνδεθοῦμε μαζί Του. Νὰ διαγράψουμε ὁριστικὰ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν μας, τὴν παλαιὰ ζωή μας, τὴν ἐκτροπὴ σὲ συνήθειες καὶ πάθη ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἴχαμε ξεπεράσει, τὴν ἀναστροφὴ μὲ πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴχαμε κρατήσει ἀπόσταση γιὰ νὰ διαφυλάξουμε τὴν ἀκεραιότητα τῆς ψυχῆς μας. Ἂς προσέχουμε πολύ! Τὰ πάθη εἶναι φιλεπίστροφα. Ἀκόμη κι ἂν γιὰ κάποιον καιρὸ νιώθουμε ὅτι ἔχουν ἀτονίσει μέσα μας, εὔκολα μποροῦν νὰ ἐπανέλθουν καὶ ἐκ νέου νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσουν. Ἂν ἀναζητοῦμε, λοιπόν, τὴν παλαιὰ ζωή μας, ἀποδεικνυόμαστε τελικὰ παραβάτες τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.
2. Ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος
Ὅμως, ὄχι. Δὲν εἶμαι παραβάτης, σημειώνει στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ὁ Ἀπόστολος. Ἔχω πεθάνει ὡς πρὸς τὸν παλαιὸ νόμο, γιὰ νὰ ζήσω γιὰ τὸν Θεό. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Εἶναι συγκλονιστικὴ ἡ διατύπωση τοῦ θείου Παύλου. Θεωροῦσε νεκρὸ τὸν ἑαυτό του. Σὰν νὰ μὴ ζοῦσε ὁ ἴδιος. Μέσα του ζοῦσε ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος κυριαρχοῦσε στὶς πράξεις, στὰ λόγια, στὶς ἐπιθυμίες, στὰ συναισθήματα, στὶς σκέψεις του. Ἀγαποῦσε, συγχωροῦσε, συμπεριφερόταν ὅπως ὁ Χριστός. Ἡ ζωή του ἦταν μιὰ ἐπανάληψη τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Μελετώντας τὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων εἶναι σὰν νὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων προεκ­τείνεται καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Συναντοῦμε τὸν ἴδιο Θεό, τὶς ἴδιες θεῖες ἐνέργειες, τὶς ἴδιες θεῖες ἀλήθειες. «Κάθε Ἅγιος εἶναι ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος» (Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, σελ. 99), γράφει ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς.
Αὐτὸ θὰ συμβεῖ καὶ σ᾿ ἐμᾶς, ἂν νεκρώσουμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό μας. Θὰ ζήσουμε τότε μιὰ ἄλλη ζωή, τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, τὰ ἐλατήρια, οἱ διαθέσεις, ὅλα θὰ εὐωδιάζουν Χριστό. Θὰ φανερώνεται καὶ στὴ δική μας ζωὴ ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Θὰ ἐφαρμόζεται στὴν καθημερινότητά μας τὸ Εὐαγγέλιο. Θὰ γίνει ἡ ζωή μας μιὰ συνέχεια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Διότι ὅταν ὁ Κύριος κατοικεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο, τόν μεταμορφώνει, τὸν ἐξαγιάζει, τὸν καθιστᾶ ἕνα μικρὸ Χριστὸ κατὰ Χάριν.
3. Ὁ δικός μου Θεὸς
Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος στρέφει τὸν λόγο του στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανε­ρώθηκε κυρίως κατὰ τὴ σταυρική του θυσία. «Ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ», ἐπισημαίνει. Δηλαδή, ζῶ ἐμπνεόμενος καὶ κυριαρχούμενος ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ δική μου σωτηρία. Στὴ διατύπωση αὐτὴ τοῦ Ἀποστόλου φαίνεται ἡ προσωπικὴ σχέση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Χριστό. Σὰν νὰ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ νὰ θυσιάσθηκε ὁ Κύριος μόνο γι᾿ αὐτόν, προσωπικὰ γιὰ τὸν Παῦλο. Αὐτὸ ἔνιωθε ὁ Ἀπόστολος.
Καὶ πράγματι, ἐνῶ ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ θυσιάσθηκε γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ταυτόχρονα ἐπιτέλεσε τὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὸν καθένα μας ξεχωριστά, μὲ προσωπικὴ ἀγάπη. «Ὅλα τὰ ὑπέστη γιὰ μένα, σὰν νὰ ἤμουν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος στὴ γῆ», μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ ὁ καθένας μας. Διότι γιὰ τὸν Θεὸ δὲν εἴμαστε ἀδιάφοροι ἀριθμοὶ ἑνὸς πλήθους, ἀλλὰ πρόσωπα μοναδικὰ μὲ ἀξία ἀπροσμέτρητη. Τόση τιμὴ μᾶς ἀποδίδει ὁ Θεός! Ἡ ἀγάπη του δὲν περιγράφεται μὲ λόγια, οὔτε χωρεῖ στὴν ἀνθρώπινη λογική. Ὅταν τὴν ἀναλογίζεται κανείς, μόνο νὰ Τὸν εὐγνωμονεῖ μπορεῖ καὶ νὰ Τὸν δοξάζει μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ θεάρεστη ζωή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου