Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

5 Φεβρουαρίου 1934: Οι Ελληνίδες στις κάλπες.

Χρειάστηκαν δεκαετίες έντονων αγώνων για να μπορέσουν οι Ελληνίδες να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου. Ωστόσο, σαν σήμερα, πριν από 85 ακριβώς χρόνια, έγινε ένα πολύ σημαντικό βήμα: το προεδρικό διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου 1930 τούς παρείχε τη δυνατότητα του εκλέγειν και συνεπώς της συμμετοχής στη διαμόρφωση της πολιτικής κατάστασης της χώρας. 

Οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. Εκλογικό δικαίωμα δεν δόθηκε σε όλες, αλλά μόνο σε όσες είχαν κλείσει τα 30 χρόνια και διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού. Στους εκλογικούς καταλόγους της Αθήνας γράφτηκαν μόλις 2.655 κυρίες, από τις οποίες ψήφισαν τελικά μόνο 439. Χαρακτηριστική για το κλίμα της εποχής ήταν η άρνηση της ηθοποιού Μαρίκας Κοτοπούλη να ψηφίσει, λέγοντας μάλιστα πως ψήφο θέλουν μόνο όσες είναι άσχημες και όσες αποφεύγουν να κάνουν παιδιά!
Δήμαρχος Αθηναίων σε αυτές τις εκλογές αναδείχθηκε ο Κώστας Κοτζιάς, γιος του αθηναίου εμπόρου Γεώργιου Κοτζιά, ενός εκ των ιδρυτών του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών. Επί των ημερών του διαμορφώθηκε το Πεδίον του Άρεως.
Σε βουλευτικές εκλογές, οι Ελληνίδες ψήφισαν για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου του 1956. Ήταν η απαρχή της εφαρμογής στην πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, που είχε κατοχυρωθεί ήδη στο Σύνταγμα του 1864, με την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη στις γυναίκες.
Πέρασε σχεδόν ένας αιώνας μέχρις ότου καταφέρουν οι Ελληνίδες να φτάσουν στην κάλπη, έχοντας κατακτήσει πλήρως το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις βουλευτικές εκλογές του 1956, με τη Λίνα Τσαλδάρη της ΕΡΕ και τη Βάσω Θανασέκου της «Δημοκρατικής Ένωσης» να εισέρχονται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Η Λίνα Τσαλδάρη έγινε και η πρώτη γυναίκα – υπουργός, καθώς ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στην κυβέρνηση Καραμανλή. Την ίδια χρονιά εκλέχθηκε και η πρώτη γυναίκα Δήμαρχος, η Μαρία Δεσύλλα, στην Κέρκυρα.
Πρωτεργάτης στον αγώνα για τη συμμετοχή των γυναικών στα πολιτικά πράγματα της χώρας στάθηκε το φεμινιστικό κίνημα. Η Καλλιρρόη Παρρέν, εκδότρια του περιοδικού «Εφημερίς των Κυριών», ήταν η πιο σημαντική φωνή έκφρασης αυτών των διεκδικήσεων. Η ισότητα των δυο φύλων και η απαίτηση για τη χορήγηση πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες, οδήγησε στη σύσταση πολλών γυναικείων οργανώσεων, με αποτέλεσμα κατόπιν πιέσεων τους να φτάσουμε στο προεδρικό διάταγμα της 5ης Φεβρουαρίου του 1930 που αναγνώριζε το δικαίωμα του εκλέγειν για τις Ελληνίδες, αλλά μόνο για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές και μόνο για τις εγγράμματες άνω των 30 ετών.
Η πλήρης κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών ψηφίστηκε στις 28 Μαΐου του 1952, χωρίς όμως τελικά να συμμετάσχουν στις εκλογές του Νοεμβρίου, γιατί δεν είχαν ενημερωθεί οι εκλογικοί κατάλογοι. Το 1953, σε επαναληπτική εκλογή στη Θεσσαλονίκη, εξελέγη η πρώτη γυναίκα βουλευτής. Ήταν η Ελένη Σκούρα («Ελληνικός Συναγερμός»), που μαζί με τη Βιργινία Ζάννα («Κόμμα Φιλελευθέρων»), υπήρξαν οι δυο πρώτες γυναίκες υποψήφιες για το βουλευτικό αξίωμα.
Το γυναικείο κίνημα πέτυχε τη μεγαλύτερη νίκη του, όταν στο Σύνταγμα του 1975 καθιερώθηκε η αρχή της ισότητας των δυο φύλων. Ο αριθμός των γυναικών βουλευτών αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο των χρόνων κι έτσι στη Βουλή του 2004 συμμετέχουν συνολικά 40 γυναίκες. Είναι ο μεγαλύτερος αριθμός μέχρι σήμερα, αλλά αντιστοιχεί μόλις στο 13% του συνόλου των μελών της Βουλής.
Στην Κύπρο, οι γυναίκες ψήφισαν από τις πρώτες εκλογές στη Μεγαλόνησο το 1960. Πρώτη βουλευτής εξελέγη η τουρκοκύπρια Αϊλά Κιαζίμ, ενώ πρώτη Ελληνοκύπρια η Ρήνα Κατσελή, μέλος του «Δημοκρατικού Κόμματος», που εξελέγη το 1981. Η κυρία Κατσελή εμφανίστηκε στην πρώτη συνεδρίαση της Βουλής για να δώσει το νενομισμένο όρκο με τσεμπέρι και κυπριακή ενδυμασία. Σήμερα, στη Βουλή των Αντιπροσώπων υπάρχουν 8 γυναίκες σε σύνολο 56 ελληνοκυπρίων βουλευτών, ποσοστό 14,3%.
Πηγή: tvxs.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Μὲ τὸν πεζόβολο".



Μικρά διηγήματα
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.
Εἰς ποῖον ἄλλον θὰ ἥρμοζε, καὶ διὰ στόματος τίνος θὰ ἐμέλπετο καταλληλότερον ἡ ἐπῳδὸς αὐτή, παρὰ διὰ στόματος τοῦ φίλου μας Τριαντάφυλλου τοῦ κηπουροῦ; Γυμνόπους καθὼς ἦτον ὅλην τὴν ζωήν του, πότε νὰ φυτεύῃ καὶ νὰ σκαλίζῃ, ἢ νὰ ποτίζῃ καὶ νὰ κατευθύνῃ τὸ νερὸν εἰς τ᾿ αὐλάκια τοῦ περιβολιοῦ, πότε νὰ τρέχῃ ὅλους τοὺς γιαλούς, ἀπὸ ἀμμουδιὰν εἰς ἀμμουδιὰν καὶ ἀπὸ ἀγκάλην θαλάσσης εἰς ἀγκάλην, μὲ τὸν πεζόβολον* ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ δεξιοῦ, μὲ τὸν τορβὰν ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν μασχάλην… Ἵστατο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, ἐνήδρευε, κατεσκόπευε τὰ κοπάδια τῶν μικρῶν ὀψαρίων νὰ βόσκουν εἰς τὸν πάτον, νὰ πλέουν εἰς τὸν ἀφρόν, κοντὰ εἰς τὴν ἄμμον ἔξω, εἶτα, ὡς ἐπιδέξιος τοξότης, ἔτεινε τὸν πεζόβολον, τὸν ἐξεσφενδόνιζε ταχύς ― καὶ ποῦ νὰ φύγουν τὰ ταλαίπωρα τὰ μικρὰ ψαράκια ἀπὸ τοὺς βρόχους του τοὺς φονικούς;
Εἶτα ἐθαλάσσωνεν ἕως τὸ γόνα, ἔδραχνεν ἠρέμα τὸν πεζόβολον ἀπὸ τὴν κορυφήν, τὸν ἀνέβαζε, τὰ βρόχια μὲ τὰς μολυβήθρας ἔπιπτον κάθετα, τὸν ἔσυρεν ἔξω καὶ τὸν ἐτίναζεν ἐπὶ τῆς ἄμμου, τρία βήματα ἀπὸ τὸ κῦμα. Ἐπήδων, ἤσπαιρον, ἔστιλβον μὲ λέπια ἀργυρᾶ τὰ καημένα τὰ ψαράκια, καὶ λαχταριστὰ ἀκόμη ὁ Τριαντάφυλλος μὲ τὸν τορβὰν τὰ ἔφερεν εἰς τὸν κῆπόν του. Ἐκεῖ ἤναπτε φωτιάν, καὶ ἀφοῦ ἔρριπτεν ὀλίγον ἅλας, τὰ ἔψηνε· τὰ παιδάριά του τὰ μικρὰ τὰ ἥρπαζον μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, εἶτα ὁ πατὴρ τοὺς τὰ ἐμοίραζεν, ἔδιδε κ᾿ εἰς τὴν ἔγκυον γυναῖκα του, ἔτρωγε κι αὐτός, προσέφερε καὶ εἰς τοὺς παρατυχόντας πελάτας ἢ ἐπισκέπτας τοῦ περιβολίου.
Ἦτο δειλινὸν ἀκόμη. Ὕστερα ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνεν, ὀλίγον ἀκόμη, κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ βουνόν, νὰ βασιλέψῃ. Εἶτα ὁ κηπουρὸς ἤντλει νερὸν ἀπὸ τὴν πλατεῖαν γούρναν, τὴν ἀντὶ φρέατος, ἐγέμιζε τὴν στέρναν, τὴν ἀπέφραττεν, ἀπέλυε τὸ νερόν, τὸ ἐμοίραζε στ᾿ αὐλάκια, καθὼς πρὸ μικροῦ εἶχε μοιράσει τὰ μισοψημένα ψαράκια εἰς τὰ τεκνία του. Μὲ τὴν τσάπαν καὶ μὲ τοὺς πόδας τοὺς γυμνούς, μὲ τὰς χεῖρας τὰς τυλώδεις, ἐβάθυνεν, ἔφραττεν, ἄνοιγεν αὐλάκια, κατεύθυνε τὸ νερόν, κ᾿ ἐπότιζεν ὅλα τὰ λάχανα τοῦ κήπου του.
Εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα ἦτον εὔθυμος, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τραγουδῇ:
Τὸ γιαλό, γιαλό,
ψαράκια κυνηγῶ.
Τὸ δίστιχον αὐτό, τὸ χοριαμβικὸν ἢ χωλιαμβικόν, ὅπως καὶ τόσα ἄλλα (λ.χ. «Πάπια τοῦ γιαλοῦ, ― μὴν ἀγαπᾷς ἀλλοῦ», καί, Ἄστρο τῆς αὐγῆς ― πῶς ἄργησες νὰ βγῇς»), ἴσως συμπληρώνουν τὸν ρυθμόν, ὅπως καὶ ποικίλλουν τὴν μονοτονίαν, κατόπιν τῆς περιττῆς συλλαβῆς τοῦ πολιτικοῦ στίχου, μετὰ τὸν ὁποῖον ἔρχονται ὡς ἐπῳδός. Πλὴν τί λέγω;
Μήπως ὅλα τὰ λυρικὰ μέτρα δὲν πρέπει νὰ εἶν᾿ ἐλεύθερα, κατὰ συνθήκην ὑπηρετοῦντα τὸ μέλος, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν ἀρχαίαν χορικὴν ᾠδὴν καὶ εἰς τὴν ψαλμῳδίαν τῆς ἐκκλησίας μας ― μὲ τὰς στροφάς, ἀντιστροφὰς ἢ εἱρμοὺς καὶ τροπάρια, καὶ μὲ τὰς ἐπῳδοὺς ἢ καταβασίας;
*
* *
Ὕστερα, ὅταν ὁ ἥλιος εἶχε κρυβῆ ὄπισθεν τοῦ βαθυπρασίνου βουνοῦ ἀντικρύ, φέρων πρόωρον νύκτα εἰς ὅλα τὰ δροσερὰ ἀνθισμένα παράλια, ἤρχοντο εἰς τὸν κῆπον, σχεδὸν τακτικὰ τὴν ὥραν αὐτήν, συνοδεύουσαι τὰ παιδία, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἀφελεῖς κι ἀνοιχτόκαρδες, οἱ παραμάννες τῶν πλουσίων οἰκογενειῶν τοῦ Τυρνάβου, τῶν Τρικκάλων καὶ τῆς Λαρίσης, ὅσαι ἠγάπων νὰ παραθερίζουν εἰς τὴν γλυκεῖαν μικρὰν νῆσον. Ὁ Τριαντάφυλλος, φαιδρὸς πάντοτε, ἐπεριποιεῖτο ἁβρῶς τὰς πελάτιδας ταύτας, ρίπτων πολλοὺς ἀστεϊσμούς, πάντοτε ποικίλους, καὶ τοὺς ἰδίους πάντοτε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν εὐθύτητα ἢ τὴν καμπυλότητα τῶν καρπῶν τῆς κηπουρικῆς του, σικυοειδῶν ἢ ἄλλων, τοὺς ὁποίους ἐπώλει ἢ προσέφερεν εἰς αὐτάς, φιλεύων ἐλευθερίως τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα ὅμως, αὐστηρᾶς ἀνατροφῆς συνήθως, εἶχον διαταγὴν τῶν γονέων νὰ μὴ βάζουν τίποτε εἰς τὸ στόμα των. Οἱ παραμάννες ὅμως δὲν ἦσαν ὑπὸ τοιαύτην ἀπαγόρευσιν. Ἤκουον γελῶσαι τοὺς ἀστεϊσμοὺς τοῦ Τριαντάφυλλου, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς φαμίλιας* του ―μιᾶς γυναικὸς κοντούλας, ἁπλοϊκῆς, σιωπηλῆς― καὶ κανεὶς δὲν ἐσκανδαλίζετο.
Τὴν γυναῖκα ταύτην, ὅταν τὴν ἐνυμφεύθη ὁ Τριαντάφυλλος, δεκαπεντοῦτιν, τὴν ἐνουθέτησεν ἐφάπαξ καὶ τῆς εἶπε μόνον τὰ ἑξῆς: «Κοίταξε, μικρὴ νοικοκυρούλα, ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις, ἔχω ἕνα ἐλάττωμα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὸ κόψω· τὸ νὰ λέω πολλὰ λόγια· μὰ τὸ ἐλάττωμα αὐτὸ τὸ ἔχω ὡς εἶδος ἐμπόρευμα, ἢ καὶ ὡς μόστρα στὸ ἐμπόριό μου. Τὸ λοιπόν, κοίταξε, ἀφοῦ ἐγὼ λέω πολλά, ἐσὺ νὰ σιωπαίνῃς, γιατὶ ἀλλοιῶς δὲν θὰ κάμουμε χωριὸ μαζί».
Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, μακαρία ἡ ὥρα· τὴν συνταγὴν αὐτήν, ἡ μικρὰ γυναικούλα τὴν ἔκαμε κομπόδεμα στὰ κλώνια τῆς μανδήλας της, καὶ ἦτο πλέον σπάνιον ἂν τὴν ἤκουσε κανεὶς ἔκτοτε νὰ ὁμιλῇ.
Κατόπιν ἀπὸ τὰς παραπαίδας καὶ τὰ μικρά, συχνὰ ἤρχοντο ζητοῦντες ἀναψυχὴν ἐκεῖ τ᾿ ἀφεντικὰ καὶ οἱ κυράδες, καὶ ὅλους τοὺς ἐπεριποιεῖτο μὲ ἁπλότητα ὁ ἄξιος κηπουρός. Ὤ, πόσον τὰ ἡλιοβασιλέματα ἐκεῖνα, ἀνάμεσα εἰς τὴν χλόην καὶ τὰς ἀναδενδράδας, ἐπερνοῦσαν φαιδρά, δροσερὰ καὶ μυροβόλα.
*
* *
Ἔπειτα, τὰς Κυριακὰς τὸ πρωί, συνήθως ὁ Τριαντάφυλλος ἐφόρτωνε τὸ γαϊδούρι του ἀπὸ κηπουρικὰ προϊόντα, κ᾿ ἐπήγαινεν εἰς τὸ χωρίον διὰ νὰ πωλήσῃ. Διήρχετο τοὺς πρώτους δρομίσκους μὲ τὰς ἀραιὰς οἰκίας, κ᾿ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀγοράν. Εἰς κάθε δεκάδα κολοκυθιῶν ἢ τριακοντάδα μπαμιῶν, εἰς κάθε μισὴν ὀκὰν τομάτες ποὺ ἐπώλει, ἔρριπτεν ἕνα ἀστεϊσμὸν εἰς τὴν προκύπτουσαν ἀπὸ τὸν χαμηλὸν ἐξώστην τῆς οἰκίας πελάτιδα, εἰς πᾶσαν δεκάραν τὴν ὁποίαν εἰσέπραττεν, ἐσφενδόνιζεν ἄκακόν τινα βωμολοχίαν πρὸς τὸν ἀγοραστήν.
Εἰς τοὺς κεντρικωτέρους δρομίσκους, γύρω εἰς τὴν ἀγοράν, ἐκεῖ ἀντίκρυζεν ἕνα ἀνταγωνιστὴν εἰς τὸ ἐμπόριον, τὸν Ἀντώνην τὸν Κανταράκιαν, μὲ τὸν ὄνον του καταφορτωμένον. Εὔθυμος ἐπίσης ἦτο, ἀλλὰ μόνον κάποτε ὀλίγον «ζόρικος». Τὸν γάιδαρόν του τὸν εἶχε μάθει ὑπακοὴν καὶ γυμναστικήν, ἀκόμη καὶ «γνῶσιν», καθὼς ἐκαυχᾶτο ὁ ἴδιος. Ἐπροπορεύετο τὸ ζῷον, ἠκολούθει συνήθως ὁ κύριός του. Εἶτα, ὅταν ἤθελε νὰ τὸ σταματήσῃ, αἴφνης ἔκραζε:
― Βρὲ σύ, στάσου!
Καὶ τ᾿ ὀνάριον ἵστατο.
Ἄλλοτε, ὅταν μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὄνου, καμμία πελάτις κατερχομένη ἀπὸ οἰκίαν ἐπαρουσιάζετο, ὁ Ἀντώνης ἐφώναζε:
― Βρὲ σύ, μεταβολή! ἔλα δῶ.
Καὶ τ᾿ ὀνάριον ἐγύριζε, κ᾿ ἤρχετο πίσω.
Ὅταν ὅμως συνέβαινε νὰ προπορεύεται ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὄνου, τότε τὸν ἔκραζε:
― Ἔλα γλήορα, βρέ!
Καὶ τὸ ζῷον ἐτάχυνε τὸ βῆμα καὶ τὸν ἔφθανεν.
Ὅλ᾿ αὐτὰ εἶχον κάμει ἀρκετὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸ πλῆθος, κι ὁ κὺρ Ἀντωνάκης ὁ Ρήγας, ἔξυπνος δικολάβος τοῦ τόπου, εἶχεν ἀναγγείλει ὅτι ἐπροτίθετο νὰ συντάξῃ ἐγκώμιον εἰς τὰς ἀρετὰς τοῦ ὄνου. Τέλος, ὅταν εἶχε ξεπουλήσει ὁ Κανταράκιας, ἔμβαινεν εἰς καπηλεῖον διὰ νὰ πιῇ, μαζὶ πάντοτε μὲ τὸν ἀνταγωνιστήν του Τριαντάφυλλον καὶ μὲ ἄλλους τριάντα φίλους (καθὼς ἔλεγεν ὁ εἰρημένος κὺρ Ἀντωνάκης) τὰ μισὰ τὰ λεπτὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶχεν εἰσπράξει. Τότε ἔδιδεν αὐστηρὰν διαταγὴν εἰς τὸν γάιδαρόν του:
― Νὰ σταθῇς, βρὲ σύ, ἐδῶ ἀπ᾿ ἔξω, καὶ νὰ μὴν κουνηθῇς. Τ᾿ ἀκοῦς;
Καὶ τὸ ζῷον ἐδείκνυεν ἐν τῷ ἅμα σχῆμα ταπεινώσεως καὶ ὑπακοῆς.
―Ὁλόρθα τ᾿ αὐτιά σ᾿! μὴν τὰ κατεβάζῃς.
Ὁ ὄνος ὤρθωνε τὰ ὦτα, κ᾿ ἔμενεν ἐπὶ ὥρας πράγματι ἀκίνητος.
*
* *
Ἄλλος ἀντίζηλος τοῦ Τριαντάφυλλου εἰς τὰ χωρατά, πλὴν μόνον ἐν καιρῷ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἦτον ὁ Γιάννης ὁ Κούκιας. Ὁ δυστυχὴς οὗτος, μὲ τὸ ἕνα χέρι, τὸ ἀριστερόν, ποὺ εἶχεν, ἔκαμνεν ἀρκετὰ καλὰ τὶς δουλειές του. Ἔβοσκε πρόβατα, κ᾿ ἐκαλλιέργει χωράφια. Χηρεύσας μὲ δύο ὀρφανά, εἶχε λάβει δευτέραν γυναῖκα.
Ἐν εἴδει κοσμικῆς πανηγύρεως, καὶ σχεδὸν ὡς ἀποκριάτικη ἑορτή, διεξήγετο ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν εἰς τὸ χωρίον. Τὰ δύο «μπουλούκια» σπανίως ἔφθανον μέχρι τραγικοῦ τόνου εἰς τὰς ἐκδηλώσεις των· συνήθως ἐχόρευον ἀντικρὺ ἀλλήλων εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς ἀγορᾶς, καὶ πότε περιήρχοντο μὲ φωνὰς καὶ μουσικὰ ὄργανα τοὺς μαχαλάδες. Τὸ μόνον στοίχημα ποὺ ἔβαζαν, ἢ μᾶλλον, τὸ τάξιμο ποὺ ἔκαμναν μερικοί, ἦτο, ἂν κερδίσῃ τὸ κόμμα τους, εἰς τὰ ἐπινίκια νὰ χορεύσουν ξυπόλυτοι καὶ ὄχι ὑποδεδεμένοι.
Τώρα, ὁ Κούκιας μὲ τὸν Τριαντάφυλλον συνέπιπτε πάντοτε νὰ εἶναι ἀπὸ δύο κόμματα. Πῶς τοῦτο; Ἴσως, ὅταν τὸ ἓν κόμμα ἐξησφάλιζε τὴν κατοχὴν τοῦ ἑνός, ἄφηνε τὸν ἄλλον νὰ τὸν νέμεται τὸ ἄλλο κόμμα, ἢ ἴσως καὶ αὐτὰ τὰ δύο ἄτομα οὕτω ἤθελον, ἐπειδὴ ἀλλοιῶς «δὲν θὰ εἶχε χάζι». Καὶ τὸ πᾶν ἦτο πῶς «νὰ κάμουν χάζι».
Λοιπὸν ἐχόρευεν ὡς ἀρκούδα ὁ Κούκιας, ἢ ἐφώρμα ὡς καραμάνης* τάχα κατεπάνω εἰς τὸν Τριαντάφυλλον. Ὁ δεύτερος ἀπήντα διὰ κωμικοῦ μορφασμοῦ καὶ γρυλισμοῦ, κ᾿ ἔκαμνε τόσα «κατσαμάκια»*, ὥστε ὁ πρῶτος δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν φθάσῃ. Τότε ὁ Κούκιας ἐμυκᾶτο τρομακτικὰ ὡς ταῦρος, καὶ ὁ Τριαντάφυλλος ἐσφύριζε τὰ προστάγματα τῶν βουκόλων, δι᾿ ὧν ἐζήτει τάχα νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Κούκιαν εἰς τὴν μάνδραν του. Πλατεῖς γέλωτες διέτρεχον ὅλας τὰς τάξεις ἀπὸ τὰς δύο ὁμάδας, καὶ ὅλοι ἔμενον εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν παράστασιν.
*
* *
Καὶ ὅμως, τίς νὰ τὸ ἔλεγε; Αὐτὸς ὁ τόσον εὔθυμος ἄνθρωπος καὶ φαιδρός, ἐπέσυρε τῆς συμφορᾶς τὴν σκληρὰν μάστιγα. Εἶδε τὴν δυστυχίαν, τὴν νόσον καὶ τοὺς θανάτους νὰ πλήττουν τὴν μικρὰν καλιάν του, εἰς τὴν ἀγροτικὴν καλύβην τὴν ὁποίαν εἶχε κτίσει παρὰ τὸν φράκτην εἰς τὴν ἄκρην τοῦ κήπου.
Ἡ φαμίλια του, ἐκείνη ἡ μικρὰ σιωπηλὴ γυναικούλα, ἀφοῦ ἐγέννησεν ἓν ἀκόμη τέκνον, ἀρρώστησε καὶ ἀπέθανεν. Εἶτα τὸ νεογνὸν αὐτὸ ἐπῆγε κατόπιν της, ὡς νὰ ἤλπιζε νὰ εὕρῃ θάλπος εἰς τὰ νεκρωμένα στήθη. Εἶτα δύο ἄλλα παιδία, τὸ ἓν τριῶν ἐτῶν, τὸ ἄλλο πέντε, αὐτὰ ἐκεῖνα ποὺ ἥρπαζαν τὰ ψαράκια μισοψημένα ἀπὸ τὴν ἀνθρακιάν, ἔπεσαν κι ἀπέθαναν.
Ἄχνη μελαγχολίας ἐπεκάθισεν εἰς τὴν ἡλιοκαῆ ὄψιν τοῦ φαιδροῦ κηπουροῦ, τοῦ πεζοῦ ἁλιέως. Δύο μαῦροι λακκίσκοι ὑγροὶ ἐσκάφησαν ὑπὸ τὰ βλέφαρά του, ἐνῷ δύο ἴχνη γελαστικοῦ μορφασμοῦ ἐφαίνοντο ἀκόμη περὶ τὸ στόμα του.
― Μ᾿ ἐμάδησε ἡ μπόρα, εἶπε, σὰν τριαντάφυλλο ποὺ εἶμαι.
Καὶ μετὰ καιρὸν ὕστερον, εἰς τὰς παρηγορίας τῶν φίλων, ἀπεκρίνετο:
― Μοῦ ἔρριξε ὁ Χάρος τὸν πεζόβολο!
(1907)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 5 Φεβρουαρίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 5ης Φεβρουαρίου


1669: Ο Μολιέρος παρουσιάζει επίσημα τη θεατρική κωμωδία Ταρτούφος ή ο απατεώνας (Tartuffe, ou l'Imposteur) με τεράστια επιτυχία.
1859: Η Βλαχία και η Μολδαβία ενώνονται υπό τον Αλεξάντρου Κούζα (Αλέξανδρο Κούζα) και σχηματίζουν τα Ηνωμένα Πριγκιπάτα, πρόδρομο σχήμα της Ρουμανίας.
1930: Εκδίδεται το Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο οι Ελληνίδες αποκτούν δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές.
1968: Συνέρχεται στη Βουδαπέστη η 12η Ευρεία Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που οδήγησε στη διάσπαση του κόμματος σε ΚΚΕ και ΚΚΕ (εσωτερικού).
1971: Το διαστημόπλοιο «Απόλλων 14», η τρίτη και τελευταία επανδρωμένη αποστολή των Αμερικανών στο φεγγάρι, προσεδαφίζεται στην περιοχή Φρα Μάουρο της Σελήνης. Την ίδια μέρα στην Ελλάδα, ανοίγει το Καζίνο της Πάρνηθας.
1983: Τα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής του 1981 ανεβάζουν τον πληθυσμό της χώρας στα 9.740.411 άτομα.
1991: Αεροσκάφος C-130 της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας συντρίβεται στο όρος Όθρυς, κατά τη διάρκεια της προσέγγισης στο αεροδρόμιο της Νέας Αγχιάλου. Νεκροί και οι 63 επιβαίνοντες, εκ των οποίων 19 αξιωματικοί και υπαξιωματικοί και 44 στρατεύσιμοι.
1994: Μακελειό του Σεράγεβο. 60 άνθρωποι σκοτώνονται και 200 τραυματίζονται από έκρηξη όλμου στην αγορά της πόλης.

Γεννήσεις

1848 - Γιόρις Καρλ Ίσμανς, Γάλλος μυθιστοριογράφος
1919 - Ρεντ Μπάτονς, Αμερικανός ηθοποιός
1919 - Ανδρέας Παπανδρέου, τρις Πρωθυπουργός της Ελλάδας
1949 - Κουρτ Μπεκ, Γερμανός πολιτικός
1964 - Αλέξια, Κύπρια τραγουδίστρια
1966 - Σονέρ Αριτσά, Τούρκος τραγουδιστής
1976 - Τζον Αλοΐζι, Αυστραλός ποδοσφαιριστής
1981 - Λουκάς Βύντρα, Έλληνας ποδοσφαιριστής
1982 - Διονύσης Μακρής, Έλληνας τραγουδιστής
1982 - Ροντρίγο Παλάσιο, Αργεντίνος ποδοσφαιριστής
1985 - Κριστιάνο Ρονάλντο, επαγγελματίας Πορτογάλος ποδοσφαιριστής

Θάνατοι

1204 - Νικόλαος Καναβός, Βυζαντινός αξιωματούχος
1863 - Ιωάννης-Γαβριήλ Εϋνάρδος, Ελβετός τραπεζίτης, φιλέλληνας και πρωτοπόρος φωτογράφος
1977 - Όσκαρ Κλάιν, Σουηδός φυσικός
1909 - Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, Αμερικανός σκηνοθέτης γνωστός για την ταινία Όλα για την Εύα
2005 - Γκνασίνγκμπε Εγιαντέμα, Πρόεδρος του Τόγκο
2008 - Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι, γκουρού, που συνδέθηκε στενά με τους Beatles και άλλους ρόκερς μέσω της διδασκαλίας του για τον υπερβατικό διαλογισμό.
2012 - Φερεϊντούν Φαριάντ, Ιρανός ποιητής
2014 - Τζένη Βάνου, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Ευγενίας Βραχνού, τραγουδίστρια του ελαφρού τραγουδιού.
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή της Αγίας Αγάθης.

  

Τη μνήμη της Αγίας Αγάθης τιμά σήμερα, 5 Φεβρουαρίου, η Εκκλησία μας.

Η Αγία Αγάθη, καταγόταν από το Παλέρμο ή την Κατάνη της Σικελίας. Έζησε και μεγαλούργησε στο χρόνια του αυτοκράτορα Δέκιου (249 - 251 μ.Χ.). Η οικογένειά της διέθετε τεράστια περιουσία, η δε Αγία διακρινόταν για τη φυσική της ομορφιά αλλά και για το ήθος, τις αρετές και τη μεγάλη της πίστη.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, μένει ορφανή και μοναδική κληρονόμος της μεγάλης περιουσίας των γονέων της και τότε αναδείχθηκε η υπέροχη προσωπικότητα της Αγάθης. Αγνοώντας τις προσκλήσεις και τις κολακείες του κόσμου,διέθεσε όλη της την περιουσία σε φιλανθρωπικούς σκοπούς βοηθώντας όλους όσους είχαν ανάγκη.
O Θεός όμως έκρινε ότι η Αγία έπρεπε να δοκιμαστεί περισσότερο. O έπαρχος Κιντιανός προσπάθησε χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα, να την πείσει να τον παντρευτεί. Η Αγία όμως όχι μόνο δεν απαρνήθηκε την πίστη της, αλλά θέλησε να μαρτυρήσει γι' αυτήν. Έτσι υπέμεινε με θαυμαστή καρτερικότητα όλα τα βασανιστήρια και μάλιστα δοξολογώντας τον Θεό που την αξίωσε της τιμής του μαρτυρίου.

Παρέδωσε το πνεύμα της το 251 μ.Χ. μετά από φρικτά βασανιστήρια και ενώ βρισκόταν στη φυλακή, λαμβάνοντας έτσι το στέφανο του μαρτυρίου.

Η Σύναξη της Αγίας Μάρτυρος Αγάθης ετελείτο στο Μαρτύριό της, το οποίο βρισκόταν στο έβδομο του Βυζαντίου (Σικελία). Τα ιερά λείψανά της μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο των αυτοκρατόρων Βασιλείου Β' (976 - 1025 μ.Χ.) και Κωνσταντίνου Η' (1025 - 1028 μ.Χ.).

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Ρόδον εύοσμον της παρθενίας, νύμφη άφθορος του Ζωοδότου, ανεδέδειξαι Αγαθή πανεύφημε, των αγαθών την πηγήν γαρ ποθήσασα, μαρτυρικώς εν τω κόσμω διέπρεψας, μάρτυς ένδοξε, λιταίς σου θείαις αγάθυνον τους πόθω μεγαλύνοντας τους άθλους σου.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Εορταστικές εκδηλώσεις Πολιούχου Αυγερινού Αγίου Χαραλάμπους του Θαυματουργού...9 - 10 Φεβρουαρίου.

 


Ο Δήμος Βοΐου και η Τοπική Κοινότητα Αυγερινού, Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Παναγίας Αυγερινού, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αυγερινού, ο Σύλλογος Αυγερινιωτών Θεσσαλονίκης, ο Σύλλογος Γυναλικών Αυγερινού σας προσκαλούν να τιμήσετε με την παρουσία σας τις εορταστικές εκδηλώσεις του Πολιουχου Αγίου Χαραλάμπους του Θαυματουργου Αυγερινού την Δευτερα 09 και την Τριτη 10 Φεβρουαρίου 2026

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Δευτερα 09-02-2022 

και ώρα 5:00μ.μ.

Πανηγυρικός Εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας στο παρεκκλήσιο του Αγίου Χαραλάμπους στον Ενοριακό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Αυγερινού.

Τριτη 10-02-2022

07:30 π.μ : Όρθρος και Αρχιερατική Θεία λειτουργία Ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Σισανίου & Σιατίστης κ.κ. Αθανασίου και ετήσιο μνημόσυνο των ευεργετών και διδασκάλων Ιερεων Επιτροπων του Αυγερινού.

11:00 π.μ. : Λιτάνευση της θαυματουργού εικόνας του Αγίου Χαραλάμπους.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου.

 


ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Πέμπτη 5/2

Τοπικά ισχυρές βροχές και καταιγίδες με πιθανές χαλαζοπτώσεις. Χιόνια στα ορεινά. Πολύ ενισχυμένοι και τοπικά θυελλώδεις νοτιάδες στο Αιγαίο. Πτώση της θερμοκρασίας στα δυτικά. Μεταφορά Αφρικανικής σκόνης και λασποβροχές.

Πιο αναλυτικά, την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου, βροχές και καταιγίδες θα εκδηλώνονται από την αρχή της ημέρας κυρίως στα δυτικά και βόρεια τμήματα της χώρας, οι οποίες προοδευτικά θα επεκταθούν στις περισσότερες περιοχές, ενώ το βράδυ θα περιοριστούν στη Θράκη, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στα Δωδεκάνησα. Τα φαινόμενα θα είναι τοπικά ισχυρά και κατά τόπους θα συνοδευτούν από χαλαζοπτώσεις. Οι περιοχές όπου εντοπίζεται η μεγαλύτερη πιθανότητα χαλαζόπτωσης είναι τα Επτάνησα, τα δυτικά ηπειρωτικά, η Πελοπόννησος, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα. Χιόνια θα πέσουν σε μεγάλο υψόμετρο στα ηπειρωτικά ορεινά. Οι ατμοσφαιρικές συνθήκες ευνοούν τη μεταφορά σκόνης από την Αφρική και την εκδήλωση λασποβροχών.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία και στη Θράκη από 2 έως 11 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία από 5 έως 13-15, στην Ήπειρο από7 έως 13 βαθμούς, στα κεντρικά ηπειρωτικά από 6 έως 14, στα υπόλοιπα ηπειρωτικά από 9 έως 15-17 βαθμούς, στα Επτάνησα από 10 έως 15-16, στα νησιά του Αιγαίου από 12 έως 15-16 βαθμούς και στην Κρήτη από 11 έως 17-18 βαθμούς Κελσίου.

Στο Αιγαίο θα πνέουν άνεμοι νοτίων διευθύνσεων με εντάσεις 6-7 μποφόρ και πιθανότατα τοπικά θυελλώδεις 8 μποφόρ. Στο Ιόνιο θα πνέουν νοτιοδυτικοί άνεμοι με εντάσεις 5-6 μποφόρ και προοδευτική εξασθένηση το απόγευμα.

Στο νομό Αττικής και στην πόλη της Αθήνας περιμένουμε βροχές κατά περιόδους, ενώ τις μεσημεριανές και απογευματινές ώρες θα εκδηλωθούν σποραδικές καταιγίδες. Αυξημένες θα είναι οι συγκεντρώσεις Αφρικανικής σκόνης. Οι άνεμοι θα πνέουν από νότιες διευθύνσεις με εντάσεις 5-6 μποφόρ και ενδεχομένως πρόσκαιρα τοπικά 7 μποφόρ, αλλά το βράδυ θα εξασθενήσουν. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 13 έως 16 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη αναμένονται βροχές κατά περιόδους. Οι άνεμοι θα πνέουν από νοτιοανατολικές διευθύνσεις με εντάσεις 4-5 μποφόρ αλλά το απόγευμα θα εξασθενήσουν σε ασθενείς και θα πνέουν πλέον από μεταβαλλόμενες διευθύνσεις. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 11 έως 14-15 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτάζοντες την 5ην του μηνός Φεβρουαρίου

 Εορτάζοντες την  5ην του μηνός Φεβρουαρίου


 

  • Η ΑΓΙΑ ΑΓΑΘΗ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ο εξ Αντιοχείας (ο εν Σκοπέλω)

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΣ ο Νέος, Πατριάρχης Κων/πόλεως

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ο Αθηναίος

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ο εκ Σικελίας (+ 995)

 

 

Αναλυτικά

 

Η ΑΓΙΑ ΑΓΑΘΗ
Ή Αγία Άγάθη ήταν από το Παλέρμο της Σικελίας και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Δεκίου (251). Διέλαμπε με την ωραιότητα του σώματος και με το κάλλος της χριστιανικής της ψυχής. Ή οικογένεια της είχε μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία. Σε ηλικία 15 χρονών μένει ορφανή. Ή μεγάλη περιουσία πού κληρονόμησε και ή ομορφιά του σώματος πού είχε, της βάζουν το ερώτημα: κόσμος ή θρησκεία; "Η... συμβιβασμός; Δηλαδή, κόσμος και θρησκεία; Στη σκέψη της, όμως, βάρυνε ο θεόπνευστος λόγος του άδελφόθεου Ιακώβου: "Θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και πατρί αυτή εστίν, έπισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου"1. Δηλαδή, θρησκεία καθαρή και αμόλυντη μπροστά στο Θεό και Πατέρα είναι αύτη: να επισκέπτεται κανείς ορφανά και χήρες τον καιρό πού πάσχουν και να διατηρεί τον εαυτό του αμόλυντο από τον κόσμο. "Έτσι έκανε και ή Άγάθη. Αφού "κλώτσησε" τις κολακείες και τις επιτήδειες εισηγήσεις ανθρώπων του κόσμου, οργάνωσε ολόκληρη φιλανθρωπική κίνηση και με το επιτελείο της περιέθαλπε τους δυστυχισμένους του τόπου της. Ό Θεός, όμως, θέλησε ή Άγάθη να δοκιμαστεί ακόμα περισσότερο. Κάποιος έπαρχος, ο Κυντιανός, θέλοντας να απολαύσει τα κάλλη της, προσπάθησε να την επηρεάσει να γίνει γυναίκα του. Ή Άγάθη έμεινε ανεπηρέαστη. Προτίμησε να καεί και να πάρει έτσι το στεφάνι του μαρτυρίου.
1. Επιστολή Ιακώβου, α' 27.


Απολυτίκιο. ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Ρόδον εύοσμον, της παρθενίας, νύμφη άφθορος, του Ζωοδότου, άναδέδειξαι Άγάθη πανεύφημε· των αγαθών την πηγήν γαρ ποθήσασα, μαρτυρικώς εν τω κόσμω διέπρεψας. Μάρτυς ένδοξε, λιταίςς σου θείαις άγάθυνον, τους πόθω μεγαλύνοντας τους άθλους σου.


Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ο εξ Αντιοχείας (ό εν Σκοπέλω)
Ό όσιος Θεοδόσιος καταγόταν από την Αντιόχεια και είχε γονείς πλούσιους και επίσημους. Τον ενέπνεε όμως ευσέβεια θερμή και φλογερός πόθος, να ζήσει ελεύθερος από τους μολυσμούς του κόσμου. Γι  αυτό αναχώρησε στην Κιλικία και έκτισε ένα κελί κοντά σε μια δενδρώδη παραθαλάσσια περιοχή. Ό όσιος Θεοδόσιος, αν και ζούσε στη μόνωση, δεν απέφευγε την κοινωνική ζωή. Συχνά πήγαινε στα κοντινά μέρη, αναζητώντας ψυχές, πού είχαν ανάγκη από την παρηγοριά της πίστης και της ελπίδας. Άλλοτε πάλι έρχονταν προς αυτόν καρδιές τραυματισμένες και ταραγμένες, ζητώντας τη γιατρειά τους. Ό όσιος ανταποκρινόταν στις ανάγκες αυτές, χρησιμοποιώντας τα πνευματικά φάρμακα της θρησκείας και έτσι οί περισσότεροι έφευγαν ανακουφισμένοι. Αργότερα, λόγω των επιδρομών της βαρβαρικής φυλής των Ίσαύρων, έφυγε από το μέρος αυτό και επέστρεψε στην πατρίδα του την Αντιόχεια. Ή είδηση της επιστροφής του, του έφερε πλήθος επισκεπτών. Έτσι, συνέχισε και εκεί με μεγάλη επιτυχία το πνευματικό και κοινωνικό του έργο για πολλά χρόνια. Παρέδωσε το πνεύμα του ειρηνικά και με τη συναίσθηση, ότι υπηρέτησε ειλικρινά τον Κύριο και έπραξε όσο μπορούσε το καθήκον του προς την πίστη και τον πλησίον.


Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΣ ο Νέος, Πατριάρχης Κων/πόλεως
Την 3η Απριλίου του 956, ένα μήνα μετά το θάνατο του πρώην Πατριάρχη Θεοφύλακτου, χειροτονήθηκε διάδοχος του ο Πολύευκτος. Ό Πολύευκτος γεννήθηκε στην Κων/πολη και από πολύ νωρίς προσήλθε στη μοναχική τάξη. Μαζί με τη μεγάλη του μόρφωση, συνδύαζε σε έξοχο βαθμό την αντικειμενικότητα του χαρακτήρα, την σεμνότητα του ήθους, την αποξένωση από κάθε κοσμική τέρψη και την πλήρη καταφρόνηση των χρημάτων. Ζούσε με πολλή απλότητα, εγκράτεια, και πολλές φορές του ήταν αρκετό λίγο ξερό ψωμί για τη συντήρηση του, προκειμένου από το υστέρημα του να θρέψει τους άλλους. Πολλοί τον έλεγαν Ιωάννη Χρυσόστομο, και δεν το έλεγαν μόνο, αλλά και φαινόταν από τα θεάρεστα έργα του. Ή προσωπικότητα του Πατριάρχη Πολύευκτου, έλαμψε κυρίως επί βασιλέων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου του Τσιμισκή. Ό Πολύευκτος το 957 βάπτισε τη ρωσίδα ηγεμονίδα Όλγα όταν αυτή ήλθε στην Κων/πολη. Επίσης, επί της πατριαρχείας του κτίσθηκαν στο Άγιο Όρος οί Μονές Μεγίστης Λαύρας, του Βατοπεδίου και των Ιβήρων, ό Πολύευκτος πέθανε στις 16 Ιανουαρίου του 970. (Διίστανται οί γνώμες ως προς το επίθετο Νέος, πού δόθηκε στον Άγιο, διότι, όπως υποστηρίζει ο Σ. Εύστρατιάδης, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με το όνομα Πολύευκτος δεν υπήρξε πριν απ' αυτόν. Ενώ ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, υποστηρίζει πώς υπήρξε, επί Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου).

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ο Αθηναίος
Γεννήθηκε στην Αθήνα από φτωχούς και άσημους γονείς, τον Μήτρο καί την Καλομοίρα. Δώδεκα χρονών, εργάστηκε για να συντηρήσει τους θεοσεβείς γονείς του, κοντά σε κάποιους Τουρκαλθανούς, πού βρίσκονταν στην Αθήνα. Δεκαέξι χρονών πουλήθηκε από τους αφέντες του σε κάποιους Άγαρηνούς του Μωρία, οι όποίοι τον βασάνισαν σκληρά, προκειμένου να τον εξισλαμίσουν. Αφού δεν μπόρεσαν να το καταφέρουν, τον πούλησαν σ' άλλους σκληρότερους αφέντες Τούρκους. Μεταπουλήθηκε πέντε φορές σε αφέντες, ο ένας σκληρότερος από τον άλλο, και υπέστη πολλά και διάφορα βασανιστήρια άπ' αυτούς για να αλλάξει την πίστη του, άλλ' ο Αντώνιος παρέμεινε σταθερός στην πίστη του Χριστού. Τελικά, αγοράστηκε από έναν "Ορθόδοξο Χριστιανό, αντί 400 γροσιών και εγκαταστάθηκε μαζί μ' αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Στο εργαστήρι του αφέντη του, αναγνωρίστηκε από κάποιον από τους προηγούμενους αφέντες του, ο οποίος τον συκοφάντησε, ότι δήθεν δέχτηκε τον μουσουλμανισμό καί αργότερα τον απαρνήθηκε. Αμέσως τότε συνελήφθη από τους Τούρκους καί οδηγήθηκε στον κριτή Μουράτ Μουλάν. Ό Αντώνιος, χωρίς να λογαριάσει κολακείες και φοβέρες, ομολόγησε με γενναία λόγια τη χριστιανική του πίστη. Ό κριτής συγκινημένος από το θάρρος του Αντωνίου, προσπάθησε να τον αθωώσει. Φοβήθηκε όμως τους ψευδομάρτυρες και τον παρέδωσε στον βεζίρη Μεχμέτ Μελέκ Πασά, αφού κρυφά του διεμήνυσε για την αθωότητα του μάρτυρα. Ό βεζίρης, αφού και αυτός πείστηκε για την αθωότητα του Αντωνίου, τον έκλεισε στη φυλακή για να αποφύγει την οργή του πλήθους, με σκοπό αργότερα να τον ελευθερώσει. Άλλα το μαινόμενο πλήθος, κατηγόρησε τον βεζίρη στον Σουλτάνο Χαμίτ τον Α', ότι δήθεν δωροδοκήθηκε για να ελευθερώσει τον Αντώνιο. Ό Σουλτάνος, φοβούμενος ταραχές από το πλήθος, διέταξε τον βεζίρη, αν ό Αντώνιος δεν αποδεχθεί τον μουσουλμανισμό, να αποκεφαλιστεί. Άλλα και πάλι ό μάρτυρας, διατράνωσε την πίστη του στον Χριστό, και έτσι αποκεφαλίστηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1774, ήμερα Τετάρτη στο "Ακ-Σε-ράϊ της Κωνσταντινούπολης, παίρνοντας το αμάραντο στεφάνι της αιώνιας δόξας.


Ο ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ό εκ Σικελίας (+ 995)

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι.


 Μικρά διηγήματα

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Δὲν ἐνθυμοῦμαι πλέον πῶς μοῦ τὸ ἔλεγεν ἡ ἀείμνηστος ἡ κυρούλα μου τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο παραμύθι· ἐπρόκειτο δι᾿ ἕνα Βασιλόπουλο, ὁποὺ δὲν ἔστεργε ποτὲ νὰ πανδρευθῇ, ἀνίσως δὲν εὕρισκε μίαν βασιλοπούλα, τὴν ὄμορφην τοῦ κόσμου, ὁποὺ νὰ εἶναι «ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι, καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷμα».
Καὶ ὕστερα, νομίζω, τὸ Βασιλόπουλο ἐπῆγε νὰ λαφοκυνηγήσῃ εἰς τέτοιον καιρόν, ὁποῖον ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα, ἀκόμη καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας· κ᾿ ἔρριξε μίαν τουφεκιὰν ἐπάνω στοὺς χιονισμένους κάμπους καὶ στὰ λιβάδια καὶ στὰ πλάγια τῶν βουνῶν κ᾿ ἐμάτιασε* μίαν ἔλαφον· καὶ τὸ αἷμα τῆς ἐλάφου ἐχύθη ἐπάνω στὰ χιόνια, κ᾿ ἐκεῖ, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐγεννήθη μία βασιλοπούλα, κ᾿ ἐμεγάλωσε, καὶ ἦτον «ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι καὶ κόκκινη σὰν τὸ αἷμα».
Καὶ τὸ Βασιλόπουλο ηὗρε τὴν νύμφην τῶν ὀνείρων του, πλασμένην ἀπὸ χιόνι, ὅπως ὁ Πυγμαλίων τὴν ηὗρεν ἀπὸ μάρμαρον. Ὅλοι αὐτοὶ ὑπῆρξαν εὐτυχεῖς ἐναντίον πρὸς τὸν στίχον τοῦ Ἰταλοῦ ποιητοῦ, καὶ συμφωνότεροι πρὸς τὸν ὁρισμὸν τοῦ ἀρχαίου φιλοσόφου· εὐτυχεῖς διότι δὲν ὑπῆρξαν. Ἀλλ᾿ ἔκαμον καὶ ἄλλους πρὸς καιρὸν εὐτυχεῖς· τόσα παιδιὰ ποὺ ἀκούουν τὰς διηγήσεις τῶν προμητόρων.
*
* *
Ἐνθυμεῖσθε τὸν στίχον τοῦ Σολωμοῦ.
Ποιὰ εἶν᾿ ἐκείνη ποὺ κατεβαίνει
ἀσπροντυμένη ― ἀπ᾿ τὸ βουνό.
Ἡ χιὼν καὶ τὸ γάλα εἶναι αἱ δύο προχειρότεραι κοινοτοπίαι διὰ τὴν λευκότητα νεαρᾶς γυναικός. Μίαν φορὰν ἔτυχεν ν᾿ αὐτοσχεδιάσω ἓν δίστιχον πρὸς ἔπαινον μιᾶς λευκῆς καὶ λευκοφορεμένης. Μαζὶ μὲ ἕνα ἀγαπημένον, εὐγενῆ φίλον μου, τὸν Γιαννάκην τοῦ καπετὰν Ἀργυροῦ, ἐβαδίζαμεν εἰς τοῦ Ἀχειλᾶ τὸ ποτάμι τὸν κατηφορον, τὸ ρέμα-ρέμα.
Παρὰ τὴν βρύσιν ἐπέζευσεν ἐκεῖνος, ἐγὼ ἐπέμεινα πεζὸς νὰ βαδίζω. Τότε μ᾿ ἐβίασε φιλικῶς νὰ λάβω ὀνάριον, τὸ ὁποῖον ἐσταμάτησεν εἰς τὸν δρόμον. Ἦτο μεγαλόσωμον μὲ κοκκινωπὸν σποδοβάϊον* τρίχωμα, ὅλως ἀσυνήθους χρώματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ μὲ τὸ ἀνακάτωμα ἀθηναϊκῶν ἀναμνήσεων ὠνόμασα «κοκκινέλι».
Παρὰ τὴν βρύσιν μᾶς ἔφερεν ὁ ψυχογυιὸς τοῦ Γιαννάκη, ὁ ἀγωγιάτης, καλάθιον μὲ ἀχλάδια, ἀγγούρια, καὶ πράγματα· ἔβαλεν εἰς τὴν πηγὴν διὰ 〈νὰ〉 κρυολογήσῃ τὸ παγούρι μὲ τὸ ρακί· παγούρι φυσικόν, ἀπὸ ποδάρι τεραστίας καβούρας, τὸ ὁποῖον ὠνομάζομεν, δὲν ἠξεύρω διατί, «τὸν Καβουροπόλεως». Ἐλέγαμεν π.χ. «φέρε τὸν Καβουροπόλεως, μᾶς ἦλθεν ὁ Καβουροπόλεως;» καὶ τὰ τοιαῦτα.
Ἀλλ᾿ ἰδού, ἐνθυμοῦμαι. Εἷς νεαρὸς μοναχός, ἀγαπῶν ν᾿ ἀστεΐζεται, γενομένου ποτὲ λόγου περὶ μητροπολιτῶν διαφόρων παροικιῶν, ληγουσῶν εἰς πόλεως, ὅταν ἔτυχε τότε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν μέσην καὶ τὸ παγούρι αὐτὸ τοῦτο, ἀνέκραξεν αἴφνης:
― Νά καὶ ὁ Καβουροπόλεως!
Ἐκεῖ λοιπόν, ὅταν τὸ παγούρι αὐτὸ ἔφερε τοὺς συνήθεις γύρους, ἀνεκαλέσαμεν, μὲ πάντα σεβασμόν, τὰ λόγια τοῦ προφήτου Ἠλιού, ἐκ τῆς Βασιλειῶν Γ´, κ᾿ ἐλέγαμεν: «Δευτερώσατε, καὶ ἐδευτέρωσαν· τρισσεύσατε, καὶ ἐτρίσσευσαν».
Ὅπου ὁ καπετὰν Γιαννάκης, μεγάλως φαιδρυνθεὶς ὅταν ἤκουε τὰ ἐδάφια αὐτὰ τῆς Γραφῆς, ἀφελῶς ἔλεγεν, ἀποτεινόμενος πρὸς κληρικὸν φίλον μας:
― Τὸ δευτέρωσες, παπά;
Τοῦ Γιαννάκη βεβαίως θὰ ἐπήγαινεν ὁ νοῦς του εἰς τὸ δευτέρωμα τῶν ἀμπέλων, τὸ καλούμενον καὶ δισκάφισμα*.
*
* *
Τέλος ἵππευσα κ᾿ ἐγὼ εἰς τὸ «Κοκκινέλι», τὸν Πήγασόν μου, καὶ ἠρχίσαμεν ν᾿ ἀνερχώμεθα τὸ βουνόν. Ἐπηγαίναμεν εἰς ἕνα πανηγύρι τοῦ Προδρόμου, τῆς 24 Ἰουνίου.
Ἐκεῖ συνηντήσαμεν τὴν λαμπρὰν παρέαν τοῦ καπετὰν Κωνσταντῆ τοῦ Μυτιληνοῦ, ὅλην ἔφιππον. Αὐτός, ἡ συμβία του, τὰ τέσσαρα παιδιά του καὶ δύο παραγυιοί του. Ἡ καπετάνισσα, ὡραία, τριακοντοῦτις γυνή, μὲ λαμπρὰν περιβολήν, καὶ κόκκινα μεταξωτὰ ὑποκάμισα, ἵππευε μεγαλοπρεπῶς ἐπὶ εὐρώστου ἡμιόνου.
Ξαναμμένος καθὼς ἤμην ἐγώ, ὀχούμενος ἐπάνω εἰς τὸ Κοκκινέλι, μοῦ ἦλθε νὰ εἴπω εἰς τὸν καπετὰν Κωνσταντήν:
― Μοῦ δίδεις τὴν ἄδειαν νὰ πῶ ἕνα τραγούδι τῆς κυρίας;
― Εὐχαρίστως.
Καὶ τότε ἀπήγγειλα:
Ἀσπροκολοβολοῦσα μου, καὶ ἄσπρη σὰν τὸ γάλα,
σένα σοῦ πρέπει λεβεντιά, σοῦ πρέπει καὶ καβάλα.
Σημειώσατε ὅτι ἡ πρώτη λέξις τοῦ διστίχου, ἄνευ δυσφημίας, σημαίνει ἐκεῖ εἰς τὰς νήσους τὴν φέρουσαν λευκὸν κολόβιον, ἢ φουστάνι ἄνευ χειρίδων.
*
* *
Καὶ ὅλα μὲν αὐτὰ καλὰ ἦσαν τότε· ἀλλὰ τώρα, ὅταν ἐγήρασέ τις, οὔτε «ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι», οὔτε «κόκκινη σὰν τὸ αἶμα», τίποτε πλέον ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν βλέπει τις· ἀλλὰ καταντᾷ νὰ γίνεται αὐτός: κρύος σὰν τὸ χιόνι… καὶ νὰ πάσχῃ ἀναιμίαν.
(1907)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Ο θάνατος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αρχιστρατήγου της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 (4 Φεβρουαρίου 1843)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μετά από πολλές προδοσίες, ενέδρες και εχθρικά βόλια από τις άπειρες άνισες μάχες που έδωσε, κατάφερε να επιβιώσει και ν’ αναδειχθεί ως, ο οραματιστής, ο πρωτεργάτης και ο Αρχιστράτηγος της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Ακόμη και μετά την απελευθέρωση, επανειλημμένα αντιμετώπισε την απειλή του θανάτου, όταν πέρασε έξι μήνες φυλακισμένος στο υγρό και σκοτεινό κελί του φρουρίου στο Ναύπλιο και όταν παρά λίγο να δεχθεί την λαιμητόμο (καρμανιόλα), όπου τον είχαν καταδικάσει οι δικαστές της κυβερνήσεως του Κωλέττη. Άφησε τα εγκόσμια, απολαμβάνοντας την Ελευθερία της Ελλάδας, μετά από φυσικό θάνατο στις 4 Φεβρουαρίου 1843 στο σπίτι του στην Αθήνα, ανώδυνα, ειρηνικά και ανεπαίσχυντα, από εγκεφαλική συμφόρηση[1].

Πριν κλείσει για πάντα τα μάτια του, επιθυμούσε να ιδεί την χαρά του παιδιού του Κολίνου (Κωνσταντίνου), όπου τον είχε σπουδάσει και τον ετοίμαζε για την πολιτική. Ενώ, είχε χαλάσει το συμπεθεριό με την κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη, τρεις ημέρες πριν τον θάνατό του, τον πάντρεψε την 1ην Φεβρουαρίου 1843 με την πλουσιότατη εγγονή του άλλοτε ηγεμόνα της Βλαχίας, πρίγκιπα Γιάννη Καρατζά. Την βραδιά, του θανάτου του, ήτο προσκεκλημένος στον Βασιλικό χορό του Παλατιού. Εκεί χόρεψε, έφαγε και ήπιε περισσότερο απ’ ότι συνήθιζε, μετά τον χορό επέστρεψε πανευτυχής σπίτι του, το όποιο βρισκόταν πολύ κοντά στο Παλάτι, την σημερινή Βουλή των Ελλήνων.

Κατά τις τέσσερις ώρα της νύκτας έπαθε εγκεφαλική συμφόρηση κατά τον ύπνο. Δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει, και μετά βίας ανέπνεε. Αμέσως προσκλήθηκαν και επενέβησαν οι καλύτεροι γιατροί της εποχής, όμως δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο απ’ το να παρατείνουν τις στιγμές του. με διάφορες πρακτικές και ιατρικές επεμβάσεις εκείνης της εποχής τον φλεβοτόμησαν και του έβαλαν βδέλλες (αφαίμαξη), χιόνι στην κεφαλή, καταπλάσματα από σιναπόσπορο στα πόδια, και άλλα γιατροσόφια, αλλά όμως ήταν αδύνατον να τον γλιτώσουν. Η τελευταία του κουβέντα ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο:

-«Σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις».

Στις 11:00 το πρωί στις 4 του Φλεβάρη 1843, ο Γέρος του Μοριά, άφησε την πρόσκαιρη ζωή, για να περάσει στους αθανάτους.

Η είδηση του θανάτου του, συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα. Ο κόσμος σταμάτησε τις δουλειές του, έκλεισαν τα μαγαζιά και συνέρρεαν στην οικία του στρατηγού. Μέσα στο πλήθος του κόσμου ήσαν παλιοί φίλοι, εχθροί, συναγωνιστές πάρα πολλοί Αρκάδες και γενικά αρκετοί Μοραΐτες. Τον έντυσαν με την στολή του αντιστράτηγου, του έζωσαν το σπαθί, που είχε, όταν πρωτοξεκίνησε από την Σκαρδαμούλα (Καρδαμύλη Μάνης) για τον αγώνα, του φόρεσαν τσαρούχια και τον απίθωσαν στην κάσα βάζοντας κάτω από τα πόδια του μια τούρκικη σημαία. Του έβαλαν πλάι την περικεφαλαία του και τις σπαλέτες της στολής που φορούσε στα Επτάνησα. Από την άλλη μεριά τον θώρακα[2].

Την ώρα της αναγγελίας του θανάτου του, συνεδρίασε το συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Ρήγας Παλαμήδης μ’ ένα λόγο γεμάτο βαθιά συγκίνηση, γύρεψε να λυθεί αμέσως η συνεδρίαση. Το σώμα, δέχθηκε την πρόταση και έσπευσε αμέσως στο σπίτι του Γέρου, να συλλυπηθεί τους συγγενείς του. Το υπουργικό συμβούλιο έκανε το πρόγραμμα της κηδείας και όρισε τριήμερο δημόσιο πένθος.

Η νεκρική πομπή κατέβηκε από την οδό Έρμου, και μπαίνοντας στην οδό Αίολου έφτασε στον ναό της Αγίας Ειρήνης, όπου εψάλη ή νεκρώσιμη ακολουθία. Γύρω από την νεκροφόρα κατά την πορεία της προς την Αγία Ειρήνη ήσαν: Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Κουντουριώτης, ο Αντιστράτηγος Τσώρτς, ο Υποστράτηγος Τζαβέλας, ο Υποστράτηγος Παναγιώτης Γιατράκος, οι Συνταγματάρχες Δημητράκης Πλαπούτας και Ιωάννης Μακρυγιάννης, οι σύμβουλοι επικρατείας Δεληγιάννης και Παλαμήδης. Επίσης ακολουθούσαν οι επώνυμοι της εποχής και πλήθος κόσμου. Ήταν τόσος ο λαός πού όταν ή αρχή της πομπής έμπαινε στην Εκκλησία, ή ουρά της πομπής δεν είχε μπει ακόμα στην αρχή της Έρμου.

Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε μία μεγάλη μορφή των γραμμάτων της εποχής, ο εκκλησιαστικός ρήτορας και συγγραφέας Κων. Οικονόμου των εξ’ Οικονόμων. Αμέσως μετά την νεκρώσιμη ακολουθία, η σωρός και ο κόσμος κατευθύνθηκαν προς το Α΄ νεκροταφείο. Αργά- αργά, η πομπή περνάει μπροστά από το παλάτι και φθάνει τέλος στο φρεσκοσκαμμένο μνήμα.

– Έλληνες! αρχίζει με τρεμουλιαστή φωνή και μάτια πλημμυρισμένα δάκρυα ο Σούτσος:

Ανήρ Μέγας Τελεύτησε!

Ήχος κανονιών τέλος σκεπάζει τα λόγια του, τα κλάματα και τις φτυαριές των χωμάτων, ήχος γνώριμος κι αγαπητός στον άντρα που στάθηκε από τις μεγαλύτερες μορφές της αρχής του δέκατου ενάτου αιώνα.

Τα οστά του Κολοκοτρώνη ευρίσκονται στην Τρίπολη από τις αρχές του αιώνος μας. Πριν, ευρίσκοντο στην Αθήνα στο Α΄ Νεκροταφείο, αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων, φρόντισε για την μεταφορά τους στην Τρίπολη, συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους, αποδίδοντας έτσι τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας. Το 1971 στην πλατεία του Άρεως Τριπόλεως, στήθηκε ανδριάντας του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Και από το 1993, τα οστά, ευρίσκονται στην βάση του μνημείου αυτού, σε ειδική κρύπτη.

Το μνημείο απεικονίζει τον Γέρο του Μοριά, καβάλα πάνω σε άλογο. Και στο δημοτικό τραγούδι των Κολοκοτρωναίων, απεικονίζεται ή γενιά του, περήφανη, να μετακινείται, συνεχώς ευρισκόμενη πάνω σε άλογο.

«…καβάλα παν’ στην Εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,

καβάλα παίρνουν αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι,

και δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν…»

.

1. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ

Ένα πουλάκι ξέβγαινε, ’πο μέσα την Αθήνα,

μέρα και νύχτα περιπατεί, νύχτα και μέρα τρέχει,

στην Κόρθο κάνει κολατσιό και στ’ Άργος μεσημέρι,

στ’ Ανάπλι πήγε κι έκατσε, στης φυλακής την πόρτα.

Φυλακισμένοι το ρωτούν, κατάδικοι του λένε:

– Πες μας, πουλί, πουλάκι μου, κάνα καλό χαμπέρι!

– Παιδιά, σα με ρωτήσατε, απόκριση σας δίνω,

συννεφιαστήκαν τα βουνά κι οι κάμποι μαραθήκανε,

Κολοκοτρώνης πέθανε, στο γάμο του Κολίνου.

(Ιωάννης Κ. Μπέττας, «Σταυραετός της Ελευθερίας και η λαϊκή μούσα», Συλλογή Χ. Γ. Ηλιόπουλου, Δόριζα Μαντινείας, σελ. 46, Αρκαδία 1996)

.

2. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ

Ένα πουλάκι ξέβγαινε, μέσ’ από την Αθήνα,

νύχτα και μέρα περιπατεί, πετάει μέρα νύχτα,

στην Κόρινθο γευμάτισε και στ’ Άργος δειλινίζει

και μέσα στην Τριπολιτσά, στη μέση της πλατείας,

τα γράμματα διάβαζαν, κι οι εφημερίδες λένε,

Κολοκοτρώνης πέθανε, στο γάμο του Κολίνου.

Το βράδυ τρωγόπινε, στου βασιλιά το μπάλο.

Το θάνατό του γνώρισε, που θελε ν’ αποθάνει

και του Γενναίου μίλησε και του Γενναίου λέγει:

– Που είσαι Γενναίε, στρατηγέ; Κολίνο σπουδασμένε!

Ελάτε, πάρτε την ευκή, με τριγυρίζει ο Χάρος.

– Σώπα πατέρα, μην το λες, μη λες πως θα πεθάνεις,

κι έχουμ’ οχτρούς και χαίρονται και φίλους και λυπόνται.

– Ελάτε πάρτε την ευκή και να είσθε μονιασμένοι,

φιλήστε και τ’ αγγόνια μου, που να ’χουν την ευκή μου!

(- Θεόδωρος Γεν. Κολοκοτρώνης, «Περί στρατιωτικής ανατροφής, Ο αυτός εν Ραμπαγά, σελ. 64, 1882».

– Αντώνης Ι. Νικολόπουλος, «Μηνιαίος νέος κόσμος» φιλολογικό περιοδικό, τεύχος Γ΄, σελ. 177, αρ. 73, Ιούνιος 1934)

.

3. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ

– Εσύ πουλί των Αθηνών, πουλάκι της Αθήνας,

για δε μας λες τι γίνεται, μέσα εις την Αθήνα;

Πολλά κανόνια πέφτουνε και θλιβερά βροντάνε,

πολλοί άνθρωποι φαίνονται, πολλ’ είναι μαζωγμένοι.

Μην είναι εθνική γιορτή, μην είν’ του βασιλέως;

– Κολοκοτρώνης πέθανε και πάνε να τον θάψουν.[3]

(Γιάννης Βλαχογιάννης, «Οι κλέφτες του Μοριά», σελ. 266, Αθήνα 1935)


[1]Τα συμπτώματα πού μας παραδίδουν οι ιστορικοί της εποχής, δείχνουν ότι ο Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό, είτε αιμορραγικό είτε θρομβωτικό. Ό Κολοκοτρώνης ήταν 73 ετών, τα αγγεία του εγκεφάλου του – με την φθορά του χρόνου – θα είχαν πάθει σκλήρυνση (αρτηριοσκλήρυνση), δηλαδή θα ήταν σκληρά, άκαμπτα και εύθραυστα, και δεν θα άντεχαν σε μεγάλη αύξηση της αρτηριακής πιέσεως.

[2] Αυτή η πολεμική εξάρτυση του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους εις την Τρίπολη.

[3] Στις 10 Οκτωβρίου 1930 τα οστά του διακομίσθηκαν στο Μνημείο των Προκρίτων, δίπλα στην πλατεία Άρεως της Τρίπολης, για να τοποθετηθούν αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1993, σε ειδική κρύπτη στη βάση του ανδριάντα του, που τον αναπαριστά πάνω στο άλογό του και που αναγέρθηκε στο κάτω μέρος της πλατείας.

Πηγή: Αντρώνι

.


Read more » Διαβάστε Περισσότερα