Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 14ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  14ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ο εν Πίδνη.

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΧΗΜΟΣ ή ΕΥΣΧΗΜΩΝ ο Ομολογητής επίσκοπος Λαμψάκου

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ και ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ οι "Βασιλικοί" - ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ και ΕΥΦΡΑΤΗΣ

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΦΡΟΝΤΩΝ και ΦΡΟΝΙΜΟΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΓΝΩΣΤΟΣ ο Έλλην

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ του Γιούρεβιτς (Ρώσος).

  • Ο ΑΓΙΟΣ BONIFACE (Σκωτσέζος)

 

Αναλυτικά

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ
Ό όσιος Βενέδικτος γεννήθηκε στη Νουρσία της Ιταλίας και έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι γονείς του ήταν ευγενείς και πλούσιοι, αλλά και αφοσιωμένα τέκνα της Εκκλησίας. Γι' αυτό και στο παιδί τους, με αγάπη και ταπεινό φρόνημα, εφάρμοσαν τη διαπαιδαγώγηση πού συνιστά ο λόγος του Θεού: "Έκτρέφετε αυτά εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου"1. Ν' ανατρέφετε, δηλαδή, τα παιδιά σας, με παιδαγωγία και νουθεσία, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου. Έτσι και οι γονείς αυτοί ανέθρεψαν το γιο τους Βενέδικτο με θερμότατη ευσέβεια και φρόντισαν να του ανάψουν το ζήλο να εργασθεί σε κάτι μεγάλο και καλό υπέρ της Εκκλησίας. Ό Βενέδικτος όταν ενηλικιώθηκε, πράγματι ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των γονέων του. Αφού αποχώρησε σ' ένα φαράγγι στα Απέννινα όρη, επιδόθηκε στην προσευχή και τη μελέτη. Ή τόσο αγία ζωή πού έκανε, έγινε αιτία να αποκτήσει μεγάλη φήμη στους γύρω ορεινούς πληθυσμούς. Μέσα σε διάστημα είκοσι χρόνων, ήλθαν κοντά του 164 μοναχοί. Όποτε το έτος 540 ίδρυσε μοναστήρι, επάνω στο όρος CASSINO. Υπήρξε Ιδρυτής του μοναχικού τάγματος των Βενεδικτίνων, πού υπάρχει μέχρι και σήμερα στη δυτική Εκκλησία. Ό όσιος Βενέδικτος πέθανε ειρηνικά το έτος 543, σε ηλικία 62 χρονών.
1. προς Έφεσίους, στ' 4.


Άπολυτίκιον. Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.
Την φερώνυμον κλήσιν άληθεύουσαν έδειξας, τοίς άσκητικοϊς σου άγώσι, θεοφόρε Βενέδικτε· υιός γαρ ευλογίας τεθηλώς, άρχέτυπον έγένου και κανών, τοις εκ πόθου μιμουμένοις την σήν ζωήν, και ομοφώνως κράζουσί' δόξα τω δεδωκότι σοι ίσχυν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ένεργοϋντι δια σου, πάσιν ίάματα.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ο εν Πίδνη.
Ο Άγιος αυτός, στην αρχή βρισκόταν στο σκοτάδι της πλάνης. Αργότερα όμως, έλαμψε σαν αστέρας πολύφωτος με την καλή του ομολογία. Διότι έκανε δριμύτατο έλεγχο στην πλάνη των ειδωλολατρών και καταπλήγωσε με τα λόγια του τον νοητό διάβολο. Όποτε οι πλανεμένοι ειδωλολάτρες, μη μπορώντας να υποφέρουν το θάρρος και τη δύναμη του Αγίου, προσπάθησαν να νικήσουν τη μεγαλοψυχία του με διάφορους τρόπους και κολακείες. Επειδή όμως δεν μπόρεσαν, τον αποκεφάλισαν. Ό Θεός όμως τον αντάμειψε με το ιαματικό χάρισμα, διότι το ιερό λείψανο του γιατρεύει κάθε ασθένεια εκείνων πού προστρέχουν σ' αυτό με πίστη.


Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΧΗΜΟΣ ή ΕΥΣΧΗΜΩΝ ο Ομολογητής επίσκοπος Λαμψάκου
Έζησε στα χρόνια των εικονομάχων. Παρ' όλο πού οι βασιλικές διαταγές επέβαλλαν αυστηρότατες ποινές, εναντίον αυτών πού υπερασπίζονταν τις άγιες εικόνες, ο άγιος Εύσχημος εξετέλεσε το καθήκον του υπέρ αυτών, με όλο του το θάρρος. Καταγγέλθηκε, εξορίστηκε και φυλακίστηκε. Άλλ' υπέστη το διωγμό με όλη τη χαρά, πού έφερε σ' αυτόν ή συναίσθηση, ότι μαχόταν για την αγία μας Εκκλησία. Ό σεπτός επίσκοπος διακρίθηκε και για τα φιλάνθρωπο αισθήματα του. ΟΙ φτωχοί ανακουφίζονταν πατρικότατα με τις πατρικές του φροντίδες. Και σ' αυτή ακόμα την εξορία του, ευσεβείς επισκέπτες του δώριζαν διάφορα χρηματικά ποσά, πού όλα τα διέθετε για τους άπορους. Υπήρξε λοιπόν επίσκοπος γνήσιος και αληθινός, ποιμένας φιλόστοργος και ηρωικός, και δίκαια ή Εκκλησία τον κατέταξε μεταξύ των αγίων της ομολογητών.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ και ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ οι "Βασιλικοί" - ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ και ΕΥΦΡΑΤΗΣ
Μάρτυρες από τη Θεσσαλονίκη, ίσως των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Δεν υπάρχουν επαρκείς βιογραφικές πληροφορίες. Ή μνήμη τους την 13η ή 14η Μαρτίου.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΦΡΟΝΤΩΝ και ΦΡΟΝΙΜΟΣ
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τον χρόνο του μαρτυρίου τους. Μόνο ότι μαρτύρησαν στη Θεσσαλονίκη επί Μαξιμιανού, μαζί με τους πιο πάνω μάρτυρες.


Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΓΝΩΣΤΟΣ ο Έλλην

Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ρωσίας (+ 1358).


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ του Γιούρεβιτς (Ρώσος).

(Δια Χριστόν σαλός)


Ο ΑΓΙΟΣ BONIFACE (Σκωτσέζος)
Λεπτομέρειες για τη ζωή αυτού του αγίου της "Ορθοδοξίας, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο "Οι "Αγιοι των Βρεττανικών Νήσων", του Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, επισκόπου Τελμησσοϋ, Αθήναι 1985.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Σάββατο 14/3

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Σάββατο 14/3

Λίγες βροχές στα ηπειρωτικά ορεινά, την Πελοπόννησο και την Κρήτη τις θερμές ώρες της ημέρας. Βόρειοι άνεμοι μέχρι 5 μποφόρ στο Αιγαίο.

Πιο αναλυτικά, το Σάββατο 14 Μαρτίου αναμένονται νεφώσεις στα ηπειρωτικά, τις Κυκλάδες και την Κρήτη. Τοπικές βροχές θα εκδηλωθούν στα ηπειρωτικά ορεινά, την Πελοπόννησο και την Κρήτη κυρίως τις μεσημεριανές και απογευματινές ώρες. Η ορατότητα θα είναι κατά τόπους περιορισμένη στα ηπειρωτικά τις πρωινές και τις βραδινές ώρες.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία 0 έως 14 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 2 έως 15-17, στην Ήπειρο από 1 έως 17-18 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 1 έως 17, στη Στερεά από 2 έως 17-18, στην Εύβοια από 4 έως 17 βαθμούς, στην Πελοπόννησο από 2 έως 16-18 βαθμούς, στα Επτάνησα από 7 έως 17-18, στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου από 7 έως 15-17 και στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου από 8 έως 16-17, και στην Κρήτη από 11 έως 17 και τα Δωδεκάνησα έως 19 βαθμούς.

Οι άνεμοι θα πνέουν στα δυτικά από νότιες διευθύνσεις 2 με 4 μποφόρ, στις υπόλοιπες περιοχές από βόρειες διευθύνσεις 3 με 5 μποφόρ.

Στην Αττική προβλέπονται παροδικά αυξημένες νεφώσεις . Οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις 2 με 4 και στα ανατολικά 5 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 6 έως 16-17 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη προβλέπονται νεφώσεις κατά διαστήματα αυξημένες. Οι άνεμοι μεταβλητοί ασθενείς. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 5 έως 14 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Μικρὰ ψυχολογία".

 

Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Παρὰ τὴν ὁδὸν Σ… εἰς τὰς Ἀθήνας, κατὰ τὴν νοτιοδυτικὴν ἐσχατιὰν τῆς πόλεως, συνέβη, μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ν᾽ ἀκούσω ὕβρεις εἰς τὸν δρόμον διὰ τὴν ἑξῆς ἀφορμήν. Μικρὸν παιδίον, τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, εἶχεν ὀλισθήσει καὶ πέσει μὲ τὰ μοῦτρα ἐπὶ τοῦ μαρμαρίνου κατωφλίου, εἰς τὴν ἐξώπορταν μιᾶς οἰκίας. Εἶχε κτυπήσει τὴν μύτην καὶ τὸ μέτωπον, ἐφώναζε καὶ ἔκλαιε, μὴ δυνάμενον νὰ σηκωθῇ. Ἐγὼ τυχὼν ἐκεῖ παροδίτης, ἔκυψα καὶ ἀνεσήκωσα τὸ παιδίον.

Τὴν ἰδίαν στιγμὴν κατέρχεται δρομαία, ἀκούσασα τὰς φωνάς, ἡ ὑπηρέτρια τῆς οἰκίας. Ἅμα μὲ εἶδεν ἐκεῖ, πρώτην φορὰν βλέπουσά με, μ᾽ ἔβαλε μπρός, καὶ μὲ ὠνείδισε μὲ πολλὴν θρασύτητα, νομίσασα ὅτι ἐγὼ εἶχα κάμει κακὸν εἰς τὸ παιδίον, καὶ διὰ τοῦτο ἔκλαιε. Τὸ μικρὸν τοῦτο συμβάν, ἀνάξιον μνείας ἴσως, καίτοι διδακτικὸν ὁπωσοῦν, μοῦ ἐνθύμισεν ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον μοῦ εἶχε συμβῆ πρὸ χρόνων εἰς τὴν πατρίδα μου.

Κάτω, εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, περὶ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου, τὰ καφενεῖα, τὰ καπηλεῖα καὶ μπακάλικα ἔλαμπον πάμφωτα, καὶ ἡ ἀνθρωπίνη κυψέλη, τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐργατικοῦ κόσμου, τὰ περιεβόμβει μὲ τὴν ἀργολογίαν της. Ἕκαστος ὠψώνιζε διὰ τὸ σπίτι, ἢ ἔπαιρνε «τ᾽ ὀρεκτικόν του» καὶ ἀργοποροῦσε μὲ τοὺς φίλους, οὔτε τοῦ ἔκαμνε καρδιὰ νὰ ξεκολλήσῃ. Πολλοὶ «ἐδευτέρωναν» ἢ καὶ «ἐτρίτωναν» τὸ ἐντόπιον ρακὶ ἢ τὴν μαστίχαν. Ἡ ὥρα ἐκείνη ἦτον ἡ ἀμφιλύκη ἐντὸς τῆς ψυχῆς, ἡ ἀναψυχὴ πρὸ τῆς ρᾳστώνης, ἡ ἀνατολὴ τοῦ ἄστρου τῆς ἑσπέρας πρὸ τῆς ἀστροφεγγιᾶς. Ἦτο Νοέμβριος μήν, νότοι ἔπνεον, ζεστὴ καὶ ὑγρὰ ἅλμη ἰωδίου ἐπεκράτει. Μακρὰ γραμμὴ ἀπὸ μικροκάικα, βρατσέρες καὶ κότερα, ἔδιδον ζωὴν εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὀλίγον παραμέσα, πέντε ἢ ἓξ σκοῦνες καὶ δύο ἢ τρία βρίκια ἐστόλιζον τὸν λιμένα. Ἄλλα εἶχον δέσει ἤδη τὰ πρυμνήσια μὲ σκοπὸν νὰ παραχειμάσουν, ἄλλα ἡτοιμάζοντο ἀκόμη διὰ χειμερινὰ ταξίδια.

Ὀλίγα φαναράκια, ὡς λαμπυρίδες, ἔκαιον μετέωρα ἐπάνω τῆς κουβέρτας, καὶ τ᾽ ἄστρα ἀπὸ ψηλὰ ἐπάνω κατωπτρίζοντο φωσφορίζοντα ὀφιοειδῶς εἰς τὰ κύματα. Ποῦ καὶ ποῦ ἠκούετο βραχνὸν τὸ γαύγισμα καραβοσκύλου, ἐρεθιζομένου ἀπὸ πλατάγισμα κωπῶν ἐκ λέμβου παραπλεούσης εἰς τὸ σκότος, καὶ ἡ ἀποθαλασσιά, μὲ ὅλην τὴν γαλήνην, ἐφλοίσβιζε νυσταλέα εἰς τὰς πρύμνας καὶ τὰ πλευρὰ τῶν πλοίων, ἢ ἔπληττε τὰ κράσπεδα τῆς προκυμαίας.

Ἐκεῖ, εἰς τὸ καπηλεῖον τοῦ Χαρκούμπα, συνήντησα τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τὸν παλαιόν μου φίλον Ἰάκωβον Λ… Εἶχα δειπνήσει ἐνωρίς, καὶ εἶτα εὐθὺς ἐξῆλθον. Ἐπεριπάτουν ἀργά, ἔξωθεν τῶν μαγαζειῶν, κ᾽ ἐκοίταζα μέσα.

Μοῦ ἤρεσκε νὰ βλέπω, νὰ περιεργάζωμαι τοὺς διαφόρους ὁμίλους καὶ νὰ μὴ εἰσέρχωμαι, ἂν καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ κατασταλάξω κάπου, διὰ νὰ πίω μικρὸν ποτήριον ξανθοῦ μοσχάτου τοῦ τόπου. Ὁ Ἰάκωβος ἦτο μόνος· πρὸ μικροῦ τὸν εἶχεν ἀφήσει, ὡς φαίνεται, ἡ συντροφιά του, κι αὐτὸς ἀργοποροῦσεν ἀκόμα· δὲν ἀπεφάσιζεν εὔκολα νὰ μαζευθῇ στὸ σπίτι.

Ἐκεῖνος ἐκοίταζε πρὸς τὰ ἔξω, ἐγὼ πρὸς τὰ ἔσω· τὰ βλέμματά μας συνηντήθησαν. Δυσκόλως δύναταί τις ν᾽ ἀποφύγῃ τὴν διασταύρωσιν ταύτην τῶν βλεμμάτων ἢ καὶ ν᾽ ἀποστρέψῃ τὸ βλέμμα, ἴσως διότι τὸ ὄμμα ἔχει μαγνήτην, καθὼς λέγουν. Οὔτε ἠμπορεῖ τις νὰ κάμῃ «τὸν ἀδιάφορον», διότι ὁ φίλος τότε θυμώνει. Ὅθεν, οὕτως ἢ ἄλλως, πιάνεται κανεὶς στὰ βρόχια.

Ὁ Ἰάκωβος μὲ ἔκραξεν, ἐγὼ εἰσῆλθον. Πάραυτα ἐκεῖνος παρήγγειλε νὰ μᾶς φέρουν ποτά, ἐγὼ ἀπεποιήθην, προφασιζόμενος ὅτι ἔπασχον, κι ἔκαμνα δίαιταν. Δὲν τὸ ἔκαμνα διότι ἤμην ὑδροπότης ἀδιάλλακτος· ὡμολόγησα ἀνωτέρω, ὅτι ἦτο πιθανὸν νὰ πίω. Ἐὰν εὑρισκόμην μόνος, ἐν τερπνῇ ἐρημίᾳ καὶ ἀνέσει, ἢ ἂν εὕρισκα τὸν φίλον νηφάλιον, θὰ ἔπινον ἓν ἢ δύο μικρὰ ποτήρια. Ἀλλ᾽ εἶδα, μὲ τὸ πρῶτον βλέμμα, ὅτι ὁ Ἰάκωβος ἦτο πολὺ μεθυσμένος, καὶ δι᾽ αὐτὸ ἠρνήθην νὰ πίω.

Ἤρχισα νὰ νουθετῶ τὸν πτωχὸν Λ… τὰς φορτικὰς ἐκείνας νουθεσίας, ἂν καὶ ἤμην κατὰ τρία ἔτη νεώτερός του. Ἴσως ἡρμήνευον κακῶς τὸν στίχον τοῦ Προφητάνακτος: «Ὑπὲρ πρεσβυτέρους συνῆκα… ὑπὲρ πάντας τοὺς διδάσκοντάς με συνῆκα…» Τὸ ἐμπόρευμα εἶναι τόσον εὐθηνόν, ὥστε καὶ οἱ πλέον φιλάργυροι γέροντες αὐτὸ καὶ μόνον σπαταλῶσι! Ἐγὼ εἶχα προσλάβει εἰς τὴν νεότητά μου ἤδη τὸ γεροντικὸν τοῦτο ἰδίωμα, νὰ συμβουλεύω τοὺς ἄλλους· καὶ συγχρόνως συνήθιζα νὰ μὴ δέχωμαι συμβουλὰς ἀπὸ κανένα. Ἀργότερα ἐνόησα ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμβουλεύω κανέν᾽ ἄλλον, εἰμὴ μόνον τὸν ἑαυτόν μου. Ἤξευρα τὰ κατ᾽ αὐτόν. Ἡ σύζυγός του ἦτο ὀγδόου βαθμοῦ συγγενής μου, ἢ τριτεξαδέλφη. Τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἐξ ἔρωτος. Ἦτο ναυτικός, «μερακλής», πολὺ καλοκαμωμένος· εἶχε ὡραῖα μαῦρα μάτια, μελιχρός, ἤτοι ροδοκόκκινος, καὶ ἅμα ὠχρὸς περὶ τὰς παρειὰς καὶ τοὺς κροτάφους. Ἐκείνη ἦτο ὡραία καὶ λεπτοφυὴς νέα. Ἦσαν οἱ δύο ταιριασμένον ἀνδρόγυνον. Αὐτὸς εἶχε πέσει εἰς τὸ ἐλάττωμα τῆς μέθης. Ἦτον αἰσθηματίας, καὶ ἠγάπα τὴν γυναῖκά του μὲ ἀληθῆ ἔρωτα. Ἔπινε πολύ. Ἤξευρεν ὅτι δὲν ἔκαμνε καλά, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὸ κόψῃ. Κάθε βράδυ ἐλησμόνει τὰς συμβουλὰς καὶ τὰς καλὰς ἐμπνεύσεις τῆς πρωίας.

Ἐταξίδευε, τὸν περισσότερον καιρόν, μὲ τὰ καράβια. Ἦτον ἐξ οἰκογενείας ἐμποροπλοιάρχων. Πλοίαρχος ἦτον ὁ μακαρίτης πατήρ του, καὶ οἱ τρεῖς πρεσβύτεροι ἀδελφοί του εἶχον ἰδιόκτητα πλοῖα. Αὐτὸς ὅμως ἐπήγαινεν ὡς ἁπλοῦς ναύτης, κατὰ προτίμησιν, μὲ τὰ ξένα. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ «κάμῃ χωριὸ» μὲ τοὺς ἀδελφούς του, ἀκριβῶς διότι κι ἐκεῖνοι οὐδὲν ἄλλο τοῦ ἔδιδον, εἰμὴ συμβουλάς ― ἴσως καὶ διότι ἐκεῖνοι, ὁμομήτριοι μεταξύ των, ἦσαν ἑτεροθαλεῖς πρὸς αὐτόν. Δι᾽ αὐτὸν ἡ ἐπιζῶσα χήρα ἦτον μάννα, δι᾽ ἐκείνους ἦτον μητρυιά. Δι᾽ αὐτὸν μητρυιὰ ἦτον ἡ θάλασσα, δι᾽ ἐκείνους ἐδείκνυε, πρὸς τὸ παρόν, μητρικὴν φιλοστοργίαν. Καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Ἰακώβου λίαν διαυγής, ἀλλὰ καὶ εὐκόλως θολουμένη, ἐγίνετο τρικυμιώδης, ὅπως ἡ θάλασσα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀρμένιζε.

Ὁ ἐπίλογος τῶν νουθεσιῶν μου πρὸς τὸν Ἰάκωβον, ὡς ἔγγιστα, θὰ εἶχεν οὕτω:

― Καὶ τί κάθεσαι τώρα; Δὲν πᾷς στὸ σπίτι; Ἔφαγες; Δὲν ἔφαγες! (ὁ φίλος μου ἔσεισε τὴν κεφαλήν, σχεδὸν ἀνένευσε). Δὲν μαζώνεσαι καὶ σύ, ἐπὶ τέλους;… Ἐκείν᾽ ἡ χριστιανὴ δὲν ἔχει ψυχή, ποὺ σὲ καρτερεῖ τόσες ὧρες στὸ σπίτι;… Τὰ παιδάκια σου ποὺ περιμένουν πότε νὰ φανῇ ὁ πατέρας… ὣς ποὺ νὰ τὰ καταβάλῃ ἡ νύστα, ν᾽ ἀποκοιμηθοῦν.

Μοῦ ἐφάνη πὼς εἶδα δάκρυον νὰ στίλβῃ εἰς τὰ ματόκλαδά του. Ἔξαφνα:

― Πᾶμε, μοῦ εἶπεν.

Ἐσηκώθην νὰ τὸν προπέμψω δι᾽ ὀλίγα βήματα κι ἐξήλθομεν. Εἶδα ὅτι ὁ Ἰάκωβος ἐπαραπατοῦσεν ὀλίγον εἰς τὸν δρόμον. Μ᾽ ἔπιασε, μοῦ ἔσφιγξε τὸν βραχίονα καὶ μοῦ ἐσφύριξε:

― Πᾶμε ὣς τὸ σπίτι!

Ὀλίγα βήματα παραπάνω, ἄρχιζεν ἕνα «καλδερίμι» παλαιόν, λιθόστρωτον πέρα πέρα, ὀλισθηρὸν καὶ ἀνωφερές. Τοῦτο ἔφερε πρὸς ἕνα στενόν, δεξιά, καὶ δεκάδας τινὰς βημάτων πέραν τοῦ στενοῦ ἦτον ἡ οἰκία τοῦ Ἰακώβου Λ…

Ὁ φίλος, μὲ ὅλην τὴν μέθην του, εἶχεν ὑστεροβουλίαν τινά, ἀπαιτῶν νὰ τὸν συνοδεύσω μέχρι τῆς οἰκίας. Ἐγώ, βλέπων ὅτι παρέπεφτε, δυσπίστως ἔχων πρὸς τὸ λιθόστρωτον, τὸ ἀνωφερές, εἰς τὸ χεῖλος τοῦ ὁποίου κρημνὸς ἠνοίγετο πρὸς τὸν αἰγιαλόν, ἐθεώρησα χρέος μου νὰ τὸν προπέμψω ἕως τὴν σκάλαν τῆς οἰκίας, σκάλαν λιθίνην, ἐξωτερικήν, κ᾽ ἐκεῖ νὰ τὸν ἀποχαιρετήσω καὶ νὰ φύγω. Ἀλλ᾽ ὅταν ἐφθάσαμεν ἔμπροσθεν τῆς σκάλας, ἐκεῖνος ἀπῄτησε νὰ συνανέλθω μετ᾽ αὐτοῦ εἰς τὴν οἰκίαν.

Ἐγὼ εἶπα «καληνύχτα», ἐδοκίμασα ν᾽ ἀποσπασθῶ, νὰ ξεκολλήσω ἀπὸ τὴν περίπτυξιν τοῦ βραχίονος καὶ νὰ τραπῶ εἰς φυγήν. Ἐκεῖνος ἐπέμενεν. Ἔκαμε δὲ ἀρκετὸν θόρυβον, ὥστε τὸ ἄγρυπνον οὖς τῆς Σινιορίτσας, τῆς γυναικός του, ἥτις, παραμονεύουσα τὸν σύζυγον πότε νὰ φανῇ ὡς ἄστρον τῆς νυκτός, ὡς ἕσπερος ἢ ὡς ἑωσφόρος, ἔτεινε τὰς ἀκοὰς πρὸς πάντα θόρυβον τῆς ὁδοῦ, μᾶς ἤκουσε, καὶ ἡ νεαρὰ γυνὴ ἐξῆλθεν εἰς τὸ κεφαλόσκαλον, εἰς τὸ «χαγιάτι».

Καθὼς ἐνόησα ὕστερον, ὁ Ἰάκωβος ἐπέμενε ν᾽ ἀνέλθω μαζί του, διότι, μὲ ὅλην τὴν μέθην του, ἤξευρεν ὁποία σκηνὴ τὸν ἐπερίμενε κατ᾽ οἶκον, ἂν ἐπήγαινε μοναχός του καὶ ἤλπιζε ν᾽ ἀποφύγῃ τὴν «μπόρα», ἂν ἤμουν κι ἐγὼ μαζί. Δὲν τὴν ἀπέφυγε, ἀλλὰ τὴν συνεμερίσθη μετ᾽ ἐμοῦ.

Ἀνέβην μαζί του, ἑλκόμενος ὑπ᾽ αὐτοῦ, ἑκὼν ἢ ἄκων. Ἄλλως ἡ Σινιορίτσα εἶχεν ἐξέλθει κρατοῦσα μικρὸν λύχνον. Ἦτο ὡραία εἰς τὸ σκιόφως, μὲ ὅλον τὸ κατηφὲς καὶ συννεφιασμένον μοῦτρό της, λευκοφορεμένη καὶ θέλγουσα. Ὅπως εἰς τὰς μικρὰς τεχνητὰς λίμνας, τὰς στέρνας καὶ λάκκους τῶν ὑδάτων, τὰς ἐντὸς κήπων καὶ ἀλσῶν, παρουσιάζει μικροσκοπικὴν τρικυμίαν ὁ σφοδρὸς ἄνεμος, ζαρώνων τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ νεροῦ, τοιαύτην χαρίεσσαν τρικυμίαν ἐπαρουσίαζε τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ ὡραῖον λεπτοφυὲς πρόσωπον τῆς Σινιορίτσας.

Ἐγὼ ἐνόμισα, ἀφοῦ ἅπαξ μὲ εἶδεν, ὅτι ὤφειλον νὰ τῆς εἴπω ἁπλῶς μίαν «καλησπέραν», νὰ δικαιολογήσω τὴν παρουσίαν μου, καὶ πάραυτα νὰ φύγω.

―Ἄργησε λιγάκι ὁ Γιάκωβος, ἐψέλλισα ἐν ἀμηχανίᾳ. Τώρα τὸν ηὗρα μοναχὸν στοῦ Χαρκούμπα, καὶ τοῦ λέγω: Γιατί ἀργεῖς νὰ πᾷς στὸ σπίτι;…

Ἐκείνη εὐθὺς μὲ διέκοψε, χωρὶς νὰ δείξῃ, ὅτι δίδει προσοχὴν εἰς τὴν ἀπολογίαν μου, καὶ ἀπευθυνομένη ἐν ὀργῇ πρὸς τὸν σύζυγόν της:

―Ὣς πότε θὰ φέρνεσ᾽ ἔτσι, σκυλὶ μαῦρο;… Δὲν ἔχεις νοῦ στὸ κεφάλι σου, δὲν ἔχεις ἔννοια στὸ μυαλό σου, δὲν ἔχεις αἴστημα στὰ στήθια σου;… Δὲν συλλογιέσαι ποὺ ἔχεις παιδιά… κοιμῶνται νηστικὰ νὰ σὲ περιμένουν, πότε νὰ ἔλθῃς… Δὲν τὸ χόρτασες πλιό, τὸ ἔρμο;… Ὅλο νὰ μπεκροπίνῃς μὲ τοὺς φίλους σου… ποὺ σοῦ θέλουν πολὺ τὸ καλό σου. «Ἐκολλήθη ἡ ψυχή σου πίσω τους», καὶ δὲν μπορεῖς νὰ κάμῃς μιὰν ὥραν χωρὶς αὐτούς…

Αὐτὸ ἦτο μόνον τὸ προοίμιον· ἐφαίνετο ὅτι εἶχε νὰ πῇ καὶ ἄλλα. Μὲ ἀγριοκοίταξεν ἐμένα μιά, ὅταν εἶπε γιὰ τοὺς φίλους τοῦ συζύγου της, ποὺ «ἐκολλήθη ἡ ψυχή του πίσω τους».

Ἐγὼ ἔδραξα τὴν στιγμήν, ὁποὺ ἤθελε νὰ πάρῃ τὴν ἀναπνοήν της, διὰ νὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ πάραυτα νὰ γίνω ἄφαντος, τὸ ταχύτερον.

― Μά, ἂν ἐννοῇς κι ἐμένα, κυρά μου… Καληνύχτα σας!

Μόλις εἶχα ἀρχίσει, καὶ εὐθὺς μετεμελήθην, διότι ἐδοκίμασα νὰ εἴπω κάτι τι· ὅθεν ἐπέφερα ἀποτόμως «Καληνύχτα σας», κι ἐπειδὴ ὁ Ἰάκωβος, ἄναυδος καθὼς ἦτο, μοῦ εἶχεν ἀφήσει ἐλεύθερον τὸν βραχίονα, ἐστράφην, καὶ κατέβην πηδῶν ἀνὰ τρία τὰ λευκὰ ἀσβεστωμένα σκαλοπάτια.

Ἀπεμακρύνθην ἀναλογιζόμενος ἕνα σωρὸν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐφούσκωναν μέσα μου ὡς κῦμα. ᾬκτειρα τὸν Ἰάκωβον, ὅσον καὶ τὴν νεαρὰν σύζυγόν του. Ἔλεγα: Πῶς εἷς νέος ἀγαθός, εὐθὺς τὴν ψυχήν, δύναται νὰ κυριευθῇ ἀπὸ ὀλέθριον ἐλάττωμα· ἀγαπῶν θερμῶς, καὶ ὅμως ἀνίκανος νὰ γίνεται χρήσιμος εἰς τοὺς ἀγαπωμένους· ἄξιος αὐτὸς ἀγάπης, καὶ ὅμως νὰ γίνεται ἀντιπαθητικὸς ὡς ἐκ τοῦ ἐλαττώματός του!… Πῶς δύναται τόσον καλὸς ν᾽ ἀδικῇ τὸν ἑαυτόν του, ἀδικῶν τοὺς οἰκείους του, καὶ νὰ χάσῃ τὸ πᾶν, χανόμενος αὐτός!

Ἔπειτα πάλιν, ἄφηνα τὸν Ἰάκωβον, κι ἐπέστρεφα εἰς τὰ κατ᾽ ἐμέ. Βέβαια, ἡ τριτεξαδέλφη μου εἶχεν ἄδικον νὰ μὲ συμπεριλάβῃ εἰς τὸν ἀφορισμόν, τὸν κατὰ τῶν «φίλων» τοῦ συζύγου της. Καὶ ὅμως δυνατὸν νὰ εἶχε καὶ δίκαιον! Αὐτὴν τὴν φορὰν δὲν εἶχα πίει μαζί του· ἄλλοτε ὅμως ἴσως τὸ εἶχα κάμει, ἂν καὶ οὐδέποτε ὑπῆρξα διδάσκαλος τοῦ ἐλαττώματος πρὸς αὐτόν, μᾶλλον ἴσως ἐκεῖνος πρὸς ἐμέ…

Ἀφ᾽ ἑτέρου, ὅπως καὶ διὰ τὴν μικρὰν περίπτωσιν τοῦ παιδίου, τοῦ πεσόντος ἐπίστομα ἐπὶ τοῦ μαρμαρίνου οὐδοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ συναγάγῃ τις ἀπαισιοδόξως τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ βοηθῇ τις τὸν πλησίον, διότι ἀδίκως ὑβρίσθη τις ὑπὸ ἀμαθοῦς ἢ ἐπιπολαίου ἢ φθονεροῦ· ἀλλ᾽ ὀφείλει τις νὰ κύπτῃ, ν᾽ ἀνεγείρῃ τὰ πεσμένα παιδία, καὶ ἂν ἀναξίως μέλλῃ νὰ ὑβρισθῇ, ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς ἤγειρε τὸν πεσόντα, «τῷ βόθρῳ ἐπικλιθεὶς ἀπτώτως».

Τέλος, τὸ γενικὸν συμπέρασμα μοῦ ἐφαίνετο νὰ εἶναι τὸ θεόπνευστον ἐκεῖνο ρῆμα, ὅτι «ἐν ἄλλοις πταίομεν, ἐν ἄλλοις παιδευόμεθα».

(1903)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/343-03-52-mikra-psyxoloxia-1903
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 13 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 13ης Μαρτίου


483: Αναλαμβάνει καθήκοντα ο πάπας Ευτύχιος Γ. Στο αξίωμα παραμένει μέχρι για εννέα χρόνια.
874: Τα οστά του Αγίου Νικηφόρου, συγγραφέα και Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, θάβονται στην Εκκλησία των Αποστόλων, στην Κωνσταντινούπολη.
1489: Αρχίζει η περίοδος της Βενετοκρατίας στην Κύπρο, που θα λήξει το 1571 με την κατάληψη της Μεγαλονήσου από τους Οθωμανούς.
1497: Ο πάπας Αλέξανδρος ΣΤ' αφορίζει τον Τζιρολάμο Σαβοναρόλα, Δομινικανό ιερέα και κυβερνήτη της Φλωρεντία, γνωστό για το μένος του κατά της Αναγέννησης.
1639 : Το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ παίρνει το όνομα του από τον Πουριτανό ιερέα Τζον Χάρβαρντ, ευεργέτη του ιδρύματος.
1830: Το Εκουαδόρ (ο Ισημερινός) ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος.
1880: Στο Νιου Τζέρσεϊ, ο Τόμας Έντισον πραγματοποιεί την πρώτη δοκιμαστική λειτουργία του ηλεκτροκίνητου σιδηροδρόμου.
1881: Μία βόμβα σκοτώνει τον τσάρο Αλέξανδρο Β, σε ηλικία 63 ετών, στα χειμερινά ανάκτορα. Έναν ακριβώς χρόνο πριν είχε γλιτώσει από ανάλογη απόπειρα, όταν έκρηξη βόμβας σημειώθηκε στην τραπεζαρία του ίδιου ανακτόρου στην Αγία Πετρούπολη.
1888: Η Βραζιλία καταργεί με νόμο τη δουλεία.
1918: Παρουσιάζονται τα πρώτα αμερικανικά γραμματόσημα για μεταφορά της αλληλογραφίας αεροπορικώς, κοστίζουν 24 σεντς και απεικονίζουν ένα αεροπλάνο.
1919: Η Βρετανία ανακοινώνει ότι, τα γερμανικά υποβρύχια θα έπρεπε να πουληθούν και τα κέρδη να μοιραστούν στους Συμμάχους.
1922: Η Άγκυρα δεν δέχεται το σχέδιο της ανακωχής, πριν η Ελλάδα εκκενώσει τη Σμύρνη και τη Θράκη.
1929: Συλλαμβάνονται οι ληστές των κειμηλίων της μονής Αγίας Λαύρας.
1931: Η ΔΟΕ, με πρόεδρο τον κόμη Ενρί Μπεγιέ Λατούρ του Βελγίου, ο οποίος διαδέχθηκε τον Πιερ ντε Κουμπερτέν αποφασίζει να αναθέσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνο με σκοπό την επανασύνδεση της Γερμανίας με τον υπόλοιπο κόσμο έπειτα από τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο.
1942: Νέα δελτία ψωμιού εκδίδονται στην κατεχόμενη Ελλάδα. Οι Ναζί αποκτούν το δικαίωμα να ταξιδεύουν δωρεάν με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο.
1944: Το Λονδίνο απαγορεύει τα ταξίδια μεταξύ Ιρλανδίας και Βρετανίας, μετά την άρνηση της ιρλανδικής κυβέρνησης να εξορίσει διπλωμάτες του Άξονα, που βρίσκονται εντός των συνόρων της.
1951: Ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος βρίσκεται στην Αθήνα, όπου θα κατατοπιστεί για τις ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης σχετικά με το Κυπριακό.
1954: Με γοργό ρυθμό προχωρούν οι εργασίες διάνοιξης της νέας μεγάλης παραλιακής λεωφόρου Βουλιαγμένης - Σουνίου. Υπουργός Δημοσίων Έργων της κυβέρνησης Αλέξανδρου Παπάγου είναι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.
1957: Το FBI συλλαμβάνει τον Τζίμι Χόφα πρόεδρο του συνδικάτου των εργατών, και τον κατηγορεί για δωροδοκία.
1961: Στα 79 του χρόνια ο διάσημος Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο παντρεύεται το 37χρονο μοντέλο του Ζακλίν Ροκ, στη Νίκαια της Γαλλίας.
1962: Ο Αμερικανός Πρόεδρος Κένεντι διαβεβαιώνει τον ελληνικό λαό για την υποστήριξη της Αμερικής.
1971: Δύο εκρήξεις βομβών, μία έξω από τα γραφεία της εφημερίδας «Εστία» και η άλλη στα γραφεία της «ΕΣΣΟ», προκαλούν ζημιές όχι όμως και θύματα.
1974: Εγκαινιάζεται το αεροδρόμιο «Σαρλ ντε Γκολ» του Παρισιού.
1976: Η Ευρώπη «δημιουργεί» το πρώτο (λογιστικό) νόμισμά της. Ονομάζεται ECU (Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα), δεν κυκλοφορεί στη φυσική του μορφή, αλλά αποτελεί τον πρόδρομο το Ευρώ.
1978: Καθιερώνεται επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, η 35ετία για όλους τους εργαζόμενους, με πλήρη σύνταξη στα 58 χρόνια.
1981: Στην πλατεία του Αγίου Πέτρου, σημειώνεται η πρώτη δολοφονική απόπειρα εναντίον του πάπα Ιωάννη Παύλου B από τον Τούρκο «γκρίζο λύκο» Μεχμέτ Αλί Αγκτζά.
1992: Για πρώτη φορά τρεις αστροναύτες περπατούν συγχρόνως στο φεγγάρι, με σκοπό την επιδιόρθωση του διαστημόπλοιου Intelsat-6 από το αμερικανικό σκάφος Endeavour. Η βόλτα τους διαρκεί 8 ώρες και 29 λεπτά.
1996: Την αποφυλάκιση των χουντικών ζητά στη Βουλή ο επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.
2003: Σε συναγερμό τίθεται η παγκόσμια ιατρική κοινότητα, καθώς μία θανατηφόρος επιδημία γρίπης και πνευμονίας, το SARS, έχει ξεσπάσει στην Ασία. Τα συμπτώματα του ιού είναι υψηλός πυρετός, βήχας και δύσπνοια.
2013: Ο Αρχιεπίσκοπος Μπουένος Άιρες Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο εκλέγεται Πάπας και λαμβάνει το όνομα Φραγκίσκος.

Γεννήσεις

1733 - Τζόζεφ Πρίστλεϊ, Βρετανός χημικός
1872 - Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Έλληνας πεζογράφος
1900 - Γιώργος Σεφέρης, Έλληνας νομπελίστας συγγραφέας, ποιητής και διπλωμάτης
1913 - Λάμπρος Κωνσταντάρας, Έλληνας ηθοποιός
1943 - Αντρέ Τεσινέ, Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος

Θάνατοι

1569 - Λουδοβίκος Α' του Κοντέ, Γάλλος Ουγενότος στρατηγός
1901 - Μπέντζαμιν Χάρρισον, ο 23ος πρόεδρος των ΗΠΑ
1975 - Ίβο Άντριτς, Σερβοκροάτης συγγραφέας, βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1961
1996 - Κριστόφ Κισλόφσκι, Πολωνός σκηνοθέτης του κινηματογράφου
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή της Ανακομιδής των Ι.Λειψάνων του Αγίου Νικηφόρου του Ομολογητού.

 Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή της Ανακομιδής των Ι.Λειψάνων του Αγίου Νικηφόρου του Ομολογητού

Η Εκκλησία μας εορτάζει, σήμερα 13 Μαρτίου, την Ανακομιδή των Ι.Λειψάνων του Αγίου Νικηφόρου του Ομολογητού, του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Μετά το τέλος της εικονομαχίας και την αναστήλωση των ιερών εικόνων, με αίτηση του Πατριάρχη Μεθοδίου (842 - 846 μ.Χ.) στους βασιλείς Μιχαήλ και Θεοδώρα, ενεκρίθη η ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Νικηφόρου στη βασιλεύουσα και αναγνωρίστηκε σαν ένας από τους ενδοξότερους αθλητές της Ορθοδοξίας.
Μάλιστα, η βασίλισσα παραχώρησε και βασιλικό πλοίο, με το οποίο ο Πατριάρχης Μεθόδιος παρέλαβε το λείψανο του Αγίου Νικηφόρου... (το όποιο για 19 χρόνια έμεινε ακέραιο και άθικτο).
Κατά την επιστροφή, μεγάλο πλήθος λαού και επισήμων κάλυπτε την παραλία. Το άγιο λείψανο κατετέθη με ιερή πομπή στο ναό των Αγίων Αποστόλων (13 Μαρτίου 846 μ.Χ.).
Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.Νίκην ήνεγκε, τη Εκκλησία, η ση ένθεος, ομολογία, Νικηφόρε Ιεράρχα θεόληπτε, την γαρ Εικόνα του Λόγου σεβόμενος, υπερορία αδίκως ωμίλησας. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 13ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  13ην του μηνός Μαρτίου


 

  • ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΥΠΛΙΟΣ ίερομάρτυρας επίσκοπος Αθηνών

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΦΡΙΚΑΝΟΣ, ΠΟΥΠΛΙΟΣ και ΤΕΡΕΝΤΙΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΑΒΙΒΟΣ από την Ερμούπολη

  • Η ΑΓΙΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ή εν Περσία

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΙΟΣ επίσκοπος Σεβαστείας

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΛΕΑΝΔΡΟΣ (Ισπανός)

 

Αναλυτικά

 

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης
Ή μνήμη του εορτάζεται στις 2 Ιουνίου. Χειροτονήθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης στις 12 Απριλίου του έτους 802. Επί Λέοντος του Ε' σφοδρού πολεμίου των αγίων εικόνων, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, στα μέσα Μαρτίου του 815. Αφού αποχαιρέτησε το ποίμνιο του, πέρασε νύχτα το Βόσπορο και ήλθε εξόριστος σε κάποια Μονή. Όταν πέθανε ο Λέων, ο Νικηφόρος επανήλθε στην Κων/πολη, επί Μιχαήλ του Α'. ο βασιλιάς αυτός υποσχέθηκε στο Νικηφόρο να τον επαναφέρει στην Πατριαρχεία, με τον όρο να μην ανακινήσει πλέον το ζήτημα περί των αγίων εικόνων. ο Νικηφόρος δεν συμφώνησε και απομακρύνεται και πάλι από την πρωτεύουσα. Πέθανε την 2α Ιουνίου του έτους 828. 'Αλλ' ο αγώνας υπέρ των εικόνων κάποτε θριάμβευσε. Και τότε, με αίτηση του Πατριάρχη Μεθοδίου στη βασίλισσα Θεοδώρα, ενεκρίθη ή ανακομιδή του λειψάνου του στη βασιλεύουσα και αναγνωρίστηκε σαν ένας από τους ενδοξότερους αθλητές της "Ορθοδοξίας. Μάλιστα, ή βασίλισσα παραχώρησε και βασιλικό πλοίο, με το όποιο ο Πατριάρχης παρέλαβε το λείψανο του Αγίου Νικηφόρου (το όποιο για 19 χρόνια έμεινε ακέραιο και άθικτο). Κατά την επιστροφή, μεγάλο πλήθος λαού και επισήμων κάλυπτε την παραλία. Το άγιο λείψανο κατετέθη με ιερή πομπή στο ναό των' Αγίων Αποστόλων (13 Μαρτίου 846).


Απολυτίκιο. Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θήκη ένθεος, και ζωής πλήρης, άναδέδεικται, τη Εκκλησία, ή σορός των μυριπνόων λειψάνων σου ής τη σεπτή κομιδή κομιζόμεθα, τάς δωρεάς Νικηφόρε του Πνεύματος. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ήμίν το μέγα έλεος.


Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΥΠΛΙΟΣ ίερομάρτυρας επίσκοπος Αθηνών
Πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του δεν έχουμε. Ξέρουμε μόνο, ότι έκανε επίσκοπος Αθηνών (μετά τον Νάρκισσο) κατά τον δεύτερο αιώνα μετά Χριστόν. Κυβέρνησε το ποίμνιο του σαν καλός ποιμένας, τελευταία δε έδωσε και τη ζωή του υπέρ των λογικών προβάτων, αφού τελείωσε αυτή με μαρτυρικό θάνατο κατά τον επί Μάρκου Αυρηλίου (161-180) διωγμό


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΦΡΙΚΑΝΟΣ, ΠΟΥΠΛΙΟΣ και ΤΕΡΕΝΤΙΟΣ
Ό Σ. Εύστρατιάδης στο Αγιολόγιο του αναφέρει: "Ανευ υπομνήματος. Τελείται ή σύναξις αυτών εν τω Πετρίω, κατά δε τον Συναξαριστήν Νικόδημου, εν τω Παυλοπετρίω' Θεόδωρος ο Αναγνώστης λέγει (Έκκλ. Ίστορ. Β, 62) ότι ή άνακομιδή των Ιερών τούτων λειψάνων έγένετο επί Θεοδοσίου Α' "εις την άγίαν Εύφημίαν εν τη Πέτρα" όπου έτελείτο φαίνεται και ή τούτων σύναξις. Συμμάρτυρας τρεις ων δια ξίφους τέλος ίσα στεφάνοις τοις Ιάμβοις χρή στέφειν. Εν τω Λαυριωτικφ κωδ. Ι 70 εις τους ανωτέρω αγίους αριθμείται και ο Σαβίνος και οι συν αύτώ· το δε δίστιχον έχει ούτως. Μάρτυρας πολλούς ων δια ξίφους στέφος ίσα στεφάνοις τοις ίάβμοις χρή στέφειν* εν τω αύτώ κωδ. κείται και το έξης υπόμνημα· "Ούτοι οι άγιοι δια την εις Χριστόν όμολογίαν προσήχθησαν τω άρχοντι της αυτών πόλεως και όμογνωμία ψυχής και προαιρέσει καθαρωτάτη ένέπτυσαν εις το πρόσωπον του τυράννου και τα είδωλα τα παρ' εκείνου σεβόμενα καθύβρισαν και έβδελύξαντο' ο δε έκπυρωθείς τω θυμώ έμεινεν ένεός και όλος ουκ έναισθάνετο τίνας τιμωρίας αύτοΐς προσενεγκεΐν και δεινός μάστιγας, υπέρ της άμωμήτου πίστεως, ης έλεγον εμμένοντες αύτω και άπειλοϋντες. "Υστερον διανοηθείς έμηχανήσατό τι τοιούτον λουτρόν έξανάπτει σφοδρότατον επί τρισίν ήμέραις και πάλους σιδηρούς μέσον αυτών καταπήξας, τους αγίους δεδεμένους άλύσεσι βαρυτάταις, εν τω λουτρώ άναφθέντι ένέβαλεν εν τοις σιδηροίς πάλοις δεδεμένους, και κατακλείσας αυτούς εϊασεν έκεϊσε. Παρελθουσών δε ήμερων τριών έκέλευσεν άναφραχθήναι ή κάμινος και εύρόντες τους αγίους αβλαβείς εκ πυρός έπίστευσαν εις τον Χριστόν πάντες οι απελθόντες έκεΐσε' οί και τάς κεφάλας παρά του τυράννου άπετμήθησαν είτα ένέκλεισεν αυτούς εν είρκτη ζοφώδει' και ημέρας ποιησάντων επί πλεϊον εν αύτη έξήγαγεν αυτούς έξω και απλοί αυτούς επάνω άνθρακιών και άνωθεν μετά ράβδων τυπτομένους· είτα καταξένει τάς προσληφθείσας σάρκας πλήκτροις σιδηροϊς και τους όνυχας αυτών εκριζοί και θαυματουργησάντων πάλιν συνέπεσον τα είδωλα και συνετρίβησαν εν τη γη και διελύθησαν ώσεί κηρός από πυρός. Και εκ πάντων έξαπορηθείς ο ήγεμών, δειλιάσας δε μήπως πλέον από των ειδωλολατρών έπιστρέψωσι προς την άληθινήν πίστιν την εις τον Κύριον ημών Ίησοϋν Χριστόν από των απείρων θαυματουργιών ων έφρων γεγενημένων υπό των αγίων, έκέλευσε ξίφει τάς κεφάλας αυτών άποτμηθήναι' και ούτως έτελειώθη αυτών ή μαρτυρία και των εν ούρανοίς αγαθών και στεφάνων άμαραντίνων άπέλαβον. Τελείται δε αυτών ή σύναξις έν τω Πετρίω εις δόξαν Θεού".

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΒΙΒΟΣ από την Ερμούπολη
Ήταν από την Ερμούπολη της Αιγύπτου και πήρε το στεφάνι του μαρτυρίου αφού του έδεσαν μεγάλη πέτρα στο σώμα, και κατόπιν τον έριξαν στο ποτάμι. (Ίσως είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Άγιο Σαβίνο τον Αιγύπτιο, βλ. 16 Μαρτίου).


Η ΑΓΙΑ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ή εν Περσία
Μαρτύρησε αφού την μαστίγωσαν μέχρι θανάτου.


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΙΟΣ επίσκοπος Σεβαστείας
Ή μνήμη του αναφέρεται επιγραμματικά στο "Μικρόν Ευχολόγιον ή Αγιασματάριον" έκδοση "Αποστολικής Διακονίας" 1956, χωρίς άλλες πληροφορίες. Πουθενά άλλου δεν αναφέρεται ή μνήμη του.


Ο ΑΓΙΟΣ ΛΕΑΝΔΡΟΣ (Ισπανός)
Λεπτομέρειες για τη ζωή αυτού του αγίου της Ορθοδοξίας, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο Ή εν "Ορθοδοξία Ηνωμένη Ευρώπη", του Γ.Ε. Πιπεράκη, Έκδ. "Έπτάλοφος", Αθήναι 1997.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Παρασκευή 13 Μαρτίου.

  

Λίγες βροχές στα ηπειρωτικά τις θερμές ώρες της ημέρας. Βόρειοι άνεμοι μέχρι 6 μποφόρ στο Αιγαίο.

Πιο αναλυτικά, την Παρασκευή 13 Μαρτίου αναμένονται νεφώσεις κατά τόπους και κατά διαστήματα αυξημένες με λίγες βροχές στα ηπειρωτικά και πιθανώς μεμονωμένες καταιγίδες στην Πελοπόννησο, το μεσημέρι και το απόγευμα. Η ορατότητα θα είναι κατά τόπους περιορισμένη στα ηπειρωτικά τις πρωινές και τις βραδινές ώρες.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία 0 έως 14 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 2 έως 16-17, στην Ήπειρο από 3 έως 17-18 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 1 έως 17, στη Στερεά από 3 έως 17-18, στην Εύβοια από 4 έως 18 βαθμούς, στην Πελοπόννησο από 4 έως 17-18 βαθμούς, στα Επτάνησα από 7 έως 17-18, στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου από 7 έως 15-17 και στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου από 10 έως 16-17, και στην Κρήτη από 8 έως 17 και τα Δωδεκάνησα έως 19 βαθμούς.

Οι άνεμοι στο Ιόνιο θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις στα δυτικά μέχρι 4 μποφόρ, στα ανατολικά 3 με 5 και τοπικά 6 μποφόρ στο Αιγαίο.

Στην Αττική ο καιρός θα είναι γενικά αίθριος με παροδικά αυξημένες νεφώσεις μέχρι το μεσημέρι . Οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις 3 με 5 και στα ανατολικά 6 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 6 έως 16-17 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη προβλέπεται αίθριος καιρός με πρόσκαιρες νεφώσεις. Οι άνεμοι μεταβλητοί 2 με 4 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 3 έως 16 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Αγώνας Δρόμου 5 και 10 χιλιομέτρων... Τσοτύλι - Νεάπολη : Κυριακή 22 Μαρτίου.


VOIORACE- ΑΓΩΝΑΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ


Ο Δήμος Βοΐου και το τοπικό συμβούλιο Νεαπόλεως,  σας προσκαλεί να συμμετάσχετε στον πρώτο αγώνα του Voiorace στη Νεάπολη. Μια αθλητική διοργάνωση αφιερωμένη στην υγεία, την άθληση και τη χαρά της συμμετοχής.


Μικροί και μεγάλοι, αθλητές αλλά και φίλοι του περπατήματος και του τρεξίματος, έχουν την ευκαιρία να λάβουν μέρος σε μια όμορφη διαδρομή στους δρόμους της πόλης μας, προωθώντας το πνεύμα του ευ αγωνίζεσθαι, της συνεργασίας και της ενεργής ζωής.


Σας περιμένουμε όλους να τρέξουμε μαζί, να στηρίξουμε τον αθλητισμό και να γεμίσουμε την πόλη με ενέργεια, χαμόγελα και αισιοδοξία.


📅 Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2026

📍 Σημείο εκκίνησης: Τσοτύλι (10χλμ.) , Διασταύρωση Περιστέρας (5χλμ.)

⏰ Ώρα έναρξης: 10:00 πμ


Ελάτε να γίνουμε όλοι μέρος αυτής της γιορτής του αθλητισμού!

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Ἡ Φωνὴ τοῦ Δράκου".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Μίαν βραδιάν, ἡ Κρατήρα ἡ Διόμαινα, γεροντοκόρη πλέον ἢ σαράντα χρόνων, ἔμεινε νὰ διανυκτερεύσῃ εἰς τὸ καλύβι τὸ πενιχρόν, τὸ ὁποῖον εἶχε μέσα εἰς τὸν ἐλαιῶνά της ὅπου εἰργάζετο ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς τὴν συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου, καὶ τὸ βράδυ ἔκλειε προσωρινῶς τοὺς σάκκους τοὺς πλήρεις ἐλαιῶν μέσα εἰς τὸ καλύβι αὐτό, ἕως τὴν ἄλλην ἡμέραν, ὁπότε τὸ φορτίον θὰ μετεκομίζετο δι᾽ ἡμιόνων εἰς τὸ ἐλαιοτριβεῖον τοῦ Δήμου τοῦ Μανιάτη, κάτω εἰς τὸν ἀγροτικὸν συνοικισμὸν τῆς Κεχρεᾶς· τὴν νύκτα ὅμως καθ᾽ ἣν ὁ ἐλαιόκαρπος ἦτο εἰς τὸ καλύβι, ἐκοιμᾶτο κι αὐτὴ ἐκεῖ, διὰ νὰ τὸν φυλάττῃ κατὰ πάσης ἐνδεχομένης ἀποπείρας κλοπῆς, ἂν καὶ τοιαῦτα κρούσματα ἦσαν σπάνια εἰς τὸν τόπον.
Εἰς τὸ μικρὸν τοῦτο ὑπόστεγον εὕρισκεν ἀναψυχήν, κ᾽ ἐκοιμᾶτο τὴν νύκτα, καθὼς ἦτον κουρασμένη διαρκῶς ἀπὸ τὰς ἐξοχικὰς ἐκδρομὰς καὶ τὰς ἐργασίας τὰς ὁποίας δὲν ἔπαυε νὰ ἐκτελῇ ἀνὰ τοὺς διαφόρους ἀγρούς της· εἶχε κτήματα ἄξια λόγου ἡ γεροντοκόρη, ἂν καὶ πολὺ βεβαρημένα μὲ χρέος, χαρὰ δὲ καὶ παρηγορία της, ἐλπὶς καὶ ἀπαντοχή της, ὅτι θὰ κατώρθωνεν ἐπὶ τέλους, ἀπὸ χρόνον εἰς χρόνον, νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὸ τὸ χρέος ―τὸ ὁποῖον ἐκολλοῦσε ὡς ψώρα καὶ ἐπληθύνετο ὡς ἡ κάμπη εἰς τὰ φυτά― ἦτον νὰ τρέχῃ ἀπὸ ἀμπέλι εἰς χωράφι, καὶ ἀπὸ χωράφι εἰς ἐλαιῶνα. Δὲν ἔπαυε νὰ ἐκτελῇ μόνη, κατὰ περιόδους καὶ ὥρας, ὅλας τὰς ἀγροτικὰς ἐργασίας ὅπως συνηθίζουν αἱ γυναῖκες· τὸ θειάφισμα, τὸ ἀργολόγημα*, τὸν τρύγον, καὶ πρὸ πάντων τὴν συλλογὴν τῶν ἐλαιῶν, διαρκοῦσαν ἐπί τινας μῆνας τοῦ φθινοπώρου καὶ τοῦ χειμῶνος.
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην δὲν ἦτο μόνη· συνωδεύετο ἀπὸ τὸν Κῶτσον τὸν ἀνεψιόν της, τέκνον τῆς ἀδελφῆς της, δεκατριῶν ἐτῶν. Δὲν ἦτον ἁπλῶς, τὸ παιδίον αὐτό, τέκνον τῆς ὠδῖνος τῆς ἀδελφῆς της, ἦτο τέκνον τῆς ὀδύνης δι᾽ αὐτὰς τὰς δύο. Ἡ Κρατήρα εἶχε μείνει ὀρφανὴ μετὰ τῆς νεωτέρας ἀδελφῆς της· ἡλικιώθη πολύ, καὶ καταρχὰς πιθανῶς δὲν ἠθέλησεν, ἀργότερα ἴσως δὲν ἠμπόρεσε νὰ ὑπανδρευθῇ. Ἀλλ᾽ ἡ ἰδία, ὡς καλὴ μήτηρ, ὑπάνδρευσε κ᾽ ἐπροίκισε τὴν ἀδελφήν της.
Τῆς ἔδωκε τὸ ἥμισυ τῶν κτημάτων, κ᾽ ἐπειδὴ ὁ γαμβρὸς ἀπῄτει καὶ μετρητά, ὑπεθήκευσε τὸ ἄλλο ἥμισυ εἰς ἐγχωρίους τοκιστάς, διὰ νὰ δανεισθῇ τρισχιλίας δραχμὰς νὰ τοῦ δώσῃ. Εἶτα μετὰ τὸν γάμον, ὁ σύζυγος, ναυτικός, ἀφοῦ ἔμεινεν ἐπί τινας μῆνας καὶ διεχείμασεν εἰς τὸν τόπον, κατὰ Φεβρουάριον ἐμβαρκάρησε μὲ τὸ ἰδιόκτητον πλοῖον καὶ ἀνεχώρησεν.
Ἡ Σοφούλα ἔμεινεν ἔγκυος. Εἶτα, μετὰ ἐννέα μῆνας, ὁ σύζυγος, μετὰ βραχεῖαν ἐπίσκεψιν κατὰ τὸ θέρος, ἐξηκολούθει νὰ ταξιδεύῃ ἀκόμη. Ἀλλ᾽ ἡ Σοφούλα ἔκλεισε τὸν ἔνατον μῆνα ἀπὸ τῆς πρώτης ἀπομακρύνσεως τοῦ συζύγου της, κ᾽ ἐγέννησε τὸ παιδίον αὐτό, τὸν Κῶτσον, ὄχι ἀκριβῶς τὸν ἔνατον μῆνα, ἀλλὰ μετὰ ἐννέα μῆνας καὶ τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ συζύγου.
Τότε τὰ γραΐδια τῆς γειτονιᾶς καὶ ὅλου τοῦ χωριοῦ, ἐμέτρησαν καλῶς τοὺς μῆνας, τὰς ἑβδομάδας, τὰς ἡμέρας, ὡς καὶ τὰς ὥρας. «Τόσες ἀπ᾽ τὸ Φλεβάρη, καὶ τριανταμία ὁ Μάρτης, γίνονται… καὶ τριάντα ὁ Ἀπρίλης…» Καὶ καθεξῆς. Ἀφοῦ ἐπρόσθεσαν ὅλους τοὺς μῆνας, μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ἐλογάριασαν ὅτι ἔμενον δεκαεπτὰ ἡμέραι ἀκόμη, τοῦ Νοεμβρίου, διὰ νὰ γίνουν σωστοὶ ἐννέα μῆνες. Ἀλλ᾽ ἡ Σοφούλα ἐκάθισε στὰ σκαμνιὰ* ὄχι τὴν δεκάτην ἑβδόμην, ἀλλὰ τὴν εἰκοστὴν τοῦ μηνός, ἐγέννησεν ἄρα ὄχι τὴν διακοσιοστὴν ἑβδομηκοστὴν ἡμέραν, ἀλλὰ τὴν 273ην ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ συζύγου.
Ἐντεῦθεν σκάνδαλον καὶ δυσφημία. Εἶτα ἐπάνοδος τοῦ συζύγου, καὶ διαζύγιον. Εἶπαν ὅτι ἡ Σοφούλα εἶχε φέρει στὸν κόσμον τὸ παιδίον αὐτὸ μὲ τὸν μικρὸν θεῖόν της, ἕνα συγγενῆ ὅστις ἐπηγγέλλετο ἐν μέρει τὸν προστάτην διὰ τὰς δύο ὀρφανάς. Ἦτον ἄρα ὄχι μόνον μοιχαλίς, ἀλλὰ καὶ αἱμομίκτρια.
― Πῶς καταντήσαμε!… Σόμαρα-Γόμαρα! εἶπε σείων τὴν κεφαλὴν εἷς ἁπλοϊκὸς γέρων.
― Λαὸς Σοδόμων καὶ λαὸς Γομόρρας, διώρθωσεν ὁ κὺρ Ἀναγνώστης τῆς Εὐγενίτσας, ὁ ψάλτης τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας.
― Θὰ μᾶς χαλάσ᾽ ὁ Θεός, παιδάκι μ᾽! συνεπέρανε μία γραῖα…
Ἡ Κρατήρα δὲν ἐπίστευσε ποτὲ εἰς τὴν ἐνοχὴν τῆς ἀδελφῆς της, οὔτε ἠθέλησε νὰ τὴν ἐξετάσῃ, ἐπειδὴ ἐπροτίμα ν᾽ ἀγνοῇ καὶ νὰ πιστεύῃ εἰς τὴν ἀθῳότητα. Μόνον παρεκάλεσε τὸν πνευματικὸν νὰ τὴν «ὁρμηνέψῃ», καὶ εἶπεν εἰς τὸν πάτερ Ἰωακείμ, ἕνα περιπλανώμενον καλόγηρον λίαν ἰδιόρρυθμον, νὰ «τῆς πῇ καλὰ λόγια». Αὐτὴ ἔτεινε νὰ πιστεύσῃ ὅτι αἱ τρεῖς ἡμέραι παραπάνω ἦσαν μία παραδρομὴ τῆς φύσεως, ἓν λάθος εἰς τὸ μέτρημα τῶν ἡμερῶν, ἐπειδὴ οἱ νόμοι τοὺς ὁποίους ἔβαλεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς δὲν τῆς ἐφαίνοντο νὰ εἶναι τόσον στενοὶ καὶ γλίσχροι, ὅσον τὰ κατάστιχα τῶν τοκογλύφων καὶ οἱ λογαριασμοὶ τῶν γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς· ἐλέχθη ὅτι γυναικολόγος ἰατρός, ἐκ τῆς πρωτευούσης, ἀκούσας τὴν διήγησιν, ἀπεφάνθη ὅτι συμβαίνει, καίτοι πολὺ σπανίως, νὰ μένῃ τὸ ἔμβρυον ἡμέρας τινὰς περισσότερον εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός, ἕνεκα ἰδιαιτέρας τινὸς νάρκης ἢ κακοπαθείας.
Ὁ συνήγορος τῆς γυναικός, λεπτολόγος σοφιστής, παρετήρησε τὰ ἑξῆς: Πρέπει λοιπὸν ὡς κριτήριον τῆς συζυγικῆς πίστεως, ἐκ μέρους τῆς γυναικός, νὰ ληφθῶσιν αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις καὶ συμπτώσεις, τὰ μειονεκτήματα τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ συζύγου, καὶ ὄχι ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησις καὶ τὸ καλῶς νοούμενον συμφέρον;… Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, αἱ γυναῖκες τῶν χωρικῶν, γεωργῶν καὶ ποιμένων, πρέπει νὰ θεωροῦνται ὡς πισταί, μόνον διότι δὲν ἀποδημοῦσιν οἱ σύζυγοί των, καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς τὸ δημόσιον ὑπολογισμὸς τοιοῦτος μηνῶν καὶ ἡμερῶν, ὁποῖος καταχρηστικῶς καὶ ἀδείᾳ τῆς συγκυρίας γίνεται διὰ τὰς γυναῖκας τῶν θαλασσινῶν;
Προσέτι ὁ νομομαθὴς οὗτος εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς: Αὐτὴ ἡ Ἱερὰ Γραφὴ μᾶς λέγει, «ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις συνέλαβεν Ἐλισάβετ», ἐννοοῦσα μίαν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ἢ περὶ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει ὅτι ἡ μήτηρ τοῦ Προδρόμου συνέλαβε τὴν δεῖνα ἡμέραν ἀκριβῶς.
Εἰς τὴν βιβλικὴν ταύτην μαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ εἰρημένος δικηγόρος, ὁ ἀντίδικος ἀντεῖπεν ὅτι τὸ καθαυτὸ κείμενον τοῦ Εὐαγγελιστοῦ δὲν λέγει «ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις» ἀλλ᾽ ἐν συνεχείᾳ λόγου· «μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας συνέλαβεν Ἐλισάβετ». Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, τὸ συλλογιστικὸν ἐπιχείρημα τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐναγομένης, ὁ συνήγορος τοῦ ἐνάγοντος παρετήρησεν ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων ἐξ ἀνάγκης εἶναι ἀτελής, καὶ τὸ γνωρίζομεν ὅλοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο λόγος, διότι σύνοιδεν ἑαυτὴν ἀτελῆ, νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ παύσῃ ὑπάρχουσα. Διότι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἐξεθρονίζετο πράγματι καὶ θὰ ἐτίθετο εἰς ἀπαγόρευσιν, ἐὰν ἠσπάζετο τὸν συλλογισμὸν τοῦ ἀντιδίκου. Ὅταν καταδικάζεται εἷς ἀποδεδειγμένος κλέπτης ἢ φονεὺς ἢ μοιχός, ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι καὶ δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τινές, πολλοὶ ἢ ὀλίγοι, κλέπται, φονεῖς ἢ μοιχοί, λανθάνοντες καὶ διαφεύγοντες τὸν πέλεκυν τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο λόγος ὅπως μὴ τιμωρῶνται καὶ οἱ φωραθέντες ὡς ἔνοχοι τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν. «Ἐν ᾧ εὕρω σε, ἐκεῖ καὶ κρινῶ σε». Ἡ δικαιοσύνη, ἀμυνομένη ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος, τιμωρεῖ σήμερον ὅσους ἂν συλλάβῃ δράστας τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν, καὶ ἐπιφυλάττεται δι᾽ ἐκείνους, ὅσοι πρὸς καιρὸν ἴσως διαφεύγουν τὰς χεῖράς της, ἂν τοὺς συλλάβῃ αὔριον…
Δευτερολογῶν ὁ πληρεξούσιος τῆς ἐναγομένης παρετήρησε, μετά τινος λεπτοῦ σαρκασμοῦ, ὅτι, συμφώνως μὲ τὰ πορίσματα τῆς διαλεκτικῆς τοῦ ἀντιδίκου, θὰ ἦτο ὡς νὰ ἔδιδεν ἡ Θέμις συνταγὴν καὶ νουθεσίαν εἰς τὰς θελούσας ν᾽ ἁμαρτήσωσι, καὶ ὡς νὰ ἔλεγεν εἰς αὐτάς: «Κοιτάξατε καλά, ἐὰν τυχὸν ἐπιθυμῆτε νὰ λάβητε ἐραστήν, νὰ πράττητε τοῦτο ἐπιδημοῦντος τοῦ συζύγου, καὶ ὄχι ἐν καιρῷ ἀπουσίας τούτου». Ἀλλ᾽ ὁ συνήγορος τοῦ ἐνάγοντος ὑπέλαβεν ὅτι περιττὴ θὰ ἦτο τοιαύτη συνταγή, διότι ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι αὐτόδηλος, καὶ αἱ θυγατέρες τῆς Εὔας δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην τοιαύτης διδασκαλίας. (Γέλωτες τοῦ ἀκροατηρίου.)
Τέλος, μετὰ πολλά, ἐδόθη τὸ διαζύγιον… Ἡ Σοφούλα εἶχεν ἐκτεθῆ ἐπὶ τόσον χρόνον εἰς τὴν ἀγωνίαν καὶ εἰς τὴν καταλαλιὰν τοῦ κόσμου τὴν ἀνηλεῆ, καὶ εἶτα ἔμεινε, μὲ ἓν παιδίον μόνον, πλησίον τῆς ἀδελφῆς της, ἄνανδρος ὅπως πρότερον, μήτηρ ἄνευ συζύγου, καὶ χήρα ἄνευ μεσολαβήσαντος θανάτου… Εὐτυχῶς δι᾽ αὐτήν, ἀφοῦ ἀνέθρεψε τὸ τέκνον της, προσεβλήθη ἐκ νόσου, καὶ βραδέως, βραδέως ἐτήκετο, ἑωσότου μετὰ δεκαπέντε ἔτη ἀπέθανε νέα ἀκόμη καὶ ὡραία ― ἀλλὰ καὶ δὲν ἄφησε κατόπιν της, εἰς τὸ πέλαγος τοῦ βίου, ἐκτεθειμένον εἰς τὰ βέλη τοῦ κόσμου, τὸν Κῶτσόν της.
*
* *
Τὸ τέκνον ἐκεῖνο τῆς ὀδύνης, καθ᾽ ὅσον ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο ρωμαλέος, καὶ μεγαλόσωμος, ἄφοβος καὶ τολμηρός. Πρὶν γίνῃ ἔφηβος ἐφαίνετο ὡς τέλειος νεανίας, εἶχεν ἀναδειχθῆ φοβερὸς ἀναρριχητὴς εἰς δένδρα… Ἀνέβαινεν εἰς βράχους, εἰς κρημνούς, εἰς κορυφάς, παντοῦ ὅπου δυσκόλως θὰ τὸν ἔφθανεν ἡ φήμη, τὸ ὄνειδος, ὁ φθόνος τῶν ἄλλων παιδίων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἐλαχίστην ὀργήν, ἐκ μικρᾶς ἀφορμῆς ἢ καὶ χωρὶς ἀφορμήν, ἐσφενδόνιζον κατ᾽ αὐτοῦ, συνήθως ἐκ τῶν νώτων, τὸ δύσφημον ὄνομα τῆς νοθείας· σπανίως κατὰ πρόσωπον, ἐπειδὴ ὁ Κῶτσος ἦτον χειροδύναμος, κι ἂν ἔπιανε κανὲν παιδίον, εἰς τὴν βράσιν τοῦ θυμοῦ του, θὰ τοῦ ἔσπαζε τὰ κόκκαλα μὲ τοὺς γρόνθους του.
Ἔτρεχεν ἐδῶ ἐκεῖ, ὡς ἀγριοκάτσικον, παιδίον ὑψηλὸν καὶ ρωμαλέον, ἀνερριχᾶτο εἰς βράχους καὶ δένδρα, παντοῦ ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι δὲν θὰ τὸν ἔφθανεν ἡ ἠχὼ τῆς ἀπαισίας λέξεως· καὶ ἡ ἠχὼ ἀνήρχετο μεγαλοφωνοτέρα εἰς τὰ ὕψη ἐκεῖνα, καὶ παντοῦ τὸν κατεδίωκε…
― Κάπου νὰ πᾷς νὰ κρυφτῇς βαθιά, παιδάκι μου, γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουνε καὶ νὰ μὴ σ᾽ ἀκοῦνε, τοῦ εἶπε μιᾷ τῶν ἡμερῶν μία γραῖα γειτόνισσα, στρυφνή, διφορουμένης ψυχῆς.
Καὶ ἡ μοῖρά του, ἥτις τὸν εἶχε λικνίσει παιδιόθεν μὲ τὸ ᾆσμα τῆς συμφορᾶς, ἔμελλε νὰ τὸν πάρῃ καὶ νὰ τὸν κρύψῃ βαθιά, εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, διὰ νὰ μὴ τὸν βλέπουν, μήτε νὰ τοὺς βλέπῃ, νὰ μὴ τὸν ἀκούουν, μήτε νὰ τοὺς ἀκούῃ… Ὅταν ἔγινε δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἀναρριχηθῆ μιᾷ τῶν ἡμερῶν εἰς ὑπερύψηλον δένδρον, λεύκαν κυπαρισσοειδῆ, ἀπὸ τὰς ὁποίας κατασκευάζουν τὰ κατάρτια τῶν πλοίων. Ὁ Κῶτσος ἐπλησίαζε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν κορυφήν, ὅταν ἓν παιδίον, τὸ ὁποῖον πολλάκις τὸν εἶχεν ἐνοχλήσει, διῆλθε τρέχον ἀποκάτω, καὶ εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ φωνάξῃ πρὸς τὸν ἀναρριχώμενον τὸ σύνηθες ὑβριστικὸν ὄνομα…
Μετ᾽ ὀλίγα δευτερόλεπτα, ὁ Κῶτσος ἔπιπτε κάτω εἰς τὴν γῆν, ἀπὸ ὕψους εἴκοσι μέτρων. Εἶχε ξεπιασθῆ μὲ τὴν μίαν χεῖρα, καὶ εἶχε κοιτάξει ὀργίλος πρὸς τὰ κάτω. Φαίνεται ὅτι ἡ ὕβρις τοῦ διελθόντος παιδίου τὸν εἶχεν ἐρεθίσει ὑπερμέτρως καὶ τὸν εἶχε κάμει νὰ χάσῃ τὴν λαβήν… Ὁ ἄτυχος Κῶτσος ἔζησεν ὀλίγας ὥρας ἀναίσθητος, καὶ εἶτα ἐξέπνευσεν…
*
* *
Ὅταν πρώτην φορὰν ἤκουσεν, ἢ πρώτην φορὰν ἔδωκε προσοχήν, εἰς τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔρριψεν ἓν παιδίον, ἐκεῖ ὅπου ἐμάλωσαν, παίζοντας μαζὶ τὶς ἀμάδες* καὶ συγχρόνως τὸ παιδίον ἐτράπη εἰς φυγήν, ὁ Κῶτσος ἦτον δέκα περίπου ἐτῶν. Μαντεύσας ὅτι ἡ λέξις εἶχε κακὴν σημασίαν, ἐκυνήγησεν τὸ παιδίον, ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τὸ φθάσῃ. Τὸ ξένον παιδίον ἀνέβη εἰς τὸν Ἐπάνω Μαχαλᾶν, συνησπίσθη μὲ ἄλλους δύο ὁμήλικας, καὶ οἱ τρεῖς ἤρχισαν, ὠφελούμενοι ἀπὸ τὸ ὑψηλὸν τοῦ τόπου, νὰ πετροβολοῦν τὸν Κῶτσον, ὅστις ἠναγκάσθη εἰς ὑποχώρησιν.
Πάραυτα ἔτρεξε πρὸς τὴν μητέρα του.
― Δὲν μοῦ λές, μάννα, τί θὰ πῇ «Μοῦλος»;
Ἡ Σοφούλα ὠχρίασεν, εἶτα ἐτραύλισε:
― Ποῦ τὸν ἄκουσες… αὐτὸν τὸ λόγο;
― Ὁ Γιάννης τῆς Φαμελοῦς, τώρα ποὺ παίζαμε μαζὶ κ᾽ ἐμαλώσαμε, ἔφυγε τρέχοντας καὶ μ᾽ ἐφώναξε «Μοῦλο! Μοῦλο!» Ἄχ! δὲν τὸν ἔφτασα, νὰ τοῦ δείξω ἐγώ… Πές μου, μάννα, τί θὰ πῇ;…
― Τὸ στόμα τους νὰ πιαστῇ!… νὰ βγάλουν τὴ φάγουσα, ναί! ἤρχισε νὰ καταρᾶται ταπεινῇ τῇ φωνῇ, ἐλθοῦσα εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἀδελφῆς της, ἡ Κρατήρα.
― Θὰ μοῦ ᾽πῇς, μάννα, καὶ σύ, θειά, τί θὰ πῇ; ἐπέμεινε θορυβῶν καὶ κλαίων, κτυπῶν τοὺς πόδας του εἰς τὸ ἔδαφος.
Τότε ἡ θεία του ἀνέλαβε νὰ τοῦ ἐξηγήσῃ, λησμονοῦσα ὅτι ἤρχετο εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς πρὸ μικροῦ κατάρας της.
― Νά! σὲ βλέπουν, βρὲ σύ, ποὺ εἶσαι ξανθός… κ᾽ ἐπειδὴ τάχα, ἀπ᾽ τὴν τρίχα σου, τοὺς φαίνεται νὰ μοιάζῃς σὰν μουλαράκι… γι᾽ αὐτὸ σὲ φωνάζουν ἔτσι-δά…
Ὁ Κῶτσος δὲν ἐπείσθη.
Ἡ Κρατήρα ἐπρόσθεσε:
―Ὅπως τῆς Μπουλίνας τὸ γυιό, ποὺ εἶναι κοκκινομάλλης, τόνε λένε Κοκκίνη… Καὶ τὸ Γιώργη τῆς Μελάχρως, ποὺ εἶναι μαῦρος, τόνε φωνάζουνε Ἀραπάκη… Κατάλαβες τώρα;
Ὁ μικρὸς ἤρχισε νὰ καταπραΰνεται, μαγευόμενος περισσότερον ἀπὸ τὴν γλυκεῖαν φωνὴν τῆς θείας του, ἢ ὅσον ἐπείθετο ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων της.
―Ὅπως καὶ τὸ Νῖκο τῆς Κοντούλας, ποὺ τόνε λένε Μελίσση, γιατὶ εἶναι σὰ βόι τάχα, ἔ; εἶπε.
― Ναί, μαθές, ἐπεβεβαίωσεν ἡ Κρατήρα.
― Καὶ τὸν Μιχάλη τοῦ Κορωνιοῦ, τόνε λένε Ψαρή, ὅπως τὴ γίδα;
―Ἴσα ἴσα, αὐτό.
Ὁ Κῶτσος ἡσύχασε πρὸς καιρόν. Ἀλλ᾽ εἶχε παρατηρήσει ὅτι τὸ ὄνομα ἐκεῖνο τὸ ἐτόξευον κατ᾽ αὐτοῦ μὲ περισσοτέραν κακίαν, παρ᾽ ὅσην συνήθως ἐδείκνυον πρὸς ὅσους ἐκάλουν «Ψαρὴ» ἢ «Μελίσση». Ὀλίγον καιρὸν ὕστερον, ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ κατ᾽ ἰδίαν τὴν θείαν του.
― Γιά, νὰ σοῦ πῶ, θειά;… Δὲ μοῦ λές, γιατί ὁ πατέρας ἄφησε τὴ μάννα μου, κ᾽ ἐπῆρε ἄλλη γυναῖκα;
― Δὲν εἶναι δουλειά σου νὰ τὰ ἐξετάζῃς αὐτά, ἀπήντησε, προσπαθοῦσα ὑπὸ τὸ αὐστηρὸν τοῦ τόνου νὰ κρύψῃ τὴν ἀμηχανίαν της, ἡ Κρατήρα.
― Δὲν εἶναι δουλειά μου; ἐπανέλαβεν ἕτοιμος νὰ κλαύσῃ ὁ Κῶτσος. Ναί, γιατὶ μὲ φωνάζουν «Μοῦλο», ἐπειδὴ τάχα δὲν ἔχω πατέρα, κι ὄχι ἀπ᾽ τὸ χρῶμα τῶν μαλλιῶν μου, ποὺ μοῦ ἔλεγες…
Τότε ἡ Κρατήρα ἐσκέφθη πρὸς στιγμήν, καὶ ὡς φρόνιμος γεροντοκόρη ἔκρινεν ὅτι δὲν ὠφελοῦσε νὰ κρύψῃ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὸν ἀνεψιόν της, ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τῆς ἐλλείψεως παντὸς χαλινοῦ, τὰ παιδία τὰ μανθάνουν πρωίμως ὅλα, καί, ἂν αὐτὴ ἐσιώπα, ὁ μικρὸς θὰ ἐμάνθανε πολὺ περισσότερα παρ᾽ ὅσα ἔπρεπε νὰ ξεύρῃ, ἀπ᾽ τὰ ἄλλα παιδία τοῦ χωρίου, ἀπὸ λόγια τοῦ δρόμου, καὶ ἀπὸ ἀκούσματα τῆς ἀγορᾶς. Καὶ λοιπὸν τοῦ εἶπεν:
― Ἄκουσε, Κῶτσό μου. Ἡ μητέρα σου, ὅταν σὲ εἶχε στὴν κοιλιά, ἀρρώστησε, καὶ τῆς ἦρθε ἀδυναμία καὶ δὲν μπόρεσε νὰ σὲ γεννήσῃ στὴν ὥρα της… Καὶ ἀπάνω στὴν ἀρρώστια της, ποὺ σὲ εἶχε στὴν κοιλιά, μὲς στὸν ὕπνο της φώναζε «τὸ παιδί! τὸ παιδί!» κι ὕστερα ποὺ σ᾽ ἐγέννησε, καὶ τώρα ἀκόμη ποὺ ὅλο ἄρρωστη εἶναι, ὁλοένα φωνάζει, στὰ ξυπνητά της καὶ στὸν ὕπνο της «τὸ παιδί! τὸ παιδί μου!» Νοιώθεις τί ἀδυναμία ἔχει σ᾽ ἐσένα, κι ἀγροικᾷς μὲ τί πόνο καὶ καημὸ σ᾽ ἀνάθρεψε;… Καὶ σὰν τῆς ἦρθε ἡ πρώτη ἀρρώστια, πρὶν σὲ γεννήσῃ, σ᾽ ἐβάσταξε μὲς στὴν κοιλιὰ μιὰ-δυὸ μέρες παραπάνω. Τότε τὰ λαδικά*, ἂς εἶναι καλὰ ποὺ τὰ ξετάζουν ὅλα, μέτρησαν τοὺς μῆνες καὶ τὶς μέρες, κ᾽ εἶπαν πὼς τάχα ἡ μάννα σου δὲν σὲ εἶχε κάμει μὲ τὸν ἄνδρα της, ποὺ ἔλειπε ἐννέα μῆνες μὲ τὸ καράβι… ἐπειδὴς ἔμεινες μὲς στὴν κοιλιὰ αὐτὲς τὶς δύο-τρεῖς μέρες παραπάνω… Τότε ὁ πατέρας σου, δὲν θέλω νὰ πῶ κακὸ λόγο, ποὺ μοῦ εἶχε ψήσει τὸ ψάρι στὰ χείλη, καὶ μὲ ἀνάγκασε ν᾽ ἀποθηκέψω* ἐγὼ τὸ βιό μου καὶ νὰ τοῦ δώσω τρεῖς χιλιάδες μετρητά, ἐπειδὴ ἐπέμενε κ᾽ ἤθελε «τὸ μέτρημα! τὸ μέτρημα!» κι ὣς τὴν τελευταία στιγμὴ δὲν ἤθελε νὰ στεφανωθῇ, ἂν δὲν τοῦ μετροῦσα τὰ λεπτά… ὥστε, ἀφοῦ ἔδωκα τῆς μητέρας σου τὰ μισὰ κτήματα, ὅλο τὸ μερδικό της, ἀναγκάσθηκα ν᾽ ἀποθηκέψω τὸ μερδικό μου ἐγώ, γιὰ νὰ τοῦ εὕρω τὸ μέτρημα νὰ τοῦ δώσω… κοντολογῆς, ὁ πατέρας σου ἐπίστεψε τὰ λόγια τοῦ κόσμου, καὶ εἶπε ὅτι δὲν σὲ γνωρίζει γιὰ παιδί του… Μὰ ἐσύ, καθὼς κι ὅλα τὰ ὀρφανά, ἔχεις τὸ Θεὸ πατέρα, καὶ πρέπει ν᾽ ἀγαπᾷς τὴ μητέρα σου, ποὺ δὲ σοῦ ἔφταιξε τίποτε καὶ παιδεύεται μὲ τόσον πόνο καὶ καημὸ νὰ σ᾽ ἀναθρέψῃ… Καὶ νά ᾽σαι φρόνιμος καὶ καλός, καὶ καθένας ποὺ ἔσφαλε ἀπ᾽ τὸ Θεὸ θὰ τό ᾽βρῃ. Καὶ μὲ ἄλλον νὰ σὲ εἶχε κάμει ἡ μάννα σου, πάλι, ἐσὺ δὲ φταῖς τίποτε, καὶ δὲν πρέπει νὰ σὲ πειράζουν γι᾽ αὐτό, μὰ εἶναι παιδιά, καὶ δὲν θέλουν ξεσυνέριο, ἐπειδὴ δὲν ξέρουν τί τοὺς γίνεται… Γίνε σὺ φρόνιμος καὶ καλός, καὶ θὰ ἰδῇς πὼς αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ σὲ βλάψῃ… Ἂς σ᾽ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ προκόψῃς, καὶ νὰ γίνῃς χρήσιμος ἄνθρωπος, κ᾽ οἱ ἴδιοι ποὺ σὲ βρίζουν τώρα θά ᾽ρχωνται, μιὰ μέρα, νὰ σοῦ βάζουν μετάνοιες… καὶ σὺ θὰ τοὺς κάνῃς τὸ βαρύ… Μονάχα, Κῶτσό μου, νά ᾽χῃς τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, κοίταξε νὰ μὴν παραπονέσῃς τὴ μάννα σου, ποὺ σ᾽ ἀγαπᾷ τόσο… Ἀνίσως ἐσὺ πεισμώνῃς, σὰν παιδί, ἐκείνης ἡ καρδιά της εἶναι ματωμένη, γι᾽ αὐτὰ καὶ γι᾽ αὐτὰ τὰ πράματα.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ φθινοπώρου, ἡ Κρατήρα εἶχε μείνει μὲ τὸν ἀνεψιόν της εἰς τὸν ἐλαιῶνα, καὶ εἶχον κλεισθῆ εἰς τὸ μικρὸν καλύβι διὰ νὰ κοιμηθῶσι. Πλησίον τοῦ κτήματος ὑπῆρχε μέγα δάσος, βαθὺς δρυμών, ἀπὸ γιγαντιαῖα ἐξαίσια δένδρα.
Παρὰ τὴν εἴσοδον τοῦ δάσους, εἰς τὰ νοτιοδυτικὰ σύνορα τοῦ ἐλαιῶνος, ὑπῆρχον πολλὰ ἐρείπια, ἓν σπήλαιον ἢ ὑπόγειον περιέργου σχήματος καὶ κατασκευῆς τὸ ὁποῖον ἐκαλεῖτο Δρακοσπηλιά. Ἤρχιζεν ἀπὸ μίαν ὀπὴν βράχου, ὅστις εἶχε χρησιμεύσει ὡς ἀκρογωνιαῖος λίθος ἑνὸς κατηρειπωμένου κτιρίου, καὶ ἀνήρχετο πρὸς τ᾽ ἄνω, ἐντὸς ὑψηλοῦ βράχου κωνοειδοῦς, ὅστις ἀπετέλει τὴν κορυφὴν τῆς δειράδος. Ἔλεγαν ὅτι ἐντὸς τοῦ σπηλαίου ἐκείνου ἠκούετο ἐνίοτε παράδοξος ἦχος καὶ μεγάλη βοή. Τὰ κατηρειπωμένα κτίρια ἦσαν τρία ἢ τέσσαρα.
Ἡ ὀπὴ ἐντὸς τοῦ βράχου ἀνήρχετο εἰς διάστημα πολλῶν ὀργυιῶν, ὡς ἐλέγετο, εἰς τὸ κοῖλον τοῦ βράχου καὶ ἀπέληγεν εἰς τὴν κορυφὴν ὅπου εἶχε διέξοδον. Ἐλέγετο ὅτι ἐκεῖ μέσα ἐνεφώλευε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἕνας Δράκος, ὅστις ἔκρυπτεν ἐκεῖ θησαυρούς, τοὺς ὁποίους ἐφύλαττον καὶ ἔβοσκον τὴν νύκτα διάφοροι Ἀράπηδες, σκλάβοι του.
Τριγύρω εἰς τὰ ἐρείπια ἔβγαιναν τὴν νύκτα ὄχι ὀλίγα στοιχειά, ἐξωτικὰ καὶ κρούσματα*. Ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν ἐρειπίων ἤρχιζεν ἓν ρεῦμα, στενόν, σύσκιον, τὸ ὁποῖον κατήρχετο βαθὺ κάτω εἰς τὴν κοιλάδα, καὶ ἐντὸς τοῦ ρεύματος, ὀλίγον παρακάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια, ὑπήρχε μία κρήνη παλαιά, εἰς τὴν ρίζαν γηραιοῦ δένδρου, μ᾽ ἕνα τάσι δεμένον δι᾽ ἁλύσεως εἰς κρίκον ἐπὶ τοῦ γηραιοῦ κορμοῦ· ἐκαλεῖτο κοινῶς τὸ Κρύο Πηγάδι, ἦτον δὲ κρύο ὄχι μόνον τὸ νερόν, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοὶ δὲν ἔπινον, λέγοντες ὅτι ἦτον στοιχειωμένο, ἀλλ᾽ ὁ ὑγρὸς ἀήρ, τὸ περιβάλλον, καὶ τὸ σύσκιον καὶ σκοτεινὸν τῆς μικρᾶς κλεισωρείας. Πολλαὶ γραῖαι, ἀπὸ τὰς πρωτινάς, ὅσαι εἶχον γεννηθῆ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος, ὅταν ἦσαν ἀναγκασμέναι νὰ διέλθωσιν ἀπὸ τὸ στενὸν τοῦτο, συνήθιζαν νὰ χαιρετοῦν τὴν παλαιὰν κρήνην διὰ συνθηματικῆς ρήσεως:
― Χαῖρε καὶ σύ, Κρύο Πηγαδάκι μὲ τὸ ζῴδιό σου!
Μερικαὶ ἔλεγον «καημένο Κρύο Πηγάδι», καὶ ἄλλαι τινὲς ἔλεγον εὐφημότερον «Καλὸ Πηγαδάκι, μὲ τὸ ζῴδιό σου!» Ὅλος ὁ τόπος τριγύρω, τὰ ἐρείπια καὶ τὸ ρεῦμα, ἔβριθεν ἀπὸ νεράιδες τὴν ἡμέραν, ἐμυρμηκία τὴν νύκτα ἀπὸ στοιχειὰ καὶ φαντάσματα.
Εἰς τὸ Κρύο Πηγάδι πολλοὶ διηγοῦντο ὅτι εἶχον ἰδεῖ νὰ κάθεται πλησίον ἕνας Ἀράπης, μὲ τὴν τσιμπούκα του. Διάφορα πλάσματα, χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα καὶ βοσκοποῦλες, εἶχαν «χτυπηθῆ»* διότι εὑρέθησαν εἰς κακὴν ὥραν σιμὰ στὸ Κρύο Πηγάδι. Ἡ Καμπαναχμάκαινα, ποιμενὶς προβάτων, καὶ μήτηρ δέκα παιδίων, εἶχε πάθει τὴν νύκτα ἀπὸ ἀφωνίαν καὶ παραλυσίαν.
*
* *
Ὁ Κῶτσος, τὸ τέκνον τῆς συμφορᾶς, εἶχε μάθει ν᾽ ἀγαπᾷ τὴν ἐξοχήν, σιμὰ εἰς τὴν θείαν του, καὶ τὴν ἠκολούθει συχνὰ εἰς τὰς ἐκδρομάς της. Ἡ μήτηρ του ἔμενε κατ᾽ οἶκον. Ἔπασχε σωματικῶς ἀπὸ τὴν γένναν της κ᾽ ἐδῶ, καὶ εἶχε τρωθῆ ἠθικῶς ἀπὸ τὰ βέλη τῆς δυσφημίας. Ἡ ἀδελφή της ἦτο σχεδὸν ἀγροδίαιτος.
Ὁ Κῶτσος ἠγάπα ὅλα τὰ τῆς ἐξοχῆς, τὰ βουνὰ καὶ τὰ δάση, τὰς βρύσεις, τὰ ρεύματα καὶ τὰ ἐρείπια, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ φαντάσματα. Εἶχε γίνει σχεδὸν μισάνθρωπος, ἀπὸ τὸ ὄνειδος τὸ ὁποῖον τοῦ ἔρριπτον οἱ ὁμήλικοί του. Εἶχε παύσει νὰ φοιτᾷ εἰς τὸ σχολεῖον, ἐξ αἰτίας τῆς συμπεριφορᾶς τῶν συμμαθητῶν του, τοὺς ὁποίους δυσκόλως θὰ ἐσωφρόνιζε, καὶ ἂν εἶχε τὴν συνήθειαν νὰ «τοὺς μαρτυράῃ στὸ δάσκαλο» (τὸ ὁποῖον ὅμως ἐθεωρεῖτο ὡς στίγμα κακῆς προδοσίας μεταξὺ τῶν παιδίων). Ἄλλην ἄρα καταφυγὴν δὲν εἶχεν, εἰμὴ νὰ κάμνῃ συχνὰ καυγάδες, καὶ νὰ δέρνῃ τοὺς συμμαθητάς του ― ἐνίοτε καὶ νὰ τὶς τρώγῃ.
Κατόπιν μιᾶς τελευταίας σκηνῆς, καθ᾽ ἣν ἔδειρε δύο-τρεῖς ἐκ τῶν συμμαθητῶν του, οἱ δαρέντες «τὸν ἐμαρτύρησαν» εἰς τὸν δάσκαλον. Ὁ ἴδιος δὲν ἠθέλησεν ― ἐντράπη ἢ ἐδίστασε νὰ πῇ εἰς τὸν δάσκαλον τὸ ἐπίθετον, τὸ ὁποῖον κατ᾽ αὐτοῦ ἐτόξευον οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ τότε τὸ βάρος τῆς ὀργῆς τοῦ δασκάλου ἔπεσεν ἐπ᾽ αὐτόν.
Ὄχι μόνον «ἔφαγε ξύλο», μὲ τὴν λεπτὴν βέργαν τοῦ δασκάλου ἡ ὁποία ἔτσουζε, ἀλλ᾽ «ἀπεβλήθη προσωρινῶς» ἀπὸ τὰ μαθήματα. Μάτην, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δὲν ἤθελε «νὰ μαρτυρήσῃ», ἡ θεία του προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ αὐτὴ «ν᾽ ἀγκαλέσῃ»* στὸν δάσκαλον τὰ ἄλλα παιδιά, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔλεγαν «ἔτσι κ᾽ ἔτσι» καὶ τοῦ ἐφώναζαν «αὐτὸ κι αὐτό». Ὁ Κῶτσος αὐτοβούλως τὴν προσωρινὴν ἀποβολὴν τὴν μετέβαλεν εἰς διαρκῆ λιποταξίαν, καὶ δὲν ἐπάτησε πλέον εἰς τὸ σχολεῖον. Ἦτον δὲ τότε δεκατριῶν ἐτῶν.
Καὶ ἄλλοτε ὁ Κῶτσος εἶχε «φάγει ξύλο» ἀπὸ τὸν διδάσκαλον, χωρὶς νὰ πταίῃ ― ἐνῷ ἄλλην φορὰν πάλιν εἶχε μείνει ἀτιμώρητος ἐνῷ ἔπταιεν. Ἀλλὰ τότε ὁ πλάνος καλόγηρος, ὁ πάτερ Ἰωακείμ, τὸν «ὁρμήνεψε» καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμον «ἐν ἄλλοις πταίομεν, ἐν ἄλλοις παιδευόμεθα» καὶ προσεπάθησε νὰ τοῦ ἐξηγήσῃ τί σημαίνει τὸ ἀπόφθεγμα: «οἱ ἀδικοῦντες πολλοί, ἀδικούμενος οὐδὲ εἷς».
*
* *
Ἔμαθε λοιπὸν ν᾽ ἀγαπᾷ τὴν ἐρημίαν, ν᾽ ἀγαπᾷ τὰ ἐρείπια, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ στοιχειὰ καὶ τὰ φαντάσματα. Ἄ! τὰ στοιχειὰ δὲν τοῦ ἤθελαν κακὸν οὔτε τὸν εἶχαν ἀδικήσει.
Δὲν τοῦ εἶχαν ρίψει ποτὲ κατὰ πρόσωπον, οὔτε ἐκ τῶν νώτων, τὸ ἀπαίσιον κοινωνικὸν ὄνειδος.
Ὁ Κῶτσος εἶχεν ἕνα πόθον βαθύν, μίαν ἀκράτητον περιέργειαν. Ἤθελε νὰ δοκιμάσῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὀπὴν τοῦ σπηλαίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἐφαίνετο νὰ καταδύεται κάτω εἰς τὴν γῆν, ἀνήρχετο εἶτα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου. Ἦτον ἐκείνη, ἡ Δρακοσπηλιά, καὶ εἶχε μεγάλην δι᾽ αὐτὸν ἕλξιν. Εἶχε δοκιμάσει ἅπαξ ἤδη, τὴν ἡμέραν. Ἀλλ᾽ ἡ θεία του, ἥτις τὸν ἐπετήρει ἀγρύπνως, ἔτρεξε καὶ τὸν ἀνεκάλεσε πλησίον της.
― Μὴν τὸ κάμῃς αὐτό, παιδάκι μου. Στὴ Δρακοσπηλιὰ μέσα ἤθελες νὰ μβῇς;… Θεὸς φυλάξῃ! Μὴν εἶσαι ἀπόκοτος!…
― Εἶναι κανεὶς Δράκος μέσα, θειά;
― Καὶ Δράκος νὰ μὴν εἶναι, ποιὸς ξεύρει; Μπορεῖ νὰ βαρέσῃς πουθενά… εἶναι σκοτάδι, καὶ ποιὸς ξεύρει τί γκρίφια* ἔχει μέσα… Μπορεῖ νὰ κακοπάθῃς… ἢ νὰ πάρῃς φρίξη* καὶ νὰ σκιαχτῇς… Λένε πὼς ἔχει μιὰ κακὴ βοὴ αὐτὴ ἡ σπηλιά, ἅμα χωθῇ ἄνθρωπος μέσα.
Ὁ Κῶτσος ἐφάνη ὅτι ἤκουσε τὴν συμβουλὴν τῆς θείας του, κ᾽ ἐπανῆλθε μαζί της εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἀλλ᾽ ὁ πόθος καὶ ἡ περιέργειά του ηὔξησεν.
Εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὰ παιδιὰ καὶ τὰς γραίας ὅτι ὁ Δράκος, ὅστις ἐκατοικοῦσε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἐκεῖ μέσα, μποροῦσε νὰ κάμῃ ἕνα ἄνθρωπον πλούσιον, στὸ κέφι του ἐπάνω, ἅμα ἤθελεν ― ἐκτὸς ἂν ἐπροτίμα, τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ συχνότερον, νὰ τὸν βλάψῃ καὶ νὰ τὸν μισερέψῃ διὰ πάντοτε, τὸν τολμηρὸν ἐπισκέπτην. Εἶχεν ἐκεῖ ταμιευμένα ὁ Δράκος γρόσια πολλά, φλωριὰ ἀναρίθμητα, τὰ ὁποῖα ἕνας Ἀράπης ἔβγαινε τὴν νύκτα καὶ τὰ ἐχόρευε, σιμὰ εἰς τὸ στόμιον τοῦ σπηλαίου, σπινθηρίζοντα εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης. Ὠνειροπόλει νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ἀράπη, ν᾽ ἁρπάσῃ ὅσα ἠμπορέσῃ φλωριά, ἐκεῖ ποὺ τὰ ἐχόρευε. Μὲ αὐτὰ τὰ φλωριὰ θὰ ἐξεχρέωνε πρῶτον τὰ κτήματα τῆς θείας του, ἐπειδὴ τὸ χρέος τὴν ἔκαμνε νὰ στενάζῃ. Εἶτα θ᾽ ἄφηνεν εἰς τὰς δύο γυναῖκας ἀρκετὰ διὰ νὰ καλοζοῦν, κι αὐτὸς θὰ ἐσκάρωνεν «ἕνα μεγάλο καράβι, τριοκάταρτο», θὰ ἐπήγαινε νὰ ταξιδεύσῃ καὶ θὰ ἔφερνεν ἀπὸ τὰ ταξίδια «κόφες τὰ τάλλαρα», καθὼς εἶχεν ἀκούσει νὰ διηγοῦνται διὰ τὰ πλοῖα ὅσα ἀνέβησαν εἰς τὴν Μαύρην Θάλασσαν, κατὰ τὸν πόλεμον τὸν Κριμαϊκόν, ὅτι εἶχαν γεμίσει τὸ ἀμπάρι ἀπὸ τάλλαρα, καὶ τὰ ἐμοίραζαν «μὲ τὶς κόφες» εἰς τοὺς συντρόφους, τὸν λοστρόμον καὶ τοὺς ναύτας καὶ αὐτὸν τὸν μοῦτσον… Μ᾽ ἐκεῖνα τὰ τάλλαρα θὰ ἔμβαινε καλὰ στὰ μάτια ἐκείνων τῶν φθονερῶν παιδίων, τῶν σημερινῶν ἐχθρῶν του, καὶ θὰ ἤρχοντο νὰ τοῦ βάζουν μετάνοιες στρωτές, καθὼς ἔλεγεν ἡ θεία του.
*
* *
Τὴν νύκτα ἐκείνην, καθὼς εἶχε κατακλιθῆ, ἀφοῦ ἐπείσθη ὅτι ἡ θεία του ἐκοιμᾶτο βαθέως, κουρασμένη καθὼς ἦτον, ἐσηκώθη χωρὶς κρότον, ἤνοιξε τὴν θύραν μὲ ἄκραν προφύλαξιν. Ἐπῆρε μαζί του ἕνα κουτὶ σπίρτα, ἕνα χονδρὸν τεμάχιον λαμπάδος κηρίνης, ἔκλεισεν ἀθορύβως τὴν θύραν ἔξωθεν, κ᾽ ἔτρεξε πρὸς τὸ μέρος τῆς Δρακοσπηλιᾶς.
Ἡ σελήνη ἀρτίως εἶχεν ἀνατείλει δρεπανοειδής. Ἦτον σχεδὸν μεσάνυκτα, ἔφθασε μετ᾽ ὀλίγον εἰς τὰ ἐρείπια.
Εἰσῆλθεν ἐντὸς τῶν κατηρειπωμένων κτιρίων, ἔφθασεν εἰς τὸ στόμιον τοῦ ὑπογείου ἄντρου, ἄναψε τὸ σπίρτον, εἶτα τὸ κηρίον. Ἔκαμε τὸν σταυρόν του καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὀπήν.
Τὸ χάσμα ἐχώρει ἀνέτως ἄνθρωπον, ὁ δὲ Κῶτσος ἦτο μεγαλόσωμον παιδίον. ᾘσθάνθη ψυχρόν, ὑγρὸν ἀέρα, εἰς τὸ πρόσωπόν του. Ἐπάτει ἐπὶ κόνεως ἢ ἄμμου. Ἐχαμήλωσεν, ἐκυρτώθη.
Προέβη ὀλίγα βήματα. Ἄλλο δὲν ἔβλεπεν ἢ μαῦρον τοῖχον, σχεδὸν ὁμαλόν, ὡς λαξευτόν, καὶ ἤκουεν ἀόριστον βόμβον ἐρχόμενον ἔσωθεν. Ἦτο ὡς βόμβος μυιῶν ἢ ὡς ἐλαφρὰ πτερυγίσματα μικρῶν πουλιῶν. Διέβλεπε προσέτι ἀμυδρὰ σχήματα, ὅμοια μὲ ἀποστάγματα ἀπὸ σύμπλεγμα ἀναμμένων κηρίων, ἢ μὲ κρύσταλλα κρεμάμενα ἐν καιρῷ παγετοῦ ἀπὸ τοὺς σταλαγμοὺς* τῶν στεγῶν.
Ἀποτόμως ὁ δρόμος τοῦ ἐκόπη. Ὁ τοῖχος, ὅστις μέχρι τοῦδε ἐσχημάτιζε θόλον ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς του, ἐφάνη ὡς νὰ κατῆλθε κ᾽ ἐκρεμάσθη μέχρι τοῦ ἐδάφους, καὶ τοῦ ἔφραξε τὴν ὁδόν.
Τότε ὁ Κῶτσος περιέφερε τὸ κηρίον του ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ὑπῆρχέ που δίοδος, ἀλλὰ ρεῦμα ἀέρος ἔπεσεν ἀποτόμως ἐπάνω εἰς τὸ κηρίον, καὶ τὸ ἔσβησε.
Συγχρόνως ὁ Κῶτσος ἤκουσεν, ἢ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἤκουσε, μίαν βοὴν ὑποχθόνιον, ὑπόκωφον φωνήν, ἥτις ἤρχετο ἀγρία ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ σπηλαίου.
Ἡ φωνὴ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔλεγε:
― Μοῦ…λο! Μοῦ…λο!
*
* *
Λοιπόν, ὡς καὶ τὰ φαντάσματα ἤξευραν τὴν δυστυχίαν του! Λοιπὸν καὶ τὰ ξωτικὰ ὅλα ἐγνώριζαν τὸ τρωτὸν μέρος του! Καὶ ὁ Δράκος διὰ τῆς φωνῆς του ἐπεκύρωνε τὰς φωνὰς τῶν μοχθηρῶν παιδίων!
Ὁ Κῶτσος ἐτράπη εἰς φυγήν. Καθὼς ἐστράφη ὀπίσω, εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ στόμιον τοῦ σπηλαίου, ζητῶν νὰ εὕρῃ ἀκτῖνα τῆς σελήνης εὐμενῆ ἥτις νὰ τοῦ φέξῃ τὸν δρόμον του, ἐκτύπησε τὴν κεφαλὴν σφοδρῶς εἰς τὸν θόλον τοῦ βράχου. Τοῦ ἦλθε στιγμιαία ζάλη.
Ἄ! ἔπρεπε νὰ εἶχε κτυπήσει τὴν κεφαλήν του πρωτύτερα, ὅταν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Δράκου… Ἢ μᾶλλον, ὤφειλε νὰ κτυπᾷ τὸ κεφάλι του ἀπὸ πολὺ πρίν… πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη. Καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν φαντασίαν του μειδιῶσα καὶ μορφάζουσα ἡ ὄψις τοῦ περιπλανωμένου μοναχοῦ, τοῦ Ἰωακείμ, ὅστις ἄλλοτε τοῦ εἶχε διηγηθῆ περὶ τῆς ἀφελοῦς περιεργείας τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ἐρωτώντων περὶ τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἂν ὁ ἴδιος ἥμαρτεν ἢ οἱ γονεῖς του διὰ νὰ γεννηθῇ τυφλός.
Καὶ αὐτὸς ὁ Κῶτσος, ἦτο κάτι περισσότερον τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ― ἦτο ἐκ γενετῆς κατάδικος.
*
* *
Ὅταν συνῆλθεν ἀπὸ τὴν ζάλην, ἐπέστρεψε ριγῶν καὶ τρέμων πλησίον τῆς θείας του. Τὴν εὗρεν ἔξυπνον. Αὕτη εἶχεν «ἀλαφιασθῆ» μέσα στὸν ὕπνον της, κ᾽ ἐξυπνήσασα, δὲν εὗρε πλησίον της τὸν ἀνεψιόν της.
Ἐξαφνίσθη, ἐτρόμαξεν. Ἐσηκώθη καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν. Ὑπώπτευεν ὅτι ὁ Κῶτσος θὰ εἶχεν ὑπάγει, ὁ ἀπόκοτος, πρὸς τὸ μέρος τῶν ἐρειπίων καὶ τῆς Δρακοσπηλιᾶς. Ἤρχισε νὰ τὸν κράζῃ ὀνομαστί:
― Κῶτσο!… ποῦ εἶσαι;
Ἐνῷ ἐδίσταζε, καὶ ἡτοιμάζετο, μισονδυτὴ καὶ ξυπόλυτη ὅπως ἦτον, νὰ τρέξῃ πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶδε τὸν Κῶτσον νὰ ἔρχεται. Ἦτον χλωμὸς ἀπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης, καὶ χλωμὸς ἀπὸ τὴν συγκίνησίν του.
― Τί ἔχεις;… Ποῦ πῆγες;
Ὁ νέος ταχέως συνῆλθε.
― Τίποτα… τίποτα, θειά· ἡσύχασε.
― Δὲν σοῦ εἶπα ἐγὼ νὰ μὴν πᾷς στὴ Δρακοσπηλιά; Λέγε… Τί ἔτρεξε;
―Ἄκουσα μιὰ φωνή.
― Φωνή… θ᾽ ἄκουσες τὴ βοὴ ποὺ λένε πὼς βγαίνει τὴ νύχτα. Κ᾽ ἐφοβήθηκες πολύ;… Κάμε τὸ σταυρό σου, παιδί μου… Ἔλα νὰ κοιμηθῇς, καὶ νὰ φυλάεσαι ἄλλη φορά, νὰ μὴν εἶσαι ἀπόκοτος.
―Ἡ φωνὴ ποὺ ἄκουσα…
―Ἡ φωνή… ἔ, τί;
―Ἔλεγε… ἕνα λόγο.
― Τί ;
―Ἔλεγε «Μοῦ…λο!»
Ἡ Κρατήρα ᾐσθάνθη πόνον, καὶ συγχρόνως ἐγέλασε. Ἤρχισε νὰ ἐξηγῇ εἰς τὸν ἀνεψιόν της:
―Ἅμα ἀποκοτήσῃ κανείς, καὶ πάῃ μὲς στὴ Σπηλιὰ τοῦ Δράκου, νύχτα, μεσάνυχτα, αὐτὰ θ᾽ ἀκούσῃ… Λένε πὼς ἡ βοὴ ἐκείνη τῆς Σπηλιᾶς ἔχει ἕνα ἰδίωμα, νὰ ξαναλέῃ στὸν ἄνθρωπο ὅ,τι καημὸ ἔχει στὴ ζωή του… Κεῖνο ποὺ τοῦ πονεῖ τοῦ καθενός, τὸ λέει, τάχα μὲ ἀνθρώπινη φωνή. Τ᾽ ἄκουσα ποὺ τὸ ἔλεγαν οἱ παλαιοί, μὰ τώρα σ᾽ αὐτὰ τὰ χρόνια δὲν θὰ πῆγε κανένας νὰ μπῇ μὲς στὴ Σπηλιά. Ἐσένα σοῦ φάνηκε πὼς ἄκουσες «Μοῦλο!» Ἂν ἐπήγαινα ἐγὼ μὲς στὴ Δρακοσπηλιά, θὰ μοῦ ἐφαίνετο πὼς ἀκούω «τὸ χρέος! τὸ χρέος!», κεῖνον τὸν καημὸ ποὺ ἔχω. Ἂν ἐπήγαινε ἡ μάννα σου, θὰ ἔκαναν τ᾽ αὐτιά της πὼς ἀκούει «τὸ παιδί! τὸ παιδί!», κι ἂν ἐπήγαινε ὁ προκομμένος ὁ πατέρας σου, θ᾽ ἄκουε μιὰ φωνὴ «τὸ μέτρημα! τὸ μέτρημα!» Αὐτὸ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Δράκου.
*
* *
Ὀλίγον καιρὸν ὕστερον, μετὰ τὸν τραγικὸν θάνατον τοῦ παιδίου, αἱ δύο ἀδελφαί, πικραμέναι καὶ μαυροφοροῦσαι ―ἡ μήτηρ ὠχρά, καὶ μόλις δυναμένη νὰ βαδίζῃ ἐκ τῆς ἀδυναμίας, μέλλουσα ν᾽ ἀποθάνῃ ὀλίγας ἑβδομάδας ὕστερον― ἡ θεία ἰσχνή, ἡλιοκαὴς καὶ ἐγκαρτεροῦσα, ἐξῆλθον λίαν πρωὶ εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐκεῖ συνήντησαν τὸν πλάνητα μοναχόν, τὸν Ἰωακείμ.
Οὗτος τὰς ἐχαιρέτισε μετὰ συμπαθείας, σείων τὴν κεφαλήν, καὶ ἤρχισε νὰ λέγῃ πρὸς τὴν ὀρφανὴν τοῦ τέκνου μητέρα:
―Ἔ! κουράγιο, Σοφούλα! Τί νὰ γένῃ, καημένη· ἐκεῖ, στὸν ἄλλον κόσμο, θὰ βρῇς πολλούς, πολλοὺς ἄλλους, καὶ τὸν Κωνσταντάκη σου μαζί… Τί νὰ λές, ἐσύ, ταλαίπωρη;… Βέβαια θὰ εἶπες πὼς ἦτον κακὴ ὥρα! Ἄχ! ἡ πλέον κακὴ ὥρα εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἁμαρτίας, Σοφούλα! Ἄχ! τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας… Γι᾽ αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης «ἡ δεξιά σου, Χριστέ μου… σκαιωρίας πάσης περιφυλαξάτω με».
Εἶτα, ὅταν ἡ Σοφούλα ἀπέστρεψε κλαίουσα τὴν κεφαλήν, ὁ πλάνος μοναχὸς εἶπεν εἰς τὴν πρεσβυτέραν ἀδελφήν της:
―Ἄχ! Κρατήρα, καὶ νὰ ἦτον ἀθῴα… θὰ ἐπήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς Μάρτυρας… Ὅπως κι ἂν εἶναι, πιστεύω νὰ βρῇ ἔλεος.
Κ᾽ ἐπειδὴ ἐκείνη τὸν ἐκοίταζεν ἐν ἀμηχανίᾳ, ὁ ρασοφόρος ἐπανέλαβε ταπεινῇ τῇ φωνῇ, διὰ νὰ μὴ τὸν ἀκούσῃ ἡ Σοφούλα:
―Ἀπ᾽ τὶς δύο κακὲς ὧρες, τὴν μία ποὺ ἕνα πλάσμα ἔπεσε σὲ πειρασμό, κ᾽ ἔφερ᾽ ἕνα ἄλλο πλάσμα στὸν κόσμο, καὶ τὴν ἄλλη, ποὺ αὐτὸ τὸ δεύτερο πλάσμα ἔπεσε ἀπ᾽ τὸ δένδρο κ᾽ ἐσκοτώθη ―χωρὶς τὴν πρώτη, ἡ δεύτερη ποτὲ δὲν θὰ ἤρχετο― ἡ χειρότερη ὥρα εἶναι ἡ πρώτη, Κρατήρα!
(1904)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα