Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

Ανέκδοτο...


Κάποιος αγοράζει πανάκριβο και ολοκαίνουργιο τζιπ. Το βράδυ το παρκάρει κάτω από το σπίτι του. Περνάει πιτσιρικάς, κοιτάει το τζιπ, τού 'ρχεται φαεινή ιδέα, βγάζει σουγιά και πλάι στην ένδειξη 4Χ4 χαράζει στη λαμαρίνα =16!
Το πρωί ο τύπος τραβάει τα μαλλιά του. Πάει στην αντιπροσωπεία, όπου δέχονται να του αλλάξουν το καπό, μια που δεν συμπλήρωσε ούτε μέρα που πήρε το αμάξι...
Το ίδιο βράδυ ξαναπερνάει ο πιτσιρικάς, βλέπει το 4Χ4 να αστράφτει πάλι, ξαναβγάζει το σουγιά και ξαναχαράζει στη λαμαρίνα =16. Το άλλο πρωί ο ιδιοκτήτης στα πρόθυρα εμφράγματος ξαναπάει στην αντιπροσωπεία.
- Κοιτάξτε κύριε, του λένε εκεί, δυστυχώς υπάρχουν πολλά τέτοια παλιόπαιδα και το ίδιο πρόβλημα το 'χουν κι άλλοι ιδιοκτήτες τζιπ. 
Για να μην κάνετε συνέχεια αυτή τη δουλειά λοιπόν, εμείς έχουμε φτιάξει μια πατέντα, όπου κολλάμε ένα μεταλλικό πλαίσιο πάνω στο πίσω κάπο, το οποίο γράφει 4Χ4=16, με όμορφα καλλιτεχνικά γράμματα. 
Κι έτσι δεν έχουν πια τι να γράψουν και γλιτώνετε. Αν παρατηρήσετε θα δείτε πολλά τζιπ με αυτό το κόλπο. Τι λέτε;
Τι να πει... βάζει το μεταλλικό πλαίσιο με 4Χ4=16 και επιστρέφει σπίτι.
Το βραδύ περνάει ο πιτσιρικάς, βλέπει το 4Χ4=16 και προβληματίζεται. Ξύνει το κεφάλι για λίγο και τελικά βγάζει το σουγιά του και γράφει: "Σωστός!"

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 22 Απριλίου.

Σαν σήμερα

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 22ης Απριλίου


1500: Ο πορτογάλος εξερευνητής, Πέδρο Αδράλες Καμπράλ, γίνεται ο πρώτος Ευρωπαίος, που φτάνει στη Βραζιλία.
1897: Η Μάχη των Φαρσάλων κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Οι ελληνικές δυνάμεις υπό τον Ταξίαρχο Σμολένσκη, παρά τις σφοδρές τουρκικές επιθέσεις, διατηρούν τις θέσεις τους.
1912: Η Τουρκία αποφασίζει το προσωρινό άνοιγμα των Δαρδανελίων, γεγονός που σχολιάζεται ως διπλωματική ήττα της Πύλης.
1912: Η Πράβδα, το επίσημο όργανο του ΚΚΣΕ, αρχίζει να εκδίδεται στην Αγία Πετρούπολη.
1915: Χημικά όπλα χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά στο πεδίο της μάχης. Στη Μάχη του Υπρ του Βελγίου, κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, γερμανικές δυνάμεις εκτοξεύουν κυλίνδρους με αέρια χλωρίου, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο 5.000 γάλλοι στρατιώτες.
1928: Σφοδρότατος σεισμός σημειώνεται στην Κορινθία, με αποτέλεσμα 20 άνθρωποι να χάσουν τη ζωή τους και 3.000 σπίτια να καταστραφούν. Στη Νέα Κόρινθο καταρρέει το κτίριο των φυλακών, με αποτέλεσμα πολλοί κρατούμενοι να δραπετεύσουν.
1931: Εγκαινιάζεται στην Αθήνα το Μουσείο Μπενάκη, παρουσία του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και άλλων επισήμων.
1941: Β' Παγκόσμιος Πόλεμος: Βυθίζεται έξω από τις Λαγούσες νήσους το αντιτορπιλικό Ύδρα, από σφοδρή αεροπορική γερμανική προσβολή.
1969: Στο Χιούστον των ΗΠΑ, γιατροί πραγματοποιούν την πρώτη μεταμόσχευση ανθρώπινου οφθαλμού.
1970: Γιορτάζεται για πρώτη φορά η Παγκόσμια Ημέρα της Γης.
2004: Τουλάχιστον 160 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων και δεκάδες μαθητές, πάνω από 1.300 άνθρωποι τραυματίζονται και 8.000 κατοικίες καταστρέφονται, όταν αναφλέγεται πυρίτιδα από ηλεκτρικά καλώδια, που ακολούθησε τη σύγκρουση δύο τρένων στην πόλη Ριονγκτσόν της Βόρειας Κορέας, τα οποία μετέφεραν γκάζι και βενζίνη. Αν και αρχικά οι αρχές της χώρας είχαν εμποδίσει τη διαρροή πληροφοριών προς τα ξένα ΜΜΕ και δεν έδιναν καμία πληροφορία για το συμβάν, τελικά έκαναν έκκληση στη διεθνή κοινότητα για βοήθεια, αρνούμενες, ωστόσο, να δεχτούν βοήθεια από τη Νότια Κορέα και την Κίνα.
2014: Πάνω από 60 άνθρωποι σκοτώνονται και 80 τραυματίζονται σοβαρά σε σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Κονγκό.

Γεννήσεις

1451 - Ισαβέλλα Α', βασίλισσα της Καστίλης
1610 - Πάπας Αλέξανδρος Η΄
1658 - Τζουζέπε Τορέλλι, Ιταλός συνθέτης
1707 - Χένρυ Φήλντινγκ, Άγγλος συγγραφέας
1724 - Ιμμάνουελ Καντ, Γερμανός φιλόσοφος
1870 - Βλαντιμίρ Λένιν, Ρώσος επαναστάτης
1899 - Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Ρώσος συγγραφέας
1904 - Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, Αμερικανός φυσικός
1914 - Μίχαελ Βίττμαν, Γερμανός στρατιώτης
1927 - Γιάννης Μιχαλόπουλος, Έλληνας ηθοποιός
1937 - Τζακ Νίκολσον, Αμερικανός ηθοποιός
1943 - Χρήστος Ζερεφός, Έλληνας φυσικός
1945 - Ευστράτιος Δημητρίου, Έλληνας τραγουδοποιός
1957 - Ντόναλντ Τουσκ, Πολωνός πολιτικός
1959 - Βλάσης Ρασσιάς, Έλληνας συγγραφέας
1967 - Σέρυλ Λη, Αμερικανίδα ηθοποιός
1976 - Μίχαλ Ζεβλάκοφ, Πολωνός ποδοσφαιριστής
1977 - Μαρκ Φαν Μπόμελ, Ολλανδός ποδοσφαιριστής
1982 - Κακά, Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής
1983 - Βαγγέλης Μάντζιος, Έλληνας ποδοσφαιριστής
1986 - Ντούσαν Σάκοτα, Έλληνας καλαθοσφαιριστής
1987 - Νταβίντ Λουίζ, Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής

Θάνατοι

296 - Πάπας Γάιος
455 - Πετρόνιος Μάξιμος, Ρωμαίος αυτοκράτορας
536 - Πάπας Αγαπητός Α΄
1616 - Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Ισπανός συγγραφέας
1941 - Θεόδωρος Πεζόπουλος, Έλληνας στρατιωτικός
1969 - Νικόλαος Μπακόπουλος, Έλληνας πολιτικός
1983 - Ερλ Χάινς, Αμερικανός πιανίστας
1984 - Άνσελ Άνταμς, Αμερικανός φωτογράφος
1985 - Ζακ Φερρόν, Καναδός συγγραφέας
1985 - Γιώργος Οικονομίδης, Έλληνας παρουσιαστής και στιχουργός
1994 - Ρίτσαρντ Νίξον, 37ος πρόεδρος των ΗΠΑ
1998 - Θανάσης Σκορδαλός, Έλληνας μουσικός
2014 - Γιόβαν Κρικομπάμπιτς, Σέρβος πολιτικός
http://www.newsbeast.gr

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Οσίου Θεοδώρου του Συκεώτου και Επίσκοπου Αναστασιουπόλεως..


Τη μνήμη του Οσίου Θεοδώρου του Συκεώτου και Επίσκοπου Αναστασιουπόλεως τιμά σήμερα, 22 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Θεόδωρος γεννήθηκε στο χωριό Συκέα ή Συκεών της Αναστασιοπόλεως, πρώτης πόλεως της επαρχίας Αγκυρανών και ήταν υιός της πόρνης Μαρίας και του Κοσμά, αποκρισάριου (ταχυδρόμος) του βασιλέως Ιουστινιανού.
Η εκ πορνείας γέννηση του Οσίου δεν εμπόδισε τον Θεό να τον αναδείξει Αρχιερέα τιμιότατο και να τον πλουτίσει με παράδοξες θεοσημείες και θαυματουργίες.
Στο σχολείο προέκοπτε στη μάθηση και σε ηλικία δέκα ετών έδειξε κλίση στο μοναχικό βίο.
Μια νύχτα και ενώ ο Όσιος είχε γίνει δωδεκαετής, εμφανίσθηκε σε αυτόν ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και αφού τον ξύπνησε του είπε: «Σήκω, Θεόδωρε, έφθασε ο όρθρος, πάμε να προσευχηθούμε».
Ο Όσιος είχε τόση ευλάβεια προς τον Άγιο Γεώργιο, ώστε κάθε μεσημέρι φεύγοντας από το σχολείο ανέβαινε στο γειτονικό πετρώδες όρος, όπου ήταν το προσκύνημα του Αγίου Γεωργίου. Τον οδηγούσε ο ίδιος ο Άγιος με τη μορφή ενός παλικαριού.
Ο Όσιος ακολούθησε τη μοναχική πολιτεία σε νεαρή ηλικία με την ευλογία του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως Θεοδοσίου. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Αμέσως επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και έλαβε το σχήμα του μοναχού στη μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Χουζιβά.
Στην συνέχεια επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και παρέμεινε μόνιμα στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί οικοδομούσε τον εαυτό του με νηστείες και χαμαικοιτίες, με αγρυπνίες και ψαλμωδίες, γι' αυτό και απολάμβανε από μέρος του Θεού, ποταμό από περισσότερα χαρίσματα εναντίων των ακαθάρτων πνευμάτων και των κάθε είδους ασθενειών.
Η μητέρα του, έχοντας φρόνημα σαρκικό, εγκατέλειψε τον υιό της και αφού πήρε όσο μέρος της περιουσίας της αναλογούσε, νυμφεύθηκε τον Δαβίδ, άνδρα της αυτοκρατορικής φρουράς της Άγκυρας.
Η αδελφή της μητέρας του, η Δεσποινία, η μητέρα της Ελπιδία και η αδελφή του Οσίου, η Βλάττα, δεν δέχονταν να αποχωρισθούν από αυτόν. Απεναντίας παρατηρούσαν με προσοχή την ενάρετη ζωή του και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν όσο μπορούσαν, εξαγνίζοντας και αγιάζοντας τον εαυτό τους με σωφροσύνη και καθαρότητα βίου, με ελεημοσύνες και προσευχές.
Μετά τον θάνατο του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως, Τιμοθέου, οι κάτοικοι της πόλεως, κληρικοί και λαϊκοί, πήγαν στην Άγκυρα και ζήτησαν από τον Μητροπολίτη Αγκύρας, Παύλο, να αναδείξει Επίσκοπο της πόλεώς τους τον Όσιο Θεόδωρο. Ο Όσιος δεν δεχόταν με κανένα τρόπο την πρόταση αυτή. Έτσι οι Χριστιανοί κατέφυγαν στη βία.Τον έβγαλαν έξω και αφού τον τοποθέτησαν επάνω σε ένα φορείο, τον απήγαγαν.
Κατά την χειροτονία του σε Επίσκοπο κάποιος είδε ένα τεράστιο αστέρι που ακτινοβολούσε, να κατέρχεται από τον ουρανό και να στέκεται επάνω στην εκκλησία, αστράφτοντας και φωτίζοντας την πόλη και την γύρω περιοχή.
Ο Όσιος Θεόδωρος έφθασε στην Αναστασιόπολη μαζί με τον Επίσκοπο της πόλεως Κίννας, Αμίαντο, από τον οποίο ενθρονίσθηκε. Έκτοτε έλαμπε συνεχώς ως ήλιος με τα θεία χαρίσματα των ιαμάτων, με την αυστηρότητα του βίου του, με όλες τις αρετές και τις αγαθοεργίες.
Ο Όσιος Θεόδωρος επιθύμησε να επισκεφθεί για δεύτερη φορά τα Ιεροσόλυμα. Εκεί προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό, τον Τάφο του Κυρίου και όλα τα αγιάσματα που υπήρχαν στην περιοχή, καθώς και τα κοντινά μοναστήρια. Τον ενοχλούσε όμως ο λογισμός και τον έπεισε τελικά να μην επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του, αλλά να ζήσει ησυχαστική ζωή σε κάποιο από τα μοναστήρια που υπήρχαν εκεί.
Νόμισε πως είχε πέσει έξω από το μοναχικό μέτρο, επειδή ανέλαβε την πνευματική ευθύνη της Επισκοπής και διότι τον στεναχωρούσαν οι ενοχλητικές καταστάσεις που υπήρχαν σε αυτήν. Πήγε λοιπόν στη Λαύρα του Αγίου Σάββα και ζούσε εκεί σε ένα κελλί κάποιου αγωνιστή μοναχού, που τον έλεγαν Ανδρέα.
Κάποια νύχτα όμως παρουσιάσθηκε στον ύπνο του ο Άγιος Γεώργιος και, αφού του έδωσε ένα ραβδί, του είπε:«Σήκω και περπάτα, διότι πολλοί άνθρωποι λυπούνται, γιατί απουσιάζεις. Δεν είναι επιτρεπτό να εγκαταλείψεις την Επισκοπή σου και να ζεις εδώ». Έτσι ο Όσιος αποχαιρέτισε τους πατέρες της μονής και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Όταν έφθασε στα μέρη της Γαλατίας, κοντά στο μοναστήρι των Δρυΐνων, τους παρήγγειλε να μην μιλήσουν σε κανέναν γι' αυτό, καθώς αυτοί που βρίσκονταν εκεί δεν τον γνώριζαν. Ωστόσο η φήμη του Οσίου κυκλοφόρησε παντού. Έτσι έρχονταν πολλοί στο μοναστήρι, για να λάβουν την ευλογία του.
Από εκεί ο Όσιος επέστρεψε στην Αναστασιόπολη προξενώντας έτσι με την επιστροφή του, χαρά σε όλους. Όμως ο Όσιος είχε αποφασίσει να παραιτηθεί, για να ακολουθήσει την ησυχαστική οδό. Για τον λόγο αυτό συνάντησε τον Επίσκοπο Αγκύρας Παύλο και τον παρακάλεσε να αποδεχθεί την παραίτησή του.
Ο Επίσκοπος Παύλος δεν ήθελε να δεχθεί την παραίτηση του Οσίου. Και αφού έγινε έντονη συζήτηση μεταξύ τους, στο τέλος αποφάσισαν να στείλουν μήνυμα στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Κυριακό, για να του θέσουν το θέμα αυτό.
Ο Πατριάρχης Κυριακός, με την προτροπή του βασιλέως, έδωσε εντολή στον Μητροπολίτη Αγκύρας να δεχθεί το αίτημα του Οσίου, να του δώσει μάλιστα και το ωμοφόριο της Επισκοπής, για να διατηρεί το αξίωμά του, καθώς ήταν άγιος άνθρωπος και αποχωρούσε από την Επισκοπή χωρίς να έχει διαπράξει αδίκημα.
Έτσι ο Όσιος ήρθε στην περιοχή της Ηλιουπόλεως και απομονώθηκε στο ναό του Αρχαγγέλου στην Άκρηνα, πολύ κοντά στο χωριό Πίδρος. Την ίδια εποχή ο Όσιος έλαβε επιστολές και από τον βασιλέα Μαυρίκιο και τον Πατριάρχη Κυριακό, οι οποίοι τον προέτρεπαν να επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη και να τους ευλογήσει. Έτσι λοιπόν πήγε στη θεοφύλακτη πόλη, όπου κήρυξε το λόγο του Θεού και θεράπευσε πολλούς.
Ο Όσιος επέστρεψε στη Γαλατία, αλλά επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την Κωνσταντινούπολη, το έτος 610 μ.Χ., επί Πατριάρχου Θωμά, στον θάνατο του οποίου βρέθηκε. Και αφού τιμήθηκε από τον Πατριάρχη Σέργιο επανήλθε στο μοναστήρι του, όπου συνέχισε το θεοφιλή βίο του.
Ο Όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 613 μ.Χ.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.Εκ σπάργανων επλήσθης της θείας χάριτος, και τω Θεώ ανετέθης ως Σαμουήλ ο κλεινός, την υπέρτιμον στολήν Πάτερ κληρούμενος, όθεν θαυμάτων αυτουργός, και Χριστού μυσταγωγός, Θεόδωρε ανεδείχθης, θεοδωρήτως εκλάμπων, τας ψυχοτρόφους δωρεάς τοις πιστοίς.

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Κυριακή 21 Απριλίου 2024

Εoρτάζοντες την 22ην του μηνός Απριλίου

 Εoρτάζοντες την  22ην του μηνός Απριλίου


 

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ο Συκεώτης επίσκοπος Άναστασιουπόλεως

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΑΡΧΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ο Απόστολος

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΤΩΡΙΝΟΣ μάρτυρας

 

 

Αναλυτικά

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ο Συκεώτης επίσκοπος Άναστασιουπόλεως
Καταγόταν από το χωριό Συκεόν της Γαλατίας και έζησε στα χρόνια του Ιουστινιανού. Ήταν καρπός αμαρτωλής σχέσης, μεταξύ μιας νεαρής, πού ονομαζόταν Μαρία, και ενός βασιλικού ταχυδρόμου, ονόματι Κοσμά. ο πατέρας του δε στάθηκε στο ύψος του ανδρικού χαρακτήρα, και γρήγορα εγκατέλειψε την παραπλανηθείσα άπ' αυτόν νεαρή. Ή Μαρία, όμως, στάθηκε κυρία του εαυτού της. Συναισθάνθηκε το σφάλμα της, και μετά την πρώτη πτώση δε συνέχισε να κατηφορίζει στην αμαρτία. Άλλα κράτησε στάση σωφροσύνης και αφοσιώθηκε με όλη της την ψυχή στην ανατροφή του παιδιού της. Έτσι, ο Θεόδωρος μεγάλωνε κάτω από τις μητρικές φροντίδες, άνατρεφόμενος εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου"1. Δηλαδή, με παιδαγωγία και νουθεσία, σύμφωνη με το θέλημα του Κυρίου. Και ο Θεός αντάμειψε τη Μαρία για την ανατροφή πού έδωσε στο γιο της και την αξίωσε να τον δει μεγάλο πνευματικό άνδρα. Πράγματι, ο Θεόδωρος όταν μεγάλωσε έγινε μοναχός και έπειτα Ιερομόναχος. Χάρη στο πνευματικό του μεγαλείο, τον εξέλεξαν ομόφωνα επίσκοπο Αναστασιούπολης. Από τη θέση αυτή, ο Θεόδωρος αναδείχθηκε μέγας διδάσκαλος κλήρου και λαού. Συμβούλευε, ενθάρρυνε και ευεργετούσε τους πάντες. Πολλοί άρχοντες του έγραφαν και έπαιρναν τις οδηγίες του. Μάλιστα ο Θεός του έδωσε και το χάρισμα να απαλλάσσει από τα ακάθαρτα πνεύματα. Έζησε αληθινά σαν "Αγιος και ειρηνικά παρέδωσε τη δίκαια ψυχή του (613 μ.Χ.). 1. προς Έφεσίους, στ' 4.

Απολυτίκιο. Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Εκ σπάργανων έπλήσθης της θείας χάριτος, και τω Θεώ ανετέθης ως Σαμουήλ ο κλεινός, την ύπέρτιμον στολήν Πάτερ κληρούμενος· όθεν θαυμάτων αυτουργός, και Χριστού μυσταγωγός, Θεόδωρε ανεδείχθης, θεοδωρήτως έκλάμπων, τάς ψυχοτρόφους δωρεάς τοις πιστοίς.


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΑΡΧΟΣ
Μαρτύρησε δια πυρός. (Εικάζεται ότι ήταν φίλος του Άγιου Πολύευκτου, 9 Ιανουαρίου).

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΑΘΑΝΑΗΛ ο Απόστολος
Ή λέξη Ναθαναήλ σημαίνει δώρο Θεού. Πράγματι, τέτοιος υπήρξε και ο Απόστολος )*/ Ναθαναήλ. Ήταν από την Κανά της Γαλιλαίος, επτά μίλια βόρεια της Ναζαρέτ, όπου ο Κύριος Ιησούς Χριστός έκανε το πρώτο του θαύμα της μεταβολής του νερού σε κρασί. Ήταν στενός φίλος του Αποστόλου Φιλίππου, ο όποιος και του γνωστοποίησε ότι: "ον έγραψε Μωϋσής εν τω νόμω και οι προφήται εύρήκαμεν Ίησούν τον υιόν του Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ" (Εύαγγ. Ίωάν. α' 44-52). Έπειτα ο Ναθαναήλ, έγινε και αυτός ένας από τους 12 Αποστόλους. Το μεγαλύτερο όμως εγκώμιο γι' αυτόν, βγήκε από τα χείλη του Χριστού, πού όταν τον είδε να έρχεται κοντά Του, είπε: "Ίδε αληθώς Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ εστίν". Δηλαδή να ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης, στον οποίο δεν υπάρχει πονηρία και ανειλικρίνεια, άλλ' ο όποιος με ευθύτητα ποθεί να άνευρη την αλήθεια.. Μετά την ανάληψη του Χριστού ο Ναθαναήλ, έξετέλεσε και αυτός με πολύ ζήλο το αποστολικό του έργο, υπέρ του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας.


Ο ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΤΩΡΙΝΟΣ μάρτυρας
 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Δευτέρα 22/4

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Δευτέρα 22/4

Νεφώσεις αλλά και διαστήματα ηλιοφάνειας αναμένονται τη Δευτέρα 22 Απριλίου 2024. Άνοδος της θερμοκρασίας, κυρίως στα δυτικά και νότια. Άνεμοι έως 7 μποφόρ στο Νότιο Αιγαίο.

Πιο αναλυτικά, αναμένονται αραιές νεφώσεις που κατά τόπους θα είναι πυκνότερες αλλά και διαστήματα ηλιοφάνειας. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα παρουσιάσουν σταδιακή αύξηση από νότια προς βόρεια.

Η θερμοκρασία στη Δυτική Μακεδονία θα κυμανθεί από 2 έως 17 βαθμούς Κελσίου, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 7 έως 20, στην Ήπειρο από 5 έως 23, στη Θεσσαλία από 9 έως 19, στη Στερεά από 8 έως 21, στην Πελοπόννησο από 8 έως 26, στα νησιά του Ιονίου από 11 έως 23, στα νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου και στις Κυκλάδες από 12 έως 21, στα Δωδεκάνησα από 14 έως 22 και στην Κρήτη από 13 έως 30 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι στο Κεντρικό και Βόρειο Αιγαίο θα πνέουν αρχικά από βορειοδυτικές διευθύνσεις 3 έως 5 μποφόρ όμως σταδιακά θα στραφούν σε ανατολικούς ίδιας έντασης. Στο Νότιο Αιγαίο οι άνεμοι θα πνέουν από ανατολικές διευθύνσεις 5 έως 7 μποφόρ. Στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν από ανατολικές διευθύνσεις 3 έως 5 μποφόρ και στα νότια 4 έως 6 μποφόρ.

Στην Αττική αναμένονται νεφώσεις αλλά και μικρά διαστήματα ηλιοφάνειας. Οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από μεταβαλλόμενες διευθύνσεις έως 3 μποφόρ όμως από το πρωί θα γίνουν ανατολικοί 2 έως 4 μποφόρ . Η θερμοκρασία στο κέντρο των Αθηνών θα κυμανθεί από 14 έως 21 βαθμούς Κελσίου.

Στον νομό Θεσσαλονίκης αναμένονται νεφώσεις από το μεσημέρι κι έπειτα. Οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από βόρειες διευθύνσεις έως 3 μποφόρ, από το μεσημέρι θα στραφούν σε νότιους 2 έως 4 μποφόρ ενώ προς το βράδυ θα γίνουν ανατολικοί έως 3 μποφόρ. Η θερμοκρασία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης θα κυμανθεί από 11 έως 19 βαθμούς Κελσίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Κυριακή Ε´ Νηστειών: Να προσέχουμε τί ζητάμε από τον Θεό

Θέλοντας η Εκκλησία μας να μας προ­ε­τοιμάσει για τα φρικτά και σωτη­ριώδη Πα­θη του Κυρίου τα οποία πλησιάζουν, όρι­σε να διαβάζεται σήμερα, Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, μία περικοπή από το κατά Μάρκον ευαγγέλιο που περιγράφει τα γε­γονότα των ημερών πριν από το Πάθος του Χριστού.

Μας παρου­σιάζει τον Χριστό να εξηγεί στους μαθητές όλα όσα επρό­κει­το να συμ­βούν, έτσι ώστε να μπορέσουν στο μέτρο των ανθρωπίνων δυνά­μεών τους να κα­τα­νοήσουν τα γεγονότα και όσα επρό­κει­το να ακολου­θη­σουν με την ανάστασή του. Και ενώ ο Χριστός προλέγει όσα φρι­κτα και φοβερά επρόκειτο να υπομείνει για τη σωτηρία των ανθρώπων, δύο από τους μαθητές του τον πλησιάζουν και του ζητούν να τους υποσχεθεί ότι θα εκ­πλη­ρώσει το αίτημά τους.

Δεν είναι κάποιοι τυχαίοι μαθητές του. Είναι δύο από τους πιο αγαπη­μένους του, είναι δύο από τους πιο έμπιστούς του. Ει­ναι ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Είναι αυτοί που μαζί με τον απόστολο Πέτρο είχαν τη μεγάλη τιμή να δούν τον Χριστό επάνω στο όρος Θαβώρ να μεταμορφώνεται ενώ­πιον αυτών και να συνομιλεί με τον Μωυ­ση και τον Ηλία. Είναι αυτοί που τον α­κουσαν να τους ζητά να μην πούν σε κα­νένα τίποτε για το φοβερό και ουράνιο θέα­μα της δόξης του Θεού που αντί­­κρυ­σαν. Και αυτοί οι δύο μαθητές ζητούν κάτι που δεν ταιριάζει καθόλου με όσα τους έλε­γε εκείνη την ώρα ο Χριστός. Ζητούν κα­τι που θα έλεγε κανείς ότι τίποτε δεν δι­δάχθηκαν τρία χρόνια κοντά στον Χρι­στο· και όμως το ζητούν. Ζητούν να καθί­σουν ο ένας εκ δεξιών και ο άλλος εξ αρι­στερών του Ιησού, όταν θα βρίσκεται στη δόξα του.

Πρωτάκουστο αίτημα, αδελφοί μου. Ο Χρι­στός τους μιλά για θυσία και αυτοί σκέφτονται τη δόξα. Ο Χριστός τους μιλά για προσφορά και αυτοί ζητούν την ικα­νο­­ποί­­ηση της προσωπικής τους φιλοδο­ξίας. Δεν έχουν ακό­μη συνειδητοποιήσει ότι το μεγαλείο του διδασκά­λου τους βρίσκεται στην εκουσία προσφο­ρα του εαυτού του για τον άνθρωπο, δεν βρι­σκεται στην απόλαυση της θείας του δο­ξης. Αν ο Χριστός σκεφτόταν σαν τους δύο μαθητές του, δεν θα ερχόταν ποτέ στη γη, για να σώσει τον άνθρωπο. Αν ήρθε στη γη, ήταν γιατί ο ίδιος έθεσε πάνω από κάθε τι άλλο την αγάπη για τον άνθρωπο. Και η αγάπη «ου ζητεί τα εαυτής», η αγά­πη είναι έτοιμη να θυσιασθεί για τον αλ­λο, είναι έτοιμη να γίνει διάκονος και υπη­ρέτης του πλησίον.

Όλα αυτά δεν τα είχαν κατανοήσει ακό­μη οι μαθητές του, γι’ αυτό και το φρόνη­μα τους ήταν ακόμη κοσμικό και αν­θρώπινο. Γι’ αυτό και, ενώ ακούν τον Ιη­σού να τους περιγράφει το πάθος του, δεν κατα­νο­ούν τι τους λέγει. Γι’ αυτό και, όταν σε λίγες ημέρες θα τους ζητήσει να αγρυ­πνήσουν προσευχόμενοι μαζί του στις ώρες της μεγά­λης του αγωνίας στον κήπο της Γεθσημανή, αυτοί θα αποκοιμηθούν.

Όμως ο ευαγγελιστής Μάρκος δεν δι­στάζει να καταγράψει στο ευαγ­γε­λιό του αυτό το ατυχές, θα μπορούσαμε να πούμε, αίτημα των δύο μαθη­τών του Χριστού. Το καταγράφει όχι για κανένα άλλο λόγο, όσο για να μας διδάξει με τη δική τους συμ­­περιφορά πόσο εύκολα μπορούμε και εμείς να πέσουμε σε παρόμοια σφάλματα και να ζητούμε από τον Θεό παρά­λογα πράγ­­ματα.

Γιατί δεν είναι λίγες φορές, αδελφοί μου, που ξεχνούμε ότι για τον Θεό δεν έχουν σημασία ούτε οι πρωτοκαθεδρίες ούτε οι εξουσίες ούτε οι υψη­λες θέσεις. Ξε­χνούμε πως ο Θεός υψώνει αυτούς που έχ­ουν ταπεινό φρο­νη­μα και αυτούς που ειίναι πρόθυμοι να γίνουν διάκονοι και υπη­ρέτες των άλλων. Δεν απαγορεύει, βε­βαί­ως, την υγιή φιλοδοξία για την πρόοδο του ανθρώπου, καταδικάζει όμως την προ­σ­­­κόλληση σε θέσεις και αξιώματα και στην επιδίωξή τους με κάθε τρόπο και μέ­σο, θεμιτό ή αθέμιτο. Στα μάτια του Θεού έχει πάντοτε αξία η προσφορά του ανθρώ­που και η διάθε­ση με την οποία προσφέ­ρει. Γι’ αυτό και ικανοποιεί τα αιτήματά μας μόνο όταν αυτά είναι ωφέλιμα για τη σωτηρία μας.

Πολλές φορές, αδελφοί μου, εμείς οι άν­θρωποι έχουμε απαιτήσεις από τον Θεό. Ζητούμε πολλά και διάφορα για τον εαυτό μας ή για τους οικεί­ους μας και τα παιδιά μας. Κάνουμε σχέδια για το μέλλον μας και το μέλ­λον τους και περιμένουμε ο Θεός να μας τα πραγματοποιήσει. Όμως ο Θεός δεν ακολουθεί τα δικά μας σχέδια, όσα τέλεια και αν είναι, όσο υπέροχα και αν μας φαίνονται, όσα και αν επιθυμούμε πο­λύ την πραγ­μάτωσή τους. Και δεν τα ακο­λουθεί ο Θεός, όχι γιατί θέλει να μας στε­νοχω­ρή­σει, αλλά γιατί εκείνος έχει κα­λύτερα σχέδια και για μας και για τα προσ­φιλή μας πρόσωπα. Έχει καλύτερα σχέδια, γιατί εκείνος γνωρίζει το παρόν και το μέλλον, γιατί ενδιαφέρεται με πα­τρι­κή στοργική και αγάπη για το πραγ­μα­τικό καλό μας.

Γι’ αυτό, αδελφοί μου, ακόμη και όταν βλέπουμε τον Θεό να μην αντα­ποκρίνεται στα σχέδιά μας και στις επιθυμίες μας, ακόμη και όταν όσα συμβαίνουν στη ζωή μας και στη ζωή των αγαπημένων μας προσώπων είναι εντελώς αντίθετα από αυτά που θέλαμε εμείς να συμβαίνουν, ας μάθουμε να δεχόμαστε με υπομονή και τα­­πείνωση το σχέδιο του Θεού, ας το δε­χόμαστε με εμπιστοσύνη αλλά κυρίως με τη βεβαιότητα ότι όσο δυσά­ρεστο και αν μας είναι αυτό που μας συμβαίνει, είναι αναμφίβολα το καλύτερο για μας και τα προσφιλή μας πρόσωπα. Ας εμπιστευόμαστε στα χέρια του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», ας του εμπιστευόμαστε και τη ζωή και τον θάνατο και ας μη του ζητούμε τίποτε άλ­λο παρά μόνο «πάντα τα προς σωτη­ρίαν αιτήματα και ζωήν την αιώνιον».

ΠΗΓΗ

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Ναυαγίων ναυάγια


Μικρά διηγήματα.
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Πελώριον κῦμα, λυσσωδέστερον τῶν ἄλλων, ἐκορυφώθη οὐ μακρὰν τῆς ἀκτῆς, μανιῶδες παφλάζον, μετὰ ροίβδου φοβεροῦ ρηγνύμενον κατὰ τοῦ βράχου, ἀφῆσαν ὀπίσω τοὺς ἀσθενεστέρους του συντρόφους, ἀναλαβὸν δὲ αὐτὸ τὸν ἀγῶνα, ὡς νὰ ἔτρεφεν ἀτομικὸν πάθος κατὰ τοῦ ἐλαφροῦ σκάφους, ἐλεεινοῦ φελλοῦ, περιφέροντος ἐν ἑαυτῷ, πρὸς τῇ συμφυεῖ ἐλαφρότητι τοῦ ξύλου, καὶ τὴν τρικέφαλον ἀνθρωπίνην κουφότητα τῶν ναυβατῶν. Σφοδρότατος Εὖρος εἶχεν ἀρχίσει νὰ φυσᾷ ἀπὸ τῆς δείλης, συρίζων λυσσωδῶς εἰς θαλάσσας καὶ ἠπείρους, συσφίγγων καὶ περιελίσσων ἐγγύθεν τὰ κύματα, ἐμβάλλων δίνας καὶ στροβιλισμοὺς εἰς τὸ πέλαγος, πεδίον ἄπειρον ἀσπόνδου πολέμου, ὅπου δυσδιάκριτον ἦτο τό τε ὁρμητήριον καὶ ἡ κατεύθυνσις τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ὁρίζων εἶχε συσκοτασθῆ ἤδη πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος, καὶ οὐρανὸς μολύβδινος, στυγνὸς καὶ ἀφεγγής, ἐκρέματο ὕπερθεν ἀγρίως μαινομένου πελάγους, ἄφωνος ἐπὶ βρέμοντος, ἀκίνητος ἐπὶ συνταραττομένου, ὡς θόλος σκοτεινοῦ τζαμίου ἐπὶ δαπέδου ὀρχουμένων δερβισῶν. Εἶτα κατῆλθε κατὰ μικρὸν ἡ νύξ, συγχέουσα καὶ συγκαλύπτουσα διὰ τῆς ἀμέτρου μαυρίλας της τὴν ἀταξίαν τῆς πλάσεως, κρύπτουσα ἐπάνω τοὺς ἀστέρας καὶ κάτω τὰς ἠπείρους καὶ τὰς θαλάσσας. Τρία ἄστρα ἔτρεμον ἄνω πρὸς βορρᾶν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε ἐπιφαινόμενα, ἕτοιμα νὰ πέσωσιν εἰς τὸ ἀτέρμον κράτος τοῦ Ποσειδῶνος νὰ ταφῶσι, καὶ ἄλλα δύο ἔφαινον πρὸς μεσημβρίαν, ἑτοιμόσβεστα, ὡς λύχνοι πενιχρᾶς καλύβης χωρικοῦ ἐν ἐνιαυτῷ ἀφορίας. Καὶ τὰ κύματα φρίσσοντα, ὀρχούμενα, λυσσῶντα, ἐθραύοντο μετὰ παιδικῆς πεισμονῆς κατὰ τοῦ βράχου, ἡττώμενα ἀλλὰ μὴ καταβαλλόμενα, ὑπερήφανα ὡς νὰ εἶχαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἰσχυροτέρου καὶ τῆς τελικῆς νίκης τὴν πρόγνωσιν. Καὶ ἓν κῦμα πελώριον, φουσκωμένον, ἑωσφορικόν, πλαταγίζον, ὀγκούμενον, ὡς νὰ εἶχεν εἰσέλθει κ᾿ ἐκρύπτετο ἔσω αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον τοῦ μίσους, φαντάζον οἱονεὶ ὑγρὸν κῆτος, προτεῖνον ἀφροὺς ἀντὶ ὀδόντων λευκῶν, συνέλαβεν ὡς διὰ πελωρίας ἁρπάγης, ἀπὸ τὴν πρύμνην καὶ ἀπὸ τὴν πρῷραν, ἀπὸ τὴν τρόπιν καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς, τὸ μικρὸν σκάφος, καὶ φέρον τὸ ἔρριψεν ἐπὶ τοῦ βράχου, ὅπου μετὰ φοβεροῦ ροίβδου καὶ πολυκτύπου πλαταγισμοῦ ὁ ἀσθενὴς φλοιὸς κατασυνετρίβη, διὰ νὰ πέσῃ πάλιν εἰς τεμάχια εἰς τὰ πολλὰ μικρὰ κύματα, εἰς ἃ διελύθη ἐν ἀκαρεῖ τὸ ἕν, τὸ μέγα, τὰ ὁποῖα μετὰ φλοίσβου θωπευτικοῦ ἐδέχθησαν τὴν βοράν των.
Δὲν ἦτο ὅλως ἀπόκρημνος ἡ ἀκτή. Ἡ παραλία τοιαύτη οἵαν ἠδύνατό τις κατὰ τὴν ἐρεβώδη, τὴν ἄναστρον καὶ ἀσέληνον ἐκείνην νύκτα νὰ τὴν διακρίνῃ, θὰ ἦτο γλυκεῖα καὶ φιλομειδὴς ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ φθινοπωρινοῦ ἡλίου, πρὶν πνεύσῃ ὁ Εὖρος, ὁ ἐμφυσήσας τὴν μανίαν του εἰς τὰ κύματα. Εἷς μόνος ὑψηλὸς βράχος ὑπῆρχε, διατείνων εἰς τὴν θάλασσαν τὰς ρίζας, ὅπου ἀμέσως ἐβαθύνετο τὸ ὕδωρ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνη ὅτι τὸ κῦμα, ἢ ὁ κρυπτόμενος ἐν αὐτῷ δαίμων, εἶχεν ἐκλέξει τὸν βράχον ἐκεῖνον, μεμονωμένον μεταξὺ δύο ἀμμωδῶν αἰγιαλῶν, ἐπίτηδες, διὰ νὰ συντρίψῃ κατὰ τῶν νώτων αὐτοῦ τὸ ἐλαφρὸν σκάφος. Ὅταν τὸ πονηρὸν πνεῦμα μαστίζῃ, κατὰ θείαν παραχώρησιν, τοὺς ἐναρέτους τῶν ἀνδρῶν, καίτοι μαινόμενον καὶ λυσσῶν, μετὰ φόβου καὶ ἀκουσίου εὐλαβείας ἐγχωρεῖ εἰς τὸ ἔργον. Ἀλλ᾿ ὅταν παραδοθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σατανᾶ τινὲς τῶν φίλων του, πολλάκις αὐτοὶ ἐκεῖνοι δι᾿ ὧν πρὸ μικροῦ κατεβασάνιζε κ᾿ ἐτυράννει ἄλλους πάλιν φίλους του ἢ καὶ ἐχθρούς του, μετ᾿ ἀγρίας χαιρεκακίας ἐκτελεῖ τὸ ἔργον του, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ νὰ καταστρέφῃ καὶ φονεύῃ τοὺς ἰδίους καλοθελητάς του. Οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ μικροῦ τσερνικίου* τρεῖς ἄνδρες δὲν ἦσαν βεβαίως οὔτε ἅγιοι οὔτε φύσει κακοῦργοι. Ἦσαν ἁμαρτωλοί, ὑποπεσόντες κατὰ κόρον εἰς τὰ συνήθη καὶ κοινὰ παρὰ πᾶσι πταίσματα, ἴσως καὶ εἰς ὀλίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικρᾶς δόσεως ναυταπάτης.
Ἐν τούτοις ὁ διάβολος δὲν εἶχε λάβει, φαίνεται, μείζονα παραχώρησιν, ὅπως βλάψῃ καὶ εἰς τὰ σώματα τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εἷς τῶν τριῶν, ἅμα τῇ προσαράξει, εἶχε κτυπήσει τὸν ἀγκῶνα καὶ τὴν πλευρὰν τὴν δεξιὰν εἰς τὸν βράχον, μεθ᾿ ὃ αἰσθανθεὶς μέγαν πόνον ἐβυθίσθη εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ συνελθὼν ταχέως, ἀνέθορε κολυμβῶν εἰς τὸ κῦμα, ὅπερ ἐφαίνετο ἔκπληκτον ἐκ τῆς καταστροφῆς τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε, καὶ καταπραϋνθέν, ἐφλοίσβιζεν ἡμερώτερον περὶ τὰ συντρίμματα, ὡς θηρίον λεῖχον τὰ αἵματα τοῦ ἰδίου σπαράγματός του. Οἱ δύο ἄλλοι, οἵτινες δὲν εἶχαν πνιγῆ, ἀλλ᾿ ἐπέπλεον μὲ μακροὺς βραχίονας ἐπὶ τοῦ κύματος, τὸν ἥρπασαν καὶ φέροντες τὸν ἀπεβίβασαν ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἥτις ἐλεύκαζεν εἰς τὸ σκότος, οὐ μακρὰν τοῦ ἀπαισίου βράχου.
* * *
Ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς θινὸς τῆς θαλάσσης ἀρχόμενον, ἐπὶ πλατείας λωρίδος γῆς, ἐξετείνετο πυκνότατον δασύλλιον πιτύων, ἐπιστέφον τὴν ἀγκάλην ἐκείνην τῆς ἐρήμου παραλίας. Ἔνθεν καὶ ἔνθεν δύο μαῦραι ἀκταὶ χθαμαλαὶ διεκρίνοντο, κολοβαὶ εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτός, χάνουσαι καὶ τὸ μικρόν των ὕψος. Κατέμπροσθεν ὁ μέγας πόντος ἡπλοῦτο, ὅστις ἐφαίνετο διὰ μιᾶς κατευνασθεὶς καὶ ἐπανερχόμενος μεθ᾿ ὑποκώφου βοῆς εἰς γαλήνην, κ᾿ ἐνέπνεε τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο τῆς μελαγχολικῆς αὐτοπαρηγορίας, τὸ ὁποῖον κάμνει τὰ ἀνήσυχα γύναια τῶν παραθαλασσίων κωμῶν, ἐνῷ μίαν ὥραν πρὶν ἔτρεχον νύκτα κομίζουσαι δέσμας κηρίων, ζώνουσαι ἑπτάκις τοὺς ναΐσκους διὰ τεσσαρακοντοργυίου ταινίας κηροῦ, καὶ σημαίνουσαι αὐτοβούλως τοὺς κώδωνας, διὰ νὰ ἐξυπνίσωσι τὸν ἐνωρὶς κατακλιθέντα ἐφημέριον ὅπως ψάλῃ παράκλησιν, ἀναφωνοῦσαι ἅμα: «Παναγιά μ᾿, στὸ πέλαγο! Παναγιά μ᾿, στὸ πέλαγο!», μίαν ὥραν ὕστερον, ὅταν πραϋνθῇ, λέγω, ὁ ἄνεμος καὶ κοπάσῃ ἡ τρικυμία, τὰς κάμνει νὰ ὑποψιθυρίζωσι παραμυθούμεναι ἀλλήλας ἑλληνοπλαστικῶς καὶ χριστιανοειδωλολατρικῶς: «Ὅποιος πνίγηκε, μετάνοιωσε!» Οἱ τρεῖς ἄνδρες ἀπεναρκώθησαν ἐπὶ τῆς ἄμμου ἀναβάντες ἕως ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔφθανε τὸ ἐφορμῶν καὶ ὑποχωροῦν κῦμα νὰ βρέχῃ τοὺς πόδας των, διάβροχοι, ριγοῦντες καὶ τρέμοντες, αἰσθανόμενοι μεγάλην νύσταν. Ὁ γεροντότερος τῶν τριῶν, ὁ ἰδιοκτήτης καὶ κυβερνήτης τοῦ συντριβέντος πλοίου, ὡμίλει περὶ ἀναζητήσεως καλύβης τινὸς χωρικοῦ ὅπως εὕρωσι πῦρ καὶ στέγην κ᾿ ἐπαρηγόρει τὸν υἱόν του λέγων, «ἂς εἶναι ὑγεία, καὶ θὰ κάμουν ἄλλο τσερνίκι μεγαλύτερο». Ἀλλ᾿ ὁ υἱός του δὲν ἐφαίνετο λυπούμενος τόσον διὰ τὸ τσερνίκι, ὅσον δι᾿ ἕνα ὡραῖον φλόκον* ἐκ λευκοῦ πανίου, καινουργῆ, τὸν ὁποῖον οὐ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας εἶχε ράψει, κ᾿ ἐφαίνετο διατεθειμένος νὰ βουτήσῃ ὀπίσω πάλιν εἰς τὴν θάλασσαν, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀνεύρῃ τὸν φλόκον. Ἐπίσης ἀνεστέναζε καὶ διὰ τὴν μικρὰν φελούκαν, τὴν ὁποίαν εἶχε χρωματίσει πρὸ ἡμερῶν ὁ ἴδιος λίαν κομψῶς κ᾿ ἐπιμελῶς, μαύρην καὶ λευκήν, ὁ δὲ σκληρὸς αἰφνιδίως πνεύσας ἄνεμος τοὺς τὴν εἶχεν ἁρπάσει, πρὶν προφθάσωσι νὰ τὴν ἀναβιβάσωσιν ἐπὶ τοῦ πλοίου, καθ᾿ ἣν στιγμὴν τοὺς «ἐξούριασεν»* ἀπὸ τὴν Κυρα-Παναγιά. Διότι εἶχαν προσορμισθῆ παρά τινα ἀλίμενον παραλίαν ἐρημονήσου, διὰ νὰ φορτώσουν τυριά, ἀλλ᾿ ἡ σοροκάδα* μὲ μισὸν φορτίον τοὺς παρέσυρεν ἔξαφνα, κόψασα τὴν ἅλυσιν τῆς ἀγκύρας, ἀφαρπάσασα καὶ τὴν μικρὰν βαρκούλαν. Ὁ δὲ τρίτος, ὅστις ἦτο ὁ πραγματευτής, αὐτὸς ἐκεῖνος ὅστις εἶχε κτυπήσει βραχίονα καὶ πλευρὰν κατὰ τοῦ βράχου, δὲν ᾐσθάνετο τόσον πόνον ἐκ τῆς πληγῆς του, ἀλλ᾿ ἔκλαιεν ἐνθυμούμενος τὴν μίαν καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα τῶν δερματοτυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε φορτωμένα ἐπὶ τοῦ πλοίου, καὶ τοὺς ἐξώρκιζε προτρέπων αὐτοὺς νὰ μείνωσιν ὣς τὸ πρωί, ὅπως ἴδωσιν ἂν δὲν ἦτο τρόπος ν᾿ ἀνακαλύψωσιν εἰς τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης τινὰ ἐκ τῶν δεκαοκτὼ δερματίων, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐκόστιζαν πλέον τῶν δισχιλίων δραχμῶν, ὡς ἔλεγεν. Ἀλλ᾿ ὁ νεαρὸς ναύτης τὸν ἐπετίμα λέγων ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὰ καλά του νὰ ἐπιμένῃ, μετὰ τόσην καταστροφήν (ἀφοῦ τὸ τσερνίκι, τὸ κάτω-κάτω, ἤξιζε κάτι περισσότερον ἀπὸ τὰ δερματοτύρια, κ᾿ ἔπειτα, ἂν δὲν τοῦ ἔδιδαν χεῖρα βοηθείας οἱ δύο των, δύσκολα θὰ ἐγλύτωνε τὴν ζωήν του ἀνάμεσα εἰς τὰ συντρίμματα τοῦ πλοίου καὶ εἰς τὸν βράχον), ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωσι τὰ τυριὰ εἰς τὸ βάθος τῆς θαλάσσης, τὰ ὁποῖα, ἁλμυρὰ ἤδη ἀπὸ πρίν, θὰ κατήντησαν νὰ μὴν ἐμβαίνουν εἰς στόμα μετὰ τὸ θαλασσοπότισμα.
Οὕτως ὁ νεώτερος παρῄτησε τὴν ἰδέαν τοῦ ν᾿ ἀναζητήσῃ τὸν φλόκον, ὁ δὲ γέρων ἐπανέλαβεν ἐντονώτερον ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ κοιτάξωσιν ἂν θὰ εὕρωσι κάπου ἀνθρωπίνην ψυχὴν νὰ τοὺς βοηθήσῃ, ἢ τοὐλάχιστον μέρος «ν᾿ ἀπαγκειάσουν». Ἠγέρθησαν, οἱ δύο ὁδηγοῦντες, ὁ τρίτος ἀναγκαστικῶς ἀκολουθῶν, καὶ μετὰ κοπιώδη ἔρευναν, ἀφοῦ ἐβεβαιώθησαν ὅτι αἱ δύο ἀκταὶ ἦσαν δύσβατοι καὶ κρημνώδεις, εὗρον, εἰς τὸ ὅριον τῆς ἄμμου, ρίζας τινὰς δένδρων πατημένας, οἱονεὶ φλέβας τῆς γῆς ἐξεχούσας, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ δάσους, ὅπου ἐφαίνετο μικρὰ ἀλωή, καὶ ἤρχιζε νὰ χαράσσηται μονοπάτι. Ὁ νεώτερος, πρῶτος βαδίζων, εἰσῆλθεν εἰς τὸ μονοπάτι αὐτό, ἐπιστρεφόμενος κατὰ πλευρὸν καὶ τείνων τὴν χεῖρα εἰς τὸν γέροντα, ὅστις ἐκράτει ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος τὸν σύντροφόν του, καί, μόλις διακρίνοντες τὰ ἀντικείμενα, πότε προσκόπτοντες ἐπὶ ξηρῶν στελεχῶν ἢ λίθων, ἐπροχώρησαν ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἐντὸς τοῦ δάσους. Ἐβάδιζον μὲ τὴν ἀσθενῆ ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπῆρχε σιμὰ κάπου, ἂν ὄχι καλύβη χωρικοῦ, τοὐλάχιστον μανδρίον ποιμένος, καὶ ὅτι θὰ εὕρισκον ψυχὴν συμπονοῦσαν εἰς τὴν δυστυχίαν των. Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὁ νεώτερος ἔκραζε μὲ τὴν τραχεῖαν φωνήν του, ἥτις ἦτο ἱκανὴ ν᾿ ἀπομακρύνῃ ἀντὶ νὰ προσεγγίσῃ οἱανδήποτέ βοήθειαν: «Ἔ! δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἐδῶ;» Ἦσαν δὲ οἰκτροί, ἐκρύωναν, ἔπασχον φρικωδῶς, μὲ τὰ στραγγισμένα ἀλλὰ μὴ στεγνωμένα ἐνδύματά των, καὶ τὸ στενόν, ἀόριστον, ζοφερὸν ἐκ τοῦ διπλοῦ σκότους τῆς νυκτὸς καὶ τοῦ δάσους μονοπάτι δὲν ἦτο δρόμος πρόσφορος ὅπως προσπαθήσωσι διὰ τῆς ταχυπορίας νὰ θερμανθῶσι καὶ ζωογονηθῶσιν.
* * *
Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτά, διασχίζοντες κατὰ πλάτος τὸ σύνδενδρον μέρος, ἔφθασαν ὄχι μακρὰν τῆς ἐσχατιᾶς τοῦ δασυλλίου, ὅπου τὰ δένδρα ἤρχιζον κατὰ μικρὸν ν᾿ ἀραιώνωνται. Ἐκεῖ τότε εἶδον ἀσθενὲς φῶς, τρέμον ἐπὶ τῆς κλιτύος τοῦ λόφου, καταντικρύ των, πρὸς τὸ βορειοδυτικόν. Ὁ γέρων εἶπε «Δόξα σοι ὁ Θεός!», ὁ ἔμπορος ἐνθυμήθη τὰ δερματοτύρια κ᾿ ἐστέναξε, καὶ ὁ νέος ἐμάσα τὰς λέξεις του καὶ κατέπινε τοὺς γογγυσμούς του, ἐνθυμούμενος τὸν λευκὸν ἐκεῖνον φλόκον τὸν ἐκ καινουργοῦς ἀμερικανικοῦ πανίου, τὸν ὁποῖον εἶχε ράψει ὁ ἴδιος μὲ τὰς χεῖράς του πρὸ πέντε ἡμερῶν.
Τὸ φῶς, σημειοῦν καλύβην χωρικοῦ ἐκεῖ κατοικοῦντος, ἐφαίνετο ὄχι πολὺ ἀπέχον, ὡς ἥμισυ μίλιον. Ἀνάγκη ἦτο νὰ βαδίσωσιν, ὅπως φθάσωσι ναυαγοὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἐκεῖνον ἀσθενῆ φάρον. Βαθὺ ἦτο τὸ σκότος. Κατενώπιόν των ἐξηπλοῦτο μεγάλη ὁμαλὴ πεδιάς, ἥτις ἐφαίνετο μαύρη, μονότονος, ἄδενδρος, εἰς τὸ σκότος. Θὰ τὴν ἐνόμιζέ τις ὡς ἀμμώδη ἔκτασιν δεκαπλασίαν τῆς ἄμμου ἐκείνης ἣν εἶχον ἐγκαταλίπει πρὸ ἡμισείας ὥρας, παρὰ τὸν αἰγιαλόν, ἂν δὲν ἦτο ἀμαυρά, ἀλαμπὴς καὶ ἄστιλπνος. Ἐφαίνετο μᾶλλον ὡς μαυρισμένη ἐκ προσφάτου ἐμπρησμοῦ πεδιάς, πεδιὰς ἀμμώδης, ὅπου ἐκάησαν τὰ χόρτα κ᾿ ἐμαύρισεν ἡ κόνις, χωρὶς νὰ μείνῃ στάκτη ἐκ καέντων δένδρων, ἢ ὅτι ραγδαῖος ὑετὸς εἶχε μαυρίσει τὴν τέφραν καὶ εἶχεν ἀφομοιώσει τὸ χῶμα μὲ τὰ ἴχνη τοῦ ἐμπρησμοῦ.
Ὁ γέρων, ὅστις, ἂν καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸ ὁμολογήσῃ, ἐπόνει περισσότερον διὰ τὸ τσερνίκι του ἢ ὅσον ὁ ἔμπορος διὰ τὰ τυριά του, ἴσως κ᾿ ἔπασχεν ἐκ παλαιῶν ρευματισμῶν τοὺς πόδας, εἶχε βαρύνει εἰς τὸν δρόμον κ᾿ ἐπρόσκοπτε συχνὰ κατὰ τῶν ἐμποδίων τῆς ὁδοῦ. Τούτου ἕνεκα ὁ υἱός του ἠναγκάσθη ν᾿ ἀφήσῃ τὴν πρώτην τάξιν εἰς τὸ βάδισμα, ἐλθὼν δεύτερος, καὶ κρατῶν ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος προπορευόμενον τὸν πατέρα του, διὰ νὰ ὁδηγῇ καὶ ὑποστηρίζῃ τὸ βῆμα αὐτοῦ, διὰ δὲ τῆς εὐωνύμου κρατῶν τὴν δεξιὰν τοῦ ἀκολουθοῦντος ἐμπόρου. Ὁ γέρων, καθὼς ἐβάδιζε πρῶτος, ἀδυνατῶν νὰ διακρίνῃ τὰ ἀντικείμενα, προέβη, πρὶν προλάβῃ καὶ ὁ υἱός του νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς μαυρισμένης ἐκτάσεως, πρὶν ἀκριβώσῃ καλῶς τί πρᾶγμα ἦτο. Παρέσυρε καὶ τὸν νέον, ἀναγκασθέντα νὰ προβῇ δύο βήματα ὅπως τὸν συγκρατήσῃ, οὗτος δὲ συμπαρέσυρε καὶ τὸν πραματευτὴν εἰς τὸ ἐπισφαλὲς βῆμα.
Τριπλοῦν μπλούμ! ἠκούσθη ἔξαφνα. Εἶχαν πατήσει καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ ὕδωρ. Ἐφαίνετο τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὅτι τὸ ὑγρὸν στοιχεῖον τοὺς εἵλκυε, τοὺς ἐκυνήγει κατὰ πόδα, τοὺς διεξεδίκει ὡς ἰδικούς του. Ἔπεσαν καὶ οἱ τρεῖς ἕως τὸ γόνυ εἰς τὴν ἰλύν, ἕως τὸν βουβῶνα εἰς τὸ ὕδωρ. Ὁ γέρων κατηνέχθη πρηνής, ὁ νέος ἐγονάτισε πλησίον του, προσπαθῶν νὰ τὸν κρατήσῃ ἐκ τῆς ὀσφύος, ὁ ἔμπορος ἔπεσε κατὰ πλευράν.
Ἦτο λίμνη ἐκτεινομένη πλατεῖα ἐκεῖθεν τοῦ δάσους, τῆς ὁποίας τὴν ὕπαρξιν ἠγνόουν οἱ ναυαγοί. Εἶχεν ἱκανὸν μέγεθος, καὶ εἰς τὸν βοῦρκόν της ἔβοσκον ὄχι ὀλίγοι ἐγχέλυες κ᾿ ἐφώλευον λοξοπατοῦντα καβούρια. Ἀμέτρητον δὲ ἦτο τὸ πλῆθος τῶν ἀχιβάδων, τῶν ὁποίων τὰ κελύφη, κενὰ καὶ ἀπόζοντα κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀπετέλουν τῆδε κἀκεῖσε τὸ ἀνώτερον τοῦ πυθμένος στρῶμα, ὑποκάτωθεν τοῦ ὁποίου ἀβολιδοσκόπητον ὑπέκειτο τὸ βάθος τῆς ἰλύος, ἐφ᾿ ἧς ἐκόλλησαν πεσόντες οἱ τρεῖς ναυαγοί, ὁ πρῶτος ἐπίστομα κύπτων εἰς τὸν πυθμένα, ὁ δεύτερος γονατιστὸς ἐπὶ τοῦ τενάγους, ὁ τρίτος πλαγίως εἰς τὸ πλευρόν.
― Ἄλλο πέσιμο αὐτὸ πάλι· ἐψιθύρισεν ὁ γέρων, ἀφοῦ ὁ υἱός του, μασῶν τὰς βλασφημίας καὶ ἀράς του, τὸν ἀνήγειρε μετὰ πολλοῦ κόπου εἰς τοὺς πόδας του.
― Αὐτὴ τὴ φορὰ ἐχτύπησα μαλακὰ τοὐλάχιστον, εἶπεν ὁ πραγματευτής, αἰνιττόμενος τὸ ἐπὶ τοῦ βράχου κτύπημά του, τὸν ἐκ τοῦ ὁποίου πόνον τὸν εἶχε κάμει νὰ λησμονήσῃ ἕως τώρα ἡ ἐνθύμησις τῶν δερματοτυρίων του.
― «Ὁ βρεμένος τὴ βροχὴ δὲν τὴ φοβᾶται». Μὴ χειρότερα, δόξα σοι ὁ Θεός! ἐπανέλαβε μετ᾿ ἐγκαρτερήσεως ὁ γέρων ναυτικός.
Τὴν ἰδίαν στιγμήν, ἐνῷ μετὰ κόπου ἐξεκόλλων ἀπὸ τὴν ἰλὺν κ᾿ ἐστράγγιζαν τὰ ἐνδύματά των, ξηρὸς κρότος σκανδάλης ὑψουμένης ἠκούσθη ἐκεῖ πλησίον.
Ὁ νέος ἐστράφη καὶ διακρίνει ἀριστερόθεν ἀμυδρῶς ὄπισθεν τῶν δένδρων, διαγραφομένην χθαμαλὴν καλύβην, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχαν παρατηρήσει τέως, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν παρατηρήσωσι, διότι ἐκ τοῦ μονοπατίου, δι᾿ οὗ εἶχαν ἔλθει, ὄπισθεν πυκνῆς συστάδος κρυπτομένη, δὲν ἦτο ὁρατή.
Ἡ καλύβη ἔκειτο παρ᾿ αὐτὴν τὴν ὄχθην τῆς λίμνης, βρεχομένη σχεδὸν ὑπὸ τοῦ ὕδατος. Ἔμπροσθεν τῆς καλύβης, ὁ νέος διέκρινε τὴν στιγμὴν ἐκείνην σκιάν τινα διαγραφομένην, ἀμαυράν, κύπτουσαν πρὸς τὸ ὕδωρ.
Ὁ νεαρὸς ναύτης δὲν ἐπίστευσεν ὅτι ἦτο φάντασμα οὐδὲ κἂν βόσκημα. Ἐκ τῆς ὑπόπτου δὲ ἡσυχίας, τὴν ὁποίαν ἐτήρει ἡ σκιὰ μετὰ τὸν ἀκουσθέντα μικρὸν κρότον, ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἦτο ἀγρίμιον.
Ὁ νέος ἐνόησεν ἀμέσως κ᾿ ἔσπευσε νὰ φωνάξῃ:
― Μὴν τραβᾷς! εἴμαστε φίλοι!
Ἡ σκιὰ ἔκαμε κίνημα, ὡς νὰ ἀπέσυρε κάτι, καὶ εἶτα τραχεῖα φωνὴ ἠκούσθη:
― Ποιοὶ εἶστε; τί θέλετε;
― Πέσαμε ὄξου, ἀπήντησεν ὁ υἱὸς τοῦ κυβερνήτου. Εἴμαστε θαλασσοπνιγμένοι.
Μετ᾿ ὀλίγας στιγμὰς ἡ φωνὴ εἶπεν:
― Ἀπὸ δῶ ἐλᾶτε.
Ὁ ἄνθρωπος ἤναψε φανάριον, κ᾿ ἔδειξε τὸν δρόμον εἰς τοὺς τρεῖς ναυαγούς.
― Κ᾿ ἐγὼ θάρρεψα πὼς θέλετε νὰ μοῦ κλέψετε τὰ χέλια, εἶπε.
― Πέσαμε μὲς στὸ νερό, γιατὶ δὲ βλέπαμε, εἶπεν ὁ νέος ναυτικός. Δὲν καταλάβαμε πὼς ἤτανε λίμνη.
* * *
Ὑποκάτω εἰς τρία ἀδελφωμένα δένδρα ἦτο ἡ ἐπὶ πασσάλων θεμελιωμένη καὶ μὲ φυλλάδας πλατάνων ἐστεγασμένη καλύβη τοῦ χωρικοῦ, ὅστις ἦτο ὁ βοηθὸς καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐκμισθωτοῦ τῆς λίμνης. Ὁ κύριος ἔλειπε, τοὺς εἶπεν. Εἶχεν ἀναχωρήσει ἀποβραδύς, ἀφοῦ ἤναψε τὸ κανδήλι τοῦ οἰκίσκου, ἀντικρύ, ὅπου ἔλαμπεν ὁ φεγγίτης, καὶ δὲν τοῦ εἶχεν ἀφήσει τὸ κλειδίον. Ὥστε, δυστυχῶς, δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς περιποιηθῇ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀφεντικοῦ.
Ὁ ἐπιστάτης ἦτο νέος χωρικὸς λίαν βραχύσωμος, πρῴην βοσκός, κομπορρήμων καὶ φλύαρος. Δὲν εἶχεν ἀρκετὰ ἐνδύματα ὅπως δανείσῃ εἰς τοὺς τρεῖς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἔδωκε εἰς τὸν ἕνα φανέλαν, εἰς τὸν ἄλλον ὑποκάμισον καὶ εἰς τὸν τρίτον μίαν κάπαν. Εἰς τὸ προαύλιον τῆς καλύβης του, ἐπὶ τοῦ σαρωμένου καὶ στιλπνοῦ ἐδάφους, ἤναψε φωτιὰν καὶ οἱ τρεῖς ἄνθρωποι καθίσαντες τριγύρω ἐπροσπάθουν νὰ στεγνώσουν τὰ βρεγμένα ροῦχά των.
Ἐν τῷ μεταξὺ διηγήθησαν εἰς τὸν χωρικὸν πῶς εἶχον ναυαγήσει. Ἐκεῖνος ἤκουσε τὴν διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις ἐκφέρων ἢ ὅσην ἀκρόασιν ἔδιδεν.
Ὅταν τέλος ἤκουσε πῶς, μετὰ τὸν διὰ τοῦ δάσους τυφλὸν καὶ σκοτεινὸν δρόμον των, ἔπεσαν εἰς τὸ ὕδωρ τῆς λίμνης, ἔμφοβος ἀνέκραξεν:
―Ἐπέσατε μέσα στὴ λίμνη; Θαμάζουμαι πῶς δὲ σᾶς ἐκατάπιε τὸ μάτι τῆς λίμνης!
Οἱ τρεῖς ἄνδρες μὲ ὅλην τὴν δεινοπάθειαν καὶ συμφοράν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποστῆ, εὗρον ἀκόμη τὴν δύναμιν νὰ ἐκπλαγῶσι, κ᾿ ἐστάθησαν κοιτάζοντες τὸν ἀγρότην μὲ ἀπλήστου περιεργείας ἔκφρασιν.
― Τὸ μάτι τῆς λίμνης! ἀνέκραξεν ὁ πραματευτής.
― Τὸ μάτι τῆς λίμνης, βέβαια, ἐπανέλαβεν ὁ ἀγρότης· εἶναι μὲς στὴ λίμνη βαθιά… κι ἅμα πέσῃ κανεὶς μέσα, ἢ ἄνθρωπος εἶναι ἢ πρᾶμα, δὲν ἔχει νὰ γλυτώσῃ… Τὸ μάτι τῆς λίμνης τὸν τραβᾶ, τὸν ρουφάει, καὶ τὸ μάτι τῆς λίμνης βγαίνει τὰ-ἴσα στὸν ἀφαλὸ τῆς θάλασσας. Πολλὲς φορὲς οἱ παλαιοί, οἱ παπποῦδές μας, εἴδανε μὲ τὰ μάτια τους ποὺ ἕνα πρᾶμα, ποὺ τὸ ἐρρούφηξε τὸ μάτι τῆς λίμνης, ἔξαφνα βρισκότανε στὴ θάλασσα, μέσα βαθιά, ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιὰ πέρα. Εἴδατε τὰ δυὸ νησιὰ ποὺ εἶν᾿ ἐκεῖ ἀντίκρυ, ὣς τρία μίλια ἀνοιχτὰ στὸ πέλαγο;… Ἐκεῖ ἀνάμεσα εἶναι ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας. Ἐμένα τοῦ παραπαπποῦ μου, τοῦ σχωρεμένου, τοῦ εἶχε πέσει μιὰ φορὰ ἕνα κατσίκι, ἐκεῖ ποὺ πῆγε ν᾿ ἁρμυρίσῃ* κι ἐπνίγηκε μὲς στὴ λίμνη… Ἐζήτησε νὰ βρῇ τὸ ψοφίμι, μὴ φᾶνε τὰ ψάρια καὶ θεριέψουν, καὶ δὲν τὸ ηὗρε, οὔτε στὸν ἀφρὸ οὔτε στὸν πάτο. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ ηὗραν ψαράδες ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιά, ἐκεῖ πέρα… Τὸ εἶχε ρουφήξει τὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ τὸ εἶχε ξεράσει, πέρα κεῖ, ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας… Τ᾿ ἀλλουνοῦ παραπαπποῦ μου πάλι, τοῦ παπποῦ τῆς μάννας μου, τοῦ εἶχε φύγει μιὰ μέρα ἡ μαγκούρα του, κεῖ ποὺ πῆγε νὰ νιφτῇ, καὶ καθὼς ἦτον ξερὴ κ᾿ ἐλαφριά, τὴν ἐπῆρε τὸ κῦμα καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τὴν φτάσῃ, γιατὶ, ὣς ποὺ νὰ βγάλῃ τὰ τσαρουχάκια του νὰ πατήσῃ μὲς στὸ νερό, ἡ μαγκούρα ἐπῆγε μακριά, κι ὁ παραπαππούς μου, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, θὰ βουλιοῦσε νὰ πάῃ παραμέσα στὸ βοῦρκο. Ἐγὼ νὰ ἤμουν θὰ ἔπεφτα κολύμπι νὰ πάω νὰ πιάσω τὴ μαγκούρα, γιατὶ δὲ μοῦ βγαίνει κανένας στὸ κολύμπι. Ἐκείνου τοῦ καιροῦ οἱ ἀνθρῶποι, οἱ πρωτινοί, δὲν ἤξεραν, γλέπεις, κολύμπι, τοὺς ἔπιανε φόβος νὰ ἐμβοῦν στὴ θάλασσα. Καὶ νὰ μοῦ ἔμελλε ἡ μοῖρά μου νὰ πάθω τὸ τί πάθατε, θὰ ἐγλύτωνα κολύμπι, ὄχι σὰν ἐλόγου σας ποὺ πέσατε ὄξου.
― Μὰ κ᾿ ἐμεῖς γλυτώσαμε μὲ τὸ κολύμπι, εἶπε γελῶν ὁ νεώτερος τῶν ναυαγῶν.
― Ναί, γλυτώσατε, δὲ λέω, ἐπανέλαβεν ἀπτόητος ὁ χωρικός, μὰ νὰ ἤμουν ἐγώ… μὲ τὸ κολύμπι… θὰ γλύτωνα καὶ τὸ καΐκι… Ἂς εἶναι, τί σᾶς ἔλεγα; Ἄ! ναὶ γιὰ τὸν παραπαππού μου ποὺ ἔχασε τὴ μαγκούρα του. Τὴν Κυριακή, σὰν ἐπῆγε στὸ χωριὸ νὰ ψωνίσῃ, βλέπει ἕνα γέρο βαρκάρη κ᾿ ἐκρατοῦσε μιὰ μαγκούρα. Ὁ παραπαππούς μου τὴν εἶχε σημαδεμένη καὶ τὴν ἐγνώρισε. Ἦτον ἡ δική του. Τὸν ἐρωτᾷ ποῦ τὴν ηὗρε. Ὁ βαρκάρης τοῦ ἀποκρίνεται πὼς τὴν ηὗρε ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιά. Τότε ὁ παππούς μου δὲν τοῦ εἶπε τίποτε, μὰ ἐκατάλαβε πὼς τὴν εἶχε ρουφήξει τὸ μάτι τῆς λίμνης καὶ τὴν εἶχε ξεράσει ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας… Ὁ νουννὸς τοῦ παπποῦ μου πάλι, ὁ γερο-Κωνσταντὴς ὁ Κούμαρης, ηὗρε μιὰ μέρα ἕνα στραβόξυλο παλιό, μαῦρο, θαλασσοποτισμένο, μὲ τὲς τρύπες τῶν καρφιῶν γεμᾶτες σκουριά, ποὺ τὸ εἶχε βγάλει ἡ λίμνη στὰ ρηχά, βουλιαμένο ὅσο ποὺ τὸ σκέπαζε τὸ κῦμα. Ποῦ θελὰ-βρεθῇ τὸ στραβόξυλο στὴ λίμνη μέσα; Καΐκι, σὰν καληώρα τὸ δικό σας, γιὰ νὰ πέσῃ ὄξου, θά ᾽πεφτε στὴ θάλασσα, ὄχι στὴ λίμνη. Κατὰ πῶς φαίνεται, τὸ εἶχε ρουφήξει ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας καὶ τὸ εἶχε στείλει στὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ τὸ μάτι τῆς λίμνης τὸ ξέρασε… Ἀλήθεια, ἐπέφερεν ὁ χωρικός, αἰσθανθεὶς τὴν ἀνάγκην νὰ πάρῃ τὸν ἀνασασμόν του, ποῦ κοντὰ ἐπέσατε ὄξου, τουλόγου σας;
Ὁ γέρων ἀπήντησε δεικνύων διὰ τῆς χειρός:
― Στὸν κάβο, ἐδῶ κάτου.
Ὁ ἀγρότης ἐστάθη, ὡς νὰ ἐζήτει λόγους διὰ νὰ πεισθῇ αὐτὸς πείθων καὶ τοὺς ἄλλους· εἶτα ἐπανέλαβε μὲ ἀμυδρὰν ἀστραπὴν ἐπιθυμίας εἰς τὸ ὄμμα:
― Καὶ εἴχατε τίποτε φόρτωμα μὲς στὸ καΐκι;
Ὁ ἔμπορος, τοῦ ὁποίου τὴν πληγὴν ἤνοιγεν ἡ ἐρώτησις, ἔσπευσε μετὰ βαθέος στεναγμοῦ ν᾿ ἀπαντήσῃ:
― Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρὶ εἶχα φορτωμένα ἐγώ, κ᾿ ἐβούλιαξαν.
― Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρί! ἐπανέλαβε μὲ τόνον βασίμου ὑποψίας ὁ ποιμήν, σίγουρα θὰ τὰ κατάπιε ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας.
― Δὲν ἠμπορεῖ τὸ ἐλάχιστο νὰ τὰ ξεράσῃ πίσω τὸ μάτι τῆς λίμνης; ἠρώτησεν ἀκουσίως μειδιῶν, ἑρμηνεύων τὴν ἐλπίδα τοῦ ἐμπόρου ὁ νεώτερος τῶν ναυαγῶν.
― Δὲ γίνεται, εἶπεν ὁ χωρικός· τόσα κομμάτια δὲν μπορεῖ νὰ στείλῃ ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας στὸ μάτι τῆς λίμνης· νὰ ἦτον νὰ τὰ κατάπινε ἀπὸ ἕνα ἕνα τὸ μάτι, μποροῦσε νὰ τὰ βγάλῃ πίσω ὁ ἀφαλός.
Ὁ πραματευτὴς ἐφαίνετο ἐπιθυμῶν νὰ ἐρωτήσῃ τι καὶ διστάζων. Τέλος ἀποφασίσας, ἐστράφη πρὸς τὸν χωρικὸν καὶ τὸν ἠρώτησε.
― Καὶ ξέρεις τουλόγου σου εἰς ποιὸ μέρος τῆς λίμνης βρίσκεται αὐτὸ τὸ μάτι;
― Πῶς δὲν τὸ ξέρω! ἀπήντησεν ἐν πεποιθήσει ὁ ἀγρότης· τὸ ξέρω βέβαια· μὰ δὲν εἶναι νὰ ζυγώσῃ ἄνθρωπος ἐκεῖ κοντά· θὰ τὸν ρουφήξῃ χωρὶς ἄλλο τὸ μάτι· κι ἀπὸ μακριὰ ἀκόμα, ἠμπορεῖ νὰ τὸν τραβήξῃ, ἂν δὲ φυλαχτῇ. Ἐμεῖς τὸ ξέρουμε, κι ὅταν ψάχνουμε γιὰ χέλια μὲς στὸ βοῦρκο, φυλαγόμαστε, καὶ δὲ σιμώνουμε καθόλου σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος.
Ὁ πραματευτὴς ἐταπείνωσεν ἄπελπις τὴν κεφαλήν.
Ὁ νεαρὸς ναυτικὸς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι τὸ μέρος ὅπου εἶχαν ναυαγήσει ἀπεῖχε μίλια ἀπὸ «τὰ δυὸ νησιά», ὅπου ὁ ἐπιστάτης ἔλεγεν ὅτι εὑρίσκετο «ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας». Ὁ χωρικὸς ἀπήντησε:
― Ναί, εἶναι μακριὰ… δὲν ἔχει νὰ κάμῃ… ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας τραβάει κι ἀπὸ μακριὰ τὰ πράματα ἅμα πέσῃ ὄξου κανένα καΐκι φορτωμένο…
* * *
Τὴν ἐπαύριον, ὅταν ὡδήγησε τοὺς τρεῖς ναυαγοὺς εἰς τὴν πολίχνην, ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης, ἀφοῦ ἔπιε τρεῖς μαστίχας, διηγεῖτο εἰς ἓν καπηλεῖον εἰς ἐπήκοον πολλῶν:
― Τί θάμασμα ποὺ ἔγινε πίσω, στὴν Καναπίτσα!… Δεκαοχτὼ τουλουμοτύρια, τὸ φόρτωμα ἑνὸς καϊκιοῦ ποὺ ἔπεσε ψὲς ὄξου, τὰ ἐρρούφηξεν ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας, καὶ τὰ ξέρασε πίσω τὸ μάτι τῆς λίμνης… Θὰ φᾶμε χέλια παχιὰ φέτος, παιδιά… Ἀπὸ βδομάδα, σὰν ἀφήσῃ τ᾿ ἀφεντικό, θ᾿ ἀρχίσω νὰ τὰ ψαρεύω… Ἔπεσαν στὰ τυριά, φάγανε κι ἂ-δὲ φάγανε… τοῦ διαόλου τὰ χέλια, βρέ! Ὡς καὶ τὰ δερμάτια τὰ μισοφάγανε… τὰ κάμανε τρύπες-τρύπες, κόσκινο… Οὔτε ἕνα τουλούμι δὲ μπόρεσα νὰ γλυτώσω… Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρί!
― Δεκαοχτὼ τουλούμια! ἐπανέλαβε μετὰ θαυμασμοῦ εἷς τῶν ἀκροατῶν.
― Δεκαοχτὼ τουλούμια, σωστά! Τὰ ξέρασε τὸ μάτι τῆς λίμνης… Τὰ ξεφαντώσανε τὰ χέλια καὶ τὰ κεφαλόπουλα!
Ὁ κάπηλος, ὡς νὰ ἦτο συνεννοημένος μαζί του, ἐξήγαγε ποντικοφαγωμένον τεμάχιον τυροδερματίου, καὶ τὸ ἐπέδειξεν εἰς πίστωσιν πρὸς τοὺς παρεστῶτας.
― Νά! ὅποιος δὲν πιστεύει, εἶπε· μονάχα αὐτὸ τὸ κομμάτι ἀπὸ ἕνα τουλούμι μπόρεσε νὰ γλυτώσῃ!
― Ἀλήθεια, ἐπεβεβαίωσε, λαβὼν τὸ τεμάχιον τοῦ ἀσκοῦ εἰς τὴν χεῖρα, ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης· μὲ τὸ μαχαῖρι χρειάστηκε νὰ κόψω τὸ κεφάλι ἑνὸς χελιοῦ, διὰ νὰ τὸ γλυτώσω ἀπ᾿ τὰ δόντια του· νά ἀκόμη οἱ δοντιές του!
Κ᾿ ἐπεδείκνυε τὰ ἴχνη τῶν ὀδόντων τῶν ποντικῶν.
―Ὥστε, καλὰ εἶναι νὰ κάμουμε τώρα ἕνα δρόμο ὣς ἐκεῖ, ἢ γιὰ τυρὶ ἢ γιὰ χέλι; ἠπείλησεν εἷς τῶν παρεστώτων.
― Ἂ βάρδα μπένε*! θὰ χάσετε τὸν κόπο σας. Εἶναι σήμερα τ᾿ ἀφεντικὸ ἐκεῖ… εἶπεν ὁ ἐπιστάτης.
― Καὶ τ᾿ ἀφεντικὸ δὲ χωρατεύει, ὑπεστήριξεν ὁ κάπηλος… Δὲν τό ᾽χει γιὰ τίποτε νὰ σᾶς τουφεκίσῃ μὲ σκάγια, καὶ νὰ πῇ ὕστερα πὼς σᾶς πῆρε γι᾿ ἀγριόπαπιες, κ᾿ ἔκαμε γιαγνίς*.
* * *
Εὐδία ἦτο ἡ φθινοπωρινὴ ἡμέρα.
Ἀπὸ τῆς πρωίας ὁ πραματευτὴς ἔτρεχε νὰ εὕρῃ πορθμέα, ὅστις νὰ εἶναι καὶ ὀλίγον βουτηχτής, διὰ νὰ τὸν συμφωνήσῃ ν᾿ ἀναλάβῃ τὴν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν δερματοτυρίων ἔρευναν. Ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνθη, τοῦ ἐζήτει τὰ μισὰ δερματοτύρια διὰ τὸν κόπον του, ὁ δεύτερος τοῦ ἐζήτησε μετρητὰ τριακοσίας δραχμάς, καὶ ὁ τρίτος τοῦ ἐζήτει ἐκ τῶν δεκαοκτὼ δερματοτυρίων τὰ ἑπτά, καὶ ἀκολούθως κατέβη ἕως τὰ πέντε. Τέλος ἐσυμφώνησε μ᾿ ἕνα τέταρτον πορθμέα διὰ τρία δερματοτύρια.
Ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεκίνησεν οὗτος νὰ ὑπάγῃ, ἦτο ἤδη δειλινόν.
Τὴν πρωίαν ὁ πρῶτος πορθμεύς, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποταθῆ, ὁ μπαρμπα-Γιάννης ὁ Ξυνιώτης, ἀφοῦ δὲν ἐσυμφώνησε μὲ τὸν πραματευτήν, ἀπεφάσισε ν᾿ ἀνασύρῃ τὰ δερματοτύρια διὰ λογαριασμὸν ἰδικόν του. Ὅθεν, λαβὼν τὸν γάντζον του, ἔπλευσεν εἰς τὴν Καναπίτσαν καὶ ψάχνων σιγὰ-σιγὰ ἀνεῦρε καὶ ἡλίευσεν ἐκ τῶν δεκαοκτὼ τὰ δεκατρία δερματοτύρια.
Ὁ μπαρμπα-Γιάννης εὐχαριστημένος ὅτι δὲν ἔχασε τὴν ἡμέραν του ἡτοιμάζετο ν᾿ ἀπομακρυνθῇ δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ νὰ μεταφέρῃ ἀσφαλῶς οἴκαδε τὰ δεκατρία δερματοτύρια. Ἀλλὰ τὴν ἰδίαν στιγμὴν φθάνει μὲ τὴν βάρκαν του ὁ μπάρμπ᾿ Ἀποστόλης ὁ Χρυσοχέρης, καὶ τοῦ ζητεῖ μερίδιον ἀπὸ τὴν λείαν. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἠναγκάσθη νὰ τοῦ δώσῃ ἀπὸ τὰ δεκατρία δερματοτύρια τὰ τέσσαρα.
Πρὶν ἀπομακρυνθῇ ὁ μπάρμπ᾿ Ἀποστόλης, φθάνει ὁ γερο-Μανώλης ὁ Ἅπαντος, καὶ ζητεῖ καὶ οὗτος τὸ μερίδιόν του. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὰ ἐννέα δερματοτύρια τὰ τέσσαρα.
Μόλις ἀπῆλθεν οὗτος, καὶ παρουσιάζεται ὁ μαστρο-Κωνσταντὴς ὁ Καλαφάτης, δανεισθεὶς ξένην βάρκαν, διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ οὗτος νὰ ζητήσῃ τὸ μερίδιόν του. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ὁ Ξυνιώτης συγκατένευε νὰ τοῦ δώσῃ ἐκ τῶν πέντε, ὁποὺ τοῦ ἔμειναν, τὰ δύο, διὰ νὰ κρατήσῃ καὶ αὐτὸς τρία τοὐλάχιστον διὰ τὸν κόπον του. Ἀλλ᾿ ὁ μαστρο-Κωνσταντὴς δὲν ἑταιριάζετο, φωνάζων καὶ λέγων ὅτι ἀδικεῖ, ὅτι εἰς τοὺς ἄλλους ἔδωκεν ἀνὰ τέσσαρα, καὶ ὅτι θὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν καταγγείλῃ. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἐβιάσθη νὰ τοῦ δώσῃ τὰ τέσσαρα, κρατήσας αὐτὸς ἓν διὰ τὸν ἑαυτόν του.
Ὅταν περὶ ὀψίαν δείλην ἔφθασε τέλος μὲ τὴν βάρκαν του ὁ Δημήτρης ὁ Φτελιός, ὁ πορθμεὺς τὸν ὁποῖον εἶχε συμφωνήσει ὁ πραματευτής, οἱ τέσσαρες λεμβοῦχοι εἶχαν γίνει πρὸ πολλοῦ ἄφαντοι. Ὁ Δημήτρης ὁ Φτελιός, μὲ τὸν γάντζον, μὲ τὴν πράγκαν* καὶ μὲ τὸ καμάκι, ἀφοῦ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἀνεσκάλευσε τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης, κατώρθωσε καὶ ἀνεῦρε τρία ἐκ τῶν βυθισθέντων δερματοτυρίων, ὅσα ἀκριβῶς τοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὴν συμφωνηθεῖσαν ἀμοιβήν του. Τὰ λοιπά, τὰ εἶχε παρασύρει ἴσως ἡ θάλασσα, καὶ δὲν εὑρέθησαν.
Καὶ τοῦτο εὐλόγως συνέτεινε νὰ πιστευθῇ παρὰ πολλοῖς ἡ φήμη, τὴν ὁποίαν εἶχε διαδώσει ἀπὸ πρωίας ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης ― ὅτι τὰ δεκαοκτὼ δερματοτύρια τὰ εἶχε καταπίει ὁ ἀφαλὸς τῆς θαλάσσης, ὅτι τὰ εἶχε ξεράσει τὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ ὅτι οἱ ἐγχέλεις τὰ κατέφαγαν.
(1893)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...21 Απριλίου.

Σαν σήμερα

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 21ης Απριλίου


753 π.Χ: Σύμφωνα με το μύθο, ο Ρωμύλος και ο Ρώμος ιδρύουν τη Ρώμη.
1912: Οι Ιταλοί καταλαμβάνουν τη Ρόδο από τους Οθωμανούς.
1923: Στην Ιταλία, ο Μπενίτο Μουσολίνι ανακηρύσσει την ημέρα ίδρυσης της Ρώμης εθνική γιορτή, ενώ καταργεί την Πρωτομαγιά.
1941: Τα βουλγαρικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, έπειτα από έγκριση των Γερμανών.
1944: Οι Γαλλίδες αποκτούν δικαίωμα ψήφου.
1945: Ο Κόκκινος Στρατός εισέρχεται στα περίχωρα του Βερολίνου.
1947: Ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου, Παύλος, ορκίζεται Βασιλεύς των Ελλήνων, και στη συνέχεια απευθύνει μέσω ραδιοφώνου διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό.
1960: Η πρωτεύουσα της Βραζιλίας μεταφέρεται από το Ρίο ντε Τζανέιρο στη νεότευκτη Μπραζίλια.
1963: Ο Γρηγόρης Λαμπράκης ξεκινάει από το Μαραθώνα την πρώτη Πορεία Ειρήνης, κατά τη διάρκεια της οποίας συλλαμβάνεται και κακοποιείται.
1967: Εκδηλώνεται στην Αθήνα στρατιωτικό πραξικόπημα, υπό τον συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο -γνωστό σαν η Χούντα των Συνταγματαρχών- κατά ωμή παραβίαση του τότε Συντάγματος, με αποτέλεσμα την επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος (1967 - 1974). Οι πραξικοπηματίες ορίζουν ως πρωθυπουργό τον Αρεοπαγίτη, Κωνσταντίνο Κόλλια.
1983: Η ΕΟΚ ανακοινώνει ότι η Αθήνα είναι η πιο μολυσμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης.
1986: Καθιερώνεται επισήμως η Σημαία της Ευρώπης, με δώδεκα χρυσά άστρα που σχηματίζουν κύκλο πάνω σε μπλε φόντο.
1989: Περίπου 100.000 φοιτητές καταλαμβάνουν την πλατεία Τιενανμέν στο Πεκίνο.
2012: Δύο τραίνα συγκρούονται μετωπικά κοντά στο Sloterdijk του Άμστερνταμ, στην Ολλανδία, τραυματίζοντας 116 ανθρώπους.

Γεννήσεις

1652 - Μισέλ Ρολ, Γάλλος μαθηματικός
1661 - Γκέοργκ Γιόζεφ Κάμελ, Τσέχος ιεραπόστολος και βοτανολόγος
1816 - Σαρλότ Μπροντέ, Αγγλίδα συγγραφέας
1864 - Μαξ Βέμπερ, Γερμανός οικονομολόγος και κοινωνιολόγος
1882 - Πέρσι Γουίλλιαμς Μπρίντγκμαν, Αμερικανός φυσικός
1904 - Οντίλο Γκλομπότσνικ, Αυστριακός ηγέτης των SS
1915 - Άντονι Κουίν, Μεξικανός ηθοποιός
1926 - Ελισάβετ Β΄, βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου
1927 - Αχμέντ Αρίφ, Τούρκος ποιητής
1947 - Ίγκι Ποπ, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Τζέιμς Τζιούελ Όστερμπεργκ τζούνιορ, αμερικανός ρόκερ
1964 - Λουντμίλα Ένγκουιστ, Ρωσίδα αθλήτρια
1972 - Σεβερίνα, Κροάτισσα τραγουδίστρια

Θάνατοι

1073 - Πάπας Αλέξανδρος Β΄
1109 - Άνσελμος, αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι
1142 - Πέτρος Αβελάρδος, Γάλλος συγγραφέας
1329 - Φρειδερίκος Δ', δούκας της Λωρραίνης
1338 - Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας Άγγελος Παλαιολόγος, Βυζαντινός ευγενής
1509 - Ερρίκος Ζ', βασιλιάς της Αγγλίας
1574 - Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων, μέγας δούκας της Τοσκάνης
1652 - Πιέτρο ντελα Βάλλε, Ιταλός περιηγητής
1699 - Ρακίνας, Γάλλος δραματουργός
1910 - Μαρκ Τουαίην, Αμερικανός συγγραφέας
1918 - Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν, Γερμανός πιλότος
1941 - Φριτς Μαντόιφελ, Γερμανός γυμναστής
1946 - Τζων Μέυναρντ Κέυνς, Άγγλος οικονομολόγος
1965 - Έντουαρντ Βίκτορ Άπλετον, Άγγλος φυσικός
1980 - Αλεξάντρ Οπάριν, Ρώσος βιοχημικός
1989 - Γεώργιος Βαλέτας, Έλληνας φιλόλογος
2003 - Νίνα Σιμόν, Αμερικανίδα τραγουδίστρια
http://www.newsbeast.gr

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων...

Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων

Τη μνήμη του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 21 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Άγιος Ιανουάριος ήταν επίσκοπος στη Νεάπολη της Ιταλίας, στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-304) και όταν έπαρχος στην περιοχή αυτή ήταν ο Τιμόθεος.
Ο Ιανουάριος μαζί με μια πολύ καλή ομάδα συνεργατών-χριστιανών, που την αποτελούσαν: οι διάκονοι Πρόκουλος (ή Πρόκλος), Σώσσος, Φαύστος, ο αναγνώστης Δησιδέριος, ο Ακούτιος και ο Ευτύχιος, αγωνίζονταν τον άγιο αγώνα της αρετής και έφερναν στο Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες. Όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός κατά των χριστιανών, συνελήφθησαν και υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια. Τον Ιανουάριο έριξαν στη φωτιά για να καεί, αλλά με τη θεία χάρη έμεινε αβλαβής. Αμέσως, τότε, τον οδήγησαν σε άλλο τόπο, όπου του έκοψαν τα νεύρα και έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Στο δρόμο για το μαρτύριο, συνέβη το έξης περιστατικό: Οι πολυάριθμοι χριστιανοί της Νεάπολης, προσπάθησαν να πάρουν από τα χέρια των στρατιωτών τον Ιανουάριο. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε και τους είπε: «Αφήστε, παιδιά μου, να τελειώσω τον καλό αγώνα του μαρτυρίου, και σας υπόσχομαι ότι θα είμαι πάντοτε προστάτης της πόλης σας». Έτσι και έγινε. Η Νεάπολη τον ανακήρυξε πολιούχο της Άγιο.
Στο Συναξάρι του Αγίου Ιανουαρίου αναφέρεται ότι μια γυναίκα, που ονομαζόταν Μαξιμίνα και ήταν χήρα, είχε την ατυχία να χάσει το μονάκριβο παιδί της. Κάποια στιγμή, ενώ θρηνούσε, συνήλθε για λίγο και κοιτάζοντας ψηλά, είδε άνω από την πύλη του ναού ένα ύφασμα κρεμασμένο, στο οποίο ήταν ζωγραφισμένη η εικόνα του Αγίου Ιανουαρίου.
Τότε η γυναίκα έφερε στο νου της εκείνο που κάποτε έκανε ο προφήτης Ελισσαίος, όταν ανέστησε τον υιό της Σωμανίτιδος. Αφού κινήθηκε λοιπόν η Μαξιμίνα από θείο φωτισμό, έκανε και αυτή το ίδιο. Σχημάτισε δηλαδή κατάλληλα τον υιό της και ακολούθως σχημάτισε το ομοίωμα του Αγίου Ιανουαρίου.
Στη συνέχεια δε, στα μάτια του παιδιού της προσάρμοσε τα μάτια της εικόνας του Αγίου. Το ίδιο έκανε και με τα αυτιά, το στόμα και με τα υπόλοιπα μέλη. Κάνοντας το έργο αυτό η γυναίκα προσευχόταν θερμά προς τον Άγιο Ιανουάριο λέγοντας: «Δούλε του Θεού, ελέησέ με και ανάστησε τον υιό μου, γιατί είναι το μόνο μου παιδί, δεν έχω άλλο». Και πραγματικά, ο Άγιος άκουσε την παράκληση της Μαξιμίνας και ανέστησε τον υιό αυτής.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως Ιεράρχης και σοφός θεηγόρος, τύπος εγένου προς αθλήσεως πόνους, Πάτερ Ιανουάριε τοις περί σεαυτόν. Σώσος γαρ και Πρόκουλος, Δισιδέριος Φαύστος, και συν Ακουτίωνι, ο Ευτύχιος άμα, συν σοι αθλούσι μάκαρ ευσεβώς, μεθ' ων δυσώπει, υπέρ των ψυχών ημών.

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σάββατο 20 Απριλίου 2024

Το Ευαγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 21 Απριλίου 2024

 

Το Ευαγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 21 Απριλίου 2024- της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (2/4)

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς 21 Ἀπριλίου, Ε΄ Νηστειῶν, Μαρίας Ὁσίας τῆς Αἰγυπτίας (Μαρκ. ι΄ 32-45)

32 Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀ­­­­ναβαίνοντες εἰς Ἱεροσό­­λυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦν­­­­­­­­­­­­­­­το, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ­ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐ­τῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώ­σουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνε­σι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀ­­­­πο­κτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡ­­­μῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον­ ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτι­σμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βα­πτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνά­μεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐ­τοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐ­­­γὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. 41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰα­κώβου καὶ Ἰωάννου. 42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑ­­­μῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέ­σθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑ­­­μῶν διάκονος, 44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γε­­­νέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύ­τρον ἀντὶ πολλῶν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

32 Προχωροῦσαν λοιπόν κι ἀνέβαιναν τό δρόμο πρός τά Ἱεροσόλυμα. Κι ὁ Ἰησοῦς προχωροῦσε μπροστά ἀπό τούς μαθητές του, κι αὐτοί θαμπώνονταν ἀπό θαυμασμό καί δέος, καθώς τόν ἔβλεπαν τόσο ἄφοβα καί μέ τό­σο θαρραλέα ἀπόφαση νά προχωρᾶ πρός τήν πόλη ὅπου τόσα θά πάθαινε. Κι ἐνῶ ἀπό σεβασμό τόν ἀκο­λου­θοῦσαν, φοβοῦνταν γιά ὅσα θά τούς ἔβρισκαν στά Ἱε­ρο­σόλυμα. Κι ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ πῆρε ἰδιαιτέρως τούς δώ­δεκα, ἄρχισε νά τούς λέει ἐκεῖνα πού θά τοῦ συνέβαι­ναν. 33 Τούς ἔλεγε δηλαδή ὅτι, νά, ἀνεβαίνουμε στά Ἱεροσόλυμα, καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, θά παρα­δοθεῖ στούς ἀρχιερεῖς καί τούς γραμματεῖς, κι αὐτοί θά τόν καταδικάσουν σέ θάνατο καί θά τόν παραδώσουν στούς ἐθνικούς στρατιῶτες τῆς Ρώμης. 34 Κι ἐκεῖνοι θά τόν ἐμπαίξουν καί θά τόν μαστιγώσουν καί θά τόν φτύσουν καί θά τόν θανατώσουν, καί τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τό θάνατό του θά ἀναστηθεῖ. 35 Πλησιάζουν τότε τόν Ἰησοῦ ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, καί τοῦ λένε: Διδάσκαλε, θέλουμε νά μᾶς κάνεις αὐτό πού θά σοῦ ζητήσουμε. 36 Κι αὐτός τούς ρώτησε: Τί θέλετε νά σᾶς κάνω; 37 Αὐτοί τοῦ εἶπαν: Ὅταν ἔλθεις στή δόξα σου καί ἀνε­βεῖς στόν ἐπίγειο βασιλικό θρόνο τοῦ Δαβίδ, βάλε μας νά καθίσουμε ὁ ἕνας στά δεξιά σου κι ὁ ἄλλος στ’ ἀρι­στερά σου. 38 Ὁ Ἰησοῦς τότε τούς εἶπε: Δέν ξέρετε τί ζητᾶτε. Δέν εἶναι τώρα καιρός κοσμικῶν μεγαλείων καί ἀξιωμάτων, ἀλλά κόπων καί διωγμῶν καί μαρτυρικοῦ θανάτου. Μπορεῖτε νά πιεῖτε τό ποτήριο τοῦ θανάτου πού πρόκειται νά πιῶ ἐγώ μετά ἀπό λίγο, καί νά βαπτισθεῖτε τό βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου πού μετά ἀπό λίγο θά ὑποστῶ; 39 Κι αὐτοί, θέλοντας νά ἐξασφαλίσουν τό αἴτημά τους, τοῦ εἶπαν χωρίς νά τό σκεφτοῦν καλά: Μποροῦμε. Τότε τούς εἶπε ὁ Ἰησοῦς: Τό ποτήριο τοῦ μαρτυρίου πού ἐγώ θά πιῶ μετά ἀπό λίγο, θά τό πιεῖτε κι ἐσεῖς, καί τό βάπτισμα πού μετά ἀπό λίγο θά ὑποστῶ στή θάλασσα τῶν παθη­μά­των μου, θά τό ὑποστεῖτε κι ἐσεῖς. Διότι κι ἐσεῖς θά ὑπο­στεῖτε διωγμούς καί μαρτύριο γιά τό εὐαγγέλιό μου. 40 Τό νά καθίσετε ὅμως στά δεξιά μου καί στά ἀριστε­ρά μου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό μένα νά τό δώσω σ’ ὅποιον μοῦ τό ζητήσει, ἀλλά αὐτό θά δοθεῖ σ’ ἐκείνους γιά τούς ὁποίους ἔχει ἑτοιμασθεῖ ἀπό τόν δικαιοκρίτη Πατέρα μου, πού κανονίζει τίς ἀνταμοιβές σύμφωνα μέ τήν ἀρε­τή τοῦ καθενός. 41 Ὅταν τ’ ἄκουσαν αὐτά οἱ ἄλλοι δέκα μαθητές, ἄρχισαν νά ἀγανακτοῦν γιά τή συμπεριφορά αὐτή τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν νά τούς παραγκωνίσουν καί νά τιμηθοῦν περισσότερο ἀπ’ αὐτούς. 42 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τούς κάλεσε κοντά του καί τούς εἶπε: Γνωρίζετε ὅτι αὐτοί πού θεωροῦνται καί φαίνονται ἄρ­χοντες τῶν ἐθνῶν, ἀσκοῦν ἀπόλυτη κυριαρχία στούς λαούς τους σάν νά εἶναι ἀνεξέλεγκτοι κύριοί τους καί σάν νά εἶναι οἱ λαοί κτῆμα τους. Κι ἐκεῖνοι πού ἔχουν μεγάλο ἀξίωμα, ὅπως εἶναι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματοῦχοι, καταδυναστεύουν τούς λαούς τους μέ ἀπό­λυ­τη ἐξουσία, σάν νά εἶναι αὐτοί δοῦλοι τους. 43 Μεταξύ σας ὅμως δέν μπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νά συμ­βαίνει αὐτό. Ἀλλά ὅποιος θέλει νά γίνει μεγάλος ἀνά­με­σά σας, πρέπει νά εἶναι ὑπηρέτης σας καί νά προ­σπα­θεῖ νά γίνεται ἐξυπηρετικός στούς ἄλλους. 44 Κι ὅποιος ἀπό σᾶς θέλει νά γίνει πρῶτος, πρέπει νά γίνει δοῦλος ὅλων, ἀσκώντας μέ κάθε ταπεινοφροσύνη τήν ἀγάπη. 45 Διότι καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, δέν ἦλ­θε στόν κόσμο γιά νά ὑπηρετηθεῖ, ἀλλά ἦλθε γιά νά ὑπη­ρε­τήσει καί νά δώσει τή ζωή του λύτρο προκειμένου νά ἐξα­γορασθοῦν καί νά ἐλευθερωθοῦν πολλοί ἀπό τήν ἁμαρτία καί τό θάνατο.

.

Τὸ αἷμα τοῦ Λυτρωτοῦ

Ἀπόστολος Κυριακῆς 21 Ἀπριλίου 2024, Ε΄ Νηστειῶν – Ὁσίας Μαρίας Αἰγυπτίας (Ἑβρ. θ΄ 11-14)

Ἀδελφοί, Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾿ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, οὐδὲ δι᾿ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;

«Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ… καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων»

Ἤδη φθάνουμε πρὸς τὸ τέλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ μόλις λίγες ἡμέρες μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα, κατὰ τὴν ὁποία θὰ προσκυνήσουμε τὰ ἄχραντα Πάθη τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ πρῶτα καθαρίσουμε τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὴ δυσωδία τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ συνείδησή μας μᾶς βεβαιώνει ὅτι εἴμαστε ἔνοχοι, τὸ σημερινὸ Ἀποστολι­κὸ ἀνάγνωσμα ὅμως μᾶς δίνει θάρρος καὶ ἐλπίδα. Προβάλλοντας τὸ ἀσύγκριτο μεγαλεῖο τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου ὁ θε­oφώτιστος Ἀπόστολος μᾶς τονί­ζει ὅτι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ­«καθαριεῖ τὴν συν­είδησιν ἡμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι»· δηλαδὴ θὰ καθαρίσει τὴ συνείδησή μας ἀπὸ τὰ ἔρ­­­γα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ φέρνουν στὴν ψυ­­­χὴ νέκρωση, καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ λα­τρεύουμε ἀξίως τὸν ζωντανὸ Θεό.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν ποιὰ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου καὶ πῶς αὐτὸ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.

1. Ἡ ἀσύγκριτη δύναμή του

Ἀνέκαθεν ὁ ἄνθρωπος αἰσθανόταν τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως δὲν ἄφηναν τὴν ψυχή του νὰ εἰρηνεύσει. Γι’ αὐτὸ στὰ πρὸ Χριστοῦ χρόνια τόσο οἱ εἰδωλολάτρες ὅσο καὶ οἱ Ἰουδαῖοι προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἐξιλέωσή τους, πρόσφεραν θυσίες ζώων. Ὅπως σημειώνει ὅμως ὁ Ἀπόστολος, εἶναι «ἀδύνατον αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας» (Ἑβρ. ι΄ 4). Ἂν κάτι μπορεῖ νὰ ἐξαγνίσει τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο καὶ νὰ καθαρίσει τὴ συνείδησή μας, αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού χύθηκε πάνω στὸ Σταυρὸ «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας».

Γιατί; Πρῶτον διότι τὸ αἷμα αὐτὸ εἶναι αἷμα τοῦ ἐντελῶς ἀθώου καὶ ἀναμαρτήτου Κυρίου Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ. β΄ 22).

Δεύτερον αὐτὸ ποὺ προσδίδει ἄπειρη ἀξία καὶ δύναμη στὴ θυσία τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι θυσιάζεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, καὶ συνεπῶς τὸ αἷμα αὐτὸ εἶναι αἷμα Θεοῦ! Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος γιὰ νὰ διατυπώσει τὸ ἀσύλληπτο μυστήριο: «Αἵματι Θεοῦ ὁ ἰὸς τοῦ ὄφεως ἀποπλύνεται» (Δοξαστικὸ Ἑσπερινοῦ Ἑορτῆς Ὑψώσεως Τιμίου Σταυροῦ)· δηλαδὴ μὲ αἷμα Θεοῦ ξεπλένεται τὸ δηλητήριο τοῦ ἀρχαίου ὄφεως (τοῦ διαβόλου).

«Τοῦτο τὸ αἷμα ἐκχυθὲν πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐξέπλυνε», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (PG 59,261). Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὑπογραμμίζοντας τὴν ἀτίμητη ἀξία του σημειώνει: Λίγες ρανίδες τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ Κυρίου ἀναπλάττουν ὅλο τὸν κόσμο (PG 36,664).

2. Πῶς μᾶς καθαρίζει

Πραγματικὰ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶ­ναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο «καθαρίζει ἡμᾶς ἀ­­­πὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰω. α΄ 7), ὅ­πως σημειώνει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰω­­άν­νης.

Πῶς γίνεται αὐτό; Γίνεται διὰ τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ προσερχόμαστε μὲ εἰλικρινὴ μετάνοια στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἡ ψυχή μας λούζεται μὲ τὸ αἷμα τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου καὶ γίνε­ται πεντακάθαρη καὶ ὁλοφώτεινη, πιὸ λευκὴ κι ἀπὸ τὸ χιόνι! Καὶ στὸ Μυστή­ριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ κοινω­νοῦμε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον», ὁλοκληρώνεται τὸ θαῦμα τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἁμαρτιῶν μας. Τότε πραγματικὰ ἀπολαμβάνουμε ζωὴ εἰρηνική, μὲ ἤρεμη καὶ ἀνένοχη συνείδηση, μὲ χαρὰ καὶ ἀνάπαυση στὴν ψυχή μας.

❁ ❁ ❁

Σήμερα, Ε΄ Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσ­σαρακοστῆς, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει ἐνώπιόν μας καὶ τὴν ἀσκητικὴ μορφὴ τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ἐνῶ ζοῦσε ­βυθισμένη μέσα στὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴ διαφθορά, συγκλονίστηκε ἀπὸ ἕνα ­προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους, μετανόησε εἰλικρινά, ἐξομολογήθηκε κι ἔζησε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της στὴν ἔρημο μὲ συντριβὴ ψυχῆς καὶ σκληροὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες. Αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ θαῦμα μεταστροφῆς δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ γίνει χωρὶς τὴ δύναμη τῆς ­σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἦταν αὐτὸ ποὺ καθάρισε τὴν καρδιὰ τῆς ὁσίας Μαρίας ἀπὸ κάθε μολυ­σμὸ ἁμαρτίας καὶ τῆς χάρισε πλήρη ἄ­­­­­φεση, λύτρωση καὶ σωτηρία.

Μακάρι κι ἐμεῖς νὰ προστρέχουμε μὲ πίστη καὶ μετάνοια στὸν ἐσταυρωμένο Λυτρωτή, γιὰ νὰ μᾶς ξεπλένει μὲ τὸ τίμιο αἷμα του καὶ νὰ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.

.

πηγή: ο Σωτήρ

Read more » Διαβάστε Περισσότερα