Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Μια ακραία οσιακή ιστορία (Κυριακή Ε΄ Νηστειών).

 

Η Εκκλησία μας, την Κυριακή Ε’ Νηστειών, προβάλλει και τιμά την ιερή μνήμη μιας αγίας γυναίκας, της οσίας Μητρός ημών Μαρίας της Αιγύπτιας, η οποία ξεκίνησε από την περιθωριακή ζωή και τελειώθηκε στην άσκηση. Ο βίος της είναι μια ακραία οσιακή ιστορία, ιστορία αδαμικής γυμνότητας, φυσικής και ψυχικής απάθειας, αποβολής των ανθρώπινων ιδιωμάτων, εγκατάλειψης των ιδίων νοημάτων και θελημάτων, ανάκλησης της αρχαίας υγείας της ψυχής, ιστορία της παρθενίας του σώματος και του πνεύματος. Είναι ιστορία κατάδυσης στο άπειρο βάθος της Χάριτος του Θεού. Η μνήμη της προβάλλεται από την Εκκλησία προς το τέλος της Σαρακοστής, για εξέγερση και βαθύ προβληματισμό, γιατί η οσία Μαρία η Αιγύπτια έζησε το χάος της αμαρτίας και αποκάλυψε το νόημα της αληθινής μετάνοιας και συγνώμης, ζώντας σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια στην έρημο του Ιορδάνου. Αποκάλυψε το πόσο απέραντη είναι η αγάπη του Θεού για μας τους αδύναμους και αμαρτωλούς ανθρώπους· το πόσο αναρίθμητοι είναι οι δρόμοι που κατασκευάζει ο Θεός μέσα από την καθημερινότητα της ζωής, για να οδηγήσει τον καθένα μας στην οδό της σωτηρίας· το με πόση ταπείνωση, πραότητα και μακροθυμία ετοιμάζει και αναμένει τη μετάνοια του καθενός μας.

Η άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία

Τί ανοίγει από μέρους μας τον δρόμο προς τον Κύριο, που έρχεται να σταυρωθεί για την αμαρτία του κόσμου, ή τί είναι εκείνο που μας σώζει; Η οσία Μαρία η Αιγύπτια μας μαθαίνει ότι εκείνο που είναι απαραίτητο από εμάς είναι η αίσθηση της αμαρτωλότητάς μας ή η απόγνωση από τον εαυτό μας, που μας στρέφει, όταν μας κατακαίει η δίψα της προσωπικής επικοινωνίας και της αγάπης και μας φλογίζει ο άνθρωπος της οδύνης και του θείου πόθου, στην αγάπη και το έλεος του Θεού.

Δεν μπορούμε να ελπίζουμε στον εαυτό μας, αλλά να έχουμε πεποίθηση μόνο στον Θεό, που εγείρει τους νεκρούς, «τους νεκρωθέντας τη αμαρτία». Εκείνο που τελικά μας σώζει είναι η άπειρη αγάπη του Θεού, η οποία σφραγίζει το μυστήριο της υπάρξεως του Θεού και της αιωνιότητας του ανθρώπου.

Κανένας δεν έχει εκπέσει από την αγάπη του Θεού. Γιατί ο άνθρωπος και μέσα στην αμαρτωλότητά του, ακόμη και στα έσχατα όρια της αξιοπρέπειάς του, δεν παύει να είναι παιδί του Θεού. Άλλωστε ποιός μπορεί να μας βεβαιώσει ότι ο άνθρωπος είναι ό,τι πράττει ή ότι είναι ελεύθερος στις πράξεις του ή αγαπά αυτό που πράττει;

Ο πειρασμός της αυτοδικαιώσεως

Η οσία Μαρία γίνεται τύπος των πιστών, που τόσο πα¬γιδεύονται στον πειρασμό της αυτοδικαιώσεως και της αυτάρκειας, γιατί δίνει αυτό που είναι: το είναι της γυ¬μνό, για να το ενδύσει και πάλι η Χάρη του Θεού. Δίνει ακριβώς αυτό που γνωρίζει και περιμένει ο Θεός από τον άνθρωπο: την άβυσσο του μυστηρίου της καρδιάς, τη με¬τάνοια, η οποία μας σώζει και μας αγιάζει.

Μετάνοια είναι η αλλαγή του νου, το νέο φρόνημα, η δυναμική μετάβαση «εκ του παρά φύσιν εις το κατά φύσιν, και εκ του διαβόλου προς τον Θεόν επάνοδος δι’ ασκήσεως και πόνων». Αυτός ο ορισμός καθιστά σαφές ότι η μετάνοια δεν είναι συμμόρφωση προς τον Νόμο, αλλά συγκλονιστική συνάντηση με τον Χριστό.

Το σωτήριο βήμα

«Εγγίσατε τω Θεώ και εγγιεί υμίν» (Ιακ. 4,8). Αν κάνουμε ένα βήμα προς τον Θεό, Εκείνος κάνει δέκα προς εμάς. Η κόλαση δεν είναι για τους αμαρτωλούς, αλλά για τους αμετανόητους. Για εκείνους, που δεν αισθάνονται την αναξιότητά τους, που δε γνωρίζουν το μεγαλείο της συγνώμης, που αγνοούν τον παράδεισο της αγάπης του Θεού, που δε ζουν την ελπίδα της πίστεως.

Η Εκκλησία μπορεί να λέει στον κάθε άνθρωπο: Τίποτε μη φοβάσαι, ποτέ μη φοβάσαι και μη θλίβεσαι. Μια και μετανοείς, όλα θα στα συγχωρέσει ο Θεός. Μα κι ούτε υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρχει, να γίνει στον κόσμο τέτοιο κρίμα, που να μην το συγχωρέσει ο Θεός σ’ εκείνον που μετανοεί αληθινά. Μα κι ούτε μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα τόσο μεγάλο αμάρτημα που θα μπορούσε να εξαντλήσει την αστείρευτη αγάπη του Θεού.

ΠΗΓΗ

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Αγιορείτικες σαρακοστιανές συνταγές: Χταπόδι στιφάδο.


 


Νηστίσιμες συνταγές.
Υλικά:
1 χταπόδι
1 κιλό κρεμμυδάκια μικρά
2 σκελίδες σκόρδο
2 κουταλιές ξίδι
1/2 ποτήρι λευκό κρασί
5 φύλλα δάφνης
1 κιλό φρέσκες ντομάτες
μπαχάρι
Εκτέλεση:
Καθαρίζουμε το κρεμμύδι και το κρατάμε ολόκληρο.
Στη συνέχεια καθαρίζουμε και τα μικρά κρεμμυδάκια.
Bάζουμε το χταπόδι στη φωτιά με το κρασί, το ξίδι και το μεγάλο κρεμμύδι.
Tο αφήνουμε να βράσει μέχρι να βγάλει το νερό του.
Mόλις βράσει, το κόβουμε σε κομμάτια και αφαιρούμε το κρεμμύδι.
Προσθέτουμε τον ντοματοχυμό (ή τις ντομάτες), το λάδι, το σκόρδο, τα μπαχαρικά, 2 φλιτζάνια νερό και τα κρεμμυδάκια.
Aφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει μέχρι να δέσει η σάλτσα του.
[vimaorthodoxias.gr]
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Τρελὴ βραδιά".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Τὴν εἶχαν στρώσει ἐκεῖ τὴν ψάθαν, ἐπὶ τῆς ἄμμου, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε νυχτώσει, ὡς Τοῦρκοι ραμαζανλῆδες, οἱ τρεῖς, ὁ Ἀντώνης ὁ Παβιώτης, ὁ Προκόπης τῆς Μαρούδας, κι ὁ Σταμάτης ὁ Ἀρβανίτης, κι ὁ γερο-Καλοειδής, τέταρτος, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μικροῦ καπηλείου. Τὸ καπηλεῖον ἦτο ὀλίγα βήματα παραμέσα, βλέπον εἰς τὸν παραθαλάσσιον δρόμον, κ᾽ ἡ ψάθα ἦτον στρωμένη πέραν τοῦ δρόμου, εἰς τὸν αἰγιαλόν, καὶ τὴν μίαν ἄκρην της ἔβρεχαν, προσπαίζοντα εἰς τὴν ἄμμον, ἁμιλλώμενα ποῖον νὰ προσπεράσῃ τὸ ἄλλο, τὰ παιγνιώδη, χαρούμενα κύματα.
Ὁ γερο-Καλοειδὴς ἦτον πρῶτος μερακλὴς καὶ πρῶτος γλεντζὲς τοῦ χωρίου, πρόθυμος εἰς ὅλα, αὐτὸς καὶ τὸ καπηλεῖόν του. Εἶχε μείνει ἕως τότε μὲ τὸ ἄχτι του, καὶ μὲ τὸν κορμόν του τὸν κοντὸν καὶ κυρτόν, καὶ μὲ τὰ μακρὰ σκέλη του, ἐπειδὴ τοιοῦτος ἦτον ἐκ νεότητός του: πλασμένος μὲ ραχῖτιν, οἱονεὶ μὲ τὸ καυκίον του ἐξελθὼν ἐκ κοιλίας μητρός, καὶ καμμία δὲν τὸν ἐζήλευε νὰ τὸν πάρῃ. Ἀκολούθως κατώρθωσε νὰ ξεγελάσῃ μίαν, ταχέως ἐχήρευσεν, εἶτα ἐνυμφεύθη δευτέραν φορὰν καὶ εὐθὺς ὕστερον ἀπέθανε. Τότε ἦτον ἀκόμη ἄγαμος· δὲν εἶχε πενηνταρίσει ἀκόμη.
Ἐκ τῶν ἄλλων, οἱ δύο ἦσαν νέοι ἄγαμοι, καὶ τὸν τρίτον, τὸν Προκόπην, τὸν εἶχε διώξει ἡ γυναίκα του. Εἶχαν στρωθῆ ἐκεῖ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τρώγοντες ὀστρείδια, ἀχινούς, λαχανόπιτταν, πεταλίδας, καλόγνωμες καὶ κοχύλια.
Εἶτα ἔπιαν, ἔπιαν. Τὰ βαρέλια τοῦ γερο-Καλοειδῆ ἦσαν εὔθυμα, λάλα, διαχυτικά, ὅπως ὁ νοικοκύρης των. Ὕστερον ἤρχισαν τὰ τραγούδια:
«Πόσες φορὲς τὰ κύματα!… Ὄχι! πολὺ ρεμβῶδες.
«…Ἡ ζωὴ θὲ νὰ φανῇ;… Ὁ χωρισμὸς… πονεῖ!» Ὤ, μονότονον.
«Κοιμᾶσαι, πλάσμα ποὺ λατρεύω…» Ὤ, σχολαστικότης!
Δὲν ἦσαν τραγούδια αὐτά, καὶ ὁ ὁρίζων δὲν τὰ ἔστεργε. Οὔτε ὑπῆρχε κοινὸν διὰ νὰ τοὺς ἀκούῃ. Τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς ἐκλειδώνοντο ἐνωρίς, ὅμοια μὲ τὰ πουλιὰ ποὺ κατιάζουν* ἐνωρὶς εἰς τὰς φωλεάς των. Τὰ κύματα δὲν δέχονται ἄλλας ἠχοὺς ἀπὸ τὴν ἰδικήν των, τὴν πλουσίαν καὶ παναρμόνιον. Ὁ βράχος ἀντικρὺ ἐφαίνετο νὰ γελᾷ μὲ μαύρους ὀδόντας, ὡς κόκκαλα σαπρακωμένα, σπαρτά, πεταμένα ἐπάνω εἰς τὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ, καὶ τὸ κῦμα θραυόμενον ἐπάνω των ἐκάγχαζεν εἰς τὰς ἀγόνους προσπαθείας των.
Ὅλα τὰ παράθυρα τριγύρω κλειστά. Ἔπειτα αὐτοὶ δὲν εἶχαν νὰ κάμουν τίποτε μὲ τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς· εἶχαν μὲ τοὺς ἰδίους ἑαυτούς των. Μὴν πιστεύετε ὅτι, ἐπειδὴ εὑρίσκοντο εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἦτο θέρος ἤδη. Ἦτο τὸν Μάρτιον μῆνα καὶ ἔκαμνε ψῦχος. Ἕκαστος ἐκ τῶν τριῶν ηὔχετο ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ἐπρότεινεν ὁ εἷς τῶν ἄλλων δύο νὰ μεταθέσωσι τὸ συμπόσιον ἐντὸς τοῦ καπηλείου. Ἀλλὰ κανεὶς ἐκ τῶν τριῶν δὲν τὸ ἐπρότεινεν. Ὁ γερο-Καλοειδάκης οὔτε ὑπώπτευεν ὅτι ἔκαμνε ψῦχος. Εἶτα αἴφνης καὶ οἱ ἄλλοι ἔπαυσαν νὰ τὸ αἰσθάνωνται. Ἔπειτα ἤρχισε σιγὰ νὰ χιονίζῃ. Ὁ καλύτερος καιρὸς διὰ νὰ γλεντήσῃ κανεὶς «στοὺς μαχαλάδες». Ἡ καλυτέρα προδιάθεσις διὰ νὰ κρυώσῃ κανεὶς χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ κρύο.
― Λοιπόν, στοὺς μαχαλάδες! Πᾶμε, παιδιά, τὸν ἀνήφορο.
Ἐκεῖ θὰ εὕρισκον κοινὸν νὰ τοὺς ἀκούσῃ. Ἐσηκώθησαν. Ὁ Σταμάτης, χωρὶς νὰ ἐξηγηθῇ, καὶ χωρὶς ἄλλος νὰ κάμῃ παρατήρησιν, ἐτύλιξε τὴν ψάθαν, καὶ τὴν ἔλαβεν ἐπ᾽ ὤμου. Ὁ Καλοειδὴς ἐφορτώθη ὡς δισάκκιον δύο φλάσκας δεμένας διὰ σχοινίου, κατερχομένας ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ προέχοντος στέρνου του. Ἡ μία ἔφερε μαῦρον οἶνον, ἡ ἄλλη ξανθὸν μοσχᾶτον. Ὁ Προκόπης ἐκράτει ἐντὸς μανδηλίου πεταλίδας, παγούρια ψημένα, πόδας ἀστακοῦ, καὶ ἄλλα ἀρτύματα. Ὁ Ἀντώνης ἔκαμνε μύλον κ᾽ ἐδόνει τὸν ἀέρα μὲ τὸ χονδρὸν ραβδίον του. Ἐμπρός, πᾶμε!
Τότε ἤρχισεν ἐν τῷ ἅμα νὰ βοΐζῃ ἀπὸ τὰ τραγούδια ἡ πρώτη γειτονιά. Καὶ εἰς κάθε στροφήν, ὁ Καλοειδάκης, μὲ φωνὴν περιπαθῆ, πάλλουσαν, προσέθετε τὴν ἐπῳδόν, τὴν ὁποίαν ἠγάπα ὡς οἰκείαν αὑτῷ.
Ἔβγα νὰ ἰδῇς, ἔβγα νὰ ἰδῇς,
σκύλα, κορμὶ ποὺ τυραγνεῖς.
*
* *
Ἀλλὰ τὸ πρῶτον ᾆσμα, εἰς τὸν παλαιὸν δώριον ἦχον, «ἔβγα νὰ ἰδῶ τὸν ἴσκιο σου, κ᾽ ἐγὼ τόνε γνωρίζω», ἄδηλον ἂν τὸ ἤκουσε καμμία εἰς τὸν μαχαλὰν καὶ ἂν ἐφάνη εὐδιάθετος ν᾽ ἀνταποκριθῇ· εἰς αὐτοὺς ὅμως δὲν ἤρεσεν, ὡς παραπολὺ σεμνόν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἔτρεψαν πάραυτα εἰς τὸ φρύγιον καὶ τὸ τροχαϊκόν. Καὶ τότε πάλιν ὁ Καλοειδὴς εὗρεν ἰδικήν του ἐπῳδὸν νὰ ἐπισυνάψῃ:
Ντελμπεντέρισσα, Βασίλω,
στρῶσ᾽ τὸ μπράτσο σου νὰ γείρω!
Ἀπὸ μίαν διακοπὴν τοῦ ἕως τότε πρωταοιδοῦ, τοῦ Προκόπη, εὑρὼν καιρὸν ὁ Καλοειδής, ἤρχισε νὰ ᾄδῃ ἄλλο, γοργὸν τοῦτο, μέλος:
Βασίλω μ᾽, κάτσε φρόνιμα,
σὰν τ᾽ ἄλλα τὰ κορίτσα,
σ᾽ αὐτὴ τὴ γειτονίτσα…
Ὡς νὰ ἠλεκτρίσθη ἀπὸ τὴν γοητείαν τοῦ ᾄσματος, παραδόξως ἕνα παράθυρον ἔτριξε κ᾽ ἐφάνη εἰς τὸ ἀσθενὲς φέγγος τῆς εἰς σύννεφα πλεούσης σελήνης μία σκιὰ εἰς τὸ στενὸν ἄνοιγμα.
Ἦτον ἡ Μαρούδα, ἡ γυνὴ τοῦ Προκόπη, ἡ ὁποία τὸν εἶχε διώξει ἀπὸ τὸ σπίτι της πρὸ ἡμερῶν. Οἱ γέροντες οἰκοκυραῖοι τοῦ τόπου ἰσχυρίζοντο πάντοτε ὅτι ἡ σχεδὸν ἀπαράβατος συνήθεια τοῦ ν᾽ ἀποτελῇ οἰκία μέρος τῆς προικὸς εἶχε τοῦτο τὸ καλόν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ποτὲ ὁ ἀνὴρ ν᾽ ἀποπέμψῃ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον.
Ἠκούσθη τότε ὀξὺς ψιθυρισμὸς εἰς τὴν σιγὴν καὶ τὸ ὑπόφαιον σκότος, τόσον συριστικὸς καὶ διάτορος, ὥστε ἐνίκα καὶ τὴν πλέον στεντόρειον βαρυφωνίαν.
― Ἄ! τραγούδα τώρα, γλέντα, μπεκρολόγα, μεθοκόπα, ξενύχτα, ξερνοβόλα, γκάριζε! Ἄχ! βαγένι, πιθάρι, βαρέλα, μπουκάλα, γαλόνι, ταμετζάνα, στάμνα, στέρνα, καρούτα, μαστέλα, κρασοκανάτα! Ποὺ νὰ σκάσῃς!
Εὐθὺς ἠκούσθη δεύτερος τριγμὸς καὶ τὸ παράθυρον ἐκλείσθη μετὰ πείσματος.
Ὁ Καλοειδὴς ἐπανέλαβε τὸ ᾆσμα:
Βασίλω μ᾽, τὰ κουμπούρια σου
μὲ τί τά ᾽χεις γεμᾶτα,
βαριά, π᾽ ἀνάθεμά τα!
*
* *
Καὶ αἱ ἠχοὶ ἀπ᾽ ὅλας τὰς γειτονίας ἠγέρθησαν, καὶ ἀντήχει παρατεταμένως τὸ φαιδρὸν καὶ γοργὸν ᾆσμα τοῦ Καλοειδῆ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἀνταπεκρίνετο, φαίνεται, εἰς τὰς ψυχικὰς διαθέσεις τῶν κωμαστῶν. Τοὺς ἐχρειάζετο κανὲν ἄλλο.
Ἀκριβῶς τότε ἔφθασαν ἔμπροσθεν καλοκτισμένης οἰκίας, τῆς ὁποίας τὸ ἓν παράθυρον ἦτο φωτισμένον. Γάστραι ποικίλων ἀνθέων ἐφαίνοντο ἐπὶ τοῦ ἐξώστου, ἄλλαι γάστραι ἐπὶ τοῦ δώματος. Ὑπῆρχε κοσμιότης καὶ κομψότης χαρίεσσα. Καθαρὸν πνεῦμα ἐφαίνετο ὅτι ἐπεφοίτα εἰς τὸ ἐνδιαίτημα ἐκεῖνο. Καὶ ὅλα κατήγγελλον τὴν παρουσίαν φιλοκάλου ἐρατεινῆς κόρης.
Καὶ ἡ χιών, λεπτή, ἀραιά, ἔπιπτε. Καὶ οἱ τέσσαρες κωμασταὶ ᾐσθάνοντο νὰ δροσίζεται τὸ μέτωπόν των ἀπὸ τὰς ἐλαφράς, ἀναφεῖς νιφάδας. Ὁ Ἀντώνης ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ μέρος ὑπήνεμον ἢ ἀπάτητον, χαμηλὴν στέγην καλύβης, ἢ πεζούλαν ἔμπροσθεν θύρας τινός, ὅπου νὰ ἔχῃ στρωθῆ μία δρὰξ χιόνος. Εἶχε πόθον νὰ δροσίσῃ τὸ στόμα του, τὸν οὐρανίσκον του μὲ τὴν ἁβράν, παρθενικὴν χιόνα. Καὶ ἡ σελήνη ἔπλεεν εἰς τὸ κενόν, καὶ ἡ χιὼν ἐχάνετο πίπτουσα εἰς τὴν γῆν.
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ὁ Σταμάτης, καθὼς ἐβάσταζε τὴν ψάθαν ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἤρχισε νὰ ᾄδῃ ὑποκάτω εἰς τὸ παράθυρον τῆς φιλανθοῦς κόρης ἄμουσον παρῳδίαν ᾄσματος:
Πάει κουνίζοντας τὴ ὡραῖος φεγγάρης
ποὺ μοῦ ντείξῃ ντικές σου ὡραῖες μοῦτρες,
μιὰ βραντιά, κ᾽ ἕνα κλάψα ντικό σου,
κ᾽ ἐγκὼ ἀγκαπῶ τοῦ λόγκου σου!
― Σιώπα! ἄφησέ το! εἶπε περίλυπος ὁ Ἀντώνης.
Κ᾽ ἔκαμε χειρονομίαν νὰ φράξῃ μὲ τὴν παλάμην του τὸ στόμα τοῦ φίλου του.
Εἶτα ἐσπόγγισε τὸ μέτωπόν του, ὡς νὰ εἶχεν ἱδρῶτα καὶ νὰ ᾐσθάνετο μεγάλην ζέστην.
― Δὲν πᾶμε καὶ παραπάνω; ἐπρότεινεν ὁ Καλοειδής.
― Ναί, ναί, ἐπρόφερε μετὰ πόνου ὁ Ἀντώνης.
*
* *
Διηυθύνθησαν εἰς τὴν ἄνω συνοικίαν. Ἀφοῦ ἀνῆλθον τὸν ἀνωφερῆ λιθόστρωτον δρόμον, ἐστράφησαν ἀριστερὰ πρὸς τὴν κρημνώδη ἀκτήν, εἶτα ἔκαμψαν δεξιὰ πρὸς τὸ ἐνδότερον μέρος. Μετά τινα ἑλιγμὸν ἔφθασαν εἰς στενὸν δρομίσκον, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ ὁποίου ἠγείροντο ὑψηλὰ δύο ἀρχοντόσπιτα, τὸ ἓν μὲ μικρὰν αὐλὴν πρὸς τὸν δρόμον, τὸ ἄλλο μὲ εὐρὺν αὐλόγυρον καὶ κῆπον ὄπισθεν.
Ἡ αὐλόπορτα τοῦ πρώτου δεξιόθεν ἦτο ἀνοικτή, τοῦ ἄλλου ὄχι.
― Κρασοπουλεῖ ὁ γερο-Κρεμέζος, εἶπεν ὁ Ἀντώνης.
― Δὲν πᾶμε νὰ τοῦ κάμουμε ἀλεσβερίσι; ἐπρότεινεν ὁ Καλοειδάκης.
― Σώθηκε κιόλα τὸ κρασί μας; ἠρώτησεν ἀνήσυχος, κοιτάζων τὰς δύο φλάσκας ὁ Προκόπης, χωρὶς νὰ ἐνθυμῆται ἂν ἔπιον ἢ δὲν ἔπιον ἀφ᾽ ὅτου ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὸ καπηλεῖον.
― Πᾶμε νὰ ρίξουμε μιὰ ματιά, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
― Βέβαια· ἐσὺ εἶπες τὸ σωστό, ἀπήντησε, πάλλων τὰς δύο φλάσκας ὁ Καλοειδής, διὰ τοῦ κλωγμοῦ τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ πληροφορήσῃ τὸν Προκόπην ὅτι ἦσαν ἀκόμα «κοντόγεμες», ἀλλ᾽ ὅτι ἐδῶ ποὺ θὰ ἔμβαιναν δὲν θὰ ἔμβαιναν διὰ τὸν οἶνον.
Εἰσῆλθον εἰς τὴν αὐλήν, εἶτα εἰς ὑπόστεγον ὅπου ὑπῆρχε φῶς. Τοῦτο ἦτο ἄφρακτον ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ἐχρησίμευεν ὡς ληνὸς καὶ πατητήριον διὰ τὰ κρασιὰ τοῦ γερο-Κρεμέζου. Ὁ γέρων ἐκάθητο ἐκεῖ πλησίον εἰς τὸν κρατῆρα τοῦ βαρελίου μὲ τὸ μακρὸν ἐκ κερασέας τσιμπούκι του, τὸ ἔχον ἐπιστομίδα ἠλεκτρίνην, μὲ πλατεῖαν μεταξωτὴν καπνοσακκούλαν κρεμαμένην ἀπὸ τὴν μέσην του. Ἐφόρει πανωβράκι* ἀπὸ ἀγγλικὴν τσόχαν στιλπνόν, βελουδίνην τζάκαν*, ἐμβάδας καὶ σκούφιαν χρυσοκέντητα.
Ἦτον ἀρχοντομαθημένος κ᾽ ἔλεγαν πὼς εἶχε «γρόσια πολλά»! Εἶχε κ᾽ εἶχε καράβια εἰς τὴν νεότητά του, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε περιέλθει εἰκοσάκις τὴν Μεσόγειον. Τώρα, μετὰ τὸν θάνατον τῆς γραίας ἡ διχόνοια εἶχεν ὑπεισέλθει δυστυχῶς εἰς τὸν οἶκον καὶ οἱ υἱοί του «καλημέρα» δὲν τοῦ ἔλεγαν. Εἶχεν υἱοθετήσει, ὅπως ἔλεγαν, μίαν ὀρφανὴν διὰ νὰ τὴν ἀφήσῃ κληρονόμον τοῦ βίου του, ὅσος τοῦ εἶχε μείνει ἀκόμα.
― Λοιπόν, πῶς τὰ περνᾷς, καπετὰν Παναγή;
―Ἔ, πῶς νὰ τὰ περάσω, παιδιά. Ἔγραψα μέσα στὴ Χαλκίδα νὰ μοῦ βγάλῃ ἀφορισμὸ ὁ Δεσπότης.
― Ἀφορισμό; Θεὸς φυλάξοι! Γιὰ τί πρᾶμα;
― Δὲν ἀκούσατε σεῖς ποὺ μοῦ χύσανε τὸ κρασί μου αὐτὲς τὶς ἡμέρες;
Καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται πῶς ἄγνωστος ἐχθρός, ἴσως κανένας βαλμένος ἀπ᾽ τοὺς δικούς του, ποὺ δὲν τὰ εἶχε καλὰ μαζί τους, εἶχεν εἰσχωρήσει διὰ νυκτὸς ὁ ἀπόκοτος εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας καὶ εἶχεν ἀνοίξει τὸν κρουνὸν τοῦ μεγάλου βαγενίου του κ᾽ ἐχύθηκαν τριάντα βαρέλες κρασί. Τώρα τοῦ ἔμενε μόνον αὐτὸ τὸ μεσακὸ βαρελάκι ποὺ τὸ κρασοπουλεῖ κι ἄλλα δύο ἢ τρία μικρότερα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἡδονὴν νὰ λιανοπωλῇ μοναχός του, ὄχι τόσον διὰ τὰ λεπτὰ ποὺ θὰ μαζώξῃ, ὅσον διότι ἔρχονται, ἂς εἶναι καλά, τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, τὰ λεβεντόπαιδα, καὶ τοῦ κάνουν συντροφιά, γιὰ νὰ περνᾷ κι αὐτὸς τὴν ὥραν του.
Ἂς πᾶν νὰ ἰδοῦν τὰ μάτια μου,
πῶς τὰ περνάει ἡ ἀγάπη μου.
Μοῦ ᾽παν ἀλλοῦ κι ἀγάπησε,
κ᾽ ἐμένα μ᾽ ἀπαράτησε.
― Ποιὸς σ᾽ τό ᾽πε, δεντρουλάκι μου,
δὲ σ᾽ ἀγαπῶ, πουλάκι μου;
Ἂν σ᾽ τό ᾽πε ὁ ἥλιος νὰ σβηστῇ,
τ᾽ ἄστρι νὰ μὴν ξημερωθῇ…
Κι ἂν σ᾽ τό ᾽πανε στὴν ἐκκλησιά,
κερὶ νὰ μὴ ἀνάψουν πιά…
Κι ἂν σ᾽ τό ᾽πε τὸ Ρηγόπουλο,
στὴν Μπαρμπαριὰ σκλαβόπουλο!
Τὸ ᾆσμα τοῦτο ἔτερπεν ἐξόχως τὸν γερο-Κρεμέζον. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθὼς εἶχεν εἴπει ὁ Σταμάτης τοὺς ἡμίσεις στίχους, ἠκούσθη θροῦς εἰς τὸν ἐξώστην, τὸν πρὸς τὴν αὐλήν, καταντικρὺ τοῦ ὑποστέγου ὅπου εὑρίσκοντο οἱ νυκτερινοὶ ἐπισκέπται.
Ἦτον ἡ ὀρφανή, ἡ προστατευομένη τοῦ οἰκοδεσπότου, χαρίεσσα κόρη. Ὁ Σταμάτης εἶχε «κλέφτικο μάτι», καὶ εἶδε τὴν ὡραίαν κοπέλαν, ἐξελθοῦσαν σιγά, διὰ ν᾽ ἀκροασθῇ καλύτερον τὸ ᾆσμα, νὰ ἴδῃ καὶ τὸν τραγουδιστήν, βέβαια. Ὁ Προκόπης δὲν ἔβλεπε πλέον τίποτε, καὶ ὁ Ἀντώνης ἔστρεψε βλέμμα ἀπογοητευμένον πρὸς τὰ ἐκεῖ. Αἱ δύο φλάσκαι ἐσείσθησαν καὶ ἔκλωξαν ὑπὸ τὴν πνοὴν καὶ τὴν κόλπωσιν τοῦ στέρνου τοῦ Καλοειδῆ, ὁ ὁποῖος τότε μόνον ἐστοχάσθη ὅτι ἦτο μάταιον νὰ τὰς φέρῃ ἐπάνω του, κ᾽ ἐκεῖ ποὺ εἶχαν καθίσει, καὶ ἔσπευσε νὰ τὰς ξεφορτωθῇ. Ἀλλὰ μόνον μίαν στιγμὴν ἐφάνη ἡ λευκὴ νυκτερινὴ ὀπτασία, καὶ πάλιν ἀπεσύρθη, ἐλαφρὰ ὡς ἀτμὶς δρόσου. Ὁ γερο-Κρεμέζος δὲν ἐγροίκησε τὴν παρουσίαν της.
― Καὶ τί γίνεται, καπετὰν Παναγή, ὁ γείτονάς σου, ὁ γερο-Χαρμόλαος; ἠρώτησεν ὁ Καλοειδής.
― Ἀμ᾽ τί νὰ γίνῃ, ὅλο μέσα κάθεται, σὰν τὴ λεχώνα, κι ὅλο ἀπεικαστὰ* θέλει ν᾽ ἀκούῃ, ἀπήντησε καγχάσας ὁ γερο-Κρεμέζος.
― Καὶ ποιὸς τοῦ τὰ λέει τ᾽ ἀπεικαστά;
― Οἱ γειτόνισσες γύρω-γύρω.
Ὁ γερο-Χαρμόλαος ἦτον ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἄλλης ἀρχοντικῆς οἰκίας, τῆς ἀντικρινῆς, μὲ τὸν αὐλόγυρον καὶ τὸν κῆπον. Ἀντίζηλος τοῦ Κρεμέζου εἰς ὅλα, εἰς τὰ καράβια, εἰς τὰ «πολλὰ γρόσια», ἀκόμη καὶ εἰς τὰ ὀαρίσματα καὶ εἰς τὴν εὔνοιαν τῶν γειτονισσῶν. Ἦτον ὡραῖος γέρων, σχεδὸν μεγαλοπρεπής, εὐτραφής, λευκὸς ὅλος, ποδαλγός, φορῶν βελούδινα καὶ χρυσοποίκιλτα· πάλαι ποτὲ πλοίαρχος καὶ ἰδιοκτήτης τῆς ἐξακουστῆς «Μινέρβας», πλοίου μεγίστης χωρητικότητος, κοσμογυρισμένος κι αὐτός, ὅπως ὁ γερο-Κρεμέζος, εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξεν, ὅπως ἔλεγαν, Ἱερολοχίτης εἰς τὸ Δραγατσάνι ἐπιζήσας, ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὸ χρέος του. Εἰς τὸ γῆράς του, χωρισμένος ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ὑπηρετούμενος ἀπὸ μακρινὰς πτωχὰς ἀνεψιάς του, ἐτέρπετο καθήμενος ἐν μέσῳ χοροῦ μεσηλίκων γυναικῶν, καὶ ἀκούων, καθὼς ἰσχυρίζετο ὁ Κρεμέζος, διαφόρους χαριεντισμοὺς καὶ «ἀπεικαστά», ὄχι ὅλα, ἀλλὰ τὰ μετέχοντα κνίσης καὶ κέντρου.
― Καὶ χορταίνει ἀκούοντας ἀπεικαστά; ἠρώτησε πάλιν ὁ Καλοειδάκης.
― Σὲ οὗλα τὰ πάντα εἶναι χόρταση, καὶ δὲν εἶναι χόρταση, ἀπήντησεν ἀποφθεγματικῶς ὁ γερο-Κρεμέζος.
*
* *
Καθὼς ἐσηκώθη ἡ παρέα καὶ ἀπεχαιρέτισε τὸν καπετὰν Παναγήν, ὁ Καλοειδὴς ἐπρότεινε, καὶ ὁ Σταμάτης ὑπεστήριξε, νὰ δοκιμάσουν νὰ εἰσχωρήσουν πρὸς νυκτερινὴν ἐπίσκεψιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γερο-Χαρμολάου. Τοῦτο θὰ κατωρθοῦτο εὐκόλως διὰ τεχνάσματος, καθὼς ἰσχυρίζετο ὁ Καλοειδής. Ἡ αὐλόπορτα δὲν ἦτον κλειδωμένη, ἀλλὰ μόνον μανδαλωμένη, ὑπῆρχε δὲ προφανῶς, καθὼς ἐμαρτύρει τὸ πάμφωτον παράθυρον καὶ οἱ ἠχηροὶ καγχασμοὶ οἱ ἐκφεύγοντες ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκεῖθεν, συναναστροφὴ εἰς τοῦ γερο-Χαρμολάου. Ὁ Καλοειδής, ἐπειδὴ εἶχεν ὀλίγον θάρρος, καθὸ μακρινὸς συγγενὴς τοῦ ἰδιοκτήτου, θὰ εἰσεχώρει, φέρων τὰς δύο φλάσκας εἰς τὴν οἰκίαν, θ᾽ ἀνέβαινεν εἰς τὸν μουσαφὶρ-ὀντά*, θὰ κατώρθωνε διὰ μιᾶς νὰ καλοκαρδίσῃ τὸν γέροντα, ὁ ὁποῖος ἠγάπα παραπολὺ τὴν μετὰ νέων συναναστροφήν, θὰ προσεποιεῖτο ὅτι βιάζεται νὰ φύγῃ, λόγω ὅτι τὸν περιμένει κάτω ἡ παρέα του, καὶ τότε ὁ γερο-Χαρμόλαος, διὰ νὰ μὴ χάσῃ γρήγορα τὴν συντροφιὰν τοῦ Καλοειδῆ, θὰ ἐφιλοτιμεῖτο νὰ καλέσῃ τοὺς πάντας ἐπάνω, εἰς τὴν οἰκίαν. Θὰ ἤξιζε τῷ ὄντι νὰ εἰσέδυον οἱ νέοι εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς οἰκίας αὐτῆς, ὅπου θὰ ἔβλεπον τὸν γέροντα, ἀξιοπερίεργον Οἰδίποδα, καθότι ἔπασχε τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου ἐκ ποδάγρας, ἀνακεκλιμένον ἐν μέσῳ ἡμισείας δωδεκάδος Σφιγγῶν, καὶ ἀσχολούμενον μετὰ καγχασμῶν νὰ λύῃ τὰ διάφορα αἰνίγματα, τὰ διφορούμενα τὴν οὐσίαν, διφορούμενα καὶ τὴν μορφήν, τὰ ὁποῖα προέβαλλον πονήρως ἐκεῖναι.
Ἀλλ᾽ ὁ Ἀντώνης μετὰ σκαιότητος ἀντέστη εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο, λέγων ὅτι δὲν τοῦ ἀρέσει νὰ ὑπάγῃ τοιαύτην ὥραν εἰς ξένην οἰκίαν διὰ νὰ ἀκούσῃ αἰνίγματα. Οἱ ἄλλοι δὲν ἐπέμενον πολύ, ἐπειδὴ εἶχεν ἀρχίσει ἤδη νὰ παλιώνῃ ἡ συντροφιά των καὶ νὰ γίνεται ἕωλος. Πρὶν ὅμως ἀπομακρυνθοῦν, ὁ Σταμάτης, ὅστις ἦτο ὁ πλέον ἀτίθασος ἐκ τῶν τεσσάρων, ἐστάθη ὑπὸ τὸ φωτισμένον παράθυρον τῆς οἰκίας, φέρων καὶ τὴν ψάθαν ἐπ᾽ ὤμων, καὶ ἤρχισεν ἀκράτητος νὰ τραγουδῇ:
Ὁ ἡγούμενος τοῦ Φαϊμεσμπρούμ,
εἶκε μουσαφιραίους,
γιὰρ γιὰρ γιοὺμ,
καὶ μάλιστα μιὰν καλόγγρεζα.
Οἱ μουσαφιραίους ἦταν ὅλοι μετυσμένοι
ἀπὸ τὴ φαῒς κι ἀπὸ τὴν πιοτής,
γιὰρ γιὰρ γιούμ,
ἦταν ὅλοι στουπιντόν.
«Ὦ ψυκὴ κι ἀγγέλικο κορμί!»
Οἱ μουσαφιραίους ἔφεραν καὶ ροβολιὰ
κάτω π᾽ τὴν περιφόλα,
γιὰρ γιὰρ γιούμ,
πρὸς ντιασκέντασις.
— Ὦ, καλησπέρα σας, κύριε Φαϊμεσμπρούμ·
τί φέλεις ἐντῶ μέσα;
γιὰρ γιὰρ γιούμ,
τὴν βλέπομεν τὴν καλόγγρεζα.
— Ὦ! τὲν ἐπιστρέφομεν πλέον εἰς τὴν κελλίον·
τὰ γκίνω Μάρτιν Λοῦτερ,
γιὰρ γιὰρ γιούμ,
σ᾽ αὐτὸν τὸν ὡραῖον τὸν κόσμο.
Τὸ τόλμημα τοῦ Σταμάτη ἔφερε μεγαλύτερον τοῦ προσδοκωμένου ἀποτέλεσμα· τὸ παράθυρον ἠνοίχθη, καὶ γυνή τις προέκυψε πρὸς στιγμήν. Εἶτα αὐτὸς ὁ οἰκοδεσπότης, ὑποβασταζόμενος, ὡς φαίνεται, ἐφάνη εἰς τὸ παράθυρον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο πλησίον τοῦ «μεντερίου»*, ἐφ᾽ οὗ ἔκειτο ἐξηπλωμένος.
― Κοπιάστ᾽ ἐπάνω, παιδιά· κοπιάστε· ἔχουμ᾽ εὐχαρίστηση, ἐφώναξε μὲ δυνατὴν καὶ πάλλουσαν φωνὴν ὁ γέρων Χαρμόλαος, ἀναγνωρίσας πάραυτα τὸν Σταμάτην, τὸν ᾄδοντα, καὶ τὸν Καλοειδήν, τὸν ἴδιον συγγενῆ του.
Καὶ πάλι ὁ Ἀντώνης ἐφάνη σκαιὸς καὶ ἀνένδοτος. Ἀνένευσεν ἁπλῶς, καὶ ἔτρεξε πρὸς τὸν δρόμον. Ἦτο ἤδη μακράν. Ὁ Προκόπης, παραπατῶν ὀλίγον, τὸν ἠκολούθησε, καὶ οἱ ἄλλοι δύο ἐζήτησαν συγγνώμην ἐπειδὴ ἡ ὥρα ἦτον περασμένη, καὶ ἡ παρέα δὲν εὑρίσκετο σύμφωνος. Ὁ γέρων Χαρμόλαος ἐλυπήθη πολύ. Ἦτον δὲ τότε ἑνδεκάτη ὥρα.
*
* *
Ἕως τότε δὲν εἶχον εὕρει εὐκαιρίαν νὰ στρώσουν πουθενά, εἰς τὸ ὕπαιθρον, τὴν ψάθαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐπ᾽ ὤμου ὁ Σταμάτης, διὰ νὰ καθίσουν. Ἀλλ᾽ ἰδοὺ τώρα ἔφθασαν εἴς τινα ἀκατοίκητον οἰκίαν, χωρὶς θύραν, καὶ μὲ μικρὰν αὐλήν, κ᾽ ἐκεῖ ὁ Σταμάτης, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν τῶν λοιπῶν, ἔστρωσεν ἐντὸς τῆς αὐλῆς τὴν ψάθαν.
Ἦτον ἡ οἰκία ἐκείνη μιᾶς Κυριακούλας καλουμένης, τὴν ὁποίαν ὁ γέρων Δήμαρχος, ἐκπληρῶν καὶ τὰ ἀστυνομικά, εἶχεν ἐξορίσει πρό τινος χρόνου, ὡς «κακὸν παράδειγμα», ἀπὸ τὸν τόπον. Ἐκεῖ ἐξηπλώθη ὁ Σταμάτης, καὶ ἔλεγεν ὅτι ἤθελε ν᾽ ἀπαγγείλῃ τοὺς ἐξορκισμούς, διὰ τῶν ὁποίων ν᾽ ἀνακαλέσῃ οἱονεὶ ὡς νεκρὰν τὴν ἀποῦσαν, εἰς τὸ «ἔρμο σπιτάκι της, τὸ πικραμένο». Χάριν συντομίας παραλείπομεν ὅλα ταῦτα, σπεύδοντες νὰ ἐξημερωθῶμεν τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὴν νύκτα αὐτήν, τὴν θλιβερὰν μᾶλλον ἢ φαιδράν.
Ἔμειναν ἐπ᾽ ὀλίγον ἐκεῖ· εἶτα ὁ Σταμάτης, μὲ ἀγρίας φωνάς, ἔτρεξε νὰ ἐξυπνήσῃ μερικοὺς γνωρίμους γείτονας, καὶ ὑπεχρέωσε τὸν γερο-Ἀρμαμέντον νὰ καταβῇ εἰς τὸ κατώγι του, καὶ ν᾽ ἀνοίξῃ τὸ μοσχᾶτόν του κρασὶ νὰ τοὺς κεράσῃ, ἐπειδὴ ὁ Σταμάτης εἶχε χύσει ἐν τῶ μεταξὺ τὰς δύο φλάσκας τοῦ Καλοειδῆ, διὰ νὰ τὸν ξαλαφρώσῃ, καθὼς ἔλεγε. Μία γειτόνισσα, ἡ γραῖα Ντολαμού, ἐξυπνήσασα ἀπὸ τὸν θόρυβον, ἐξῆλθεν εἰς τὸ παράθυρον, καὶ ἤρχισε νὰ νουθετῇ καὶ νὰ ἐπιπλήττῃ αὐστηρῶς τὸν Σταμάτην. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶχε ξαναϊδεῖ ποτὲ στὴν ζωήν της. Τί ἀταξία καὶ τί παλαβωμάρα ἦτον αὐτή! Παιδιὰ ἀπὸ σπίτια, ἀπὸ σόι κι ἀπ᾽ ἀράδα, νὰ γυρίζουν μεσάνυχτα στοὺς μαχαλάδες, νὰ ξεπρογκίζουν τὸν κόσμο ἀπ᾽ τὶς φωνὲς κι ἀπ᾽ τὸ κακό! Ὕστερα, δὲν ἔχει δίκιο ὁ Θεὸς νὰ μᾶς χαλάσῃ;
Ἡ τελευταία ἐπίσκεψις ἔγινεν ὀλίγον παραπέρα, εἰς τὴν ἄκρην τοῦ χωριοῦ, ἐκεῖ ἐπάνω ὅπου ἐκατοικοῦσαν οἱ τρεῖς Γύφτοι, καὶ ἡ Ἑλένη, ἡ πρῴην Ἀηλέ, σύζυγος τοῦ Κωνσταντῆ ὀνομασθέντος. Ἦσαν νεοφώτιστοι, αὐτοὶ καὶ ἄλλαι δύο ἢ τρεῖς οἰκογένειαι. Ἀφήσαντες τὴν Θεσσαλίαν, εἶχαν ἔλθει εἰς τὴν μικρὰν νῆσον τῷ 1878. Ὡς βαθεῖς πολιτικοί, εἶχαν προΐδει τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας ―ἴσως τῇ βοηθείᾳ τῆς μαντικῆς τέχνης, τὴν ὁποίαν μετήρχοντο αἱ γυναῖκές των― καὶ ἔσπευσαν νὰ βαπτισθῶσιν. Ἐγνώριζον καὶ ἀπὸ πρὶν τὴν γεῦσιν τοῦ χοιρείου κρέατος καὶ τοῦ οἴνου, ἀλλὰ μετὰ τὴν βάπτισίν των, ἐπειδὴ συνέπεσον αἱ ἡμέραι τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Κρεοφαγίας, ἐχόρτασαν δαψιλῶς ἀπὸ τὰ δύο ταῦτα ἡδύσματα. Ἅμα ἐμβῆκεν ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ὁ εἷς τούτων, 〈ὁ〉 Κωνσταντής, ὁ πρώην Μουσταφᾶς, ἠρώτα ἀφελῶς:
― Δὲν τρῶνε λουκάνικο, τώρα, τὴ Σαρακοστή, τζάνεμ*;
Ἐκεῖ ὡς ἔφθασαν, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης, ὁ Ἀντώνης, πρώτην φοράν, ἤνοιξε τὸ στόμα, καὶ ἤρχισε νὰ τραγουδῇ:
Τὰ μάτια σ᾽, Ἀηλέ μου, καὶ Τουρκο-Λένη μου,
κάνουν τὸ αἷμά μου νὰ βράζῃ…
Καὶ ὁ Καλοειδὴς πάραυτα ἐπρόσθεσε τὸν στίχον:
Πὼς βράζει τὸ κρασάκι μὲς στὸ βαγένι μου.
Ὁ σύζυγος τῆς Ἀηλές, καὶ πρῴην ὡς Μουσταφᾶς, καὶ τώρα ἀκόμη, ὡς Κωνσταντής, δὲν εἶχε τὴν γελοίαν ἀδυναμίαν νὰ ζηλεύῃ διὰ τοιαῦτα ἀστεῖα.
Ἐσηκώθησαν καὶ οἱ τρεῖς, αὐτός, καὶ ὁ Παῦλος, ὁ πρῴην Μεχμέτης, καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ πρῴην Χασάνης, καὶ ἔλαβον ὁ πρῶτος τὴν γκάιδαν του, ὁ δεύτερος τὸ λαγοῦτον, καὶ ὁ τρίτος τὸ κλαρινέτον, καὶ ἐν τῷ ἅμα τὰ ἐχόρδισαν. Καὶ τότε ἤρχισε δαιμονιώδης χορός, ἐκεῖ, εἰς τὴν μικράν πλατεῖαν, εἰς τὰ Γύφτικα, γύρω τριγύρω εἰς μίαν καλύβην ἡμισκεπῆ καὶ ἡμίφρακτον, χρησιμεύουσαν ὡς σιδηρουργεῖον. Καὶ ἡ γκάιδα βραχνόφωνα ἐφαίνετο νὰ λέγῃ βαθιά, μὲ φθόγγους ἐγγαστριμύθου, τοὺς ἀδήλους καημοὺς τοῦ συζύγου τῆς Ἀηλές, καὶ τὸ λαγοῦτον ἔμελπε λίαν παραπονετικὰ τὰ ἄγνωστα ντέρτια τοῦ Παύλου, τοῦ πρῴην Μεχμέτη, καὶ τὸ κλαρινέτον διελάλει, εἰς τὰ σκότη τῆς νυκτός, εἰς τὰς κοιλάδας καὶ εἰς τὰ ὄρη, τὰ ἄρρητα βάσανα τοῦ πρῴην Χασάνη, τοῦ Μάρκου. Ὅλη ἡ γειτονιὰ ἔχασε λίαν παράωρα τὸν ὕπνον της, καὶ ὅλον τὸ χωρίον ἀντήχησεν ἀπὸ τὴν ἀλλόκοτον, τὴν μεγαλόφθογγον ὀρχήστραν.
Ὀλίγη ὥρα ἐπέρασε, καὶ ἐφάνη ὁ δεκανεύς, συνοδευόμενος ὑπὸ δύο ἀνδρῶν, μὲ τὰ τουφέκια των. Ἀπὸ τὸν στρατῶνα, κάτω ἀπὸ τὰ παραθαλάσσια, πέραν τῆς ἀγορᾶς, πρὸς τὸν ἀνατολικὸν λιμένα, εἶχεν ἀκούσει τὸν θόρυβον, εἶχε χάσει τὸν ὕπνον, καὶ ἦλθε διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τήρησιν τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων.
― Καλῶς ἤλθατε, κύριοι! Λυπούμεθα διότι ἐγίναμεν ἀφορμὴ νὰ ἐνοχληθῆτε, ἐφώναξεν ὁ Σταμάτης, ὁ ὁποῖος κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἠσχολεῖτο νὰ κερνᾷ τοὺς τρεῖς Γύφτους, μὲ τὴν φλάσκαν, τὴν ὁποίαν εἶχε γεμίσει ἐκ νέου ἀπὸ τὸ περίφημον μοσχᾶτον τοῦ γερο-Ἀρμαμέντου.
Ὁ δεκανεὺς τοὺς παρεκάλεσεν εἰρηνικῶς νὰ διαλυθῶσιν, ἐπειδὴ ἦτο καιρὸς πλέον.
Ἄλλως, εἶπε, θ᾽ ἀναγκασθῇ νὰ προσκαλέσῃ τοὺς τέσσαρας κυρίους καὶ τοὺς τρεῖς Γύφτους, ἑπτὰ νοματαίους, τὸ ὅλον, νὰ τὸν ἀκολουθήσουν εἰς τὸν στρατῶνα.
Εὐθὺς κατόπιν μετεμελήθη καὶ ἐδήλωσεν ὅτι κατάσχει μόνον τὰ τρία ὄργανα τῶν Γύφτων. Οἱ Γύφτοι ἐτρόμαξαν.
― Δὲν εἶν᾽ ἐδῶ λευθεριά, τζάνεμ; Τὸ ἴδιο, ὅπως στὸ Βόλο, εἶναι κ᾽ ἐδῶ;
Μὴ θέλων ν᾽ ἀγγαρεύσῃ τοὺς ἄνδρας του, προσέθηκεν ὁ ἀστυνομεύων δεκανεύς, διὰ νὰ κουβαλήσουν τὰ ὄργανα, προσκαλεῖ τοὺς Γύφτους νὰ τὸν ἀκολουθήσουν εἰς τὸν στρατῶνα, ὅπου νὰ τὰ παραδώσωσι.
Οἱ τρεῖς Γύφτοι ἡτοιμάσθησαν, μὲ κρεμασμένα ὦτα, νὰ ὑπακούσουν.
― Ἀλλά, ἐπέφερεν ὁ νέος καὶ ζωηρὸς δεκανεύς, δὲν πρέπει νὰ πᾶμε ὣς ἐκεῖ βουβοί· τί διάβολο! Λέτε καὶ τίποτα στὸ δρόμο.
Καὶ τότε οἱ Γύφτοι, εὔθυμοι, ἐπανέλαβον τὴν διακοπεῖσαν συναυλίαν των.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, πρὶν ἐκκινήσουν, ἡ Ἀηλέ, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν Ἀντώνην, ἔκραξεν ἀπὸ τὴν θύραν τῆς καλύβης, ὅπου ἵστατο:
― Γιὰ πές το πάλι, κεῖνο τὸ τραγούδι, πῶς τό ᾽λεες;…
Ὁ Ἀντώνης τὸ εἶπε:
Τὰ μάτια σ᾽, Ἀηλέ μου, καὶ Τουρκο-Λένη μου.
Ὁ δεκανεὺς ἐγέλασεν ἀκουσίως, καὶ ἡ ἀφετηρία ἔγινεν ἐν μεγάλῳ κρότῳ καὶ βοῇ.
― Δὲν σοῦ φαίνεται πὼς πᾶμε νὰ ποῦμε τὰ πιστρόφια*; εἶπεν ὁ Σταμάτης.
― Ναί, σὰν νὰ γυρίζουμε ἀπὸ Γύφτικο γάμο, εἶπεν ὁ Καλοειδής.
Καὶ ἡ συνοδία ἠκολούθησε τὸν δρόμον της πρὸς τὰ κάτω, διεγείρουσα καὶ ἐκκωφαίνουσα ὅλον τὸ χωρίον μὲ τοὺς δαιμονιώδεις φθόγγους τῆς ὀρχήστρας της.
(1901)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 29 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 29ης Μαρτίου 


1430: Ο Σουλτάνος Μουράτ Β΄ μετά από τριήμερη πολιορκία καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη.
1798: Δημιουργείται η Ελβετία, η χώρα της σοκολάτας, των ρολογιών και χρηματοκιβώτιο των πλουσίων του κόσμου.
1799: Η Πολιτεία της Νέας Υόρκης ψηφίζει νόμο με στόχο τη σταδιακή κατάργηση της δουλείας.
1823: Συγκροτείται στο Άστρος Αρκαδίας η Β' Εθνική Συνέλευση υπό την προεδρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, για να επικυρώσει το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα.
1827: Στη Βιέννη, 20.000 άτομα συνοδεύουν τον Λούντβιχ φον Μπετόβεν στην τελευταία του κατοικία.
1864: Η Αγγλία ανακοινώνει ότι παραχωρεί τα Επτάνησα στην Ελλάδα, ως προίκα στον νέο βασιλιά Γεώργιο Α'.
1871: Εγκαινιάζεται το θέατρο Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου από τη βασίλισσα Βικτόρια.
1896: Ο Σπύρος Λούης κόβει το νήμα στο μαραθώνιο των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Χρόνος: 2 ώρες, 58 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα.
1949: Εγκαινιάζεται η διώρυγα της Κορίνθου.
1950: Η εταιρία RCA κατασκευάζει την πρώτη έγχρωμη τηλεόραση.
1993: Αρχίζει στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας η δίκη του Γιώργου Κοσκωτά και 26 ακόμα ατόμων. Η υπόθεση αφορά στην υπεξαίρεση 32 δισεκατομμυρίων δραχμών από την Τράπεζα Κρήτης και την εισροή 12,1 δισεκατομμυρίων δραχμών από αυτά στην εκδοτική εταιρία «Γραμμή». Την ίδια μέρα παραιτείται από το βουλευτικό αξίωμα ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, αποδοκιμάζοντας τους χειρισμούς της κυβέρνησης (Μητσοτάκης) και της αξιωματικής αντιπολίτευσης (Παπανδρέου) για το Σκοπιανό.
1995: Την παραίτησή του υποβάλλει, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Στέλιος Παπαθεμελής, γιατί διαφώνησε με την επέμβαση των ΜΑΤ κατά των αγροτών που είχαν αποκλείσει την εθνική οδό.
2007: Λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα βόλεϊ γυναικών Παναθηναϊκός - Ολυμπιακός για το Κύπελλο Ελλάδος, σκοτώνεται στη λεωφόρο Λαυρίου, στην περιοχή της Παιανίας, από μαχαίρι ο 25χρονος Μιχάλης Φιλόπουλος, σε συμπλοκή οπαδών. Την επόμενη ημέρα, η πολιτεία θα αποφασίσει την αναβολή όλων των αγώνων των ομαδικών αθλημάτων για δύο εβδομάδες.
2008: Η Ώρα της Γης διεθνοποιείται. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο σβήνουν τα φώτα για μία ώρα, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την ανησυχία τους για την άνοδο της θερμοκρασίας στον πλανήτη. Στην Αθήνα, σβήνουν τα φώτα στο Δημαρχιακό Μέγαρο και στο Λυκαβηττό.

Γεννήσεις

1553 - Βιτσέντζος Κορνάρος, Έλληνας ποιητής
1769 - Ζαν Σουλτ, Γάλλος στρατιωτικός και πολιτικός
1870 - Παύλος Μελάς, Έλληνας αξιωματικός πυροβολικού
1899 - Λαβρέντι Μπέρια, Aρχηγός της σοβιετικής μυστικής αστυνομίας
1920 - Πιερ Μουανό, Γάλλος συγγραφέας
1926 - Κώστας Βίρβος, Έλληνας συνθέτης και στιχουργός
1929 - Λέναρτ Μέρι, Εσθονός συγγραφέας, σκηνοθέτης και πολιτικός
1930 - Άνρουντ Τζάγκνοτ, Πρωθυπουργός του Μαυρίκιου
1939 - Τέρενς Χίλλ, Ιταλός ηθοποιός και σκηνοθέτης
1943 - Τζων Μέιτζορ, Βρετανός πολιτικός
1943 - Βαγγέλης Παπαθανασίου, Έλληνας μουσικός
1950 - Μόρι Καντέ, τραγουδιστής από τη Γουινέα
1952 - Τεόφιλο Στήβενσον, Κουβανός πυγμάχος
1957 - Κριστόφ Λαμπέρτ, Αμερικανός ηθοποιός
1959 - Τροντ Σόλιντ, Νορβηγός προπονητής ποδοσφαίρου
1960 - Μαρίνα Σίρτης, Ελληνοαμερικανίδα ηθοποιός
1962 - Νταν Μπίττμαν, Ρουμάνος τραγουδιστής
1964 - Ελ Μακφέρσον, Αυστραλίδα φωτομοντέλο
1965 - Βούλα Πατουλίδου, πρώτη Ελληνίδα ολυμπιονίκης
1967 - Μισέλ Χαζαναβίσιους, Γάλλος σκηνοθέτης
1969 - Γεώργιος Αργυριάδης, Έλληνας ποδοσφαιριστής και ποιητης
1976 - Τζένιφερ Καπριάτι, Αμερικανίδα τενίστρια
1981 - Τζέσικα Τσάστεϊν, Αμερικανίδα ηθοποιός

Θάνατοι

1772 - Εμάνουελ Σβέντενμποργκ, Σουηδός φιλόσοφος και μαθηματικός
1792 - Γουστάβος Γ΄, Βασιλιάς της Σουηδίας
1912 - Ρόμπερτ Φάλκον Σκοτ, Βρετανός εξερευνητής του Νότιου Πόλου
1957 - Δωρόθεος, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
1982 - Καρλ Ορφ, Γερμανός συνθέτης
1994 - Ευγένιος Ιονέσκο, Γαλλο-Ρουμάνος θεατρικός συγγραφέας
2005 - Μίλτος Σαχτούρης, Έλληνας ποιητής
2007 - Τοσίγουο Νακαγιάμα, Πρόεδρος της Μικρονησίας
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Μάρκου του Επισκόπου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων.

 


Τη μνήμη του Αγίου Μάρκου του Επισκόπου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 29 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Ο Άγιος Μάρκος ήταν επίσκοπος Αρεθουσίων (Η Αρέθουσα είναι οικισμός στα ανατολικά του Νομού Θεσσαλονίκης) και ήκμασε στα χρόνια του Μέγα Κωνσταντίνου, του βασιλέως Κωνσταντίου (337-361 μ.Χ.) και του Ιουλιανού του Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.).
Το 341 μ.Χ. συμμετείχε στην Σύνοδο της Αντιόχειας. Στα Πρακτικά μάλιστα αυτής, διασώζεται «Έκθεσις Πίστεως Μάρκου Αρεθουσίων». Το επόμενο έτος συμμετείχε στην αντιπροσωπεία Επισκόπων, η οποία μετέβη στα Τρέβηρα για να συναντήσει τον αυτοκράτορα Κώνσταντα.
Το 343 μ.Χ. έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Φιλιππουπόλεως και το 351 μ.Χ. στην Σύνοδο του Σιρμίου, η οποία καταδίκασε τον Φωτεινό, Επίσκοπο Σιρμίου, ως οπαδό του αιρετικού Επισκόπου Αγκύρας, Μαρκέλλου. Τον συναντάμε, επίσης, στην Σύνοδο της Σελευκείας της Ισαυρίας, το 358 μ.Χ.
Μια μέρα, κινούμενος από θείο ζήλο, γκρέμισε ένα ναό των ειδώλων και τον έκανε εκκλησία. Όταν όμως ανέλαβε αυτοκράτωρ ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, συνέλαβε το Μάρκο (363 μ.Χ.), διότι γκρέμισε τον ειδωλολατρικό ναό.
Τότε οι στρατιώτες, αφού τον γύμνωσαν και τον μαστίγωσαν αλύπητα, τον έριξαν μέσα σε χαντάκια με βρώμικο νερό. Μετά τον έβγαλαν από 'κει, και τον παρέδωσαν σε μικρά παιδιά, να τον τρυπούν με βελόνες. Έπειτα, έβρεξαν το σώμα του με άλμη. Κατόπιν τον άλειψαν με μέλι και τον κρέμασαν ανάποδα στον ήλιο, για να είναι τροφή στις μέλισσες και στις σφήκες.
Όλα αυτά τα βάσανα ο Μάρκος τα υπέστη με ανδρεία και πολλή υπομονή. Οπότε, βλέποντας οι ειδωλολάτρες αυτή την ανδρεία και μεγαλοψυχία του γέροντα Μάρκου, έγινε στις ψυχές τους μέγα θαύμα. Αφού τον κατέβασαν από 'κει που τον είχαν κρεμασμένον, μετενόησαν, έγινε διδάσκαλος τους και έμαθαν απ' αυτόν την αληθινή πίστη.
Ο Άγιος Μάρκος κοιμήθηκε με ειρήνη.
Επί Ιουλιανού του Παραβάτη (363 μ.Χ.) έλαμψε και ο Διάκονος Κύριλλος, καύχημα της Εκκλησίας της Φοινίκης. Επειδή στάθηκε αμετακίνητος στη χριστιανική ομολογία και κήρυττε κατά των ειδώλων, κίνησε τη μανία των ειδωλολατρών, οι όποιοι με ξίφη άνοιξαν την κοιλιά του και χύθηκαν τα σπλάχνα του.
Με τον ίδιο θάνατο τελείωσαν τη ζωή τους και αρκετές παρθένες γυναίκες στην Ασκάλωνα και τη Γάζα, καθώς και μερικοί ιερωμένοι, των οποίων η μνήμη συνεορτάζεται την ήμερα αυτή.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.Αρεθουσίων ο σοφός Ποιμενάρχης, υπέρ Χριστού Μάρκε στερρώς ηνωνίσω, εν τη Φοινίκη δε ω Κύριλλε Διάκονε, Μάρτυς ώφθης ένθεος, και εν Γάζη τη πόλει, άμα και Ασκάλωνι, Ιερείς θεοφόροι, μετά Γυναίων ήθλησον σεμνών, ούς ως οπλίτας, Χριστού μακαρίσωμεν.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Το Ευαγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 29 Μαρτίου 2026

 

Το Ευαγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 29 Μαρτίου 2026- της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (6/4)

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς 29 Μαρτίου, Ε΄ Νηστειῶν, Μαρίας Ὁσίας τῆς Αἰγυπτίας (Μαρκ. ι΄ 32-45)

32 Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀ­­­­ναβαίνοντες εἰς Ἱεροσό­­λυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦν­­­­­­­­­­­­­­­το, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ­ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐ­τῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώ­σουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνε­σι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀ­­­­πο­κτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 

36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡ­­­μῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον­ ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτι­σμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βα­πτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνά­μεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐ­τοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐ­­­γὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. 41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰα­κώβου καὶ Ἰωάννου. 42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑ­­­μῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέ­σθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑ­­­μῶν διάκονος, 44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γε­­­νέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύ­τρον ἀντὶ πολλῶν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

32 Προχωροῦσαν λοιπόν κι ἀνέβαιναν τό δρόμο πρός τά Ἱεροσόλυμα. Κι ὁ Ἰησοῦς προχωροῦσε μπροστά ἀπό τούς μαθητές του, κι αὐτοί θαμπώνονταν ἀπό θαυμασμό καί δέος, καθώς τόν ἔβλεπαν τόσο ἄφοβα καί μέ τό­σο θαρραλέα ἀπόφαση νά προχωρᾶ πρός τήν πόλη ὅπου τόσα θά πάθαινε. Κι ἐνῶ ἀπό σεβασμό τόν ἀκο­λου­θοῦσαν, φοβοῦνταν γιά ὅσα θά τούς ἔβρισκαν στά Ἱε­ρο­σόλυμα. Κι ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ πῆρε ἰδιαιτέρως τούς δώ­δεκα, ἄρχισε νά τούς λέει ἐκεῖνα πού θά τοῦ συνέβαι­ναν. 33 Τούς ἔλεγε δηλαδή ὅτι, νά, ἀνεβαίνουμε στά Ἱεροσόλυμα, καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, θά παρα­δοθεῖ στούς ἀρχιερεῖς καί τούς γραμματεῖς, κι αὐτοί θά τόν καταδικάσουν σέ θάνατο καί θά τόν παραδώσουν στούς ἐθνικούς στρατιῶτες τῆς Ρώμης. 34 Κι ἐκεῖνοι θά τόν ἐμπαίξουν καί θά τόν μαστιγώσουν καί θά τόν φτύσουν καί θά τόν θανατώσουν, καί τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τό θάνατό του θά ἀναστηθεῖ. 35 Πλησιάζουν τότε τόν Ἰησοῦ ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, καί τοῦ λένε: Διδάσκαλε, θέλουμε νά μᾶς κάνεις αὐτό πού θά σοῦ ζητήσουμε. 36 Κι αὐτός τούς ρώτησε: Τί θέλετε νά σᾶς κάνω; 37 Αὐτοί τοῦ εἶπαν: Ὅταν ἔλθεις στή δόξα σου καί ἀνε­βεῖς στόν ἐπίγειο βασιλικό θρόνο τοῦ Δαβίδ, βάλε μας νά καθίσουμε ὁ ἕνας στά δεξιά σου κι ὁ ἄλλος στ’ ἀρι­στερά σου. 38 Ὁ Ἰησοῦς τότε τούς εἶπε: Δέν ξέρετε τί ζητᾶτε. Δέν εἶναι τώρα καιρός κοσμικῶν μεγαλείων καί ἀξιωμάτων, ἀλλά κόπων καί διωγμῶν καί μαρτυρικοῦ θανάτου. Μπορεῖτε νά πιεῖτε τό ποτήριο τοῦ θανάτου πού πρόκειται νά πιῶ ἐγώ μετά ἀπό λίγο, καί νά βαπτισθεῖτε τό βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου πού μετά ἀπό λίγο θά ὑποστῶ; 39 Κι αὐτοί, θέλοντας νά ἐξασφαλίσουν τό αἴτημά τους, τοῦ εἶπαν χωρίς νά τό σκεφτοῦν καλά: Μποροῦμε. Τότε τούς εἶπε ὁ Ἰησοῦς: Τό ποτήριο τοῦ μαρτυρίου πού ἐγώ θά πιῶ μετά ἀπό λίγο, θά τό πιεῖτε κι ἐσεῖς, καί τό βάπτισμα πού μετά ἀπό λίγο θά ὑποστῶ στή θάλασσα τῶν παθη­μά­των μου, θά τό ὑποστεῖτε κι ἐσεῖς. Διότι κι ἐσεῖς θά ὑπο­στεῖτε διωγμούς καί μαρτύριο γιά τό εὐαγγέλιό μου. 40 Τό νά καθίσετε ὅμως στά δεξιά μου καί στά ἀριστε­ρά μου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό μένα νά τό δώσω σ’ ὅποιον μοῦ τό ζητήσει, ἀλλά αὐτό θά δοθεῖ σ’ ἐκείνους γιά τούς ὁποίους ἔχει ἑτοιμασθεῖ ἀπό τόν δικαιοκρίτη Πατέρα μου, πού κανονίζει τίς ἀνταμοιβές σύμφωνα μέ τήν ἀρε­τή τοῦ καθενός. 41 Ὅταν τ’ ἄκουσαν αὐτά οἱ ἄλλοι δέκα μαθητές, ἄρχισαν νά ἀγανακτοῦν γιά τή συμπεριφορά αὐτή τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν νά τούς παραγκωνίσουν καί νά τιμηθοῦν περισσότερο ἀπ’ αὐτούς. 42 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τούς κάλεσε κοντά του καί τούς εἶπε: Γνωρίζετε ὅτι αὐτοί πού θεωροῦνται καί φαίνονται ἄρ­χοντες τῶν ἐθνῶν, ἀσκοῦν ἀπόλυτη κυριαρχία στούς λαούς τους σάν νά εἶναι ἀνεξέλεγκτοι κύριοί τους καί σάν νά εἶναι οἱ λαοί κτῆμα τους. Κι ἐκεῖνοι πού ἔχουν μεγάλο ἀξίωμα, ὅπως εἶναι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματοῦχοι, καταδυναστεύουν τούς λαούς τους μέ ἀπό­λυ­τη ἐξουσία, σάν νά εἶναι αὐτοί δοῦλοι τους. 43 Μεταξύ σας ὅμως δέν μπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νά συμ­βαίνει αὐτό. Ἀλλά ὅποιος θέλει νά γίνει μεγάλος ἀνά­με­σά σας, πρέπει νά εἶναι ὑπηρέτης σας καί νά προ­σπα­θεῖ νά γίνεται ἐξυπηρετικός στούς ἄλλους. 44 Κι ὅποιος ἀπό σᾶς θέλει νά γίνει πρῶτος, πρέπει νά γίνει δοῦλος ὅλων, ἀσκώντας μέ κάθε ταπεινοφροσύνη τήν ἀγάπη. 45 Διότι καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, δέν ἦλ­θε στόν κόσμο γιά νά ὑπηρετηθεῖ, ἀλλά ἦλθε γιά νά ὑπη­ρε­τήσει καί νά δώσει τή ζωή του λύτρο προκειμένου νά ἐξα­γορασθοῦν καί νά ἐλευθερωθοῦν πολλοί ἀπό τήν ἁμαρτία καί τό θάνατο.

.

Τὸ αἷμα τοῦ Λυτρωτοῦ

Ἀπόστολος Κυριακῆς 29 Μαρτίου 2025, Ε΄ Νηστειῶν – Ὁσίας Μαρίας Αἰγυπτίας (Ἑβρ. θ΄ 11-14)

Ἀδελφοί, Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾿ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, οὐδὲ δι᾿ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ραντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι;

«Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ… καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων»

Ἤδη φθάνουμε πρὸς τὸ τέλος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ μόλις λίγες ἡμέρες μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα, κατὰ τὴν ὁποία θὰ προσκυνήσουμε τὰ ἄχραντα Πάθη τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ πρῶτα καθαρίσουμε τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὴ δυσωδία τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ συνείδησή μας μᾶς βεβαιώνει ὅτι εἴμαστε ἔνοχοι, τὸ σημερινὸ Ἀποστολι­κὸ ἀνάγνωσμα ὅμως μᾶς δίνει θάρρος καὶ ἐλπίδα. Προβάλλοντας τὸ ἀσύγκριτο μεγαλεῖο τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου ὁ θε­oφώτιστος Ἀπόστολος μᾶς τονί­ζει ὅτι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ­«καθαριεῖ τὴν συν­είδησιν ἡμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι»· δηλαδὴ θὰ καθαρίσει τὴ συνείδησή μας ἀπὸ τὰ ἔρ­­­γα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ φέρνουν στὴν ψυ­­­χὴ νέκρωση, καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ λα­τρεύουμε ἀξίως τὸν ζωντανὸ Θεό.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν ποιὰ εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου καὶ πῶς αὐτὸ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.

1. Ἡ ἀσύγκριτη δύναμή του

Ἀνέκαθεν ὁ ἄνθρωπος αἰσθανόταν τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως δὲν ἄφηναν τὴν ψυχή του νὰ εἰρηνεύσει. Γι’ αὐτὸ στὰ πρὸ Χριστοῦ χρόνια τόσο οἱ εἰδωλολάτρες ὅσο καὶ οἱ Ἰουδαῖοι προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἐξιλέωσή τους, πρόσφεραν θυσίες ζώων. Ὅπως σημειώνει ὅμως ὁ Ἀπόστολος, εἶναι «ἀδύνατον αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας» (Ἑβρ. ι΄ 4). Ἂν κάτι μπορεῖ νὰ ἐξαγνίσει τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο καὶ νὰ καθαρίσει τὴ συνείδησή μας, αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού χύθηκε πάνω στὸ Σταυρὸ «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας».

Γιατί; Πρῶτον διότι τὸ αἷμα αὐτὸ εἶναι αἷμα τοῦ ἐντελῶς ἀθώου καὶ ἀναμαρτήτου Κυρίου Ἰησοῦ, ὁ Ὁποῖος «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ. β΄ 22).

Δεύτερον αὐτὸ ποὺ προσδίδει ἄπειρη ἀξία καὶ δύναμη στὴ θυσία τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι θυσιάζεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός, καὶ συνεπῶς τὸ αἷμα αὐτὸ εἶναι αἷμα Θεοῦ! Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος γιὰ νὰ διατυπώσει τὸ ἀσύλληπτο μυστήριο: «Αἵματι Θεοῦ ὁ ἰὸς τοῦ ὄφεως ἀποπλύνεται» (Δοξαστικὸ Ἑσπερινοῦ Ἑορτῆς Ὑψώσεως Τιμίου Σταυροῦ)· δηλαδὴ μὲ αἷμα Θεοῦ ξεπλένεται τὸ δηλητήριο τοῦ ἀρχαίου ὄφεως (τοῦ διαβόλου).

«Τοῦτο τὸ αἷμα ἐκχυθὲν πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐξέπλυνε», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (PG 59,261). Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ὑπογραμμίζοντας τὴν ἀτίμητη ἀξία του σημειώνει: Λίγες ρανίδες τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ Κυρίου ἀναπλάττουν ὅλο τὸν κόσμο (PG 36,664).

2. Πῶς μᾶς καθαρίζει

Πραγματικὰ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶ­ναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο «καθαρίζει ἡμᾶς ἀ­­­πὸ πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰω. α΄ 7), ὅ­πως σημειώνει ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς Ἰω­­άν­νης.

Πῶς γίνεται αὐτό; Γίνεται διὰ τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ προσερχόμαστε μὲ εἰλικρινὴ μετάνοια στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἡ ψυχή μας λούζεται μὲ τὸ αἷμα τῆς θυσίας τοῦ Κυρίου καὶ γίνε­ται πεντακάθαρη καὶ ὁλοφώτεινη, πιὸ λευκὴ κι ἀπὸ τὸ χιόνι! Καὶ στὸ Μυστή­ριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ κοινω­νοῦμε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον», ὁλοκληρώνεται τὸ θαῦμα τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἁμαρτιῶν μας. Τότε πραγματικὰ ἀπολαμβάνουμε ζωὴ εἰρηνική, μὲ ἤρεμη καὶ ἀνένοχη συνείδηση, μὲ χαρὰ καὶ ἀνάπαυση στὴν ψυχή μας.

❁ ❁ ❁

Σήμερα, Ε΄ Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσ­σαρακοστῆς, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει ἐνώπιόν μας καὶ τὴν ἀσκητικὴ μορφὴ τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ἐνῶ ζοῦσε ­βυθισμένη μέσα στὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴ διαφθορά, συγκλονίστηκε ἀπὸ ἕνα ­προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους, μετανόησε εἰλικρινά, ἐξομολογήθηκε κι ἔζησε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της στὴν ἔρημο μὲ συντριβὴ ψυχῆς καὶ σκληροὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες. Αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ θαῦμα μεταστροφῆς δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ γίνει χωρὶς τὴ δύναμη τῆς ­σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου. Τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἦταν αὐτὸ ποὺ καθάρισε τὴν καρδιὰ τῆς ὁσίας Μαρίας ἀπὸ κάθε μολυ­σμὸ ἁμαρτίας καὶ τῆς χάρισε πλήρη ἄ­­­­­φεση, λύτρωση καὶ σωτηρία.

Μακάρι κι ἐμεῖς νὰ προστρέχουμε μὲ πίστη καὶ μετάνοια στὸν ἐσταυρωμένο Λυτρωτή, γιὰ νὰ μᾶς ξεπλένει μὲ τὸ τίμιο αἷμα του καὶ νὰ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.

.

πηγή: ο Σωτήρ

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Κυριακή 29 Μαρτίου.

..Βροχές κυρίως στη δυτική και βορειοανατολική χώρα, στο Ανατολικό Αιγαίο και στα Δωδεκάνησα. Σποραδικές καταιγίδες. Χιόνια σε ορεινά τμήματα της ηπειρωτικής χώρας. Τοπικά ισχυροί άνεμοι δυτικών διευθύνσεων. Μικρή άνοδος της θερμοκρασίας.

Πιο αναλυτικά, την Κυριακή 29 Μαρτίου 2026 αναμένεται άστατος στα δυτικά και νότια ηπειρωτικά, στην Κρήτη και κυρίως στην Ανατολική Μακεδονία, στη Θράκη, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στα Δωδεκάνησα. Σποραδικές καταιγίδες θα εκδηλωθούν κυρίως στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στα Δωδεκάνησα. Λίγα χιόνια θα πέσουν σε ορεινά τμήματα της ηπειρωτικής χώρας.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία από -2 έως 14 βαθμούς, στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα από 2 έως 15-17, στην Ήπειρο από 3 έως 14-15 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 3 έως 18-20, στα υπόλοιπα ηπειρωτικά από 5 έως 15-18 βαθμούς, στα νησιά του Ιονίου από 8 έως 15-16 και στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη από 7 έως 16-19 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι θα πνέουν στο Αιγαίο και στον Κορινθιακό δυτικοί με εντάσεις 4-5 μποφόρ και τοπικά 6 μποφόρ και στο Ιόνιο δυτικοί βορειοδυτικοί με εντάσεις έως 5 μποφόρ.

Στην Αττική περιμένουμε παροδικά αυξημένες νεφώσεις, με πιθανότητα πρόσκαιρης βροχής ή καταιγίδας. Οι άνεμοι θα πνέουν από δυτικές διευθύνσεις με εντάσεις 3-5 μποφόρ και στις δυτικές ακτές του νομού 6 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 9 έως 16-17 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη περιμένουμε λίγες νεφώσεις, παροδικά αυξημένες. Οι άνεμοι θα πνέουν από βορειοδυτικές κυρίως διευθύνσεις με εντάσεις 2-4 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 6 έως 17 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτάζοντες την 29ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  29ην του μηνός Μαρτίου


 

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΚΟΣ επίσκοπος Άρεθουοίων, ΚΥΡΙΛΛΟΣ Διάκονος, και των εν Άσκάλωνι και Γάζη παρθένων γυναικών και ιερωμένων ανδρών

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΩΝΑΣ, ΒΑΡΑΧΗΣΙΟΣ και οι συν αυτοίς ΖΑΝΙΘΑΣ, ΛΑΖΑΡΟΣ, ΜΑΡΟΥΘΑΣ, ΝΑΡΣΗΣ, ΗΛΙΑΣ, ΜΑΡΗ (κατ' άλλους Μαρής), ΑΒΙΒΟΣ, ΣΙΜΙΑΘΗ (κατ' άλλους Σιμιάθης) και ΣΑΒΑ ή Σώθα (κατ' άλλους Σάββας)

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ο Όμολογητής επίσκοπος Χίου Βιθυνίας

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ επίσκοπος Φωτικής

  • ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΙΩΝΑΣ και ΜΑΡΚΟΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΗΣΥΧΙΟΣ

 

Αναλυτικά

 

0Ι ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΚΟΣ επίσκοπος Άρεθουοίων, ΚΥΡΙΛΛΟΣ Διάκονος, και των εν Άσκάλωνι και Γάζη παρθένων γυναικών και ιερωμένων ανδρών
Ό Άγιος Μάρκος ήταν επίσκοπος στα χρόνια του Μ. Κων/νου. Μια μέρα, κινούμενος από θείο ζήλο, γκρέμισε ένα ναό των ειδώλων και τον έκανε εκκλησία. Όταν όμως ανέλαβε αυτοκράτωρ ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, συνέλαβε το Μάρκο, διότι γκρέμισε τον ειδωλολατρικό ναό. Τότε οι στρατιώτες, αφού τον γύμνωσαν και τον μαστίγωσαν αλύπητα, τον έριξαν μέσα σε χαντάκια με βρώμικο νερό. Μετά τον έβγαλαν από 'κει, και τον παρέδωσαν σε μικρά παιδιά, να τον τρυπούν με βελόνες. Έπειτα, έβρεξαν το σώμα του με άλμη. Κατόπιν τον άλειψαν με μέλι και τον κρέμασαν ανάποδα στον ήλιο, για να είναι τροφή στις μέλισσες και στις σφήκες. Όλα αυτά τα βάσανα ο Μάρκος τα υπέστη με ανδρεία και πολλή υπομονή. Όποτε, βλέποντας οί ειδωλολάτρες αυτή την ανδρεία και μεγαλοψυχία του γέροντα Μάρκου, έγινε στις ψυχές τους μέγα θαύμα. Αφού τον κατέβασαν από 'κει πού τον είχαν κρεμασμένον, μετενόησαν, έγινε διδάσκαλος τους και έμαθαν άπ' αυτόν την αληθινή πίστη. Έρχεται, έτσι, να μας υπενθυμίσει ο Άγιος Μάρκος το θεόπνευστο λόγο της Αγίας Γραφής: "άνδρίζου και Ίσχυε, μη φόβου μηδέ δειλιάσης μηδέ πτοηθής από προσώπου αυτών"1. Να έχεις, δηλαδή, ανδρεία και θάρρος. Μη φοβάσαι, ούτε να δειλιάσεις. Ούτε να τρομάξεις μπροστά στους εχθρούς σου.
Επί Ιουλιανού του Παραβάτη έλαμψε και ο Διάκονος Κύριλλος, καύχημα της Εκκλησίας της Φοινίκης. Επειδή στάθηκε αμετακίνητος στη χριστιανική ομολογία και κήρυττε κατά των ειδώλων, κίνησε τη μανία των ειδωλολατρών, οι όποιοι με ξίφη άνοιξαν την κοιλιά του και χύθηκαν τα σπλάχνα του. Με τον ίδιο θάνατο τελείωσαν τη ζωή τους και αρκετές παρθένες γυναίκες στην Ασκάλωνα και τη Γάζα, καθώς και μερικοί ιερωμένοι, των οποίων ή μνήμη συνεορτάζεται την ήμερα αυτή.

1. Δευτερονόμιον, λα' 6.


Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ό υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Άρεθουσίων ο σοφός Ποιμενάρχης, υπέρ Χριστού Μάρκε στερρώς ήνωνίσω, εν τη Φοινίκη δε ώ Κύριλλε Διάκονε, Μάρτυς ώφθης ένθεος, και εν Γάζη τή πόλει, άμα και Άσκάλωνι, Ιερείς θεοφόροι, μετά Γυναίων ήθλησσν σεμνών, ους ως όπλίτας, Χριστού μακαρίσωμεν


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΩΝΑΣ, ΒΑΡΑΧΗΣΙΟΣ και οι συν αύτοϊς ΖΑΝΙΘΑΣ, ΛΑΖΑΡΟΣ, ΜΑΡΟΥΘΑΣ, ΝΑΡΣΗΣ, ΗΛΙΑΣ, ΜΑΡΗ (κατ' άλλους Μαρής), ΑΒΙΒΟΣ, ΣΙΜΙΑΘΗ (κατ' άλλους Σιμιάθης) και ΣΑΒΑ ή Σώθα (κατ' άλλους Σάββας)


Ήταν ασκητές και μαρτύρησαν περίπου το 330 μ.Χ., όταν βασιλιάς των Περσών ήταν ο Σαβώριος και των Ρωμαίων ο Μέγας Κων/νος. Αυτοί λοιπόν, αναχώρησαν από τη Μονή πού μόναζαν και πήγαν σε κάποια κωμόπολη, πού ονομαζόταν Μαρβιαβώχ (ή Μαρμιαβώχ). Εκεί επισκέφθηκαν εννιά κρατούμενους Μάρτυρες στην ειρκτή, τον Ζανιθά, Λάζαρο, Μαρουθά, Ναρσή, Ηλία, Μάρη, Άβίβο, Σιμιάθη και Σάβα (ή Σώβα) και τους ενθάρρυναν στο μαρτύριο. Αμέσως τότε συνέλαβαν και αυτούς και τους οδήγησαν μπροστά σε τρεις άρχοντες των Περσών, τον Μασδράθ, τον Σιρώ και Μαρμισή. Αυτοί συμβούλευσαν τους Ίωνά και Βαραχήσιο ν' αρνηθούν τον Χριστό και να προσκυνήσουν τη φωτιά, το νερό και τον ήλιο. Επειδή όμως οι Άγιοι στάθηκαν σταθεροί στην πίστη τους, τους βασάνισαν φρικτά και τους θανάτωσαν αφού κατατεμάχισαν τα σώματα τους. Τα άγια λείψανα τους τα αγόρασε κάποιος χριστιανός και τα έθαψαν μαζί με αυτά των εννιά προαναφερθέντων Μαρτύρων.


Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Χορόν έννεάριθμον, πανευκλεών Αθλητών, και λόνοις και πράξεσι, προς μαρτυρίου όδόν, λαμπρώς ενισχύσατε· όθεν ήγωνιαμένοι, συν αυτοίς θεοφρόνως, άμα Βαραχησίω, Ίωνά θεοφόρε, πρεσβεύσατε τω Κυρίω, χάριν δούναι ήμίν και έλεος.


Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ο Όμολογητής επίσκοπος Χίου Βιθυνίας
Έζησε στα χρόνια του μακρού και πολυθόρυβου αγώνα της εικονομαχίας. Από νέος βάδισε το δρόμο της ευσέβειας, στολισμένος με βαθειά και ένθερμη πίστη. Ήταν συγχρόνως και ακριβής τηρητής των εντολών, τις όποιες δεν γνώριζε μόνο αλλά και εφάρμοζε. Τη ζωντανή αυτή ευσέβεια του, καλλιέργησε ακόμα περισσότερο, όταν έγινε μοναχός και χειροτονήθηκε υστέρα Ιερέας. Ή κοινή αναγνώριση των προτερημάτων αυτών, τον ανέβασε στην επισκοπή της Κίου στη Βιθυνία. Στη νέα του αυτή διακονία, έδειξε περισσότερα ποιμαντικά χαρίσματα και εργάστηκε με μεγαλύτερη αφοσίωση στη φιλανθρωπική αποστολή του. Απέναντι στους εικονομάχους, ο ειρηνικός ποιμενάρχης φάνηκε δυναμικός και ακοίμητος φρουρός της Ορθοδοξίας. Ούτε πτοήθηκε, όταν είδε μπροστά του τον άγριο διωγμό. Φυλακίστηκε και στη συνέχεια εξορίστηκε. Άλλ' από παντού συμμετείχε στην άμυνα της Ορθοδοξίας. Υπέμεινε δε απερίγραπτες στερήσεις πείνας, γυμνότητας και άλλων κακουχιών. Τελικά παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό, του οποίου έλαμψε πιστός και γνήσιος υπηρέτης, πού προτίμησε τις ταλαιπωρίες και το θάνατο από την εγωιστική διατήρηση του αξιώματος του.


Ο ΑΓΙΟΣ ΔΙΑΔΟΧΟΣ επίσκοπος Φωτικής
Δεν τον αναφέρουν οι Συναξαριστές. Συναντάται στον Λαυριωτικό Κώδικα Δ 34 φ. 68α, μαζί με τον πρεσβύτερο Μάρκο τον μεγάλο ασκητή (+5 Μαρτίου), όπου υπάρχει και κοινός Κανόνας των δύο μη ολοκληρωμένος. Ό Άγιος Διάδοχος, επίσκοπος Φωτικής της Παλαιάς Ηπείρου, έζησε τον 5ο αιώνα μ.Χ. και είχε το χάρισμα της ευγλωττίας, αλλά και της συναρπαστικής συγγραφής. Τα 100 γνωστικά ασκητικά κεφάλαια πού έγραψε, διαβάζονταν με απληστία από τους μοναχούς. Επίσης έγραψε και αλλά, όπως την "Όραση" και λόγο στην Ανάληψη του Κυρίου.


ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΙΩΝΑΣ και ΜΑΡΚΟΣ

(Ρώσοι, +15ος αι.).


Ο ΟΣΙΟΣ ΗΣΥΧΙΟΣ

ό Σιναΐτης Ηγούμενος Ί. Μονής Σινά (+ 7ος αι.)

Read more » Διαβάστε Περισσότερα