Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Ναυαγίων ναυάγια".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Πελώριον κῦμα, λυσσωδέστερον τῶν ἄλλων, ἐκορυφώθη οὐ μακρὰν τῆς ἀκτῆς, μανιῶδες παφλάζον, μετὰ ροίβδου φοβεροῦ ρηγνύμενον κατὰ τοῦ βράχου, ἀφῆσαν ὀπίσω τοὺς ἀσθενεστέρους του συντρόφους, ἀναλαβὸν δὲ αὐτὸ τὸν ἀγῶνα, ὡς νὰ ἔτρεφεν ἀτομικὸν πάθος κατὰ τοῦ ἐλαφροῦ σκάφους, ἐλεεινοῦ φελλοῦ, περιφέροντος ἐν ἑαυτῷ, πρὸς τῇ συμφυεῖ ἐλαφρότητι τοῦ ξύλου, καὶ τὴν τρικέφαλον ἀνθρωπίνην κουφότητα τῶν ναυβατῶν. Σφοδρότατος Εὖρος εἶχεν ἀρχίσει νὰ φυσᾷ ἀπὸ τῆς δείλης, συρίζων λυσσωδῶς εἰς θαλάσσας καὶ ἠπείρους, συσφίγγων καὶ περιελίσσων ἐγγύθεν τὰ κύματα, ἐμβάλλων δίνας καὶ στροβιλισμοὺς εἰς τὸ πέλαγος, πεδίον ἄπειρον ἀσπόνδου πολέμου, ὅπου δυσδιάκριτον ἦτο τό τε ὁρμητήριον καὶ ἡ κατεύθυνσις τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ὁρίζων εἶχε συσκοτασθῆ ἤδη πρὶν δύσῃ ὁ ἥλιος, καὶ οὐρανὸς μολύβδινος, στυγνὸς καὶ ἀφεγγής, ἐκρέματο ὕπερθεν ἀγρίως μαινομένου πελάγους, ἄφωνος ἐπὶ βρέμοντος, ἀκίνητος ἐπὶ συνταραττομένου, ὡς θόλος σκοτεινοῦ τζαμίου ἐπὶ δαπέδου ὀρχουμένων δερβισῶν. Εἶτα κατῆλθε κατὰ μικρὸν ἡ νύξ, συγχέουσα καὶ συγκαλύπτουσα διὰ τῆς ἀμέτρου μαυρίλας της τὴν ἀταξίαν τῆς πλάσεως, κρύπτουσα ἐπάνω τοὺς ἀστέρας καὶ κάτω τὰς ἠπείρους καὶ τὰς θαλάσσας. Τρία ἄστρα ἔτρεμον ἄνω πρὸς βορρᾶν, πότε συγκρυπτόμενα, πότε ἐπιφαινόμενα, ἕτοιμα νὰ πέσωσιν εἰς τὸ ἀτέρμον κράτος τοῦ Ποσειδῶνος νὰ ταφῶσι, καὶ ἄλλα δύο ἔφαινον πρὸς μεσημβρίαν, ἑτοιμόσβεστα, ὡς λύχνοι πενιχρᾶς καλύβης χωρικοῦ ἐν ἐνιαυτῷ ἀφορίας. Καὶ τὰ κύματα φρίσσοντα, ὀρχούμενα, λυσσῶντα, ἐθραύοντο μετὰ παιδικῆς πεισμονῆς κατὰ τοῦ βράχου, ἡττώμενα ἀλλὰ μὴ καταβαλλόμενα, ὑπερήφανα ὡς νὰ εἶχαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἰσχυροτέρου καὶ τῆς τελικῆς νίκης τὴν πρόγνωσιν. Καὶ ἓν κῦμα πελώριον, φουσκωμένον, ἑωσφορικόν, πλαταγίζον, ὀγκούμενον, ὡς νὰ εἶχεν εἰσέλθει κ᾿ ἐκρύπτετο ἔσω αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον τοῦ μίσους, φαντάζον οἱονεὶ ὑγρὸν κῆτος, προτεῖνον ἀφροὺς ἀντὶ ὀδόντων λευκῶν, συνέλαβεν ὡς διὰ πελωρίας ἁρπάγης, ἀπὸ τὴν πρύμνην καὶ ἀπὸ τὴν πρῷραν, ἀπὸ τὴν τρόπιν καὶ ἀπὸ τὰς δύο πλευράς, τὸ μικρὸν σκάφος, καὶ φέρον τὸ ἔρριψεν ἐπὶ τοῦ βράχου, ὅπου μετὰ φοβεροῦ ροίβδου καὶ πολυκτύπου πλαταγισμοῦ ὁ ἀσθενὴς φλοιὸς κατασυνετρίβη, διὰ νὰ πέσῃ πάλιν εἰς τεμάχια εἰς τὰ πολλὰ μικρὰ κύματα, εἰς ἃ διελύθη ἐν ἀκαρεῖ τὸ ἕν, τὸ μέγα, τὰ ὁποῖα μετὰ φλοίσβου θωπευτικοῦ ἐδέχθησαν τὴν βοράν των.
Δὲν ἦτο ὅλως ἀπόκρημνος ἡ ἀκτή. Ἡ παραλία τοιαύτη οἵαν ἠδύνατό τις κατὰ τὴν ἐρεβώδη, τὴν ἄναστρον καὶ ἀσέληνον ἐκείνην νύκτα νὰ τὴν διακρίνῃ, θὰ ἦτο γλυκεῖα καὶ φιλομειδὴς ὑπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ φθινοπωρινοῦ ἡλίου, πρὶν πνεύσῃ ὁ Εὖρος, ὁ ἐμφυσήσας τὴν μανίαν του εἰς τὰ κύματα. Εἷς μόνος ὑψηλὸς βράχος ὑπῆρχε, διατείνων εἰς τὴν θάλασσαν τὰς ρίζας, ὅπου ἀμέσως ἐβαθύνετο τὸ ὕδωρ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐφάνη ὅτι τὸ κῦμα, ἢ ὁ κρυπτόμενος ἐν αὐτῷ δαίμων, εἶχεν ἐκλέξει τὸν βράχον ἐκεῖνον, μεμονωμένον μεταξὺ δύο ἀμμωδῶν αἰγιαλῶν, ἐπίτηδες, διὰ νὰ συντρίψῃ κατὰ τῶν νώτων αὐτοῦ τὸ ἐλαφρὸν σκάφος. Ὅταν τὸ πονηρὸν πνεῦμα μαστίζῃ, κατὰ θείαν παραχώρησιν, τοὺς ἐναρέτους τῶν ἀνδρῶν, καίτοι μαινόμενον καὶ λυσσῶν, μετὰ φόβου καὶ ἀκουσίου εὐλαβείας ἐγχωρεῖ εἰς τὸ ἔργον. Ἀλλ᾿ ὅταν παραδοθῶσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Σατανᾶ τινὲς τῶν φίλων του, πολλάκις αὐτοὶ ἐκεῖνοι δι᾿ ὧν πρὸ μικροῦ κατεβασάνιζε κ᾿ ἐτυράννει ἄλλους πάλιν φίλους του ἢ καὶ ἐχθρούς του, μετ᾿ ἀγρίας χαιρεκακίας ἐκτελεῖ τὸ ἔργον του, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὸ νὰ καταστρέφῃ καὶ φονεύῃ τοὺς ἰδίους καλοθελητάς του. Οἱ ἐπιβαίνοντες τοῦ μικροῦ τσερνικίου* τρεῖς ἄνδρες δὲν ἦσαν βεβαίως οὔτε ἅγιοι οὔτε φύσει κακοῦργοι. Ἦσαν ἁμαρτωλοί, ὑποπεσόντες κατὰ κόρον εἰς τὰ συνήθη καὶ κοινὰ παρὰ πᾶσι πταίσματα, ἴσως καὶ εἰς ὀλίγην λαθρεμπορίαν πλέον μικρᾶς δόσεως ναυταπάτης.
Ἐν τούτοις ὁ διάβολος δὲν εἶχε λάβει, φαίνεται, μείζονα παραχώρησιν, ὅπως βλάψῃ καὶ εἰς τὰ σώματα τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εἷς τῶν τριῶν, ἅμα τῇ προσαράξει, εἶχε κτυπήσει τὸν ἀγκῶνα καὶ τὴν πλευρὰν τὴν δεξιὰν εἰς τὸν βράχον, μεθ᾿ ὃ αἰσθανθεὶς μέγαν πόνον ἐβυθίσθη εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ συνελθὼν ταχέως, ἀνέθορε κολυμβῶν εἰς τὸ κῦμα, ὅπερ ἐφαίνετο ἔκπληκτον ἐκ τῆς καταστροφῆς τὴν ὁποίαν ἐπροξένησε, καὶ καταπραϋνθέν, ἐφλοίσβιζεν ἡμερώτερον περὶ τὰ συντρίμματα, ὡς θηρίον λεῖχον τὰ αἵματα τοῦ ἰδίου σπαράγματός του. Οἱ δύο ἄλλοι, οἵτινες δὲν εἶχαν πνιγῆ, ἀλλ᾿ ἐπέπλεον μὲ μακροὺς βραχίονας ἐπὶ τοῦ κύματος, τὸν ἥρπασαν καὶ φέροντες τὸν ἀπεβίβασαν ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἥτις ἐλεύκαζεν εἰς τὸ σκότος, οὐ μακρὰν τοῦ ἀπαισίου βράχου.
* * *
Ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς θινὸς τῆς θαλάσσης ἀρχόμενον, ἐπὶ πλατείας λωρίδος γῆς, ἐξετείνετο πυκνότατον δασύλλιον πιτύων, ἐπιστέφον τὴν ἀγκάλην ἐκείνην τῆς ἐρήμου παραλίας. Ἔνθεν καὶ ἔνθεν δύο μαῦραι ἀκταὶ χθαμαλαὶ διεκρίνοντο, κολοβαὶ εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτός, χάνουσαι καὶ τὸ μικρόν των ὕψος. Κατέμπροσθεν ὁ μέγας πόντος ἡπλοῦτο, ὅστις ἐφαίνετο διὰ μιᾶς κατευνασθεὶς καὶ ἐπανερχόμενος μεθ᾿ ὑποκώφου βοῆς εἰς γαλήνην, κ᾿ ἐνέπνεε τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο τῆς μελαγχολικῆς αὐτοπαρηγορίας, τὸ ὁποῖον κάμνει τὰ ἀνήσυχα γύναια τῶν παραθαλασσίων κωμῶν, ἐνῷ μίαν ὥραν πρὶν ἔτρεχον νύκτα κομίζουσαι δέσμας κηρίων, ζώνουσαι ἑπτάκις τοὺς ναΐσκους διὰ τεσσαρακοντοργυίου ταινίας κηροῦ, καὶ σημαίνουσαι αὐτοβούλως τοὺς κώδωνας, διὰ νὰ ἐξυπνίσωσι τὸν ἐνωρὶς κατακλιθέντα ἐφημέριον ὅπως ψάλῃ παράκλησιν, ἀναφωνοῦσαι ἅμα: «Παναγιά μ᾿, στὸ πέλαγο! Παναγιά μ᾿, στὸ πέλαγο!», μίαν ὥραν ὕστερον, ὅταν πραϋνθῇ, λέγω, ὁ ἄνεμος καὶ κοπάσῃ ἡ τρικυμία, τὰς κάμνει νὰ ὑποψιθυρίζωσι παραμυθούμεναι ἀλλήλας ἑλληνοπλαστικῶς καὶ χριστιανοειδωλολατρικῶς: «Ὅποιος πνίγηκε, μετάνοιωσε!» Οἱ τρεῖς ἄνδρες ἀπεναρκώθησαν ἐπὶ τῆς ἄμμου ἀναβάντες ἕως ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔφθανε τὸ ἐφορμῶν καὶ ὑποχωροῦν κῦμα νὰ βρέχῃ τοὺς πόδας των, διάβροχοι, ριγοῦντες καὶ τρέμοντες, αἰσθανόμενοι μεγάλην νύσταν. Ὁ γεροντότερος τῶν τριῶν, ὁ ἰδιοκτήτης καὶ κυβερνήτης τοῦ συντριβέντος πλοίου, ὡμίλει περὶ ἀναζητήσεως καλύβης τινὸς χωρικοῦ ὅπως εὕρωσι πῦρ καὶ στέγην κ᾿ ἐπαρηγόρει τὸν υἱόν του λέγων, «ἂς εἶναι ὑγεία, καὶ θὰ κάμουν ἄλλο τσερνίκι μεγαλύτερο». Ἀλλ᾿ ὁ υἱός του δὲν ἐφαίνετο λυπούμενος τόσον διὰ τὸ τσερνίκι, ὅσον δι᾿ ἕνα ὡραῖον φλόκον* ἐκ λευκοῦ πανίου, καινουργῆ, τὸν ὁποῖον οὐ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας εἶχε ράψει, κ᾿ ἐφαίνετο διατεθειμένος νὰ βουτήσῃ ὀπίσω πάλιν εἰς τὴν θάλασσαν, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀνεύρῃ τὸν φλόκον. Ἐπίσης ἀνεστέναζε καὶ διὰ τὴν μικρὰν φελούκαν, τὴν ὁποίαν εἶχε χρωματίσει πρὸ ἡμερῶν ὁ ἴδιος λίαν κομψῶς κ᾿ ἐπιμελῶς, μαύρην καὶ λευκήν, ὁ δὲ σκληρὸς αἰφνιδίως πνεύσας ἄνεμος τοὺς τὴν εἶχεν ἁρπάσει, πρὶν προφθάσωσι νὰ τὴν ἀναβιβάσωσιν ἐπὶ τοῦ πλοίου, καθ᾿ ἣν στιγμὴν τοὺς «ἐξούριασεν»* ἀπὸ τὴν Κυρα-Παναγιά. Διότι εἶχαν προσορμισθῆ παρά τινα ἀλίμενον παραλίαν ἐρημονήσου, διὰ νὰ φορτώσουν τυριά, ἀλλ᾿ ἡ σοροκάδα* μὲ μισὸν φορτίον τοὺς παρέσυρεν ἔξαφνα, κόψασα τὴν ἅλυσιν τῆς ἀγκύρας, ἀφαρπάσασα καὶ τὴν μικρὰν βαρκούλαν. Ὁ δὲ τρίτος, ὅστις ἦτο ὁ πραγματευτής, αὐτὸς ἐκεῖνος ὅστις εἶχε κτυπήσει βραχίονα καὶ πλευρὰν κατὰ τοῦ βράχου, δὲν ᾐσθάνετο τόσον πόνον ἐκ τῆς πληγῆς του, ἀλλ᾿ ἔκλαιεν ἐνθυμούμενος τὴν μίαν καὶ ἡμίσειαν δωδεκάδα τῶν δερματοτυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε φορτωμένα ἐπὶ τοῦ πλοίου, καὶ τοὺς ἐξώρκιζε προτρέπων αὐτοὺς νὰ μείνωσιν ὣς τὸ πρωί, ὅπως ἴδωσιν ἂν δὲν ἦτο τρόπος ν᾿ ἀνακαλύψωσιν εἰς τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης τινὰ ἐκ τῶν δεκαοκτὼ δερματίων, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐκόστιζαν πλέον τῶν δισχιλίων δραχμῶν, ὡς ἔλεγεν. Ἀλλ᾿ ὁ νεαρὸς ναύτης τὸν ἐπετίμα λέγων ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὰ καλά του νὰ ἐπιμένῃ, μετὰ τόσην καταστροφήν (ἀφοῦ τὸ τσερνίκι, τὸ κάτω-κάτω, ἤξιζε κάτι περισσότερον ἀπὸ τὰ δερματοτύρια, κ᾿ ἔπειτα, ἂν δὲν τοῦ ἔδιδαν χεῖρα βοηθείας οἱ δύο των, δύσκολα θὰ ἐγλύτωνε τὴν ζωήν του ἀνάμεσα εἰς τὰ συντρίμματα τοῦ πλοίου καὶ εἰς τὸν βράχον), ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωσι τὰ τυριὰ εἰς τὸ βάθος τῆς θαλάσσης, τὰ ὁποῖα, ἁλμυρὰ ἤδη ἀπὸ πρίν, θὰ κατήντησαν νὰ μὴν ἐμβαίνουν εἰς στόμα μετὰ τὸ θαλασσοπότισμα.
Οὕτως ὁ νεώτερος παρῄτησε τὴν ἰδέαν τοῦ ν᾿ ἀναζητήσῃ τὸν φλόκον, ὁ δὲ γέρων ἐπανέλαβεν ἐντονώτερον ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ κοιτάξωσιν ἂν θὰ εὕρωσι κάπου ἀνθρωπίνην ψυχὴν νὰ τοὺς βοηθήσῃ, ἢ τοὐλάχιστον μέρος «ν᾿ ἀπαγκειάσουν». Ἠγέρθησαν, οἱ δύο ὁδηγοῦντες, ὁ τρίτος ἀναγκαστικῶς ἀκολουθῶν, καὶ μετὰ κοπιώδη ἔρευναν, ἀφοῦ ἐβεβαιώθησαν ὅτι αἱ δύο ἀκταὶ ἦσαν δύσβατοι καὶ κρημνώδεις, εὗρον, εἰς τὸ ὅριον τῆς ἄμμου, ρίζας τινὰς δένδρων πατημένας, οἱονεὶ φλέβας τῆς γῆς ἐξεχούσας, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ δάσους, ὅπου ἐφαίνετο μικρὰ ἀλωή, καὶ ἤρχιζε νὰ χαράσσηται μονοπάτι. Ὁ νεώτερος, πρῶτος βαδίζων, εἰσῆλθεν εἰς τὸ μονοπάτι αὐτό, ἐπιστρεφόμενος κατὰ πλευρὸν καὶ τείνων τὴν χεῖρα εἰς τὸν γέροντα, ὅστις ἐκράτει ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος τὸν σύντροφόν του, καί, μόλις διακρίνοντες τὰ ἀντικείμενα, πότε προσκόπτοντες ἐπὶ ξηρῶν στελεχῶν ἢ λίθων, ἐπροχώρησαν ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἐντὸς τοῦ δάσους. Ἐβάδιζον μὲ τὴν ἀσθενῆ ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπῆρχε σιμὰ κάπου, ἂν ὄχι καλύβη χωρικοῦ, τοὐλάχιστον μανδρίον ποιμένος, καὶ ὅτι θὰ εὕρισκον ψυχὴν συμπονοῦσαν εἰς τὴν δυστυχίαν των. Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὁ νεώτερος ἔκραζε μὲ τὴν τραχεῖαν φωνήν του, ἥτις ἦτο ἱκανὴ ν᾿ ἀπομακρύνῃ ἀντὶ νὰ προσεγγίσῃ οἱανδήποτέ βοήθειαν: «Ἔ! δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἐδῶ;» Ἦσαν δὲ οἰκτροί, ἐκρύωναν, ἔπασχον φρικωδῶς, μὲ τὰ στραγγισμένα ἀλλὰ μὴ στεγνωμένα ἐνδύματά των, καὶ τὸ στενόν, ἀόριστον, ζοφερὸν ἐκ τοῦ διπλοῦ σκότους τῆς νυκτὸς καὶ τοῦ δάσους μονοπάτι δὲν ἦτο δρόμος πρόσφορος ὅπως προσπαθήσωσι διὰ τῆς ταχυπορίας νὰ θερμανθῶσι καὶ ζωογονηθῶσιν.
* * *
Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπ᾿ ὀλίγα λεπτά, διασχίζοντες κατὰ πλάτος τὸ σύνδενδρον μέρος, ἔφθασαν ὄχι μακρὰν τῆς ἐσχατιᾶς τοῦ δασυλλίου, ὅπου τὰ δένδρα ἤρχιζον κατὰ μικρὸν ν᾿ ἀραιώνωνται. Ἐκεῖ τότε εἶδον ἀσθενὲς φῶς, τρέμον ἐπὶ τῆς κλιτύος τοῦ λόφου, καταντικρύ των, πρὸς τὸ βορειοδυτικόν. Ὁ γέρων εἶπε «Δόξα σοι ὁ Θεός!», ὁ ἔμπορος ἐνθυμήθη τὰ δερματοτύρια κ᾿ ἐστέναξε, καὶ ὁ νέος ἐμάσα τὰς λέξεις του καὶ κατέπινε τοὺς γογγυσμούς του, ἐνθυμούμενος τὸν λευκὸν ἐκεῖνον φλόκον τὸν ἐκ καινουργοῦς ἀμερικανικοῦ πανίου, τὸν ὁποῖον εἶχε ράψει ὁ ἴδιος μὲ τὰς χεῖράς του πρὸ πέντε ἡμερῶν.
Τὸ φῶς, σημειοῦν καλύβην χωρικοῦ ἐκεῖ κατοικοῦντος, ἐφαίνετο ὄχι πολὺ ἀπέχον, ὡς ἥμισυ μίλιον. Ἀνάγκη ἦτο νὰ βαδίσωσιν, ὅπως φθάσωσι ναυαγοὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἐκεῖνον ἀσθενῆ φάρον. Βαθὺ ἦτο τὸ σκότος. Κατενώπιόν των ἐξηπλοῦτο μεγάλη ὁμαλὴ πεδιάς, ἥτις ἐφαίνετο μαύρη, μονότονος, ἄδενδρος, εἰς τὸ σκότος. Θὰ τὴν ἐνόμιζέ τις ὡς ἀμμώδη ἔκτασιν δεκαπλασίαν τῆς ἄμμου ἐκείνης ἣν εἶχον ἐγκαταλίπει πρὸ ἡμισείας ὥρας, παρὰ τὸν αἰγιαλόν, ἂν δὲν ἦτο ἀμαυρά, ἀλαμπὴς καὶ ἄστιλπνος. Ἐφαίνετο μᾶλλον ὡς μαυρισμένη ἐκ προσφάτου ἐμπρησμοῦ πεδιάς, πεδιὰς ἀμμώδης, ὅπου ἐκάησαν τὰ χόρτα κ᾿ ἐμαύρισεν ἡ κόνις, χωρὶς νὰ μείνῃ στάκτη ἐκ καέντων δένδρων, ἢ ὅτι ραγδαῖος ὑετὸς εἶχε μαυρίσει τὴν τέφραν καὶ εἶχεν ἀφομοιώσει τὸ χῶμα μὲ τὰ ἴχνη τοῦ ἐμπρησμοῦ.
Ὁ γέρων, ὅστις, ἂν καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸ ὁμολογήσῃ, ἐπόνει περισσότερον διὰ τὸ τσερνίκι του ἢ ὅσον ὁ ἔμπορος διὰ τὰ τυριά του, ἴσως κ᾿ ἔπασχεν ἐκ παλαιῶν ρευματισμῶν τοὺς πόδας, εἶχε βαρύνει εἰς τὸν δρόμον κ᾿ ἐπρόσκοπτε συχνὰ κατὰ τῶν ἐμποδίων τῆς ὁδοῦ. Τούτου ἕνεκα ὁ υἱός του ἠναγκάσθη ν᾿ ἀφήσῃ τὴν πρώτην τάξιν εἰς τὸ βάδισμα, ἐλθὼν δεύτερος, καὶ κρατῶν ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ βραχίονος προπορευόμενον τὸν πατέρα του, διὰ νὰ ὁδηγῇ καὶ ὑποστηρίζῃ τὸ βῆμα αὐτοῦ, διὰ δὲ τῆς εὐωνύμου κρατῶν τὴν δεξιὰν τοῦ ἀκολουθοῦντος ἐμπόρου. Ὁ γέρων, καθὼς ἐβάδιζε πρῶτος, ἀδυνατῶν νὰ διακρίνῃ τὰ ἀντικείμενα, προέβη, πρὶν προλάβῃ καὶ ὁ υἱός του νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἔδαφος, κ᾿ ἐπάτησεν ἐπὶ τῆς μαυρισμένης ἐκτάσεως, πρὶν ἀκριβώσῃ καλῶς τί πρᾶγμα ἦτο. Παρέσυρε καὶ τὸν νέον, ἀναγκασθέντα νὰ προβῇ δύο βήματα ὅπως τὸν συγκρατήσῃ, οὗτος δὲ συμπαρέσυρε καὶ τὸν πραματευτὴν εἰς τὸ ἐπισφαλὲς βῆμα.
Τριπλοῦν μπλούμ! ἠκούσθη ἔξαφνα. Εἶχαν πατήσει καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ ὕδωρ. Ἐφαίνετο τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὅτι τὸ ὑγρὸν στοιχεῖον τοὺς εἵλκυε, τοὺς ἐκυνήγει κατὰ πόδα, τοὺς διεξεδίκει ὡς ἰδικούς του. Ἔπεσαν καὶ οἱ τρεῖς ἕως τὸ γόνυ εἰς τὴν ἰλύν, ἕως τὸν βουβῶνα εἰς τὸ ὕδωρ. Ὁ γέρων κατηνέχθη πρηνής, ὁ νέος ἐγονάτισε πλησίον του, προσπαθῶν νὰ τὸν κρατήσῃ ἐκ τῆς ὀσφύος, ὁ ἔμπορος ἔπεσε κατὰ πλευράν.
Ἦτο λίμνη ἐκτεινομένη πλατεῖα ἐκεῖθεν τοῦ δάσους, τῆς ὁποίας τὴν ὕπαρξιν ἠγνόουν οἱ ναυαγοί. Εἶχεν ἱκανὸν μέγεθος, καὶ εἰς τὸν βοῦρκόν της ἔβοσκον ὄχι ὀλίγοι ἐγχέλυες κ᾿ ἐφώλευον λοξοπατοῦντα καβούρια. Ἀμέτρητον δὲ ἦτο τὸ πλῆθος τῶν ἀχιβάδων, τῶν ὁποίων τὰ κελύφη, κενὰ καὶ ἀπόζοντα κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀπετέλουν τῆδε κἀκεῖσε τὸ ἀνώτερον τοῦ πυθμένος στρῶμα, ὑποκάτωθεν τοῦ ὁποίου ἀβολιδοσκόπητον ὑπέκειτο τὸ βάθος τῆς ἰλύος, ἐφ᾿ ἧς ἐκόλλησαν πεσόντες οἱ τρεῖς ναυαγοί, ὁ πρῶτος ἐπίστομα κύπτων εἰς τὸν πυθμένα, ὁ δεύτερος γονατιστὸς ἐπὶ τοῦ τενάγους, ὁ τρίτος πλαγίως εἰς τὸ πλευρόν.
― Ἄλλο πέσιμο αὐτὸ πάλι· ἐψιθύρισεν ὁ γέρων, ἀφοῦ ὁ υἱός του, μασῶν τὰς βλασφημίας καὶ ἀράς του, τὸν ἀνήγειρε μετὰ πολλοῦ κόπου εἰς τοὺς πόδας του.
― Αὐτὴ τὴ φορὰ ἐχτύπησα μαλακὰ τοὐλάχιστον, εἶπεν ὁ πραγματευτής, αἰνιττόμενος τὸ ἐπὶ τοῦ βράχου κτύπημά του, τὸν ἐκ τοῦ ὁποίου πόνον τὸν εἶχε κάμει νὰ λησμονήσῃ ἕως τώρα ἡ ἐνθύμησις τῶν δερματοτυρίων του.
― «Ὁ βρεμένος τὴ βροχὴ δὲν τὴ φοβᾶται». Μὴ χειρότερα, δόξα σοι ὁ Θεός! ἐπανέλαβε μετ᾿ ἐγκαρτερήσεως ὁ γέρων ναυτικός.
Τὴν ἰδίαν στιγμήν, ἐνῷ μετὰ κόπου ἐξεκόλλων ἀπὸ τὴν ἰλὺν κ᾿ ἐστράγγιζαν τὰ ἐνδύματά των, ξηρὸς κρότος σκανδάλης ὑψουμένης ἠκούσθη ἐκεῖ πλησίον.
Ὁ νέος ἐστράφη καὶ διακρίνει ἀριστερόθεν ἀμυδρῶς ὄπισθεν τῶν δένδρων, διαγραφομένην χθαμαλὴν καλύβην, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχαν παρατηρήσει τέως, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν παρατηρήσωσι, διότι ἐκ τοῦ μονοπατίου, δι᾿ οὗ εἶχαν ἔλθει, ὄπισθεν πυκνῆς συστάδος κρυπτομένη, δὲν ἦτο ὁρατή.
Ἡ καλύβη ἔκειτο παρ᾿ αὐτὴν τὴν ὄχθην τῆς λίμνης, βρεχομένη σχεδὸν ὑπὸ τοῦ ὕδατος. Ἔμπροσθεν τῆς καλύβης, ὁ νέος διέκρινε τὴν στιγμὴν ἐκείνην σκιάν τινα διαγραφομένην, ἀμαυράν, κύπτουσαν πρὸς τὸ ὕδωρ.
Ὁ νεαρὸς ναύτης δὲν ἐπίστευσεν ὅτι ἦτο φάντασμα οὐδὲ κἂν βόσκημα. Ἐκ τῆς ὑπόπτου δὲ ἡσυχίας, τὴν ὁποίαν ἐτήρει ἡ σκιὰ μετὰ τὸν ἀκουσθέντα μικρὸν κρότον, ἐφαίνετο ὅτι δὲν ἦτο ἀγρίμιον.
Ὁ νέος ἐνόησεν ἀμέσως κ᾿ ἔσπευσε νὰ φωνάξῃ:
― Μὴν τραβᾷς! εἴμαστε φίλοι!
Ἡ σκιὰ ἔκαμε κίνημα, ὡς νὰ ἀπέσυρε κάτι, καὶ εἶτα τραχεῖα φωνὴ ἠκούσθη:
― Ποιοὶ εἶστε; τί θέλετε;
― Πέσαμε ὄξου, ἀπήντησεν ὁ υἱὸς τοῦ κυβερνήτου. Εἴμαστε θαλασσοπνιγμένοι.
Μετ᾿ ὀλίγας στιγμὰς ἡ φωνὴ εἶπεν:
― Ἀπὸ δῶ ἐλᾶτε.
Ὁ ἄνθρωπος ἤναψε φανάριον, κ᾿ ἔδειξε τὸν δρόμον εἰς τοὺς τρεῖς ναυαγούς.
― Κ᾿ ἐγὼ θάρρεψα πὼς θέλετε νὰ μοῦ κλέψετε τὰ χέλια, εἶπε.
― Πέσαμε μὲς στὸ νερό, γιατὶ δὲ βλέπαμε, εἶπεν ὁ νέος ναυτικός. Δὲν καταλάβαμε πὼς ἤτανε λίμνη.
* * *
Ὑποκάτω εἰς τρία ἀδελφωμένα δένδρα ἦτο ἡ ἐπὶ πασσάλων θεμελιωμένη καὶ μὲ φυλλάδας πλατάνων ἐστεγασμένη καλύβη τοῦ χωρικοῦ, ὅστις ἦτο ὁ βοηθὸς καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἐκμισθωτοῦ τῆς λίμνης. Ὁ κύριος ἔλειπε, τοὺς εἶπεν. Εἶχεν ἀναχωρήσει ἀποβραδύς, ἀφοῦ ἤναψε τὸ κανδήλι τοῦ οἰκίσκου, ἀντικρύ, ὅπου ἔλαμπεν ὁ φεγγίτης, καὶ δὲν τοῦ εἶχεν ἀφήσει τὸ κλειδίον. Ὥστε, δυστυχῶς, δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς περιποιηθῇ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀφεντικοῦ.
Ὁ ἐπιστάτης ἦτο νέος χωρικὸς λίαν βραχύσωμος, πρῴην βοσκός, κομπορρήμων καὶ φλύαρος. Δὲν εἶχεν ἀρκετὰ ἐνδύματα ὅπως δανείσῃ εἰς τοὺς τρεῖς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἔδωκε εἰς τὸν ἕνα φανέλαν, εἰς τὸν ἄλλον ὑποκάμισον καὶ εἰς τὸν τρίτον μίαν κάπαν. Εἰς τὸ προαύλιον τῆς καλύβης του, ἐπὶ τοῦ σαρωμένου καὶ στιλπνοῦ ἐδάφους, ἤναψε φωτιὰν καὶ οἱ τρεῖς ἄνθρωποι καθίσαντες τριγύρω ἐπροσπάθουν νὰ στεγνώσουν τὰ βρεγμένα ροῦχά των.
Ἐν τῷ μεταξὺ διηγήθησαν εἰς τὸν χωρικὸν πῶς εἶχον ναυαγήσει. Ἐκεῖνος ἤκουσε τὴν διήγησιν πλειοτέρας παρατηρήσεις ἐκφέρων ἢ ὅσην ἀκρόασιν ἔδιδεν.
Ὅταν τέλος ἤκουσε πῶς, μετὰ τὸν διὰ τοῦ δάσους τυφλὸν καὶ σκοτεινὸν δρόμον των, ἔπεσαν εἰς τὸ ὕδωρ τῆς λίμνης, ἔμφοβος ἀνέκραξεν:
―Ἐπέσατε μέσα στὴ λίμνη; Θαμάζουμαι πῶς δὲ σᾶς ἐκατάπιε τὸ μάτι τῆς λίμνης!
Οἱ τρεῖς ἄνδρες μὲ ὅλην τὴν δεινοπάθειαν καὶ συμφοράν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποστῆ, εὗρον ἀκόμη τὴν δύναμιν νὰ ἐκπλαγῶσι, κ᾿ ἐστάθησαν κοιτάζοντες τὸν ἀγρότην μὲ ἀπλήστου περιεργείας ἔκφρασιν.
― Τὸ μάτι τῆς λίμνης! ἀνέκραξεν ὁ πραματευτής.
― Τὸ μάτι τῆς λίμνης, βέβαια, ἐπανέλαβεν ὁ ἀγρότης· εἶναι μὲς στὴ λίμνη βαθιά… κι ἅμα πέσῃ κανεὶς μέσα, ἢ ἄνθρωπος εἶναι ἢ πρᾶμα, δὲν ἔχει νὰ γλυτώσῃ… Τὸ μάτι τῆς λίμνης τὸν τραβᾶ, τὸν ρουφάει, καὶ τὸ μάτι τῆς λίμνης βγαίνει τὰ-ἴσα στὸν ἀφαλὸ τῆς θάλασσας. Πολλὲς φορὲς οἱ παλαιοί, οἱ παπποῦδές μας, εἴδανε μὲ τὰ μάτια τους ποὺ ἕνα πρᾶμα, ποὺ τὸ ἐρρούφηξε τὸ μάτι τῆς λίμνης, ἔξαφνα βρισκότανε στὴ θάλασσα, μέσα βαθιά, ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιὰ πέρα. Εἴδατε τὰ δυὸ νησιὰ ποὺ εἶν᾿ ἐκεῖ ἀντίκρυ, ὣς τρία μίλια ἀνοιχτὰ στὸ πέλαγο;… Ἐκεῖ ἀνάμεσα εἶναι ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας. Ἐμένα τοῦ παραπαπποῦ μου, τοῦ σχωρεμένου, τοῦ εἶχε πέσει μιὰ φορὰ ἕνα κατσίκι, ἐκεῖ ποὺ πῆγε ν᾿ ἁρμυρίσῃ* κι ἐπνίγηκε μὲς στὴ λίμνη… Ἐζήτησε νὰ βρῇ τὸ ψοφίμι, μὴ φᾶνε τὰ ψάρια καὶ θεριέψουν, καὶ δὲν τὸ ηὗρε, οὔτε στὸν ἀφρὸ οὔτε στὸν πάτο. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ ηὗραν ψαράδες ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιά, ἐκεῖ πέρα… Τὸ εἶχε ρουφήξει τὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ τὸ εἶχε ξεράσει, πέρα κεῖ, ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας… Τ᾿ ἀλλουνοῦ παραπαπποῦ μου πάλι, τοῦ παπποῦ τῆς μάννας μου, τοῦ εἶχε φύγει μιὰ μέρα ἡ μαγκούρα του, κεῖ ποὺ πῆγε νὰ νιφτῇ, καὶ καθὼς ἦτον ξερὴ κ᾿ ἐλαφριά, τὴν ἐπῆρε τὸ κῦμα καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τὴν φτάσῃ, γιατὶ, ὣς ποὺ νὰ βγάλῃ τὰ τσαρουχάκια του νὰ πατήσῃ μὲς στὸ νερό, ἡ μαγκούρα ἐπῆγε μακριά, κι ὁ παραπαππούς μου, Θεὸς σχωρέσ᾿ τον, θὰ βουλιοῦσε νὰ πάῃ παραμέσα στὸ βοῦρκο. Ἐγὼ νὰ ἤμουν θὰ ἔπεφτα κολύμπι νὰ πάω νὰ πιάσω τὴ μαγκούρα, γιατὶ δὲ μοῦ βγαίνει κανένας στὸ κολύμπι. Ἐκείνου τοῦ καιροῦ οἱ ἀνθρῶποι, οἱ πρωτινοί, δὲν ἤξεραν, γλέπεις, κολύμπι, τοὺς ἔπιανε φόβος νὰ ἐμβοῦν στὴ θάλασσα. Καὶ νὰ μοῦ ἔμελλε ἡ μοῖρά μου νὰ πάθω τὸ τί πάθατε, θὰ ἐγλύτωνα κολύμπι, ὄχι σὰν ἐλόγου σας ποὺ πέσατε ὄξου.
― Μὰ κ᾿ ἐμεῖς γλυτώσαμε μὲ τὸ κολύμπι, εἶπε γελῶν ὁ νεώτερος τῶν ναυαγῶν.
― Ναί, γλυτώσατε, δὲ λέω, ἐπανέλαβεν ἀπτόητος ὁ χωρικός, μὰ νὰ ἤμουν ἐγώ… μὲ τὸ κολύμπι… θὰ γλύτωνα καὶ τὸ καΐκι… Ἂς εἶναι, τί σᾶς ἔλεγα; Ἄ! ναὶ γιὰ τὸν παραπαππού μου ποὺ ἔχασε τὴ μαγκούρα του. Τὴν Κυριακή, σὰν ἐπῆγε στὸ χωριὸ νὰ ψωνίσῃ, βλέπει ἕνα γέρο βαρκάρη κ᾿ ἐκρατοῦσε μιὰ μαγκούρα. Ὁ παραπαππούς μου τὴν εἶχε σημαδεμένη καὶ τὴν ἐγνώρισε. Ἦτον ἡ δική του. Τὸν ἐρωτᾷ ποῦ τὴν ηὗρε. Ὁ βαρκάρης τοῦ ἀποκρίνεται πὼς τὴν ηὗρε ἀνάμεσα στὰ δυὸ νησιά. Τότε ὁ παππούς μου δὲν τοῦ εἶπε τίποτε, μὰ ἐκατάλαβε πὼς τὴν εἶχε ρουφήξει τὸ μάτι τῆς λίμνης καὶ τὴν εἶχε ξεράσει ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας… Ὁ νουννὸς τοῦ παπποῦ μου πάλι, ὁ γερο-Κωνσταντὴς ὁ Κούμαρης, ηὗρε μιὰ μέρα ἕνα στραβόξυλο παλιό, μαῦρο, θαλασσοποτισμένο, μὲ τὲς τρύπες τῶν καρφιῶν γεμᾶτες σκουριά, ποὺ τὸ εἶχε βγάλει ἡ λίμνη στὰ ρηχά, βουλιαμένο ὅσο ποὺ τὸ σκέπαζε τὸ κῦμα. Ποῦ θελὰ-βρεθῇ τὸ στραβόξυλο στὴ λίμνη μέσα; Καΐκι, σὰν καληώρα τὸ δικό σας, γιὰ νὰ πέσῃ ὄξου, θά ᾽πεφτε στὴ θάλασσα, ὄχι στὴ λίμνη. Κατὰ πῶς φαίνεται, τὸ εἶχε ρουφήξει ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας καὶ τὸ εἶχε στείλει στὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ τὸ μάτι τῆς λίμνης τὸ ξέρασε… Ἀλήθεια, ἐπέφερεν ὁ χωρικός, αἰσθανθεὶς τὴν ἀνάγκην νὰ πάρῃ τὸν ἀνασασμόν του, ποῦ κοντὰ ἐπέσατε ὄξου, τουλόγου σας;
Ὁ γέρων ἀπήντησε δεικνύων διὰ τῆς χειρός:
― Στὸν κάβο, ἐδῶ κάτου.
Ὁ ἀγρότης ἐστάθη, ὡς νὰ ἐζήτει λόγους διὰ νὰ πεισθῇ αὐτὸς πείθων καὶ τοὺς ἄλλους· εἶτα ἐπανέλαβε μὲ ἀμυδρὰν ἀστραπὴν ἐπιθυμίας εἰς τὸ ὄμμα:
― Καὶ εἴχατε τίποτε φόρτωμα μὲς στὸ καΐκι;
Ὁ ἔμπορος, τοῦ ὁποίου τὴν πληγὴν ἤνοιγεν ἡ ἐρώτησις, ἔσπευσε μετὰ βαθέος στεναγμοῦ ν᾿ ἀπαντήσῃ:
― Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρὶ εἶχα φορτωμένα ἐγώ, κ᾿ ἐβούλιαξαν.
― Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρί! ἐπανέλαβε μὲ τόνον βασίμου ὑποψίας ὁ ποιμήν, σίγουρα θὰ τὰ κατάπιε ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας.
― Δὲν ἠμπορεῖ τὸ ἐλάχιστο νὰ τὰ ξεράσῃ πίσω τὸ μάτι τῆς λίμνης; ἠρώτησεν ἀκουσίως μειδιῶν, ἑρμηνεύων τὴν ἐλπίδα τοῦ ἐμπόρου ὁ νεώτερος τῶν ναυαγῶν.
― Δὲ γίνεται, εἶπεν ὁ χωρικός· τόσα κομμάτια δὲν μπορεῖ νὰ στείλῃ ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας στὸ μάτι τῆς λίμνης· νὰ ἦτον νὰ τὰ κατάπινε ἀπὸ ἕνα ἕνα τὸ μάτι, μποροῦσε νὰ τὰ βγάλῃ πίσω ὁ ἀφαλός.
Ὁ πραματευτὴς ἐφαίνετο ἐπιθυμῶν νὰ ἐρωτήσῃ τι καὶ διστάζων. Τέλος ἀποφασίσας, ἐστράφη πρὸς τὸν χωρικὸν καὶ τὸν ἠρώτησε.
― Καὶ ξέρεις τουλόγου σου εἰς ποιὸ μέρος τῆς λίμνης βρίσκεται αὐτὸ τὸ μάτι;
― Πῶς δὲν τὸ ξέρω! ἀπήντησεν ἐν πεποιθήσει ὁ ἀγρότης· τὸ ξέρω βέβαια· μὰ δὲν εἶναι νὰ ζυγώσῃ ἄνθρωπος ἐκεῖ κοντά· θὰ τὸν ρουφήξῃ χωρὶς ἄλλο τὸ μάτι· κι ἀπὸ μακριὰ ἀκόμα, ἠμπορεῖ νὰ τὸν τραβήξῃ, ἂν δὲ φυλαχτῇ. Ἐμεῖς τὸ ξέρουμε, κι ὅταν ψάχνουμε γιὰ χέλια μὲς στὸ βοῦρκο, φυλαγόμαστε, καὶ δὲ σιμώνουμε καθόλου σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος.
Ὁ πραματευτὴς ἐταπείνωσεν ἄπελπις τὴν κεφαλήν.
Ὁ νεαρὸς ναυτικὸς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι τὸ μέρος ὅπου εἶχαν ναυαγήσει ἀπεῖχε μίλια ἀπὸ «τὰ δυὸ νησιά», ὅπου ὁ ἐπιστάτης ἔλεγεν ὅτι εὑρίσκετο «ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας». Ὁ χωρικὸς ἀπήντησε:
― Ναί, εἶναι μακριὰ… δὲν ἔχει νὰ κάμῃ… ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας τραβάει κι ἀπὸ μακριὰ τὰ πράματα ἅμα πέσῃ ὄξου κανένα καΐκι φορτωμένο…
* * *
Τὴν ἐπαύριον, ὅταν ὡδήγησε τοὺς τρεῖς ναυαγοὺς εἰς τὴν πολίχνην, ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης, ἀφοῦ ἔπιε τρεῖς μαστίχας, διηγεῖτο εἰς ἓν καπηλεῖον εἰς ἐπήκοον πολλῶν:
― Τί θάμασμα ποὺ ἔγινε πίσω, στὴν Καναπίτσα!… Δεκαοχτὼ τουλουμοτύρια, τὸ φόρτωμα ἑνὸς καϊκιοῦ ποὺ ἔπεσε ψὲς ὄξου, τὰ ἐρρούφηξεν ὁ ἀφαλὸς τῆς θάλασσας, καὶ τὰ ξέρασε πίσω τὸ μάτι τῆς λίμνης… Θὰ φᾶμε χέλια παχιὰ φέτος, παιδιά… Ἀπὸ βδομάδα, σὰν ἀφήσῃ τ᾿ ἀφεντικό, θ᾿ ἀρχίσω νὰ τὰ ψαρεύω… Ἔπεσαν στὰ τυριά, φάγανε κι ἂ-δὲ φάγανε… τοῦ διαόλου τὰ χέλια, βρέ! Ὡς καὶ τὰ δερμάτια τὰ μισοφάγανε… τὰ κάμανε τρύπες-τρύπες, κόσκινο… Οὔτε ἕνα τουλούμι δὲ μπόρεσα νὰ γλυτώσω… Δεκαοχτὼ τουλούμια τυρί!
― Δεκαοχτὼ τουλούμια! ἐπανέλαβε μετὰ θαυμασμοῦ εἷς τῶν ἀκροατῶν.
― Δεκαοχτὼ τουλούμια, σωστά! Τὰ ξέρασε τὸ μάτι τῆς λίμνης… Τὰ ξεφαντώσανε τὰ χέλια καὶ τὰ κεφαλόπουλα!
Ὁ κάπηλος, ὡς νὰ ἦτο συνεννοημένος μαζί του, ἐξήγαγε ποντικοφαγωμένον τεμάχιον τυροδερματίου, καὶ τὸ ἐπέδειξεν εἰς πίστωσιν πρὸς τοὺς παρεστῶτας.
― Νά! ὅποιος δὲν πιστεύει, εἶπε· μονάχα αὐτὸ τὸ κομμάτι ἀπὸ ἕνα τουλούμι μπόρεσε νὰ γλυτώσῃ!
― Ἀλήθεια, ἐπεβεβαίωσε, λαβὼν τὸ τεμάχιον τοῦ ἀσκοῦ εἰς τὴν χεῖρα, ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης· μὲ τὸ μαχαῖρι χρειάστηκε νὰ κόψω τὸ κεφάλι ἑνὸς χελιοῦ, διὰ νὰ τὸ γλυτώσω ἀπ᾿ τὰ δόντια του· νά ἀκόμη οἱ δοντιές του!
Κ᾿ ἐπεδείκνυε τὰ ἴχνη τῶν ὀδόντων τῶν ποντικῶν.
―Ὥστε, καλὰ εἶναι νὰ κάμουμε τώρα ἕνα δρόμο ὣς ἐκεῖ, ἢ γιὰ τυρὶ ἢ γιὰ χέλι; ἠπείλησεν εἷς τῶν παρεστώτων.
― Ἂ βάρδα μπένε*! θὰ χάσετε τὸν κόπο σας. Εἶναι σήμερα τ᾿ ἀφεντικὸ ἐκεῖ… εἶπεν ὁ ἐπιστάτης.
― Καὶ τ᾿ ἀφεντικὸ δὲ χωρατεύει, ὑπεστήριξεν ὁ κάπηλος… Δὲν τό ᾽χει γιὰ τίποτε νὰ σᾶς τουφεκίσῃ μὲ σκάγια, καὶ νὰ πῇ ὕστερα πὼς σᾶς πῆρε γι᾿ ἀγριόπαπιες, κ᾿ ἔκαμε γιαγνίς*.
* * *
Εὐδία ἦτο ἡ φθινοπωρινὴ ἡμέρα.
Ἀπὸ τῆς πρωίας ὁ πραματευτὴς ἔτρεχε νὰ εὕρῃ πορθμέα, ὅστις νὰ εἶναι καὶ ὀλίγον βουτηχτής, διὰ νὰ τὸν συμφωνήσῃ ν᾿ ἀναλάβῃ τὴν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν δερματοτυρίων ἔρευναν. Ἀλλ᾿ ὁ πρῶτος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνθη, τοῦ ἐζήτει τὰ μισὰ δερματοτύρια διὰ τὸν κόπον του, ὁ δεύτερος τοῦ ἐζήτησε μετρητὰ τριακοσίας δραχμάς, καὶ ὁ τρίτος τοῦ ἐζήτει ἐκ τῶν δεκαοκτὼ δερματοτυρίων τὰ ἑπτά, καὶ ἀκολούθως κατέβη ἕως τὰ πέντε. Τέλος ἐσυμφώνησε μ᾿ ἕνα τέταρτον πορθμέα διὰ τρία δερματοτύρια.
Ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεκίνησεν οὗτος νὰ ὑπάγῃ, ἦτο ἤδη δειλινόν.
Τὴν πρωίαν ὁ πρῶτος πορθμεύς, πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποταθῆ, ὁ μπαρμπα-Γιάννης ὁ Ξυνιώτης, ἀφοῦ δὲν ἐσυμφώνησε μὲ τὸν πραματευτήν, ἀπεφάσισε ν᾿ ἀνασύρῃ τὰ δερματοτύρια διὰ λογαριασμὸν ἰδικόν του. Ὅθεν, λαβὼν τὸν γάντζον του, ἔπλευσεν εἰς τὴν Καναπίτσαν καὶ ψάχνων σιγὰ-σιγὰ ἀνεῦρε καὶ ἡλίευσεν ἐκ τῶν δεκαοκτὼ τὰ δεκατρία δερματοτύρια.
Ὁ μπαρμπα-Γιάννης εὐχαριστημένος ὅτι δὲν ἔχασε τὴν ἡμέραν του ἡτοιμάζετο ν᾿ ἀπομακρυνθῇ δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ νὰ μεταφέρῃ ἀσφαλῶς οἴκαδε τὰ δεκατρία δερματοτύρια. Ἀλλὰ τὴν ἰδίαν στιγμὴν φθάνει μὲ τὴν βάρκαν του ὁ μπάρμπ᾿ Ἀποστόλης ὁ Χρυσοχέρης, καὶ τοῦ ζητεῖ μερίδιον ἀπὸ τὴν λείαν. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἠναγκάσθη νὰ τοῦ δώσῃ ἀπὸ τὰ δεκατρία δερματοτύρια τὰ τέσσαρα.
Πρὶν ἀπομακρυνθῇ ὁ μπάρμπ᾿ Ἀποστόλης, φθάνει ὁ γερο-Μανώλης ὁ Ἅπαντος, καὶ ζητεῖ καὶ οὗτος τὸ μερίδιόν του. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὰ ἐννέα δερματοτύρια τὰ τέσσαρα.
Μόλις ἀπῆλθεν οὗτος, καὶ παρουσιάζεται ὁ μαστρο-Κωνσταντὴς ὁ Καλαφάτης, δανεισθεὶς ξένην βάρκαν, διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ οὗτος νὰ ζητήσῃ τὸ μερίδιόν του. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ὁ Ξυνιώτης συγκατένευε νὰ τοῦ δώσῃ ἐκ τῶν πέντε, ὁποὺ τοῦ ἔμειναν, τὰ δύο, διὰ νὰ κρατήσῃ καὶ αὐτὸς τρία τοὐλάχιστον διὰ τὸν κόπον του. Ἀλλ᾿ ὁ μαστρο-Κωνσταντὴς δὲν ἑταιριάζετο, φωνάζων καὶ λέγων ὅτι ἀδικεῖ, ὅτι εἰς τοὺς ἄλλους ἔδωκεν ἀνὰ τέσσαρα, καὶ ὅτι θὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν καταγγείλῃ. Ὁ μπαρμπα-Γιάννης ἐβιάσθη νὰ τοῦ δώσῃ τὰ τέσσαρα, κρατήσας αὐτὸς ἓν διὰ τὸν ἑαυτόν του.
Ὅταν περὶ ὀψίαν δείλην ἔφθασε τέλος μὲ τὴν βάρκαν του ὁ Δημήτρης ὁ Φτελιός, ὁ πορθμεὺς τὸν ὁποῖον εἶχε συμφωνήσει ὁ πραματευτής, οἱ τέσσαρες λεμβοῦχοι εἶχαν γίνει πρὸ πολλοῦ ἄφαντοι. Ὁ Δημήτρης ὁ Φτελιός, μὲ τὸν γάντζον, μὲ τὴν πράγκαν* καὶ μὲ τὸ καμάκι, ἀφοῦ ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἀνεσκάλευσε τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης, κατώρθωσε καὶ ἀνεῦρε τρία ἐκ τῶν βυθισθέντων δερματοτυρίων, ὅσα ἀκριβῶς τοῦ ἐχρειάζοντο διὰ τὴν συμφωνηθεῖσαν ἀμοιβήν του. Τὰ λοιπά, τὰ εἶχε παρασύρει ἴσως ἡ θάλασσα, καὶ δὲν εὑρέθησαν.
Καὶ τοῦτο εὐλόγως συνέτεινε νὰ πιστευθῇ παρὰ πολλοῖς ἡ φήμη, τὴν ὁποίαν εἶχε διαδώσει ἀπὸ πρωίας ὁ ἐπιστάτης τῆς λίμνης ― ὅτι τὰ δεκαοκτὼ δερματοτύρια τὰ εἶχε καταπίει ὁ ἀφαλὸς τῆς θαλάσσης, ὅτι τὰ εἶχε ξεράσει τὸ μάτι τῆς λίμνης, καὶ ὅτι οἱ ἐγχέλεις τὰ κατέφαγαν.
(1893)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...21 Απριλίου.

 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 21ης Απριλίου


753 π.Χ: Σύμφωνα με το μύθο, ο Ρωμύλος και ο Ρώμος ιδρύουν τη Ρώμη.
1912: Οι Ιταλοί καταλαμβάνουν τη Ρόδο από τους Οθωμανούς.
1923: Στην Ιταλία, ο Μπενίτο Μουσολίνι ανακηρύσσει την ημέρα ίδρυσης της Ρώμης εθνική γιορτή, ενώ καταργεί την Πρωτομαγιά.
1941: Τα βουλγαρικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, έπειτα από έγκριση των Γερμανών.
1944: Οι Γαλλίδες αποκτούν δικαίωμα ψήφου.
1945: Ο Κόκκινος Στρατός εισέρχεται στα περίχωρα του Βερολίνου.
1947: Ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου, Παύλος, ορκίζεται Βασιλεύς των Ελλήνων, και στη συνέχεια απευθύνει μέσω ραδιοφώνου διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό.
1960: Η πρωτεύουσα της Βραζιλίας μεταφέρεται από το Ρίο ντε Τζανέιρο στη νεότευκτη Μπραζίλια.
1963: Ο Γρηγόρης Λαμπράκης ξεκινάει από το Μαραθώνα την πρώτη Πορεία Ειρήνης, κατά τη διάρκεια της οποίας συλλαμβάνεται και κακοποιείται.
1967: Εκδηλώνεται στην Αθήνα στρατιωτικό πραξικόπημα, υπό τον συνταγματάρχη Γεώργιο Παπαδόπουλο -γνωστό σαν η Χούντα των Συνταγματαρχών- κατά ωμή παραβίαση του τότε Συντάγματος, με αποτέλεσμα την επιβολή του δικτατορικού καθεστώτος (1967 - 1974). Οι πραξικοπηματίες ορίζουν ως πρωθυπουργό τον Αρεοπαγίτη, Κωνσταντίνο Κόλλια.
1983: Η ΕΟΚ ανακοινώνει ότι η Αθήνα είναι η πιο μολυσμένη πρωτεύουσα της Ευρώπης.
1986: Καθιερώνεται επισήμως η Σημαία της Ευρώπης, με δώδεκα χρυσά άστρα που σχηματίζουν κύκλο πάνω σε μπλε φόντο.
1989: Περίπου 100.000 φοιτητές καταλαμβάνουν την πλατεία Τιενανμέν στο Πεκίνο.
2012: Δύο τραίνα συγκρούονται μετωπικά κοντά στο Sloterdijk του Άμστερνταμ, στην Ολλανδία, τραυματίζοντας 116 ανθρώπους.

Γεννήσεις

1652 - Μισέλ Ρολ, Γάλλος μαθηματικός
1661 - Γκέοργκ Γιόζεφ Κάμελ, Τσέχος ιεραπόστολος και βοτανολόγος
1816 - Σαρλότ Μπροντέ, Αγγλίδα συγγραφέας
1864 - Μαξ Βέμπερ, Γερμανός οικονομολόγος και κοινωνιολόγος
1882 - Πέρσι Γουίλλιαμς Μπρίντγκμαν, Αμερικανός φυσικός
1904 - Οντίλο Γκλομπότσνικ, Αυστριακός ηγέτης των SS
1915 - Άντονι Κουίν, Μεξικανός ηθοποιός
1926 - Ελισάβετ Β΄, βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου
1927 - Αχμέντ Αρίφ, Τούρκος ποιητής
1947 - Ίγκι Ποπ, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Τζέιμς Τζιούελ Όστερμπεργκ τζούνιορ, αμερικανός ρόκερ
1964 - Λουντμίλα Ένγκουιστ, Ρωσίδα αθλήτρια
1972 - Σεβερίνα, Κροάτισσα τραγουδίστρια

Θάνατοι

1073 - Πάπας Αλέξανδρος Β΄
1109 - Άνσελμος, αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι
1142 - Πέτρος Αβελάρδος, Γάλλος συγγραφέας
1329 - Φρειδερίκος Δ', δούκας της Λωρραίνης
1338 - Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας Άγγελος Παλαιολόγος, Βυζαντινός ευγενής
1509 - Ερρίκος Ζ', βασιλιάς της Αγγλίας
1574 - Κόζιμο Α΄ των Μεδίκων, μέγας δούκας της Τοσκάνης
1652 - Πιέτρο ντελα Βάλλε, Ιταλός περιηγητής
1699 - Ρακίνας, Γάλλος δραματουργός
1910 - Μαρκ Τουαίην, Αμερικανός συγγραφέας
1918 - Μάνφρεντ φον Ριχτχόφεν, Γερμανός πιλότος
1941 - Φριτς Μαντόιφελ, Γερμανός γυμναστής
1946 - Τζων Μέυναρντ Κέυνς, Άγγλος οικονομολόγος
1965 - Έντουαρντ Βίκτορ Άπλετον, Άγγλος φυσικός
1980 - Αλεξάντρ Οπάριν, Ρώσος βιοχημικός
1989 - Γεώργιος Βαλέτας, Έλληνας φιλόλογος
2003 - Νίνα Σιμόν, Αμερικανίδα τραγουδίστρια
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Εορτή του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων.

 Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων

Τη μνήμη του Αγίου Ιανουαρίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 21 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Άγιος Ιανουάριος ήταν επίσκοπος στη Νεάπολη της Ιταλίας, στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-304) και όταν έπαρχος στην περιοχή αυτή ήταν ο Τιμόθεος.
Ο Ιανουάριος μαζί με μια πολύ καλή ομάδα συνεργατών-χριστιανών, που την αποτελούσαν: οι διάκονοι Πρόκουλος (ή Πρόκλος), Σώσσος, Φαύστος, ο αναγνώστης Δησιδέριος, ο Ακούτιος και ο Ευτύχιος, αγωνίζονταν τον άγιο αγώνα της αρετής και έφερναν στο Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες. Όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός κατά των χριστιανών, συνελήφθησαν και υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια. Τον Ιανουάριο έριξαν στη φωτιά για να καεί, αλλά με τη θεία χάρη έμεινε αβλαβής. Αμέσως, τότε, τον οδήγησαν σε άλλο τόπο, όπου του έκοψαν τα νεύρα και έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Στο δρόμο για το μαρτύριο, συνέβη το έξης περιστατικό: Οι πολυάριθμοι χριστιανοί της Νεάπολης, προσπάθησαν να πάρουν από τα χέρια των στρατιωτών τον Ιανουάριο. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε και τους είπε: «Αφήστε, παιδιά μου, να τελειώσω τον καλό αγώνα του μαρτυρίου, και σας υπόσχομαι ότι θα είμαι πάντοτε προστάτης της πόλης σας». Έτσι και έγινε. Η Νεάπολη τον ανακήρυξε πολιούχο της Άγιο.
Στο Συναξάρι του Αγίου Ιανουαρίου αναφέρεται ότι μια γυναίκα, που ονομαζόταν Μαξιμίνα και ήταν χήρα, είχε την ατυχία να χάσει το μονάκριβο παιδί της. Κάποια στιγμή, ενώ θρηνούσε, συνήλθε για λίγο και κοιτάζοντας ψηλά, είδε άνω από την πύλη του ναού ένα ύφασμα κρεμασμένο, στο οποίο ήταν ζωγραφισμένη η εικόνα του Αγίου Ιανουαρίου.
Τότε η γυναίκα έφερε στο νου της εκείνο που κάποτε έκανε ο προφήτης Ελισσαίος, όταν ανέστησε τον υιό της Σωμανίτιδος. Αφού κινήθηκε λοιπόν η Μαξιμίνα από θείο φωτισμό, έκανε και αυτή το ίδιο. Σχημάτισε δηλαδή κατάλληλα τον υιό της και ακολούθως σχημάτισε το ομοίωμα του Αγίου Ιανουαρίου.
Στη συνέχεια δε, στα μάτια του παιδιού της προσάρμοσε τα μάτια της εικόνας του Αγίου. Το ίδιο έκανε και με τα αυτιά, το στόμα και με τα υπόλοιπα μέλη. Κάνοντας το έργο αυτό η γυναίκα προσευχόταν θερμά προς τον Άγιο Ιανουάριο λέγοντας: «Δούλε του Θεού, ελέησέ με και ανάστησε τον υιό μου, γιατί είναι το μόνο μου παιδί, δεν έχω άλλο». Και πραγματικά, ο Άγιος άκουσε την παράκληση της Μαξιμίνας και ανέστησε τον υιό αυτής.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως Ιεράρχης και σοφός θεηγόρος, τύπος εγένου προς αθλήσεως πόνους, Πάτερ Ιανουάριε τοις περί σεαυτόν. Σώσος γαρ και Πρόκουλος, Δισιδέριος Φαύστος, και συν Ακουτίωνι, ο Ευτύχιος άμα, συν σοι αθλούσι μάκαρ ευσεβώς, μεθ' ων δυσώπει, υπέρ των ψυχών ημών.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τρίτη 21 Απριλίου.

  


Την Τρίτη 21 Απριλίου 2026 αναμένονται βροχές και καταιγίδες κυρίως στα βόρεια. Σχετικά υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες. Άνεμοι έως 5 μποφόρ στα πελάγη.

Πιο αναλυτικά, αναμένονται αραιές νεφώσεις κατά τόπους οι οποίες στα δυτικά, στα βόρεια και στο Αιγαίο θα είναι κατά διαστήματα πυκνότερες. Βροχές και καταιγίδες αναμένονται κατά τόπους από το μεσημέρι κυρίως στη Μακεδονία, στη Θράκη, στη Βόρεια Θεσσαλία και στο Βόρειο Αιγαίο. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα είναι σχετικά αυξημένες, κυρίως στα δυτικά και στα νότια.

Η θερμοκρασία στη Δυτική Μακεδονία θα κυμανθεί από 6 έως 21 βαθμούς Κελσίου, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 7 έως 24, στη Θεσσαλία από 10 έως 27, στην Ήπειρο από 7 έως 21, στη Στερεά από 9 έως 26, στην Πελοπόννησο από 7 έως 24 στα νησιά του Ιονίου από 10 έως 20, στα νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου από 8 έως 24, στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα από 12 έως 21 και στην Κρήτη από 12 έως 24 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι στο Βόρειο Αιγαίο θα πνέουν από μεταβαλλόμενες διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ. Στο Κεντρικό Αιγαίο οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από δυτικές διευθύνσεις 3 έως 5 μποφόρ όμως από το απόγευμα θα στραφούν σε νότιους ίδιας έντασης. Στο Νότιο Αιγαίο οι άνεμοι θα πνέουν από δυτικές διευθύνσεις 3 έως 5 μποφόρ. Στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν από νότιες διευθύνσεις 3 έως 5 μποφόρ.

Στην Αττική αναμένεται ηλιοφάνεια με αραιές νεφώσεις κατά διαστήματα. Οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από βορειοδυτικές διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ όμως από το πρωί έως το απόγευμα θα στραφούν σε νοτιοδυτικούς ίδιας έντασης. Η θερμοκρασία στο κέντρο των Αθηνών θα κυμανθεί από 15 έως 24 βαθμούς Κελσίου.

Στον νομό Θεσσαλονίκης αναμένονται αραιές νεφώσεις οι οποίες από το μεσημέρι θα πυκνώσουν και θα σημειωθούν βροχές και καταιγίδες. Οι άνεμοι θα πνέουν από μεταβαλλόμενες διευθύνσεις έως 3 μποφόρ. Η θερμοκρασία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης θα κυμανθεί από 14 έως 23 βαθμούς Κελσίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εoρτάζοντες την 21ην του μηνός Απριλίου

 Εoρτάζοντες την  21ην του μηνός Απριλίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ο επίσκοπος και οι ΠΡΟΚΟΥΛΟΣ, ΣΩΣΣΟΣ και ΦΑΥΣΤΟΣ οι Διάκονοι, ΔΙΣΙΔΕΡΙΟΣ ο Αναγνώστης, ΑΚΟΥΤΙΟΣ και ΕΥΤΥΧΙΟΣ.

  • Η ΑΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ή βασίλισσα και οι ακόλουθοι της ΑΠΟΛΛΩΣ, ΙΣΑΑΚΙΟΣ και ΚΟΔΡΑΤΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΣ Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ο Σιναΐτης

  • [Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΡΟΛΟΣ μάρτυρας]

 

Αναλυτικά

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ ο επίσκοπος και οι ΠΡΟΚΟΥΛΟΣ, ΣΩΣΣΟΣ και ΦΑΥΣΤΟΣ οι Διάκονοι, ΔΙΣΙΔΕΡΙΟΣ ο Αναγνώστης, ΑΚΟΥΤΙΟΣ και ΕΥΤΥΧΙΟΣ.
Ήταν επίσκοπος στη Νεάπολη της Ιταλίας, στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-304) και όταν έπαρχος στην περιοχή αυτή ήταν ο Τιμόθεος. ο Ιανουάριος μαζί με μια πολύ καλή ομάδα συνεργατών-χριστιανών, πού την αποτελούσαν: οι διάκονοι Πρόκουλος, Σώσσος, Φαύστος, ο αναγνώστης Δησιδέριος, ο Άκόντιος και ο Ευτύχιος, αγωνίζονταν τον άγιο αγώνα της αρετής και έφερναν στο Χριστό πολλούς ειδωλολάτρες. Όταν έγινε ο μεγάλος διωγμός κατά των χριστιανών, συνελήφθησαν και υπέστησαν φοβερά βασανιστήρια. Τον Ιανουάριο έριξαν στη φωτιά για να καεί, αλλά με τη θεία χάρη έμεινε αβλαβής. Αμέσως, τότε, τον οδήγησαν σε άλλο τόπο, όπου του έκοψαν τα νεύρα και έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου. Στο δρόμο για το μαρτύριο, συνέβη το έξης περιστατικό: ΟΙ πολυάριθμοι χριστιανοί της Νεάπολης, προσπάθησαν να πάρουν από τα χέρια των στρατιωτών τον Ιανουάριο. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε και τους είπε: "Αφήστε, παιδιά μου, να τελειώσω τον καλό αγώνα του μαρτυρίου, και σας υπόσχομαι ότι θα είμαι πάντοτε προστάτης της πόλης σας". Έτσι και έγινε. Ή Νεάπολη τον ανακήρυξε πολιούχο της Άγιο.


Απολυτίκιο. Ήχος δ'. ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως Ιεράρχης και σοφός θεηγόρος, τύπος έγένου προς αθλήσεως πόνους, Πάτερ Ιανουάριε τοις περί σεαυτόν. Σώσος γαρ και Πρόκουλος, Δισιδέριος Φαύστος, και συν Άκουτίωνι, ο Ευτύχιος άμα, συν σοι αθλούσι μάκαρ εύσεβώς· μεθ' ων δυσώπει, υπέρ των ψυχών ημών.


Η ΑΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ή βασίλισσα και οι ακόλουθοι της ΑΠΟΛΛΩΣ, ΙΣΑΑΚΙΟΣ και ΚΟΔΡΑΤΟΣ
Ή αγία Αλεξάνδρα ήταν σύζυγος του Βασιλιά Διοκλητιανού. Εντελώς διαφορετική όμως από 'κείνον, πού ήταν φίλος της βίας και του αίματος. Αυτή διακρινόταν για την ήμερη ψυχική της διάθεση και την εύσπλαχνη και φιλάνθρωπη ζωή της. Στό μεταξύ μια χριστιανή της μετέδωσε το λόγο του Θεού, πού τη συγκίνησε τόσο, ώστε με χαρά τον αποδέχτηκε. Ή χάρη του Κυρίου μεγάλωνε μέσα της το φωτισμό, και το θείο έλεος την αξίωσε κατά το μαρτύριο του αγίου Γεωργίου, να αισθανθεί μέσα της την πνοή και την ορμή της πίστης στο Χριστό. Τότε παρακάλεσε τον αυτοκράτορα σύζυγο της, να διατάξει την παύση τω διωγμών εναντίον των Χριστιανών. Και διακήρυξε ότι καταγγέλλει μπροστά στον αληθινό θεό τους διώκτες των χριστιανών, και ομολογεί και αυτή τον Ιησού Χριστό. ο αυτοκράτορας στην αρχή, νόμισε ότι ή σύζυγος του έπαθε διανοητική διατάραξη. 'Αλλ' εκείνη διαμαρτυρήθηκε και επανέλαβε την ομολογία της. ο Διοκλητιανός τότε εξοργισμένος, διέταξε και την έριξαν στην πιο σκοτεινή φυλακή, όπου και πέθανε προσευχομένη. Το παράδειγμα της συγκίνησε και τρεις από τους ακολούθους της, τον Άπολλώ, τον Ίσαάκιο και τον Κοδράτο. Ομολόγησαν και αυτοί ότι είναι χριστιανοί και τον μεν Κοδράτο αποκεφάλισαν, τους δε Άπολλώ και Ίσαάκιο υπέβαλαν σε θάνατο δια πείνας και δίψας.


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΙΑΝΟΣ Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Υπήρξε στα χρόνια του βασιλιά Θεοδοσίου Β' του μικρού (408-450) και καταγόταν από τη παλιά Ρώμη, από την οποία ήλθε στην Κων/πολη. Εκεί έλαμψε με την αρετή του και την αυστηρότητα της ζωής του, καθώς μάλιστα ήταν ευφυής και πολυμαθής, χειροτονήθηκε από τον Πατριάρχη Σισίνιο (426-427) Πρεσβύτερος. Όταν πέθανε ο Σισίνιος, τον διαδέχτηκε ο αιρετικός Νεστόριος (428-431) του οποίου, κατά των αιρετικών δοξασιών αντέδρασε έντονα ο άγιος Μαξιμιανός. Αφού τελικά εξορίστηκε ο Νεστόριος, στο θρόνο ανήλθε ο άγιος Μαξιμιανός με την ψήφο βασιλιά και λάου. 'Επί της Πατριαρχίας του στην Εκκλησία επικράτησε ειρήνη, χωρίς σκάνδαλα και αιρετικές ταραχές. Έτσι λοιπόν καλά αφού ποίμανε το ποίμνιο του για δύο χρόνια και πέντε μήνες (431-434), απεβίωσε ειρηνικά. Ή Σύναξή του τελείται στους Αγίους Αποστόλους.


Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ο Σιναΐτης
Απαρνήθηκε τις κοσμικές απολαύσεις και έκάρη μοναχός. Πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού προσκύνησε τους Αγίους Τόπους, κατέληξε στο Όρος Σινά. Εκεί βρήκε ασκητές μοναχούς και έμεινε κοντά τους σαν υποτακτικός και υπηρέτης τους. Επειδή είχε πολύ ταπεινοφροσύνη, πήρε από τον Θεό τη δωρεά της γνώσης και πολλής σοφίας, με την οποία συνέγραψε βίους Αγίων Πατέρων και συνέθεσε ψυχωφελείς λόγους. Αφού έφτασε σε βαθιά γεράματα, απεβίωσε ειρηνικά.


[Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΡΟΛΟΣ μάρτυρας]
 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ- Ἡ Χήρα παπαδιά.


 Μικρά διηγήματα

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
(ΗΘΗ ΤΩΝ ΣΠΟΡΑΔΩΝ)
Α´
Μόλις ὁ Χατζη-Γιάννης ἤνοιξε τὸ στόμα διὰ νὰ τονίσῃ τὴν ἐπῳδὸν τοῦ ᾄσματός του καὶ ἡ κολοσσαία χεὶρ τοῦ Μηνᾶ τοῦ ἔφραξε τὰ χείλη διὰ φοβεροῦ κινήματος.
Τὸ πρᾶγμα συνέβαινεν ἐν Κ…, μιᾷ τῶν Σποράδων, περιφήμῳ διὰ τὸ ναυτικόν της. Ἓν τῶν ὑψίστων προνομίων ὅπερ κατεῖχον αἱ ὑπὸ τὴν τουρκικὴν δεσποτείαν τελοῦσαι αὗται νῆσοι, ἀπολαύουσαι ὅμως τὸ πάλαι δημοτικῆς τινος αὐτονομίας, πολυτίμου διὰ τοὺς κατοίκους των, ἦτο τὸ δικαίωμα τοῦ κωμάζειν ἐν ταῖς ὁδοῖς τὴν νύκτα, ὅπερ δὲν ἀνεγράφετο μὲν ἐν τῷ ἀστικῷ κώδικι, ἐκυροῦτο ὅμως διὰ τῆς ἀνοχῆς ἣν ἐδείκνυεν ἡ ἐγχώριος πολιτοφυλακὴ πρὸς τοὺς ἐκ μακρῶν θαλασσοποριῶν ἐπιστρέφοντας τολμηροὺς ναυβάτας.
Ἡ λέξις γεμιτζὴς (ναύτης) καὶ αἱ λέξεις ντερτιλὴς καὶ μερακλὴς ἦσαν πάλαι ποτὲ καὶ αἱ τρεῖς συνώνυμοι. Νὰ ἐπιστρέφῃ τις ἐκ μακροῦ διάπλου ἀνὰ τὸν Εὔξεινον καὶ τὸν Ἀδρίαν, νὰ ἔχῃ διέλθει ἀνάστρους καὶ ζοφερὰς νύκτας παρὰ τοὺς ἱστοὺς καὶ τὸ πηδάλιον ἄγρυπνος, χωρὶς μήτε ζεῦγος ὀφθαλμῶν νὰ φαίνεται κάπου λαμπυρίζον εἰς τὴν ἔρημον παραλίαν, μήτε ἀνήσυχον οὖς ν᾽ ἀκούῃ τοὺς διὰ περιπαθῶν φθόγγων διερμηνευομένους στεναγμοὺς τοῦ ἔρωτος, μετὰ τὸ τελευταῖον ᾆσμα τοῦ ἀπόπλου, τοῦ ὁποίου τοὺς τόνους ψιθυρίζουσιν ἀκόμη αἱ θαλάσσιαι αὖραι περὶ τὴν ἀκτήν:
Ἄναψε τὸ φαναράκι καὶ κατέβα στὸ γιαλό,
λῦσέ μας τὸ παλαμάρι, κι ἄιντε κόρη μ᾽ στὸ καλό…
καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τραγουδήσῃ ὑπὸ τὰ παράθυρα τῆς φίλης του;
Αὐτὸ τοῦτο ἤθελε νὰ πράξῃ καὶ ὁ Χατζη-Γιάννης, νέος εἰκοσαετής, ὅστις ἐτήρει μὲν ἐκ προγόνων τὴν προσωνυμίαν τοῦ Χατζῆ, ἦτο δὲ καὶ ὁ ἴδιος προσκυνητὴς τῶν Ἁγίων Τόπων. Ἀλλ᾽ ὁ ἐξάδελφος Μηνᾶς, αὐστηρότερος εἰς τὸ περὶ κοσμιότητος κεφάλαιον, ἐζήτει νὰ τὸν παρεμποδίσῃ. Ὁ νεαρὸς ὅμως Χατζη-Γιάννης, ἔκδοτος ὅλος εἰς τὸν ἔρωτα, ἐξέφραζε τὸ παράπονόν του διὰ δευτέρας στροφῆς ὡς ἑξῆς:
Ὡς καὶ τὰ παραθύρια της,
ξάδερφε Μηνᾶ,
ἀμάχη μοῦ βαστοῦνε·
Ὅταν γυρίσω καὶ τὰ ἰδῶ,
ξάδερφε Μηνᾶ,
χωρὶς ἀέρα κλειοῦνε.
Ἡ στροφὴ αὕτη δὲν ἦτο ἡ σκανδαλίζουσα τὸν ἐξάδελφον Μηνᾶν, ἀλλ᾽ ἡ πρώτη, καὶ μάλιστα διὰ τῆς ἐν εἴδει ἐπῳδοῦ ἐπικλήσεώς της:
Ἔβγα νὰ ἰδῶ τὸν ἴσκιο σου,
χήρα παπαδιά!
κ᾽ ἐγὼ τόνε γνωρίζω·
Τὸ νόστιμό σου τὸ κορμί,
χήρα παπαδιά!
ὁποὺ τὸ λαχταρίζω.
Συνέβαινε δὲ τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ νὰ διέρχωνται ὑπὸ τὰ παράθυρα τῆς «χήρας παπαδιᾶς», πρὸς ἣν ἐγίνετο ἡ φλογερὰ ἐπίκλησις.
Β´
Ὅλοι οἱ νέοι τῆς νήσου, ἐπανακάμπτοντες ἐκ τῶν συνεχῶν θαλασσοποριῶν των, ἐφρόντιζον νὰ κομίζωσι δῶρα καὶ κοσμήματα διὰ τὰς ἐκλεκτὰς τῆς καρδίας των. Ὅλοι οἱ νέοι δὲν ἀπηξίουν νὰ κωμάζωσιν ἐνίοτε ὑπὸ τὰ παράθυρα τῆς ἀγαπητῆς των. Ὅλοι εἶχον ἐκλέξει ἀνὰ μίαν ἕκαστος νεάνιδα, ἣν προώριζεν ὡς μέλλουσαν σύντροφον τοῦ βίου του. Μόνος ὁ Χατζη-Γιάννης προείλετο νὰ ἐρωτευθῇ τὴν «χήρα παπαδιά».
Ὁ Χατζη-Γιάννης ἦτο μία τῶν μελαγχροινῶν ἐκείνων καὶ περιπαθῶν φύσεων, εἷς τῶν ἐρωτύλων ἐκείνων νέων, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ ἀκούσωσιν ἄλλο τι παρὰ τὸ πάθος των καὶ μόνον. Ὁ νεαρὸς ναυτικὸς οὔτε ἤξευρεν οὔτ᾽ ἐφρόντισε νὰ μάθῃ ἂν ἐπιτρέπεται ὁ δεύτερος γάμος εἰς τὰς χήρας τῶν ἱερέων. Ἓν μόνον ἤξευρεν, ὅτι τὴν ἠγάπα καὶ ἤθελε νὰ τὴν νυμφευθῇ.
Ἡ νέα γυνὴ ἦτο πράγματι ἀνταξία τοῦ διαπύρου αἰσθήματος, ὅπερ ἄκουσα ἐνέπνεεν. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ καὶ αὐτὴ πῶς ἔγινε παπαδιὰ αἴφνης, καὶ πῶς δεκαοκταετὴς ἔμεινεν ἐν χηρείᾳ. Τὴν ὑπάνδρευσαν δεκατετραετῆ, χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσιν ἂν ἔστεργε τὸν σύζυγον, ὃν τῇ ἔδιδον, καὶ ἂν συγκατετίθετο νὰ γίνῃ παπαδιά. Μετὰ ἓν ἔτος ὁ σύζυγός της ἐχειροτονήθη ἱερεύς, χωρὶς αὐτὴ νὰ νομίσῃ ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ ἢ ν᾽ ἀποποιηθῇ τὴν συναίνεσίν της. Μετὰ ἓν ἄλλο ἔτος, ὁ νεαρὸς λειτουργὸς τοῦ Κυρίου, ἀσθενήσας, ἀπέθανε, καὶ οὕτως αὕτη ἐντὸς διετίας ὑπέστη τόσας σχεδὸν μεταμορφώσεις, ὅσας καὶ ὁ μεταξοσκώληξ· ἐγένετο ἀπὸ κόρης γυνή, ἀπὸ γυναικὸς παπαδιά, καὶ ἀπὸ παπαδιᾶς χήρα· χήρα διὰ βίου.
Γ´
Καὶ ὅμως ὁ «ξάδερφος Μηνᾶς» δὲν ἦτο τόσον αὐστηρός, ὅσον ἠδύνατό τις ἐκ πρώτης ἀφετηρίας νὰ ὑποθέσῃ. Συνεπάθει μάλιστα τόσον πολὺ εἰς τὸ νεανικὸν πάθος τοῦ ἐξαδέλφου του, καὶ τόσον ἀφελὴς ἦτο, ὥστε, ὅταν τὸ πρᾶγμα ἐπροχώρησε κάπως, καὶ λόγος ἐγένετο εἰς διαφόρους ὁμίλους περὶ τοῦ ἔρωτος τοῦ Χατζη-Γιάννη, ἐφαντάσθη διὰ παραδόξου τρόπου νὰ θέσῃ ἐκποδὼν πᾶν πρόσκομμα ἐπιπροσθοῦν εἰς τὸν γάμον.
Εἶναι βέβαιον, φαίνεται, ὅτι ἐν τῷ Πηδαλίῳ δὲν ἀναγράφεται κανών τις ἀπαγορεύων τὸν δεύτερον γάμον εἰς τὰς ἐν χηρείᾳ πρεσβυτέρας. Ἀλλ᾽ ἡ πρόληψις καὶ ἡ παράδοσις, τὰ δύο ὁμοῦ συντιθέμενα, ἰσοδυναμοῦσι τὸ κάτω κάτω μὲ ἕνα ἀποστολικὸν ἢ συνοδικὸν κανόνα, καὶ ἔπειτα ὁ λαὸς οὐδέποτε ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὸ Πηδάλιον διὰ νὰ ἴδῃ πόσους καὶ ποίους περιέχει κανόνας. Τινὲς τῶν ἱερέων, ὀλίγιστοι, ἀνεγίνωσκον ἐνίοτε τὸ βιβλίον τοῦτο ἐν τῷ παρελθόντι.
Ὁ ἐρωτικώτατος Χατζη-Γιάννης οὐδὲν ἤκουεν οὔτε ἐνόει περὶ τοιαύτης ἀπαγορεύσεως, καὶ ἂν τῷ ἔλεγέ τις ὅτι οἱ κανόνες ἀπαγορεύουσι νὰ νυμφευθῇ τὴν παπαδιάν, ἤνοιγε μεγάλους ὀφθαλμοὺς καὶ ἔσειεν ἁπλῶς τοὺς ὤμους. Ὁ συνετὸς ὅμως Μηνᾶς ἐλάμβανε τὸ πρᾶγμα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, καὶ λοιπὸν ἐσοφίσθη ἁπλούστατα νὰ δώσῃ δῶρα πολύτιμα, λαχουρὶ καὶ ψέλλια εἰς τὴν γειτόνισσάν του, τὴν πρεσβυτέραν τοῦ παπα-Μανώλη, διὰ τὰς δύο ἀγάμους θυγατέρας της, καὶ τὴν παρεκάλεσε νὰ ὑποκλέψῃ ἐκ τῆς πενιχρᾶς βιβλιοθήκης τοῦ αἰδεσιμωτάτου αὐτὸ τὸ Πηδάλιον, τὸ περιέχον ὅλους τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανόνας, καὶ νὰ τὸ δανείσῃ εἰς αὐτὸν διὰ μίαν ἡμέραν. Ὁ ἁπλοϊκὸς ἐξάδελφος τοῦ Χατζη-Γιάννη ἐφαντάζετο ὅτι τόσον θὰ ἤρκει διὰ νὰ φυλλολογήσῃ αὐτὸ τὸ βιβλίον, νὰ εὕρῃ τὴν σελίδα, ἐν ᾗ περιέχεται ὁ σχετικὸς πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ δευτέρου γάμου εἰς τὰς χήρας τῶν ἱερέων κανών, νὰ ἀποσπάσῃ τὴν σελίδα ταύτην, νὰ τὴν σχίσῃ καὶ… πάει λέγοντας.
―  Καὶ τί τὸ θέλεις αὐτὸ τὸ βιβλίο; τὸν ἠρώτησεν ἡ Παπαμανώλαινα.
―Ἔννοιά σου, καλέ, ἀπήντησεν ὁ Μηνᾶς, κάτι θέλω νὰ διαβάσω καὶ θὰ σοῦ τὸ δώσω πίσω εὐθύς.
―  Αὐτὸ τὸ βιβλίο δὲν εἶναι ποὺ ἔχει τὸν νομοκάνονα; ἠρώτησεν αὖθις ἡ δύσπιστος πρεσβυτέρα.
―  Ναί, εἶπε μορφάζων ὁ ἐξάδελφος Μηνᾶς.
―Ὁ παπὰς μοῦ λέγει πὼς δὲν κάνει νὰ τὸ πιάσῃ κανεὶς ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἱερωμένος.
―  Μὴν τὸ πιάνῃς μὲ τὰ χέρια γυμνά, ἀπήντησεν ὁ ἐξάδελφος Μηνᾶς, βάλε μία καθαρὴ πετσέτα.
Τέλος πολλὰ ἐμόχθησεν ὁ ταλαίπωρος Μηνᾶς, ἑωσοῦ πείσῃ τὴν Παπαμανώλαιναν. Ἄλλως καὶ ἡ ἐκδούλευσις αὐτῆς ἄκαρπος ἀπέβη. Λαβὼν τὸ Πηδάλιον ὁ Μηνᾶς, ὅστις μόλις ἤξευρε νὰ ἀναγινώσκῃ συλλαβιστὰ ὀλίγας λέξεις, ἐφυλλολόγει καὶ ἐφυλλολόγει, ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρῃ τὸν σχετικὸν κανόνα, ὅστις ἄδηλον ἄλλως ἂν ὑπάρχῃ; Τὸ χειρότερον ἦτο ὅτι ἐκινδύνευε νὰ φανῇ ἐκπρόθεσμος εἰς τὴν πρεσβυτέραν, καὶ τότε τί ν᾽ ἀπολογηθῇ αὕτη εἰς τὸν παπα-Μανώλην, ἂν τυχὸν παρετήρει οὗτος τὴν ἀπουσίαν τοῦ βιβλίου;
Παρελίπομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ χήρα παπαδιά, χάριν τῆς ὁποίας ἐν ἀγνοίᾳ της ἐγίνοντο ὅλα τὰ ἐπιλήψιμα ταῦτα, ἦτο αὐτὴ αὕτη νύμφη τῆς γηραιᾶς πρεσβυτέρας καὶ τοῦ παπα-Μανώλη. Τούτου τὸν υἱὸν εἶχε νυμφευθῆ ἡ ἀτυχής, καὶ ἔμεινε χήρα ἐν νεαρωτάτῃ ἡλικίᾳ, ὡς εἴπομεν. Ὥστε τὸ τόλμημα τοῦ Μηνᾶ ἦτο, βλέπετε, φοβερώτερον ἢ ὅσον ἤθελε φανῆ ἄνευ τῆς περιστάσεως ταύτης.
Δ´
Μάταιοι ἀπέβησαν ὅλοι οἱ ἀγῶνες τοῦ Μηνᾶ, ἂν καὶ τὸ βιβλίον ἐδόθη αὐτῷ καὶ δευτέραν φορὰν καὶ τρίτην. Ὅσον καὶ ἂν ἐφυλλολόγει, τὸ ζητούμενον χωρίον δὲν εὑρίσκετο. Ἀλλ᾽ ὅ,τι δὲν κατώρθωσεν οὗτος δι᾽ ὅλων τῶν νομίμων μέσων, τὰ γραΐδια τῆς γειτονιᾶς, τεθέντα εἰς κίνησιν, ἠδυνήθησαν νὰ τὸ κατορθώσωσι. Μετὰ ἓν ἀκόμη ταξίδιον τοῦ Χατζη-Γιάννη καὶ τοῦ Μηνᾶ, οἵτινες ἦσαν συμπλωτῆρες καὶ συνιδιοκτῆται τοῦ αὐτοῦ πλοίου, τὸ πένθος τῆς νεαρᾶς παπαδιᾶς εἶχε κρυώσει ὀλίγον, ἡ συγκατάθεσίς της, τῇ μεσολαβήσει τῶν προξενητριῶν, τῆς ἀπεσπάσθη, καὶ ὑπελείπετο μόνον τὸ ζήτημα τοῦ πῶς νὰ τελεσθῇ ὁ γάμος. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ γέρων παπα-Μανώλης ἀπέθανεν, οἱ ἄλλοι ἱερεῖς δὲν εἶχον ἄμεσον συμφέρον νὰ φαίνωνται ἄκαμπτοι, καὶ κατωρθώθη, μετὰ ἢ ἄνευ ἐκκλησιαστικῆς ἀδείας, μεθ᾽ ἱεροτελεστίας ὅμως τακτικῆς, νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ γάμος τοῦ Χατζη-Γιάννη μετὰ τῆς χήρας παπαδιᾶς.
Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι παλαιόν, συνέβη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος. Ἀλλὰ μέχρι τῆς σήμερον δὲν ὑπάρχει συμπόσιον ἢ ἁπλῶς ὅμιλος εὐθυμούντων ἐν Κ… ὅπου νὰ μὴ ἀντηχήσῃ καὶ τὸ ᾆσμα τῆς «χήρας παπαδιᾶς».
(1888)


Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...20 Απριλίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 20ης Απριλίου


1453: Ο έλληνας πλοίαρχος Φλαντανελλάς, διασπώντας τον οθωμανικό αποκλεισμό, εισέρχεται στον Κεράτιο κόλπο και καταφέρνει να εφοδιάσει την πολιορκούμενη Κωνσταντινούπολη.
1799: Ο γάλλος αυτοκράτορας, Ναπολέων Β' υπογράφει ένα διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο η Ιερουσαλήμ είναι η πρωτεύουσα των Εβραίων.
1841: Κυκλοφορεί το βιβλίο του Έντγκαρ Άλαν Πόε Οι Φόνοι της Οδού Μοργκ, που θεωρείται το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα στην ιστορία της λογοτεχνίας.
1862: Ολοκληρώνεται η πρώτη δοκιμή παστερίωσης φρέσκου γάλακτος από τους γάλλους επιστήμονες, Λουί Παστέρ και Κλοντ Μπερνάρ.
1902: Ο Πιερ Κιουρί και η Μαρία Κιουρί ανακαλύπτουν το ράδιο.
1913: Η διάσημη αμερικανίδα χορεύτρια Ισιδώρα Ντάνκαν, πληροφορείται τον τραγικό θάνατο των παιδιών της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και αμέσως ανακοινώνει ότι αναστέλλει επ' αόριστον όλες τις εμφανίσεις της.
1914: Η σφαγή του Λάντλοου. Η Εθνική Φρουρά της Πολιτείας του Κολοράντο ανοίγει πυρ κατά απεργών ανθρακωρύχων στην πόλη Λάντλοου, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 άνθρωποι, ανάμεσά τους και ο ελληνικής καταγωγής συνδικαλιστής, Λούης Τίκας.Υπήρξε μία από τις αιματηρότερες επιθέσεις της εργοδοσίας και του κράτους στο συνδικαλιστικό κίνημα των ΗΠΑ.
1920: Έναρξη των 7ων Ολυμπιακών Αγώνων της Αμβέρσας (οι 6οι δεν έγιναν ποτέ λόγω πολέμου). Πρώτη εμφάνιση της σημαίας με τους 5 ολυμπιακούς κύκλους και πρώτη απαγγελία του Ολυμπιακού Ύμνου. Μελανό σημείο ο αποκλεισμός των κρατών, που ηττήθηκαν στον πόλεμο (Γερμανία, Αυστρία, Ουγγαρία, Βουλγαρία), αφού το πνεύμα των αγώνων δεν θέλει τη διάκριση λόγω πολιτικών διαφορών.
1925: Εγκαινιάζεται ο ιππόδρομος του Φαληρικού Δέλτα και ξεκινά το στοίχημα στις ιπποδρομιακές κούρσες.
1941: Υπογράφεται στο Βοτονόσι Μετσόβου το πρωτόκολλο συνθηκολόγησης του ελληνικού στρατού ανάμεσα στον υποστράτηγο Τσολάκογλου, διοικητή του ΤΣΔΜ (Τομέας Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας) και τον ταξίαρχο Ντίτριχ των γερμανικών δυνάμεων εισβολής.
1977: Όνειρο μένει για την ΑΕΚ η συμμετοχή της στον τελικό του Κυπέλλου UEFA, καθώς η Γιουβέντους επικρατεί 1-0 στη Νέα Φιλαδέλφεια (85' Μπέτεγκα, από σέντρα του Καούζιο) και παίρνει το «εισιτήριο».
1979: Στην Αίγυπτο, ο Ανουάρ Σαντάτ, σε δημοψήφισμα, που γίνεται για να κριθεί από το λαό η αποδοχή ή όχι της συμφωνίας ειρήνευσης με το Ισραήλ, πετυχαίνει σαρωτική νίκη.
1999: Δεκατρείς μαθητές σκοτώνονται στο Λύκειο Κόλουμπαϊν των ΗΠΑ, όταν δύο συμμαθητές τους ανοίγουν πυρ με αυτόματα και χειροβομβίδες.
2000: O Παναθηναϊκός νικά στον τελικό της Ευρωλίγκα τη Μακάμπι με 73-67 στη Θεσσαλονίκη και στέφεται για δεύτερη φορά πρωταθλητής Ευρώπης.
2008: Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου, διακομίζεται στο ΚΑΤ με κατάγματα, μετά από ατύχημα με το ποδήλατό του.
2010: Μια μεγάλη έκρηξη στην πλατφόρμα πετρελαίου «Deep Horizon» στον Κόλπο του Μεξικού προκαλεί τεράστια διαρροή που κρατά πέντε μήνες. Η οικολογική καταστροφή είναι ανυπολόγιστη.
2013: Σεισμός 6,6 Ρίχτερ χτυπά την επαρχεία Σιτσουάν της Κίνας, σκοτώνοντας πάνω από 150 ανθρώπους και τραυματίζοντας χιλιάδες.

Γεννήσεις

1492 - Πιέτρο Αρετίνο, Ιταλός συγγραφέας
1745 - Φιλίπ Πινέλ, Γάλλος ψυχίατρος
1808 - Ναπολέων Γ΄, αυτοκράτορας της Γαλλίας
1889 - Αδόλφος Χίτλερ, δικτάτορας της Ναζιστικής Γερμανίας
1893 - Ζουάν Μιρό, Ισπανός ζωγράφος
1893 - Έντνα Πάρκερ, Αμερικανίδα υπεραιωνόβια
1907 - Αυγουστίνος Καντιώτης, Έλληνας μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας
1913 - Μίμης Φωτόπουλος, Έλληνας ηθοποιός και ποιητής
1922 - Τάσος Λειβαδίτης, έλληνας ποιητής
1929 - Χάρης Αγγάνης, Αμερικανός αθλητής του μπέιζμπολ
1936 - Πάουλι Έλεφσεν, πρωθυπουργός των Νήσων Φερόε
1945 - Θέιν Σέιν, πρόεδρος της Μιανμάρ
1949 - Μάσσιμο Ντ' Αλέμα, Ιταλός πολιτικός
1949 - Τζέσικα Λανγκ, Αμερικανίδα ηθοποιός
1952 - Λούκα Κατσέλη, Ελληνίδα πολιτικός
1965 - Κωστής Χατζηδάκης, Ελληνας πολιτικός
1969 - Φέλιξ Μπαουμγκάρτνερ, Αυστριακός αλεξιπτωτιστής
1971 - Νίκος Κυζερίδης, Έλληνας ποδοσφαιριστής
1972 - Ζέλικο Γιοκσίμοβιτς, Σέρβος τραγουδοποιός
1985 - Κερτ Χόκινς, Αμερικανός παλαιστής

Θάνατοι

1912 - Μπραμ Στόκερ, Ιρλανδός συγγραφέας
1918 - Καρλ Φέρντιναντ Μπράουν, Γερμανός φυσικός
1932 - Τζουζέπε Πεάνο, Ιταλός μαθηματικός
1974 - Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ, Γερμανός συγγραφέας
1992 - Μπένι Χιλ, Άγγλος κωμικός
1999 - Νίκος Ρίζος, Έλληνας ηθοποιός
2003 - Μπέρναρντ Κατζ, Γερμανός βιοφυσικός
2007 - Άντριου Χιλ, Αμερικανός συνθέτης και πιανίστας
2009 - Μπεάτα Ασημακοπούλου, Ελληνίδα ηθοποιός
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Οσίου Θεοδώρου του Τριχινά.

 Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή του Οσίου Θεοδώρου του Τριχινά.

Τη μνήμη του Αγίου Θεοδώρου του Τριχινά τιμά σήμερα, 20 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Θεόδωρος καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη και γεννήθηκε από πλούσιους και ευσεβείς γονείς. Από νεαρή ηλικία ακολούθησε το μοναχικό βίο γενόμενος μοναχός στη μονή που γι' αυτόν καλείτο μονή του Τριχινά.
Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη διακονία των φτωχών και των άρρωστων. Ονομάστηκε Τριχινάς, διότι είχε τρίχινα φορέματα. Η ζωή του ήταν λιτή και με πολλή εγκράτεια, προκειμένου να δίνει όσο γινόταν περισσότερα αγαθά στους πάσχοντες.
Τη νύχτα ο Θεόδωρος πάντα έβρισκε χρόνο για προσευχή και μελέτη. Ζούσε μέσα σε μια κοινωνία στερημένων ανθρώπων, που οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες.
Γι' αυτό παρακινούσε πολλούς πλουσίους να διαθέτουν όσα αγαθά μπορούσαν. Πολλοί άπ' αυτούς του έδιναν αρκετά χρήματα και είδη πρώτης ανάγκης, τα όποια ο Θεόδωρος διέθετε με πολλή διάκριση.
Πρώτα σ' εκείνους που είχαν περισσότερη ανάγκη, όπως ορφανά, φτωχές χήρες και άρρωστους οικογενειάρχες. Ευεργετούσε μέχρι και την τελευταία ήμερα της ζωής του.
Ο Όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη και έλαβε τη Χάρη από τον Θεό, ο τάφος του να αναβλύζει μύρο που ευωδίαζε. Έτσι, όσοι προσέτρεχαν εκεί με πίστη και ευλάβεια, λάμβαναν την υγεία της ψυχής και του σώματος.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Δώρον ένθεον, της εγκρατείας, σκεύος έμψυχον, της απαθείας, ανεδείχθης θεοφόρε Θεόδωρε, τον γαρ Θεόν θεραπεύσας τοις έργοις σου, των παρ' αυτών δωρημάτων ηξίωσαι. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.


Read more » Διαβάστε Περισσότερα