Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

Αγώνας Δρόμου 5 και 10 χιλιομέτρων... Τσοτύλι - Νεάπολη : Κυριακή 22 Μαρτίου.


VOIORACE- ΑΓΩΝΑΣ ΝΕΑΠΟΛΗΣ


Ο Δήμος Βοΐου και το τοπικό συμβούλιο Νεαπόλεως,  σας προσκαλεί να συμμετάσχετε στον πρώτο αγώνα του Voiorace στη Νεάπολη. Μια αθλητική διοργάνωση αφιερωμένη στην υγεία, την άθληση και τη χαρά της συμμετοχής.


Μικροί και μεγάλοι, αθλητές αλλά και φίλοι του περπατήματος και του τρεξίματος, έχουν την ευκαιρία να λάβουν μέρος σε μια όμορφη διαδρομή στους δρόμους της πόλης μας, προωθώντας το πνεύμα του ευ αγωνίζεσθαι, της συνεργασίας και της ενεργής ζωής.


Σας περιμένουμε όλους να τρέξουμε μαζί, να στηρίξουμε τον αθλητισμό και να γεμίσουμε την πόλη με ενέργεια, χαμόγελα και αισιοδοξία.


📅 Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2026

📍 Σημείο εκκίνησης: Τσοτύλι (10χλμ.) , Διασταύρωση Περιστέρας (5χλμ.)

⏰ Ώρα έναρξης: 10:00 πμ


Ελάτε να γίνουμε όλοι μέρος αυτής της γιορτής του αθλητισμού!

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Ἡ Φωνὴ τοῦ Δράκου".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Μίαν βραδιάν, ἡ Κρατήρα ἡ Διόμαινα, γεροντοκόρη πλέον ἢ σαράντα χρόνων, ἔμεινε νὰ διανυκτερεύσῃ εἰς τὸ καλύβι τὸ πενιχρόν, τὸ ὁποῖον εἶχε μέσα εἰς τὸν ἐλαιῶνά της ὅπου εἰργάζετο ὅλην τὴν ἡμέραν εἰς τὴν συλλογὴν τοῦ ἐλαιοκάρπου, καὶ τὸ βράδυ ἔκλειε προσωρινῶς τοὺς σάκκους τοὺς πλήρεις ἐλαιῶν μέσα εἰς τὸ καλύβι αὐτό, ἕως τὴν ἄλλην ἡμέραν, ὁπότε τὸ φορτίον θὰ μετεκομίζετο δι᾽ ἡμιόνων εἰς τὸ ἐλαιοτριβεῖον τοῦ Δήμου τοῦ Μανιάτη, κάτω εἰς τὸν ἀγροτικὸν συνοικισμὸν τῆς Κεχρεᾶς· τὴν νύκτα ὅμως καθ᾽ ἣν ὁ ἐλαιόκαρπος ἦτο εἰς τὸ καλύβι, ἐκοιμᾶτο κι αὐτὴ ἐκεῖ, διὰ νὰ τὸν φυλάττῃ κατὰ πάσης ἐνδεχομένης ἀποπείρας κλοπῆς, ἂν καὶ τοιαῦτα κρούσματα ἦσαν σπάνια εἰς τὸν τόπον.
Εἰς τὸ μικρὸν τοῦτο ὑπόστεγον εὕρισκεν ἀναψυχήν, κ᾽ ἐκοιμᾶτο τὴν νύκτα, καθὼς ἦτον κουρασμένη διαρκῶς ἀπὸ τὰς ἐξοχικὰς ἐκδρομὰς καὶ τὰς ἐργασίας τὰς ὁποίας δὲν ἔπαυε νὰ ἐκτελῇ ἀνὰ τοὺς διαφόρους ἀγρούς της· εἶχε κτήματα ἄξια λόγου ἡ γεροντοκόρη, ἂν καὶ πολὺ βεβαρημένα μὲ χρέος, χαρὰ δὲ καὶ παρηγορία της, ἐλπὶς καὶ ἀπαντοχή της, ὅτι θὰ κατώρθωνεν ἐπὶ τέλους, ἀπὸ χρόνον εἰς χρόνον, νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὸ τὸ χρέος ―τὸ ὁποῖον ἐκολλοῦσε ὡς ψώρα καὶ ἐπληθύνετο ὡς ἡ κάμπη εἰς τὰ φυτά― ἦτον νὰ τρέχῃ ἀπὸ ἀμπέλι εἰς χωράφι, καὶ ἀπὸ χωράφι εἰς ἐλαιῶνα. Δὲν ἔπαυε νὰ ἐκτελῇ μόνη, κατὰ περιόδους καὶ ὥρας, ὅλας τὰς ἀγροτικὰς ἐργασίας ὅπως συνηθίζουν αἱ γυναῖκες· τὸ θειάφισμα, τὸ ἀργολόγημα*, τὸν τρύγον, καὶ πρὸ πάντων τὴν συλλογὴν τῶν ἐλαιῶν, διαρκοῦσαν ἐπί τινας μῆνας τοῦ φθινοπώρου καὶ τοῦ χειμῶνος.
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην δὲν ἦτο μόνη· συνωδεύετο ἀπὸ τὸν Κῶτσον τὸν ἀνεψιόν της, τέκνον τῆς ἀδελφῆς της, δεκατριῶν ἐτῶν. Δὲν ἦτον ἁπλῶς, τὸ παιδίον αὐτό, τέκνον τῆς ὠδῖνος τῆς ἀδελφῆς της, ἦτο τέκνον τῆς ὀδύνης δι᾽ αὐτὰς τὰς δύο. Ἡ Κρατήρα εἶχε μείνει ὀρφανὴ μετὰ τῆς νεωτέρας ἀδελφῆς της· ἡλικιώθη πολύ, καὶ καταρχὰς πιθανῶς δὲν ἠθέλησεν, ἀργότερα ἴσως δὲν ἠμπόρεσε νὰ ὑπανδρευθῇ. Ἀλλ᾽ ἡ ἰδία, ὡς καλὴ μήτηρ, ὑπάνδρευσε κ᾽ ἐπροίκισε τὴν ἀδελφήν της.
Τῆς ἔδωκε τὸ ἥμισυ τῶν κτημάτων, κ᾽ ἐπειδὴ ὁ γαμβρὸς ἀπῄτει καὶ μετρητά, ὑπεθήκευσε τὸ ἄλλο ἥμισυ εἰς ἐγχωρίους τοκιστάς, διὰ νὰ δανεισθῇ τρισχιλίας δραχμὰς νὰ τοῦ δώσῃ. Εἶτα μετὰ τὸν γάμον, ὁ σύζυγος, ναυτικός, ἀφοῦ ἔμεινεν ἐπί τινας μῆνας καὶ διεχείμασεν εἰς τὸν τόπον, κατὰ Φεβρουάριον ἐμβαρκάρησε μὲ τὸ ἰδιόκτητον πλοῖον καὶ ἀνεχώρησεν.
Ἡ Σοφούλα ἔμεινεν ἔγκυος. Εἶτα, μετὰ ἐννέα μῆνας, ὁ σύζυγος, μετὰ βραχεῖαν ἐπίσκεψιν κατὰ τὸ θέρος, ἐξηκολούθει νὰ ταξιδεύῃ ἀκόμη. Ἀλλ᾽ ἡ Σοφούλα ἔκλεισε τὸν ἔνατον μῆνα ἀπὸ τῆς πρώτης ἀπομακρύνσεως τοῦ συζύγου της, κ᾽ ἐγέννησε τὸ παιδίον αὐτό, τὸν Κῶτσον, ὄχι ἀκριβῶς τὸν ἔνατον μῆνα, ἀλλὰ μετὰ ἐννέα μῆνας καὶ τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ συζύγου.
Τότε τὰ γραΐδια τῆς γειτονιᾶς καὶ ὅλου τοῦ χωριοῦ, ἐμέτρησαν καλῶς τοὺς μῆνας, τὰς ἑβδομάδας, τὰς ἡμέρας, ὡς καὶ τὰς ὥρας. «Τόσες ἀπ᾽ τὸ Φλεβάρη, καὶ τριανταμία ὁ Μάρτης, γίνονται… καὶ τριάντα ὁ Ἀπρίλης…» Καὶ καθεξῆς. Ἀφοῦ ἐπρόσθεσαν ὅλους τοὺς μῆνας, μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, ἐλογάριασαν ὅτι ἔμενον δεκαεπτὰ ἡμέραι ἀκόμη, τοῦ Νοεμβρίου, διὰ νὰ γίνουν σωστοὶ ἐννέα μῆνες. Ἀλλ᾽ ἡ Σοφούλα ἐκάθισε στὰ σκαμνιὰ* ὄχι τὴν δεκάτην ἑβδόμην, ἀλλὰ τὴν εἰκοστὴν τοῦ μηνός, ἐγέννησεν ἄρα ὄχι τὴν διακοσιοστὴν ἑβδομηκοστὴν ἡμέραν, ἀλλὰ τὴν 273ην ἀπὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ συζύγου.
Ἐντεῦθεν σκάνδαλον καὶ δυσφημία. Εἶτα ἐπάνοδος τοῦ συζύγου, καὶ διαζύγιον. Εἶπαν ὅτι ἡ Σοφούλα εἶχε φέρει στὸν κόσμον τὸ παιδίον αὐτὸ μὲ τὸν μικρὸν θεῖόν της, ἕνα συγγενῆ ὅστις ἐπηγγέλλετο ἐν μέρει τὸν προστάτην διὰ τὰς δύο ὀρφανάς. Ἦτον ἄρα ὄχι μόνον μοιχαλίς, ἀλλὰ καὶ αἱμομίκτρια.
― Πῶς καταντήσαμε!… Σόμαρα-Γόμαρα! εἶπε σείων τὴν κεφαλὴν εἷς ἁπλοϊκὸς γέρων.
― Λαὸς Σοδόμων καὶ λαὸς Γομόρρας, διώρθωσεν ὁ κὺρ Ἀναγνώστης τῆς Εὐγενίτσας, ὁ ψάλτης τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας.
― Θὰ μᾶς χαλάσ᾽ ὁ Θεός, παιδάκι μ᾽! συνεπέρανε μία γραῖα…
Ἡ Κρατήρα δὲν ἐπίστευσε ποτὲ εἰς τὴν ἐνοχὴν τῆς ἀδελφῆς της, οὔτε ἠθέλησε νὰ τὴν ἐξετάσῃ, ἐπειδὴ ἐπροτίμα ν᾽ ἀγνοῇ καὶ νὰ πιστεύῃ εἰς τὴν ἀθῳότητα. Μόνον παρεκάλεσε τὸν πνευματικὸν νὰ τὴν «ὁρμηνέψῃ», καὶ εἶπεν εἰς τὸν πάτερ Ἰωακείμ, ἕνα περιπλανώμενον καλόγηρον λίαν ἰδιόρρυθμον, νὰ «τῆς πῇ καλὰ λόγια». Αὐτὴ ἔτεινε νὰ πιστεύσῃ ὅτι αἱ τρεῖς ἡμέραι παραπάνω ἦσαν μία παραδρομὴ τῆς φύσεως, ἓν λάθος εἰς τὸ μέτρημα τῶν ἡμερῶν, ἐπειδὴ οἱ νόμοι τοὺς ὁποίους ἔβαλεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς δὲν τῆς ἐφαίνοντο νὰ εἶναι τόσον στενοὶ καὶ γλίσχροι, ὅσον τὰ κατάστιχα τῶν τοκογλύφων καὶ οἱ λογαριασμοὶ τῶν γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς· ἐλέχθη ὅτι γυναικολόγος ἰατρός, ἐκ τῆς πρωτευούσης, ἀκούσας τὴν διήγησιν, ἀπεφάνθη ὅτι συμβαίνει, καίτοι πολὺ σπανίως, νὰ μένῃ τὸ ἔμβρυον ἡμέρας τινὰς περισσότερον εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρός, ἕνεκα ἰδιαιτέρας τινὸς νάρκης ἢ κακοπαθείας.
Ὁ συνήγορος τῆς γυναικός, λεπτολόγος σοφιστής, παρετήρησε τὰ ἑξῆς: Πρέπει λοιπὸν ὡς κριτήριον τῆς συζυγικῆς πίστεως, ἐκ μέρους τῆς γυναικός, νὰ ληφθῶσιν αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις καὶ συμπτώσεις, τὰ μειονεκτήματα τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ συζύγου, καὶ ὄχι ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησις καὶ τὸ καλῶς νοούμενον συμφέρον;… Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, αἱ γυναῖκες τῶν χωρικῶν, γεωργῶν καὶ ποιμένων, πρέπει νὰ θεωροῦνται ὡς πισταί, μόνον διότι δὲν ἀποδημοῦσιν οἱ σύζυγοί των, καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς τὸ δημόσιον ὑπολογισμὸς τοιοῦτος μηνῶν καὶ ἡμερῶν, ὁποῖος καταχρηστικῶς καὶ ἀδείᾳ τῆς συγκυρίας γίνεται διὰ τὰς γυναῖκας τῶν θαλασσινῶν;
Προσέτι ὁ νομομαθὴς οὗτος εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς: Αὐτὴ ἡ Ἱερὰ Γραφὴ μᾶς λέγει, «ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις συνέλαβεν Ἐλισάβετ», ἐννοοῦσα μίαν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ἢ περὶ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει ὅτι ἡ μήτηρ τοῦ Προδρόμου συνέλαβε τὴν δεῖνα ἡμέραν ἀκριβῶς.
Εἰς τὴν βιβλικὴν ταύτην μαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ εἰρημένος δικηγόρος, ὁ ἀντίδικος ἀντεῖπεν ὅτι τὸ καθαυτὸ κείμενον τοῦ Εὐαγγελιστοῦ δὲν λέγει «ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις» ἀλλ᾽ ἐν συνεχείᾳ λόγου· «μετὰ δὲ τὰς ἡμέρας ταύτας συνέλαβεν Ἐλισάβετ». Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, τὸ συλλογιστικὸν ἐπιχείρημα τοῦ πληρεξουσίου τῆς ἐναγομένης, ὁ συνήγορος τοῦ ἐνάγοντος παρετήρησεν ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων ἐξ ἀνάγκης εἶναι ἀτελής, καὶ τὸ γνωρίζομεν ὅλοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο λόγος, διότι σύνοιδεν ἑαυτὴν ἀτελῆ, νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ παύσῃ ὑπάρχουσα. Διότι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἐξεθρονίζετο πράγματι καὶ θὰ ἐτίθετο εἰς ἀπαγόρευσιν, ἐὰν ἠσπάζετο τὸν συλλογισμὸν τοῦ ἀντιδίκου. Ὅταν καταδικάζεται εἷς ἀποδεδειγμένος κλέπτης ἢ φονεὺς ἢ μοιχός, ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι καὶ δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τινές, πολλοὶ ἢ ὀλίγοι, κλέπται, φονεῖς ἢ μοιχοί, λανθάνοντες καὶ διαφεύγοντες τὸν πέλεκυν τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο λόγος ὅπως μὴ τιμωρῶνται καὶ οἱ φωραθέντες ὡς ἔνοχοι τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν. «Ἐν ᾧ εὕρω σε, ἐκεῖ καὶ κρινῶ σε». Ἡ δικαιοσύνη, ἀμυνομένη ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος, τιμωρεῖ σήμερον ὅσους ἂν συλλάβῃ δράστας τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν, καὶ ἐπιφυλάττεται δι᾽ ἐκείνους, ὅσοι πρὸς καιρὸν ἴσως διαφεύγουν τὰς χεῖράς της, ἂν τοὺς συλλάβῃ αὔριον…
Δευτερολογῶν ὁ πληρεξούσιος τῆς ἐναγομένης παρετήρησε, μετά τινος λεπτοῦ σαρκασμοῦ, ὅτι, συμφώνως μὲ τὰ πορίσματα τῆς διαλεκτικῆς τοῦ ἀντιδίκου, θὰ ἦτο ὡς νὰ ἔδιδεν ἡ Θέμις συνταγὴν καὶ νουθεσίαν εἰς τὰς θελούσας ν᾽ ἁμαρτήσωσι, καὶ ὡς νὰ ἔλεγεν εἰς αὐτάς: «Κοιτάξατε καλά, ἐὰν τυχὸν ἐπιθυμῆτε νὰ λάβητε ἐραστήν, νὰ πράττητε τοῦτο ἐπιδημοῦντος τοῦ συζύγου, καὶ ὄχι ἐν καιρῷ ἀπουσίας τούτου». Ἀλλ᾽ ὁ συνήγορος τοῦ ἐνάγοντος ὑπέλαβεν ὅτι περιττὴ θὰ ἦτο τοιαύτη συνταγή, διότι ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι αὐτόδηλος, καὶ αἱ θυγατέρες τῆς Εὔας δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην τοιαύτης διδασκαλίας. (Γέλωτες τοῦ ἀκροατηρίου.)
Τέλος, μετὰ πολλά, ἐδόθη τὸ διαζύγιον… Ἡ Σοφούλα εἶχεν ἐκτεθῆ ἐπὶ τόσον χρόνον εἰς τὴν ἀγωνίαν καὶ εἰς τὴν καταλαλιὰν τοῦ κόσμου τὴν ἀνηλεῆ, καὶ εἶτα ἔμεινε, μὲ ἓν παιδίον μόνον, πλησίον τῆς ἀδελφῆς της, ἄνανδρος ὅπως πρότερον, μήτηρ ἄνευ συζύγου, καὶ χήρα ἄνευ μεσολαβήσαντος θανάτου… Εὐτυχῶς δι᾽ αὐτήν, ἀφοῦ ἀνέθρεψε τὸ τέκνον της, προσεβλήθη ἐκ νόσου, καὶ βραδέως, βραδέως ἐτήκετο, ἑωσότου μετὰ δεκαπέντε ἔτη ἀπέθανε νέα ἀκόμη καὶ ὡραία ― ἀλλὰ καὶ δὲν ἄφησε κατόπιν της, εἰς τὸ πέλαγος τοῦ βίου, ἐκτεθειμένον εἰς τὰ βέλη τοῦ κόσμου, τὸν Κῶτσόν της.
*
* *
Τὸ τέκνον ἐκεῖνο τῆς ὀδύνης, καθ᾽ ὅσον ἡλικιοῦτο, ἐγίνετο ρωμαλέος, καὶ μεγαλόσωμος, ἄφοβος καὶ τολμηρός. Πρὶν γίνῃ ἔφηβος ἐφαίνετο ὡς τέλειος νεανίας, εἶχεν ἀναδειχθῆ φοβερὸς ἀναρριχητὴς εἰς δένδρα… Ἀνέβαινεν εἰς βράχους, εἰς κρημνούς, εἰς κορυφάς, παντοῦ ὅπου δυσκόλως θὰ τὸν ἔφθανεν ἡ φήμη, τὸ ὄνειδος, ὁ φθόνος τῶν ἄλλων παιδίων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἐλαχίστην ὀργήν, ἐκ μικρᾶς ἀφορμῆς ἢ καὶ χωρὶς ἀφορμήν, ἐσφενδόνιζον κατ᾽ αὐτοῦ, συνήθως ἐκ τῶν νώτων, τὸ δύσφημον ὄνομα τῆς νοθείας· σπανίως κατὰ πρόσωπον, ἐπειδὴ ὁ Κῶτσος ἦτον χειροδύναμος, κι ἂν ἔπιανε κανὲν παιδίον, εἰς τὴν βράσιν τοῦ θυμοῦ του, θὰ τοῦ ἔσπαζε τὰ κόκκαλα μὲ τοὺς γρόνθους του.
Ἔτρεχεν ἐδῶ ἐκεῖ, ὡς ἀγριοκάτσικον, παιδίον ὑψηλὸν καὶ ρωμαλέον, ἀνερριχᾶτο εἰς βράχους καὶ δένδρα, παντοῦ ὅπου ἐνόμιζεν ὅτι δὲν θὰ τὸν ἔφθανεν ἡ ἠχὼ τῆς ἀπαισίας λέξεως· καὶ ἡ ἠχὼ ἀνήρχετο μεγαλοφωνοτέρα εἰς τὰ ὕψη ἐκεῖνα, καὶ παντοῦ τὸν κατεδίωκε…
― Κάπου νὰ πᾷς νὰ κρυφτῇς βαθιά, παιδάκι μου, γιὰ νὰ μὴ σὲ βλέπουνε καὶ νὰ μὴ σ᾽ ἀκοῦνε, τοῦ εἶπε μιᾷ τῶν ἡμερῶν μία γραῖα γειτόνισσα, στρυφνή, διφορουμένης ψυχῆς.
Καὶ ἡ μοῖρά του, ἥτις τὸν εἶχε λικνίσει παιδιόθεν μὲ τὸ ᾆσμα τῆς συμφορᾶς, ἔμελλε νὰ τὸν πάρῃ καὶ νὰ τὸν κρύψῃ βαθιά, εἰς τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς, διὰ νὰ μὴ τὸν βλέπουν, μήτε νὰ τοὺς βλέπῃ, νὰ μὴ τὸν ἀκούουν, μήτε νὰ τοὺς ἀκούῃ… Ὅταν ἔγινε δεκαπέντε ἐτῶν, εἶχεν ἀναρριχηθῆ μιᾷ τῶν ἡμερῶν εἰς ὑπερύψηλον δένδρον, λεύκαν κυπαρισσοειδῆ, ἀπὸ τὰς ὁποίας κατασκευάζουν τὰ κατάρτια τῶν πλοίων. Ὁ Κῶτσος ἐπλησίαζε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν κορυφήν, ὅταν ἓν παιδίον, τὸ ὁποῖον πολλάκις τὸν εἶχεν ἐνοχλήσει, διῆλθε τρέχον ἀποκάτω, καὶ εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ φωνάξῃ πρὸς τὸν ἀναρριχώμενον τὸ σύνηθες ὑβριστικὸν ὄνομα…
Μετ᾽ ὀλίγα δευτερόλεπτα, ὁ Κῶτσος ἔπιπτε κάτω εἰς τὴν γῆν, ἀπὸ ὕψους εἴκοσι μέτρων. Εἶχε ξεπιασθῆ μὲ τὴν μίαν χεῖρα, καὶ εἶχε κοιτάξει ὀργίλος πρὸς τὰ κάτω. Φαίνεται ὅτι ἡ ὕβρις τοῦ διελθόντος παιδίου τὸν εἶχεν ἐρεθίσει ὑπερμέτρως καὶ τὸν εἶχε κάμει νὰ χάσῃ τὴν λαβήν… Ὁ ἄτυχος Κῶτσος ἔζησεν ὀλίγας ὥρας ἀναίσθητος, καὶ εἶτα ἐξέπνευσεν…
*
* *
Ὅταν πρώτην φορὰν ἤκουσεν, ἢ πρώτην φορὰν ἔδωκε προσοχήν, εἰς τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔρριψεν ἓν παιδίον, ἐκεῖ ὅπου ἐμάλωσαν, παίζοντας μαζὶ τὶς ἀμάδες* καὶ συγχρόνως τὸ παιδίον ἐτράπη εἰς φυγήν, ὁ Κῶτσος ἦτον δέκα περίπου ἐτῶν. Μαντεύσας ὅτι ἡ λέξις εἶχε κακὴν σημασίαν, ἐκυνήγησεν τὸ παιδίον, ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τὸ φθάσῃ. Τὸ ξένον παιδίον ἀνέβη εἰς τὸν Ἐπάνω Μαχαλᾶν, συνησπίσθη μὲ ἄλλους δύο ὁμήλικας, καὶ οἱ τρεῖς ἤρχισαν, ὠφελούμενοι ἀπὸ τὸ ὑψηλὸν τοῦ τόπου, νὰ πετροβολοῦν τὸν Κῶτσον, ὅστις ἠναγκάσθη εἰς ὑποχώρησιν.
Πάραυτα ἔτρεξε πρὸς τὴν μητέρα του.
― Δὲν μοῦ λές, μάννα, τί θὰ πῇ «Μοῦλος»;
Ἡ Σοφούλα ὠχρίασεν, εἶτα ἐτραύλισε:
― Ποῦ τὸν ἄκουσες… αὐτὸν τὸ λόγο;
― Ὁ Γιάννης τῆς Φαμελοῦς, τώρα ποὺ παίζαμε μαζὶ κ᾽ ἐμαλώσαμε, ἔφυγε τρέχοντας καὶ μ᾽ ἐφώναξε «Μοῦλο! Μοῦλο!» Ἄχ! δὲν τὸν ἔφτασα, νὰ τοῦ δείξω ἐγώ… Πές μου, μάννα, τί θὰ πῇ;…
― Τὸ στόμα τους νὰ πιαστῇ!… νὰ βγάλουν τὴ φάγουσα, ναί! ἤρχισε νὰ καταρᾶται ταπεινῇ τῇ φωνῇ, ἐλθοῦσα εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἀδελφῆς της, ἡ Κρατήρα.
― Θὰ μοῦ ᾽πῇς, μάννα, καὶ σύ, θειά, τί θὰ πῇ; ἐπέμεινε θορυβῶν καὶ κλαίων, κτυπῶν τοὺς πόδας του εἰς τὸ ἔδαφος.
Τότε ἡ θεία του ἀνέλαβε νὰ τοῦ ἐξηγήσῃ, λησμονοῦσα ὅτι ἤρχετο εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς πρὸ μικροῦ κατάρας της.
― Νά! σὲ βλέπουν, βρὲ σύ, ποὺ εἶσαι ξανθός… κ᾽ ἐπειδὴ τάχα, ἀπ᾽ τὴν τρίχα σου, τοὺς φαίνεται νὰ μοιάζῃς σὰν μουλαράκι… γι᾽ αὐτὸ σὲ φωνάζουν ἔτσι-δά…
Ὁ Κῶτσος δὲν ἐπείσθη.
Ἡ Κρατήρα ἐπρόσθεσε:
―Ὅπως τῆς Μπουλίνας τὸ γυιό, ποὺ εἶναι κοκκινομάλλης, τόνε λένε Κοκκίνη… Καὶ τὸ Γιώργη τῆς Μελάχρως, ποὺ εἶναι μαῦρος, τόνε φωνάζουνε Ἀραπάκη… Κατάλαβες τώρα;
Ὁ μικρὸς ἤρχισε νὰ καταπραΰνεται, μαγευόμενος περισσότερον ἀπὸ τὴν γλυκεῖαν φωνὴν τῆς θείας του, ἢ ὅσον ἐπείθετο ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων της.
―Ὅπως καὶ τὸ Νῖκο τῆς Κοντούλας, ποὺ τόνε λένε Μελίσση, γιατὶ εἶναι σὰ βόι τάχα, ἔ; εἶπε.
― Ναί, μαθές, ἐπεβεβαίωσεν ἡ Κρατήρα.
― Καὶ τὸν Μιχάλη τοῦ Κορωνιοῦ, τόνε λένε Ψαρή, ὅπως τὴ γίδα;
―Ἴσα ἴσα, αὐτό.
Ὁ Κῶτσος ἡσύχασε πρὸς καιρόν. Ἀλλ᾽ εἶχε παρατηρήσει ὅτι τὸ ὄνομα ἐκεῖνο τὸ ἐτόξευον κατ᾽ αὐτοῦ μὲ περισσοτέραν κακίαν, παρ᾽ ὅσην συνήθως ἐδείκνυον πρὸς ὅσους ἐκάλουν «Ψαρὴ» ἢ «Μελίσση». Ὀλίγον καιρὸν ὕστερον, ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ κατ᾽ ἰδίαν τὴν θείαν του.
― Γιά, νὰ σοῦ πῶ, θειά;… Δὲ μοῦ λές, γιατί ὁ πατέρας ἄφησε τὴ μάννα μου, κ᾽ ἐπῆρε ἄλλη γυναῖκα;
― Δὲν εἶναι δουλειά σου νὰ τὰ ἐξετάζῃς αὐτά, ἀπήντησε, προσπαθοῦσα ὑπὸ τὸ αὐστηρὸν τοῦ τόνου νὰ κρύψῃ τὴν ἀμηχανίαν της, ἡ Κρατήρα.
― Δὲν εἶναι δουλειά μου; ἐπανέλαβεν ἕτοιμος νὰ κλαύσῃ ὁ Κῶτσος. Ναί, γιατὶ μὲ φωνάζουν «Μοῦλο», ἐπειδὴ τάχα δὲν ἔχω πατέρα, κι ὄχι ἀπ᾽ τὸ χρῶμα τῶν μαλλιῶν μου, ποὺ μοῦ ἔλεγες…
Τότε ἡ Κρατήρα ἐσκέφθη πρὸς στιγμήν, καὶ ὡς φρόνιμος γεροντοκόρη ἔκρινεν ὅτι δὲν ὠφελοῦσε νὰ κρύψῃ τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὸν ἀνεψιόν της, ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τῆς ἐλλείψεως παντὸς χαλινοῦ, τὰ παιδία τὰ μανθάνουν πρωίμως ὅλα, καί, ἂν αὐτὴ ἐσιώπα, ὁ μικρὸς θὰ ἐμάνθανε πολὺ περισσότερα παρ᾽ ὅσα ἔπρεπε νὰ ξεύρῃ, ἀπ᾽ τὰ ἄλλα παιδία τοῦ χωρίου, ἀπὸ λόγια τοῦ δρόμου, καὶ ἀπὸ ἀκούσματα τῆς ἀγορᾶς. Καὶ λοιπὸν τοῦ εἶπεν:
― Ἄκουσε, Κῶτσό μου. Ἡ μητέρα σου, ὅταν σὲ εἶχε στὴν κοιλιά, ἀρρώστησε, καὶ τῆς ἦρθε ἀδυναμία καὶ δὲν μπόρεσε νὰ σὲ γεννήσῃ στὴν ὥρα της… Καὶ ἀπάνω στὴν ἀρρώστια της, ποὺ σὲ εἶχε στὴν κοιλιά, μὲς στὸν ὕπνο της φώναζε «τὸ παιδί! τὸ παιδί!» κι ὕστερα ποὺ σ᾽ ἐγέννησε, καὶ τώρα ἀκόμη ποὺ ὅλο ἄρρωστη εἶναι, ὁλοένα φωνάζει, στὰ ξυπνητά της καὶ στὸν ὕπνο της «τὸ παιδί! τὸ παιδί μου!» Νοιώθεις τί ἀδυναμία ἔχει σ᾽ ἐσένα, κι ἀγροικᾷς μὲ τί πόνο καὶ καημὸ σ᾽ ἀνάθρεψε;… Καὶ σὰν τῆς ἦρθε ἡ πρώτη ἀρρώστια, πρὶν σὲ γεννήσῃ, σ᾽ ἐβάσταξε μὲς στὴν κοιλιὰ μιὰ-δυὸ μέρες παραπάνω. Τότε τὰ λαδικά*, ἂς εἶναι καλὰ ποὺ τὰ ξετάζουν ὅλα, μέτρησαν τοὺς μῆνες καὶ τὶς μέρες, κ᾽ εἶπαν πὼς τάχα ἡ μάννα σου δὲν σὲ εἶχε κάμει μὲ τὸν ἄνδρα της, ποὺ ἔλειπε ἐννέα μῆνες μὲ τὸ καράβι… ἐπειδὴς ἔμεινες μὲς στὴν κοιλιὰ αὐτὲς τὶς δύο-τρεῖς μέρες παραπάνω… Τότε ὁ πατέρας σου, δὲν θέλω νὰ πῶ κακὸ λόγο, ποὺ μοῦ εἶχε ψήσει τὸ ψάρι στὰ χείλη, καὶ μὲ ἀνάγκασε ν᾽ ἀποθηκέψω* ἐγὼ τὸ βιό μου καὶ νὰ τοῦ δώσω τρεῖς χιλιάδες μετρητά, ἐπειδὴ ἐπέμενε κ᾽ ἤθελε «τὸ μέτρημα! τὸ μέτρημα!» κι ὣς τὴν τελευταία στιγμὴ δὲν ἤθελε νὰ στεφανωθῇ, ἂν δὲν τοῦ μετροῦσα τὰ λεπτά… ὥστε, ἀφοῦ ἔδωκα τῆς μητέρας σου τὰ μισὰ κτήματα, ὅλο τὸ μερδικό της, ἀναγκάσθηκα ν᾽ ἀποθηκέψω τὸ μερδικό μου ἐγώ, γιὰ νὰ τοῦ εὕρω τὸ μέτρημα νὰ τοῦ δώσω… κοντολογῆς, ὁ πατέρας σου ἐπίστεψε τὰ λόγια τοῦ κόσμου, καὶ εἶπε ὅτι δὲν σὲ γνωρίζει γιὰ παιδί του… Μὰ ἐσύ, καθὼς κι ὅλα τὰ ὀρφανά, ἔχεις τὸ Θεὸ πατέρα, καὶ πρέπει ν᾽ ἀγαπᾷς τὴ μητέρα σου, ποὺ δὲ σοῦ ἔφταιξε τίποτε καὶ παιδεύεται μὲ τόσον πόνο καὶ καημὸ νὰ σ᾽ ἀναθρέψῃ… Καὶ νά ᾽σαι φρόνιμος καὶ καλός, καὶ καθένας ποὺ ἔσφαλε ἀπ᾽ τὸ Θεὸ θὰ τό ᾽βρῃ. Καὶ μὲ ἄλλον νὰ σὲ εἶχε κάμει ἡ μάννα σου, πάλι, ἐσὺ δὲ φταῖς τίποτε, καὶ δὲν πρέπει νὰ σὲ πειράζουν γι᾽ αὐτό, μὰ εἶναι παιδιά, καὶ δὲν θέλουν ξεσυνέριο, ἐπειδὴ δὲν ξέρουν τί τοὺς γίνεται… Γίνε σὺ φρόνιμος καὶ καλός, καὶ θὰ ἰδῇς πὼς αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ σὲ βλάψῃ… Ἂς σ᾽ ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ προκόψῃς, καὶ νὰ γίνῃς χρήσιμος ἄνθρωπος, κ᾽ οἱ ἴδιοι ποὺ σὲ βρίζουν τώρα θά ᾽ρχωνται, μιὰ μέρα, νὰ σοῦ βάζουν μετάνοιες… καὶ σὺ θὰ τοὺς κάνῃς τὸ βαρύ… Μονάχα, Κῶτσό μου, νά ᾽χῃς τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, κοίταξε νὰ μὴν παραπονέσῃς τὴ μάννα σου, ποὺ σ᾽ ἀγαπᾷ τόσο… Ἀνίσως ἐσὺ πεισμώνῃς, σὰν παιδί, ἐκείνης ἡ καρδιά της εἶναι ματωμένη, γι᾽ αὐτὰ καὶ γι᾽ αὐτὰ τὰ πράματα.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ φθινοπώρου, ἡ Κρατήρα εἶχε μείνει μὲ τὸν ἀνεψιόν της εἰς τὸν ἐλαιῶνα, καὶ εἶχον κλεισθῆ εἰς τὸ μικρὸν καλύβι διὰ νὰ κοιμηθῶσι. Πλησίον τοῦ κτήματος ὑπῆρχε μέγα δάσος, βαθὺς δρυμών, ἀπὸ γιγαντιαῖα ἐξαίσια δένδρα.
Παρὰ τὴν εἴσοδον τοῦ δάσους, εἰς τὰ νοτιοδυτικὰ σύνορα τοῦ ἐλαιῶνος, ὑπῆρχον πολλὰ ἐρείπια, ἓν σπήλαιον ἢ ὑπόγειον περιέργου σχήματος καὶ κατασκευῆς τὸ ὁποῖον ἐκαλεῖτο Δρακοσπηλιά. Ἤρχιζεν ἀπὸ μίαν ὀπὴν βράχου, ὅστις εἶχε χρησιμεύσει ὡς ἀκρογωνιαῖος λίθος ἑνὸς κατηρειπωμένου κτιρίου, καὶ ἀνήρχετο πρὸς τ᾽ ἄνω, ἐντὸς ὑψηλοῦ βράχου κωνοειδοῦς, ὅστις ἀπετέλει τὴν κορυφὴν τῆς δειράδος. Ἔλεγαν ὅτι ἐντὸς τοῦ σπηλαίου ἐκείνου ἠκούετο ἐνίοτε παράδοξος ἦχος καὶ μεγάλη βοή. Τὰ κατηρειπωμένα κτίρια ἦσαν τρία ἢ τέσσαρα.
Ἡ ὀπὴ ἐντὸς τοῦ βράχου ἀνήρχετο εἰς διάστημα πολλῶν ὀργυιῶν, ὡς ἐλέγετο, εἰς τὸ κοῖλον τοῦ βράχου καὶ ἀπέληγεν εἰς τὴν κορυφὴν ὅπου εἶχε διέξοδον. Ἐλέγετο ὅτι ἐκεῖ μέσα ἐνεφώλευε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἕνας Δράκος, ὅστις ἔκρυπτεν ἐκεῖ θησαυρούς, τοὺς ὁποίους ἐφύλαττον καὶ ἔβοσκον τὴν νύκτα διάφοροι Ἀράπηδες, σκλάβοι του.
Τριγύρω εἰς τὰ ἐρείπια ἔβγαιναν τὴν νύκτα ὄχι ὀλίγα στοιχειά, ἐξωτικὰ καὶ κρούσματα*. Ἀπὸ τὴν θέσιν τῶν ἐρειπίων ἤρχιζεν ἓν ρεῦμα, στενόν, σύσκιον, τὸ ὁποῖον κατήρχετο βαθὺ κάτω εἰς τὴν κοιλάδα, καὶ ἐντὸς τοῦ ρεύματος, ὀλίγον παρακάτω ἀπὸ τὰ ἐρείπια, ὑπήρχε μία κρήνη παλαιά, εἰς τὴν ρίζαν γηραιοῦ δένδρου, μ᾽ ἕνα τάσι δεμένον δι᾽ ἁλύσεως εἰς κρίκον ἐπὶ τοῦ γηραιοῦ κορμοῦ· ἐκαλεῖτο κοινῶς τὸ Κρύο Πηγάδι, ἦτον δὲ κρύο ὄχι μόνον τὸ νερόν, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοὶ δὲν ἔπινον, λέγοντες ὅτι ἦτον στοιχειωμένο, ἀλλ᾽ ὁ ὑγρὸς ἀήρ, τὸ περιβάλλον, καὶ τὸ σύσκιον καὶ σκοτεινὸν τῆς μικρᾶς κλεισωρείας. Πολλαὶ γραῖαι, ἀπὸ τὰς πρωτινάς, ὅσαι εἶχον γεννηθῆ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος, ὅταν ἦσαν ἀναγκασμέναι νὰ διέλθωσιν ἀπὸ τὸ στενὸν τοῦτο, συνήθιζαν νὰ χαιρετοῦν τὴν παλαιὰν κρήνην διὰ συνθηματικῆς ρήσεως:
― Χαῖρε καὶ σύ, Κρύο Πηγαδάκι μὲ τὸ ζῴδιό σου!
Μερικαὶ ἔλεγον «καημένο Κρύο Πηγάδι», καὶ ἄλλαι τινὲς ἔλεγον εὐφημότερον «Καλὸ Πηγαδάκι, μὲ τὸ ζῴδιό σου!» Ὅλος ὁ τόπος τριγύρω, τὰ ἐρείπια καὶ τὸ ρεῦμα, ἔβριθεν ἀπὸ νεράιδες τὴν ἡμέραν, ἐμυρμηκία τὴν νύκτα ἀπὸ στοιχειὰ καὶ φαντάσματα.
Εἰς τὸ Κρύο Πηγάδι πολλοὶ διηγοῦντο ὅτι εἶχον ἰδεῖ νὰ κάθεται πλησίον ἕνας Ἀράπης, μὲ τὴν τσιμπούκα του. Διάφορα πλάσματα, χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα καὶ βοσκοποῦλες, εἶχαν «χτυπηθῆ»* διότι εὑρέθησαν εἰς κακὴν ὥραν σιμὰ στὸ Κρύο Πηγάδι. Ἡ Καμπαναχμάκαινα, ποιμενὶς προβάτων, καὶ μήτηρ δέκα παιδίων, εἶχε πάθει τὴν νύκτα ἀπὸ ἀφωνίαν καὶ παραλυσίαν.
*
* *
Ὁ Κῶτσος, τὸ τέκνον τῆς συμφορᾶς, εἶχε μάθει ν᾽ ἀγαπᾷ τὴν ἐξοχήν, σιμὰ εἰς τὴν θείαν του, καὶ τὴν ἠκολούθει συχνὰ εἰς τὰς ἐκδρομάς της. Ἡ μήτηρ του ἔμενε κατ᾽ οἶκον. Ἔπασχε σωματικῶς ἀπὸ τὴν γένναν της κ᾽ ἐδῶ, καὶ εἶχε τρωθῆ ἠθικῶς ἀπὸ τὰ βέλη τῆς δυσφημίας. Ἡ ἀδελφή της ἦτο σχεδὸν ἀγροδίαιτος.
Ὁ Κῶτσος ἠγάπα ὅλα τὰ τῆς ἐξοχῆς, τὰ βουνὰ καὶ τὰ δάση, τὰς βρύσεις, τὰ ρεύματα καὶ τὰ ἐρείπια, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ φαντάσματα. Εἶχε γίνει σχεδὸν μισάνθρωπος, ἀπὸ τὸ ὄνειδος τὸ ὁποῖον τοῦ ἔρριπτον οἱ ὁμήλικοί του. Εἶχε παύσει νὰ φοιτᾷ εἰς τὸ σχολεῖον, ἐξ αἰτίας τῆς συμπεριφορᾶς τῶν συμμαθητῶν του, τοὺς ὁποίους δυσκόλως θὰ ἐσωφρόνιζε, καὶ ἂν εἶχε τὴν συνήθειαν νὰ «τοὺς μαρτυράῃ στὸ δάσκαλο» (τὸ ὁποῖον ὅμως ἐθεωρεῖτο ὡς στίγμα κακῆς προδοσίας μεταξὺ τῶν παιδίων). Ἄλλην ἄρα καταφυγὴν δὲν εἶχεν, εἰμὴ νὰ κάμνῃ συχνὰ καυγάδες, καὶ νὰ δέρνῃ τοὺς συμμαθητάς του ― ἐνίοτε καὶ νὰ τὶς τρώγῃ.
Κατόπιν μιᾶς τελευταίας σκηνῆς, καθ᾽ ἣν ἔδειρε δύο-τρεῖς ἐκ τῶν συμμαθητῶν του, οἱ δαρέντες «τὸν ἐμαρτύρησαν» εἰς τὸν δάσκαλον. Ὁ ἴδιος δὲν ἠθέλησεν ― ἐντράπη ἢ ἐδίστασε νὰ πῇ εἰς τὸν δάσκαλον τὸ ἐπίθετον, τὸ ὁποῖον κατ᾽ αὐτοῦ ἐτόξευον οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ τότε τὸ βάρος τῆς ὀργῆς τοῦ δασκάλου ἔπεσεν ἐπ᾽ αὐτόν.
Ὄχι μόνον «ἔφαγε ξύλο», μὲ τὴν λεπτὴν βέργαν τοῦ δασκάλου ἡ ὁποία ἔτσουζε, ἀλλ᾽ «ἀπεβλήθη προσωρινῶς» ἀπὸ τὰ μαθήματα. Μάτην, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δὲν ἤθελε «νὰ μαρτυρήσῃ», ἡ θεία του προσεφέρθη νὰ ὑπάγῃ αὐτὴ «ν᾽ ἀγκαλέσῃ»* στὸν δάσκαλον τὰ ἄλλα παιδιά, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔλεγαν «ἔτσι κ᾽ ἔτσι» καὶ τοῦ ἐφώναζαν «αὐτὸ κι αὐτό». Ὁ Κῶτσος αὐτοβούλως τὴν προσωρινὴν ἀποβολὴν τὴν μετέβαλεν εἰς διαρκῆ λιποταξίαν, καὶ δὲν ἐπάτησε πλέον εἰς τὸ σχολεῖον. Ἦτον δὲ τότε δεκατριῶν ἐτῶν.
Καὶ ἄλλοτε ὁ Κῶτσος εἶχε «φάγει ξύλο» ἀπὸ τὸν διδάσκαλον, χωρὶς νὰ πταίῃ ― ἐνῷ ἄλλην φορὰν πάλιν εἶχε μείνει ἀτιμώρητος ἐνῷ ἔπταιεν. Ἀλλὰ τότε ὁ πλάνος καλόγηρος, ὁ πάτερ Ἰωακείμ, τὸν «ὁρμήνεψε» καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμον «ἐν ἄλλοις πταίομεν, ἐν ἄλλοις παιδευόμεθα» καὶ προσεπάθησε νὰ τοῦ ἐξηγήσῃ τί σημαίνει τὸ ἀπόφθεγμα: «οἱ ἀδικοῦντες πολλοί, ἀδικούμενος οὐδὲ εἷς».
*
* *
Ἔμαθε λοιπὸν ν᾽ ἀγαπᾷ τὴν ἐρημίαν, ν᾽ ἀγαπᾷ τὰ ἐρείπια, ὡς καὶ αὐτὰ τὰ στοιχειὰ καὶ τὰ φαντάσματα. Ἄ! τὰ στοιχειὰ δὲν τοῦ ἤθελαν κακὸν οὔτε τὸν εἶχαν ἀδικήσει.
Δὲν τοῦ εἶχαν ρίψει ποτὲ κατὰ πρόσωπον, οὔτε ἐκ τῶν νώτων, τὸ ἀπαίσιον κοινωνικὸν ὄνειδος.
Ὁ Κῶτσος εἶχεν ἕνα πόθον βαθύν, μίαν ἀκράτητον περιέργειαν. Ἤθελε νὰ δοκιμάσῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὀπὴν τοῦ σπηλαίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἐφαίνετο νὰ καταδύεται κάτω εἰς τὴν γῆν, ἀνήρχετο εἶτα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου. Ἦτον ἐκείνη, ἡ Δρακοσπηλιά, καὶ εἶχε μεγάλην δι᾽ αὐτὸν ἕλξιν. Εἶχε δοκιμάσει ἅπαξ ἤδη, τὴν ἡμέραν. Ἀλλ᾽ ἡ θεία του, ἥτις τὸν ἐπετήρει ἀγρύπνως, ἔτρεξε καὶ τὸν ἀνεκάλεσε πλησίον της.
― Μὴν τὸ κάμῃς αὐτό, παιδάκι μου. Στὴ Δρακοσπηλιὰ μέσα ἤθελες νὰ μβῇς;… Θεὸς φυλάξῃ! Μὴν εἶσαι ἀπόκοτος!…
― Εἶναι κανεὶς Δράκος μέσα, θειά;
― Καὶ Δράκος νὰ μὴν εἶναι, ποιὸς ξεύρει; Μπορεῖ νὰ βαρέσῃς πουθενά… εἶναι σκοτάδι, καὶ ποιὸς ξεύρει τί γκρίφια* ἔχει μέσα… Μπορεῖ νὰ κακοπάθῃς… ἢ νὰ πάρῃς φρίξη* καὶ νὰ σκιαχτῇς… Λένε πὼς ἔχει μιὰ κακὴ βοὴ αὐτὴ ἡ σπηλιά, ἅμα χωθῇ ἄνθρωπος μέσα.
Ὁ Κῶτσος ἐφάνη ὅτι ἤκουσε τὴν συμβουλὴν τῆς θείας του, κ᾽ ἐπανῆλθε μαζί της εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἀλλ᾽ ὁ πόθος καὶ ἡ περιέργειά του ηὔξησεν.
Εἶχεν ἀκούσει ἀπὸ τὰ παιδιὰ καὶ τὰς γραίας ὅτι ὁ Δράκος, ὅστις ἐκατοικοῦσε τὸν παλαιὸν καιρὸν ἐκεῖ μέσα, μποροῦσε νὰ κάμῃ ἕνα ἄνθρωπον πλούσιον, στὸ κέφι του ἐπάνω, ἅμα ἤθελεν ― ἐκτὸς ἂν ἐπροτίμα, τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ συχνότερον, νὰ τὸν βλάψῃ καὶ νὰ τὸν μισερέψῃ διὰ πάντοτε, τὸν τολμηρὸν ἐπισκέπτην. Εἶχεν ἐκεῖ ταμιευμένα ὁ Δράκος γρόσια πολλά, φλωριὰ ἀναρίθμητα, τὰ ὁποῖα ἕνας Ἀράπης ἔβγαινε τὴν νύκτα καὶ τὰ ἐχόρευε, σιμὰ εἰς τὸ στόμιον τοῦ σπηλαίου, σπινθηρίζοντα εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης. Ὠνειροπόλει νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Ἀράπη, ν᾽ ἁρπάσῃ ὅσα ἠμπορέσῃ φλωριά, ἐκεῖ ποὺ τὰ ἐχόρευε. Μὲ αὐτὰ τὰ φλωριὰ θὰ ἐξεχρέωνε πρῶτον τὰ κτήματα τῆς θείας του, ἐπειδὴ τὸ χρέος τὴν ἔκαμνε νὰ στενάζῃ. Εἶτα θ᾽ ἄφηνεν εἰς τὰς δύο γυναῖκας ἀρκετὰ διὰ νὰ καλοζοῦν, κι αὐτὸς θὰ ἐσκάρωνεν «ἕνα μεγάλο καράβι, τριοκάταρτο», θὰ ἐπήγαινε νὰ ταξιδεύσῃ καὶ θὰ ἔφερνεν ἀπὸ τὰ ταξίδια «κόφες τὰ τάλλαρα», καθὼς εἶχεν ἀκούσει νὰ διηγοῦνται διὰ τὰ πλοῖα ὅσα ἀνέβησαν εἰς τὴν Μαύρην Θάλασσαν, κατὰ τὸν πόλεμον τὸν Κριμαϊκόν, ὅτι εἶχαν γεμίσει τὸ ἀμπάρι ἀπὸ τάλλαρα, καὶ τὰ ἐμοίραζαν «μὲ τὶς κόφες» εἰς τοὺς συντρόφους, τὸν λοστρόμον καὶ τοὺς ναύτας καὶ αὐτὸν τὸν μοῦτσον… Μ᾽ ἐκεῖνα τὰ τάλλαρα θὰ ἔμβαινε καλὰ στὰ μάτια ἐκείνων τῶν φθονερῶν παιδίων, τῶν σημερινῶν ἐχθρῶν του, καὶ θὰ ἤρχοντο νὰ τοῦ βάζουν μετάνοιες στρωτές, καθὼς ἔλεγεν ἡ θεία του.
*
* *
Τὴν νύκτα ἐκείνην, καθὼς εἶχε κατακλιθῆ, ἀφοῦ ἐπείσθη ὅτι ἡ θεία του ἐκοιμᾶτο βαθέως, κουρασμένη καθὼς ἦτον, ἐσηκώθη χωρὶς κρότον, ἤνοιξε τὴν θύραν μὲ ἄκραν προφύλαξιν. Ἐπῆρε μαζί του ἕνα κουτὶ σπίρτα, ἕνα χονδρὸν τεμάχιον λαμπάδος κηρίνης, ἔκλεισεν ἀθορύβως τὴν θύραν ἔξωθεν, κ᾽ ἔτρεξε πρὸς τὸ μέρος τῆς Δρακοσπηλιᾶς.
Ἡ σελήνη ἀρτίως εἶχεν ἀνατείλει δρεπανοειδής. Ἦτον σχεδὸν μεσάνυκτα, ἔφθασε μετ᾽ ὀλίγον εἰς τὰ ἐρείπια.
Εἰσῆλθεν ἐντὸς τῶν κατηρειπωμένων κτιρίων, ἔφθασεν εἰς τὸ στόμιον τοῦ ὑπογείου ἄντρου, ἄναψε τὸ σπίρτον, εἶτα τὸ κηρίον. Ἔκαμε τὸν σταυρόν του καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὀπήν.
Τὸ χάσμα ἐχώρει ἀνέτως ἄνθρωπον, ὁ δὲ Κῶτσος ἦτο μεγαλόσωμον παιδίον. ᾘσθάνθη ψυχρόν, ὑγρὸν ἀέρα, εἰς τὸ πρόσωπόν του. Ἐπάτει ἐπὶ κόνεως ἢ ἄμμου. Ἐχαμήλωσεν, ἐκυρτώθη.
Προέβη ὀλίγα βήματα. Ἄλλο δὲν ἔβλεπεν ἢ μαῦρον τοῖχον, σχεδὸν ὁμαλόν, ὡς λαξευτόν, καὶ ἤκουεν ἀόριστον βόμβον ἐρχόμενον ἔσωθεν. Ἦτο ὡς βόμβος μυιῶν ἢ ὡς ἐλαφρὰ πτερυγίσματα μικρῶν πουλιῶν. Διέβλεπε προσέτι ἀμυδρὰ σχήματα, ὅμοια μὲ ἀποστάγματα ἀπὸ σύμπλεγμα ἀναμμένων κηρίων, ἢ μὲ κρύσταλλα κρεμάμενα ἐν καιρῷ παγετοῦ ἀπὸ τοὺς σταλαγμοὺς* τῶν στεγῶν.
Ἀποτόμως ὁ δρόμος τοῦ ἐκόπη. Ὁ τοῖχος, ὅστις μέχρι τοῦδε ἐσχημάτιζε θόλον ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς του, ἐφάνη ὡς νὰ κατῆλθε κ᾽ ἐκρεμάσθη μέχρι τοῦ ἐδάφους, καὶ τοῦ ἔφραξε τὴν ὁδόν.
Τότε ὁ Κῶτσος περιέφερε τὸ κηρίον του ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ὑπῆρχέ που δίοδος, ἀλλὰ ρεῦμα ἀέρος ἔπεσεν ἀποτόμως ἐπάνω εἰς τὸ κηρίον, καὶ τὸ ἔσβησε.
Συγχρόνως ὁ Κῶτσος ἤκουσεν, ἢ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἤκουσε, μίαν βοὴν ὑποχθόνιον, ὑπόκωφον φωνήν, ἥτις ἤρχετο ἀγρία ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ σπηλαίου.
Ἡ φωνὴ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἔλεγε:
― Μοῦ…λο! Μοῦ…λο!
*
* *
Λοιπόν, ὡς καὶ τὰ φαντάσματα ἤξευραν τὴν δυστυχίαν του! Λοιπὸν καὶ τὰ ξωτικὰ ὅλα ἐγνώριζαν τὸ τρωτὸν μέρος του! Καὶ ὁ Δράκος διὰ τῆς φωνῆς του ἐπεκύρωνε τὰς φωνὰς τῶν μοχθηρῶν παιδίων!
Ὁ Κῶτσος ἐτράπη εἰς φυγήν. Καθὼς ἐστράφη ὀπίσω, εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ στόμιον τοῦ σπηλαίου, ζητῶν νὰ εὕρῃ ἀκτῖνα τῆς σελήνης εὐμενῆ ἥτις νὰ τοῦ φέξῃ τὸν δρόμον του, ἐκτύπησε τὴν κεφαλὴν σφοδρῶς εἰς τὸν θόλον τοῦ βράχου. Τοῦ ἦλθε στιγμιαία ζάλη.
Ἄ! ἔπρεπε νὰ εἶχε κτυπήσει τὴν κεφαλήν του πρωτύτερα, ὅταν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Δράκου… Ἢ μᾶλλον, ὤφειλε νὰ κτυπᾷ τὸ κεφάλι του ἀπὸ πολὺ πρίν… πρὶν γεννηθῇ ἀκόμη. Καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν φαντασίαν του μειδιῶσα καὶ μορφάζουσα ἡ ὄψις τοῦ περιπλανωμένου μοναχοῦ, τοῦ Ἰωακείμ, ὅστις ἄλλοτε τοῦ εἶχε διηγηθῆ περὶ τῆς ἀφελοῦς περιεργείας τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ἐρωτώντων περὶ τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἂν ὁ ἴδιος ἥμαρτεν ἢ οἱ γονεῖς του διὰ νὰ γεννηθῇ τυφλός.
Καὶ αὐτὸς ὁ Κῶτσος, ἦτο κάτι περισσότερον τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ― ἦτο ἐκ γενετῆς κατάδικος.
*
* *
Ὅταν συνῆλθεν ἀπὸ τὴν ζάλην, ἐπέστρεψε ριγῶν καὶ τρέμων πλησίον τῆς θείας του. Τὴν εὗρεν ἔξυπνον. Αὕτη εἶχεν «ἀλαφιασθῆ» μέσα στὸν ὕπνον της, κ᾽ ἐξυπνήσασα, δὲν εὗρε πλησίον της τὸν ἀνεψιόν της.
Ἐξαφνίσθη, ἐτρόμαξεν. Ἐσηκώθη καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν. Ὑπώπτευεν ὅτι ὁ Κῶτσος θὰ εἶχεν ὑπάγει, ὁ ἀπόκοτος, πρὸς τὸ μέρος τῶν ἐρειπίων καὶ τῆς Δρακοσπηλιᾶς. Ἤρχισε νὰ τὸν κράζῃ ὀνομαστί:
― Κῶτσο!… ποῦ εἶσαι;
Ἐνῷ ἐδίσταζε, καὶ ἡτοιμάζετο, μισονδυτὴ καὶ ξυπόλυτη ὅπως ἦτον, νὰ τρέξῃ πρὸς τὰ ἐκεῖ, εἶδε τὸν Κῶτσον νὰ ἔρχεται. Ἦτον χλωμὸς ἀπὸ τὸ φῶς τῆς σελήνης, καὶ χλωμὸς ἀπὸ τὴν συγκίνησίν του.
― Τί ἔχεις;… Ποῦ πῆγες;
Ὁ νέος ταχέως συνῆλθε.
― Τίποτα… τίποτα, θειά· ἡσύχασε.
― Δὲν σοῦ εἶπα ἐγὼ νὰ μὴν πᾷς στὴ Δρακοσπηλιά; Λέγε… Τί ἔτρεξε;
―Ἄκουσα μιὰ φωνή.
― Φωνή… θ᾽ ἄκουσες τὴ βοὴ ποὺ λένε πὼς βγαίνει τὴ νύχτα. Κ᾽ ἐφοβήθηκες πολύ;… Κάμε τὸ σταυρό σου, παιδί μου… Ἔλα νὰ κοιμηθῇς, καὶ νὰ φυλάεσαι ἄλλη φορά, νὰ μὴν εἶσαι ἀπόκοτος.
―Ἡ φωνὴ ποὺ ἄκουσα…
―Ἡ φωνή… ἔ, τί;
―Ἔλεγε… ἕνα λόγο.
― Τί ;
―Ἔλεγε «Μοῦ…λο!»
Ἡ Κρατήρα ᾐσθάνθη πόνον, καὶ συγχρόνως ἐγέλασε. Ἤρχισε νὰ ἐξηγῇ εἰς τὸν ἀνεψιόν της:
―Ἅμα ἀποκοτήσῃ κανείς, καὶ πάῃ μὲς στὴ Σπηλιὰ τοῦ Δράκου, νύχτα, μεσάνυχτα, αὐτὰ θ᾽ ἀκούσῃ… Λένε πὼς ἡ βοὴ ἐκείνη τῆς Σπηλιᾶς ἔχει ἕνα ἰδίωμα, νὰ ξαναλέῃ στὸν ἄνθρωπο ὅ,τι καημὸ ἔχει στὴ ζωή του… Κεῖνο ποὺ τοῦ πονεῖ τοῦ καθενός, τὸ λέει, τάχα μὲ ἀνθρώπινη φωνή. Τ᾽ ἄκουσα ποὺ τὸ ἔλεγαν οἱ παλαιοί, μὰ τώρα σ᾽ αὐτὰ τὰ χρόνια δὲν θὰ πῆγε κανένας νὰ μπῇ μὲς στὴ Σπηλιά. Ἐσένα σοῦ φάνηκε πὼς ἄκουσες «Μοῦλο!» Ἂν ἐπήγαινα ἐγὼ μὲς στὴ Δρακοσπηλιά, θὰ μοῦ ἐφαίνετο πὼς ἀκούω «τὸ χρέος! τὸ χρέος!», κεῖνον τὸν καημὸ ποὺ ἔχω. Ἂν ἐπήγαινε ἡ μάννα σου, θὰ ἔκαναν τ᾽ αὐτιά της πὼς ἀκούει «τὸ παιδί! τὸ παιδί!», κι ἂν ἐπήγαινε ὁ προκομμένος ὁ πατέρας σου, θ᾽ ἄκουε μιὰ φωνὴ «τὸ μέτρημα! τὸ μέτρημα!» Αὐτὸ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Δράκου.
*
* *
Ὀλίγον καιρὸν ὕστερον, μετὰ τὸν τραγικὸν θάνατον τοῦ παιδίου, αἱ δύο ἀδελφαί, πικραμέναι καὶ μαυροφοροῦσαι ―ἡ μήτηρ ὠχρά, καὶ μόλις δυναμένη νὰ βαδίζῃ ἐκ τῆς ἀδυναμίας, μέλλουσα ν᾽ ἀποθάνῃ ὀλίγας ἑβδομάδας ὕστερον― ἡ θεία ἰσχνή, ἡλιοκαὴς καὶ ἐγκαρτεροῦσα, ἐξῆλθον λίαν πρωὶ εἰς τὴν ἐξοχήν. Ἐκεῖ συνήντησαν τὸν πλάνητα μοναχόν, τὸν Ἰωακείμ.
Οὗτος τὰς ἐχαιρέτισε μετὰ συμπαθείας, σείων τὴν κεφαλήν, καὶ ἤρχισε νὰ λέγῃ πρὸς τὴν ὀρφανὴν τοῦ τέκνου μητέρα:
―Ἔ! κουράγιο, Σοφούλα! Τί νὰ γένῃ, καημένη· ἐκεῖ, στὸν ἄλλον κόσμο, θὰ βρῇς πολλούς, πολλοὺς ἄλλους, καὶ τὸν Κωνσταντάκη σου μαζί… Τί νὰ λές, ἐσύ, ταλαίπωρη;… Βέβαια θὰ εἶπες πὼς ἦτον κακὴ ὥρα! Ἄχ! ἡ πλέον κακὴ ὥρα εἶναι ἡ ὥρα τῆς ἁμαρτίας, Σοφούλα! Ἄχ! τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας… Γι᾽ αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης «ἡ δεξιά σου, Χριστέ μου… σκαιωρίας πάσης περιφυλαξάτω με».
Εἶτα, ὅταν ἡ Σοφούλα ἀπέστρεψε κλαίουσα τὴν κεφαλήν, ὁ πλάνος μοναχὸς εἶπεν εἰς τὴν πρεσβυτέραν ἀδελφήν της:
―Ἄχ! Κρατήρα, καὶ νὰ ἦτον ἀθῴα… θὰ ἐπήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς Μάρτυρας… Ὅπως κι ἂν εἶναι, πιστεύω νὰ βρῇ ἔλεος.
Κ᾽ ἐπειδὴ ἐκείνη τὸν ἐκοίταζεν ἐν ἀμηχανίᾳ, ὁ ρασοφόρος ἐπανέλαβε ταπεινῇ τῇ φωνῇ, διὰ νὰ μὴ τὸν ἀκούσῃ ἡ Σοφούλα:
―Ἀπ᾽ τὶς δύο κακὲς ὧρες, τὴν μία ποὺ ἕνα πλάσμα ἔπεσε σὲ πειρασμό, κ᾽ ἔφερ᾽ ἕνα ἄλλο πλάσμα στὸν κόσμο, καὶ τὴν ἄλλη, ποὺ αὐτὸ τὸ δεύτερο πλάσμα ἔπεσε ἀπ᾽ τὸ δένδρο κ᾽ ἐσκοτώθη ―χωρὶς τὴν πρώτη, ἡ δεύτερη ποτὲ δὲν θὰ ἤρχετο― ἡ χειρότερη ὥρα εἶναι ἡ πρώτη, Κρατήρα!
(1904)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 12 Μαρτίου.

 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 12ης Μαρτίου


1881: Γεννιέται στη Θεσσαλονίκη ο Μουσταφά Κεμάλ, που αποκλήθηκε Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων). Ήταν Τούρκος στρατιωτικός και πολιτικός, ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας.
1889: Η Coca Cola πωλείται για πρώτη φορά σε γυάλινα μπουκάλια.
1911: Συλλαλητήρια για το γλωσσικό ματαιώνεται, έπειτα από αστυνομική απαγόρευση. Ο καθηγητής Γεώργιος Μιστριώτης, υπέρμαχος της καθαρεύουσας, κατηγορείται για στάση.
1913: Η Καμπέρα γίνεται πρωτεύουσα της Αυστραλίας.
1921:Στην ΕΣΣΔ, ο ηγέτης της Οκτωβριανής Επανάστασης, Βλαντιμίρ Λένιν, ανακοινώνει τη νέα οικονομική πολιτική (ΝΕΠ), που επιτρέπει τη δραστηριοποίηση ιδιωτικών επιχειρήσεων.
1929: Η Οπελ AG, η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία στη Γερμανία, αγοράζεται από την Τζένεραλ Μότορς Κορπορέισον των ΗΠΑ, έναντι 120 εκατομμυρίων μάρκων.
1933: Στη Γερμανία, ο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ καταργεί τη σημαία της Γερμανικής Δημοκρατίας και δίνει εντολή να αναρτηθούν πλάι-πλάι η σβάστικα και η αυτοκρατορική σημαία.
1947: Ο Αμερικανός πρόεδρος, Χάρι Τρούμαν, παρουσιάζει το δόγμα του (Δόγμα Τρούμαν) για την καταπολέμηση του κομουνισμού. Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων και ένταξη της χώρας στην αμερικανική σφαίρα επιρροής, καθώς και την έναρξη της αμερικανικής στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας.
1951: Κάνει το ντεμπούτο του στις εφημερίδες των ΗΠΑ, το κόμικ, «Ο Ντένις, ο τρομερός».
1989: Η καθηγήτρια της βυζαντινολογίας, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, διορίζεται πρόεδρος του πολιτιστικού κέντρου Πομπιντού στο Παρίσι.
1990: Πραγματοποιείται στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το πρώτο ντιμπέιτ μεταξύ πολιτικών αρχηγών στην Ελλάδας. Συμμετείχαν οι πρόεδροι της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, του ΠΑΣΟΚ, Ανδρέας Παπανδρέοου και του ΚΚΕ, Χαρίλαος Φλωράκης, εν όψει των εκλογών της 8ης Απριλίου.
1994: Η Εκκλησία της Αγγλίας χειροτονεί την πρώτη γυναίκα ιερέα. Την ίδια μέρα, αποδεικνύεται, πως η φωτογραφία, η οποία θεωρούταν, ότι απεικόνιζε το τέρας του Λοχ Νες, ήταν απάτη.
2000: Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β' ζητά συγγνώμη «από όσους στο παρελθόν υπέστησαν διώξεις στο όνομα του χριστιανισμού».
2005: Ο Κάρολος Παπούλιας αναλαμβάνει Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.
2005: Πεθαίνει ο Σταύρος Κουγιουμτζής, συνθέτης.
2011: Μετά το χτύπημα από το τσουνάμι, αντιδραστήρας στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα εκρήγνυται. Η ραδιενέργεια που εκλύθηκε σε μία ώρα αντιστοιχούσε στο ανώτατο ετήσια αποδεκτό όριο, ενώ η περιοχή κηρύχθηκε σε κατάσταση ανάγκης και διατάχθηκε η εκκένωση των κοντινών κατοικιών σε ακτίνα 20 χιλιομέτρων.

Γεννήσεις

1824 - Γκούσταβ Κίρχοφ, Γερμανός φυσικός
1922 - Τζακ Κέρουακ, αμερικανός συγγραφέας, εμβληματική μορφή του κινήματος των μπίτνικς. («Ο Δρόμος»)
1928 - Έντουαρντ Άλμπι, διακεκριμένος Αμερικανός θεατρικός συγγραφέας
1956 - Στιβ Χάρις, Άγγλος μπασίστας της Χέβι μέταλ, μέλος των Iron Maiden
1976 - Παναγιώτης Μπαχράμης, Έλληνας ποδοσφαιριστής
1988 - Κώστας Μήτρογλου, διεθνής Έλληνας ποδοσφαιριστής

Θάνατοι

604 - Πάπας Γρηγόριος Α΄.
1507 - Καίσαρας Βοργίας, Ιταλός στρατιωτικός και πολιτικός
1914 - Τζώρζ Γουέστινχαουζ ο νεότερος, Αμερικανός επενδυτής και μηχανικός
1937 - Τσαρλς Μαρί Γουάιντερ, Γάλλος μουσικός και συνθέτης
1945 - Άννα Φρανκ, εβραιοπούλα που έμεινε στην ιστορία για το ημερολόγιό της
1984 - Κώστας Ρούκουνας (Σαμιωτάκης), ρεμπέτης
1999 - Γεχούντι Μενουχίν, διάσημος βιολονίστας, μαέστρος και δάσκαλος
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Οσίου Θεοφάνους του Ομολογητού της Συγριανής.

 Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή του Οσίου Θεοφάνους του Ομολογητού της Συγριανής

Τη μνήμη του Οσίου Θεοφάνους του Ομολογητού της Συγριανής τιμά σήμερα, 12 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής, γεννήθηκε το 760 μ.Χ. από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Ισαάκ και την Θεοδότη. Σε ηλικία οκτώ ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του ανέλαβε το δύσκολο έργο της ανατροφής, της διαπαιδαγωγήσεως και της μορφώσεως του υιού της Θεοφάνους.
Ο Όσιος, κατά παράκληση της μητέρα του, νυμφεύθηκε σε νεαρή ηλικία την ευσεβή και πλούσια Μεγαλώ. Ο γάμος αυτός, που ήταν αντίθετος για τη μοναχική ζωή που επιθυμούσε ο Όσιος, διαλύθηκε.
Η μεν σύζυγος αυτού έγινε μοναχή στη μονή της Πριγκίπου και μετονομάσθηκε Ειρήνη, ο δε Όσιος κατέφυγε, το 781 μ.Χ., σ' ένα μοναστήρι κοντά στο βουνό της Συγριανής, το Πολίχνιο. (Η Συγριανή βρισκόταν είτε στη Μήδεια είτε - το πιθανότερο - στην Μυτιλήνη [ακρωτήρι Σίγρι]).
Από τη μονή αυτή, ως λόγιος και ενάρετος μοναχός, προσκλήθηκε μαζί με άλλους ηγουμένους διαπρεπείς, τον ηγούμενο της μονής Σακουδίωνος Πλάτωνα, τους μοναχούς Νικηφόρο και Νικήτα από τη μονή Μηδικίου, το μοναχό Χριστόφορο από τη μονή του Μικρού Αγρού, στην Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιος, το έτος 787 μ.Χ.
Όταν επέστρεψε, εγκατέστησε ηγούμενο τον μοναχό Στρατήγιο και εκείνος αποσύρθηκε στην απέναντι νήσο Καλώνυμον, όπου ίδρυσε μεγάλη μονή και εκεί, αφού εγκαταβίωσε επί εξαετία, ασχολήθηκε με την καλλιγραφία και τις συγγραφές. Αλλά ατυχώς η υγεία του προσβλήθηκε από οξεία λιθίαση.
Σε αυτή την χαλεπή κατάσταση δεν παρέλειψε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, όταν προσκλήθηκε υπό του Λέοντος του Αρμενίου (813 - 820 μ.Χ.), ο οποίος προσπάθησε διά του Πατριάρχη Ιωσήφ του εικονομάχου να ελκύσει αυτόν στην αίρεση της εικονομαχίας.
Ο Όσιος φυσικά δεν ήταν δυνατό να αποδεχθεί μία τέτοια πρόταση και να προδώσει την Ορθόδοξη πίστη. Έτσι τον έκλεισαν σε σκοτεινό μέρος και στην συνέχεια τον εξόρισαν στη Σαμοθράκη, όπου μετά από είκοσι τρεις ημέρες κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 815 (ή κατ' άλλους το 818 μ.Χ.).
Αργότερα οι μαθητες του μετεκόμισαν τα ιερά λείψανα του το έτος 822 μ.Χ., στη μονή του, όπου ετελείτο η Σύναξη του, όπως και τη Μεγάλη Εκκλησία.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.Θεώ τώ εν σώματι, επιφανέντι ημίν, οσίως ελάτρευσας δι' ενάρετου ζωής, Θεόφανες Όσιε, πάσαν γάρ τήν προσούσαν, ύπαρξιν απορρίψας, άθλους ομολογίας, τή ασκήσει συνάπτεις, εντεύθεν δι' αμφοτέρων, φαίνεις τοίς πέρασι.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Πέμπτη 12 Μαρτίου.

 

Βροχές στα ηπειρωτικά ορεινά τις θερμές ώρες της ημέρας. Βόρειοι άνεμοι μέχρι 5 μποφόρ στο Αιγαίο.

Πιο αναλυτικά, την Πέμπτη 12 Μαρτίου αναμένονται νεφώσεις κατά διαστήματα αυξημένες στα δυτικά και τα ανατολικά με τοπικές βροχές και μεμονωμένες καταιγίδες στα ηπειρωτικά ορεινά το μεσημέρι και το απόγευμα. Η ορατότητα θα είναι κατά τόπους περιορισμένη τις πρωινές και τις βραδινές ώρες.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία -1 έως 14 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από -1 έως 16-18, στην Ήπειρο από 2 έως 17-18 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 2 έως 17, στη Στερεά από 3 έως 18, στην Εύβοια από 3 έως 18 βαθμούς, στην Πελοπόννησο από 6 έως 17-18 βαθμούς, στα Επτάνησα από 6 έως 17-18, στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου από 8 έως 17-18 και στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου από 12 έως 17-18, και στην Κρήτη από 8 έως 18 και τα Δωδεκάνησα έως 18-20 βαθμούς.

Οι άνεμοι στο Ιόνιο θα πνέουν βορειοδυτικοί , στο Αιγαίο από βορειοανατολικές και στα νότια από ανατολικές βορειοανατολικές διευθύνσεις με εντάσεις 2 έως 4 και στο Αιγαίο έως 5 μποφόρ.

Στην Αττική ο καιρός θα είναι γενικά αίθριος. Οι άνεμοι θα είναι μεταβλητοί ασθενείς. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 6 έως 17 -18 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη προβλέπεται ηλιοφάνεια. Οι άνεμοι θα πνέουν μεταβλητοί ασθενείς. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 3 έως 17 βαθμούς.



Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτάζοντες την 12ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  12ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ο Ομολογητής της Συγριανής

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο Α' ο Διάλογος Πάπας Ρώμης

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΝΕΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

  • Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΦΙΝΕΕΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ο Νέος Θεολόγος

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ

 

Αναλυτικά

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ ο Ομολογητής της Συγριανής
Ό γνωστός χρονογράφος και ευθαρσής Ομολογητής, γεννήθηκε το 760 μ.Χ. Τον πατέρα του έλεγαν Ισαάκ και τη μητέρα του Θεοδότη. Σε ηλικία οκτώ ετών έμεινε ορφανός από πατέρα, άλλ' ή μητέρα του κατόρθωσε να τον μορφώσει καλά και να τον παντρέψει σε νεαρή ηλικία, με ενάρετη και πλούσια κόρη, τη Μεγαλώ, της έπειτα μοναχής και μετονομασθείσης Ειρήνης. ο Θεοφάνης όμως, είχε μοναχική κλίση και έτσι ο γάμος διαλύθηκε. Και ή μεν σύζυγος του με τη θέληση της κλείστηκε στη γυναικεία μονή της νήσου του Πρίγκηπος, και αυτός σ' ένα μοναστήρι κοντά στο βουνό της Συγριανής, το Πολίχνιο. Από τη μονή αυτή, προσεκλήθη μαζί με άλλους ηγουμένους στη Ζ' Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, όπου και διέπρεψε. Όταν επέστρεψε, εγκατέστησε ηγούμενο το μοναχό Στρατήγιο και αποχώρησε στην απέναντι νήσο Κολώνυμο. Εκεί ίδρυσε νέα μεγάλη μονή και επί έξι χρόνια καλλιγραφούσε και συνέγραψε. Ή υγεία του όμως, προσβλήθηκε από οξεία λιθίαση. Και επειδή δε συμμερίστηκε τις αιρετικές ιδέες των εικονομάχων Λέοντα του Αρμενίου και Ιωάννου του πατριάρχου, εξορίστηκε στη Σαμοθράκη όπου μετά 23 ημέρες πέθανε (815 ή κατ' άλλους το 818). Αργότερα οι μαθητές του, μετακόμισαν τα λείψανα του στη μονή του (822).


Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Θεω τω εν σώματι, έπιφανέντι ήμίν, όσίως έλάτρευσας δί' ενάρετου ζωής, Θεόφανες Όσιε· πασαν γαρ την προσούσαν, ύπαρξιν άπορρίψας, άθλους ομολογίας, τη ασκήσει συνάπτεις· εντεύθεν δι' αμφοτέρων, φαίνεις τοις πέρασι.


Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο Α' ο Διάλογος Πάπας Ρώμης
Ό Γρηγόριος γεννήθηκε στη Ρώμη το 540, από πλούσια και χριστιανική οικογένεια. Σπούδασε νομικά και φιλοσοφία. Μετά το θάνατο του πατέρα του, κληρονόμησε μεγάλη περιουσία. Αυτός όμως άφησε τα του κόσμου, έκτισε έξι μοναστήρια στη Σικελία και ένα στη Ρώμη, οπού μόνασε και ο ίδιος. Το 590 διαδέχεται τον Πάπα Πελάγιο τον Β'. Όταν ανέλαβε Πάπας ο Γρηγόριος, ή εκκλησιαστική και ή πολιτική κατάσταση της εποχής είχε μεγάλες αθλιότητες. Και γράφει χαρακτηριστικά σε μια επιστολή του: "Ή Εκκλησία είναι ωσάν ένα καράβι παλαιόν, πού κυματίζεται σφοδρότατα και κάμνει νερά σε όλα του τα μέρη, με τα ξύλα του σαρακοφαγωμένα, καθημερινώς πληττόμενον από την τρικυμίαν και κινδυνεϋον να χαθεί". Επιπλέον, ο Γρηγόριος ήταν και πολύ ασθενικός στο σώμα. Τί να κάνει; Αμέσως τότε, πέρασαν από το μυαλό του τα λόγια του Κυρίου μας: "Αρκεί σοι ή χάρις μου· ή γαρ δύναμίς μου εν ασθένεια τελειοϋται"1. Δηλαδή, σου είναι αρκετή ή χάρη πού σου δίνω. Διότι ή δύναμη μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής, και με την ενίσχυση μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά. Πράγματι, μέσα στα 14 χρόνια πού ή Εκκλησία ποιμάνθηκε από το Γρηγόριο, κατάφερε να ορθοποδήσει, και καλλιεργήθηκε σωστά ή όλη εκκλησιαστική παράδοση. Πέθανε ειρηνικά στις 12 Μαρτίου του έτους 604.
1. Β' προς Κορινθίους, ιβ' 9.


Απολυτίκιο. Ήχος γ'. Θείας Πίστεως.
Στόμα γρήγορον καταπλουτήσας, νομεύς άριστος του θείου λόγου, ανεδείχθης Ίεράρχα Γρηγόριε· των αρετών γαρ έκφάντωρ γενόμενος, δικαιοσύνης έκφαίνεις την έλλαμψιν Πάτερ Όσιε Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημιν το μέγα έλεος.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΝΝΕΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Μαρτύρησαν δια πυρός. (Ίσως είναι οι ίδιοι μ' αυτούς πού μαρτύρησαν μαζί με τον Άγιο επίσκοπο Αύδά στην Περσία, πού ή μνήμη τους εορτάζεται την 31η Μαρτίου).


Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΦΙΝΕΕΣ
Απεβίωσε ειρηνικά.


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ο Νέος Θεολόγος
Ήταν από την Παφλαγονία και έζησε τον 10ο αιώνα. ΟΙ γονείς του Βασίλειος και Θεοφανώ, φρόντισαν για την καλή του εκπαίδευση, τις δε σπουδές του συμπλήρωσε στην Κωνσταντινούπολη με την κηδεμονία ισχυρού θείου του στην Αυλή. Με την επιμονή του θείου του, μπήκε και αυτός στην Αυλή. Όταν όμως πέθανε ο θείος του, άφησε την Αυλή του Παλατιού και ζήτησε να εισαχθεί στην περίφημη Μονή του Στουδίου. Δεν τον δέχτηκαν λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Αργότερα όμως τον δέχτηκαν. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον ομώνυμο προϊστάμενό του Συμεών, με τις οδηγίες του οποίου ευδοκιμούσε στις θεολογικές μελέτες και στην πνευματική ζωή. Συναντάμε κατόπιν τον Συμεών στη Μονή του αγίου Μάμαντα, οπού μηρέ το μοναχικό σχήμα και στη συνέχεια έγινε ηγούμενος της. Επειδή όμως θέλησε να επιβάλει τους μοναστικούς κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου, συνάντησε ζωηρή αντίδραση και παραιτήθηκε. Ασχολήθηκε αποκλειστικά με θεολογικές μελέτες και συγγραφές. Κατηγορήθηκε από τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Στέφανο ότι, γιόρταζε από μόνος του σαν επίσημο Άγιο τον γέροντα του Συμεών και ή περιπέτεια αυτή του κόστισε έξι χρόνια ταλαιπωρίες. Τελικά, διατάχθηκε να πάει σ' ένα μοναχικό παρεκκλήσι της Άγιας Μαρίνας, στην Ασιατική όχθη της Προποντίδας, όπου και πέθανε σε γεροντική ηλικία (κατά το 1020). Από τις συγγραφές του σώζονται 92 λόγοι, 282 πρακτικά και θεολογικά κεφάλαια, καθώς και θρησκευτικά ποιήματα. Για τη θεολογική του δεινότητα ονομάστηκε: νέος Θεολόγος.


Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ
Ανήκει και αυτός στο χορό των 300 Μαρτύρων και Όσιων της Κύπρου, τους επονομαζόμενους Αλαμανούς. Βλέπε και Μάρτυρες 300 Αλαμανοί στους Α.Χ.Ε.Χ.
 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Αρκάς.

 




Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Μήλα με κανέλα στο φούρνο: Ένα γλύκισμα χωρίς ζάχαρη.

 mila-me-kanela-sto-fourno

Ένα ξεχωριστό γλυκό, χωρίς ζάχαρη, με λίγες θερμίδες για όλες τις ώρες!

Υλικά Για 2-4 άτομα 

  • 4 κόκκινα μεγάλα μήλα 
  • 1 ποτήρι κόκκινο ξηρό κρασί 
  • 1 ποτήρι νερού χυμό πορτοκάλι 
  • ξύσμα από ένα πορτοκάλι  
  • 1 ρίζα τζίντζερ ελάχιστα τριμμένη, περίπου 1 κουταλιά της σούπας 
  • 1 -2 ξυλαράκια κανέλας ή 1 κουταλιά του γλυκού κανέλα 
  • 100 γραμμάρια αμύγδαλα σε νιφάδες 
  • προαιρετικά 2 κουβερτούρες 

Εκτέλεση 

Σε ένα καθαρό μπολ πιάνουμε ένα – ένα τα μήλα και τα καθαρίζουμε ολόκληρα. Τα βάζουμε σε ένα ταψί και τα περιχύνουμε με το χυμό πορτοκαλιού, κόκκινο κρασί και κανέλα. Έπειτα ρίχνουμε τα ξύλα κανέλας στον κρασοχυμό μας και θρυμματίζουμε τη ρίζα τζίντζερ πάνω στα μήλα μας. 

Φουρνίζουμε το ταψί και αφήνουμε τα μήλα να ψηθούν για 45 λεπτά περίπου στους 180 βαθμούς στο πρόγραμμα με αντιστάσεις (πάνω – κάτω). Αφού τα βγάλουμε από το φούρνο λιώνουμε κουβερτούρα σε μπέν μαρί, και περιχύνουμε τα μήλα, για το τέλος τα πασπαλίζουμε με νυφάδες αμύγδαλου. 

Απαιτούμενος χρόνος: 45 λεπτά

Καλή επιτυχία!!

ΠΗΓΗ

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΝΕΚΔΟΤΟ.


 


 
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...11 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 11ης Μαρτίου


1669: Εκρήγνυται η Αίτνα, προκαλώντας το θάνατο 15.000 ανθρώπων.
1811: Στην Αγγλία, όπου βρίσκεται σε έξαρση το κίνημα των Λουδιτών, εργάτες καταστρέφουν μηχανές κλωστοϋφαντουργείων στο Νότιγχαμ, επειδή τους «κλέβουν» τις δουλειές τους.
1822: Κηρύσσεται η επανάσταση στη Χίο. Ο Λυκούργος Λογοθέτης με 2.500 Σαμιώτες και ο Μπουρνιάς με 150 Χιώτες που ήταν στη Σάμο, αποβιβάζονται στη Χίο και πολιορκούν την εντός του φρουρίου τουρκική φρουρά. Είκοσι μέρες αργότερα η Σφαγή της Χίου θα συγκλονίσει τον κόσμο.
1901: Eγκαινιάζεται το μετρό στο Παρίσι.
1912: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το Κόμμα των Φιλελευθέρων αναδεικνύεται ξανά νικητής των ελληνικών βουλευτικών εκλογών.
1918: Το πρώτο περιστατικό ισπανικής γρίπης καταγράφεται στις ΗΠΑ. Θα εξελιχθεί σε θανατηφόρα πανδημία, με τους νεκρούς να υπολογίζονται παγκοσμίως σε 20 - 40 εκατομμύρια τη διετία 1918 - 1919.
1935: Στην Κούβα, επιβάλλεται στρατιωτικός νόμος, λόγω επέκτασης των απεργιακών κινητοποιήσεων.
1938: Ο Χίτλερ εξαναγκάζει τον αιχμάλωτό του καγκελάριο της Αυστρίας Κουρτ Σούσνιγκ να παραιτηθεί, ενώ την ίδια νύχτα οι γερμανικές φάλαγγες κυριεύουν τη χώρα του.
1941: Το Κογκρέσο των ΗΠΑ ψηφίζει το νόμο περί δανεισμού και εκμίσθωσης, έπειτα από πρόταση του Προέδρου Φραγκίσκου Ρούσβελτ. Πρόκειται για τη στρατιωτική βοήθεια των Αμερικανών στις χώρες που μάχονται τον Άξονα.
1956: Η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ καθαιρεί τον Νίκο Ζαχαριάδη.
1978: Έκρηξη βόμβας στον κινηματογράφο «Έλλη» της οδού Ακαδημίας, κατά τη διάρκεια της προβολής της σοβιετικής ταινίας «Ουράνιο Τόξο» του σκηνοθέτη Μαρκ Ντονσκόι. 18 θεατές τραυματίζονται, απ’ τους οποίους οι 3 πολύ σοβαρά. Η τρομοκρατική πράξη αποδίδετια στην ακροδεξιά.
1985: Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ εκλέγεται Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης.
1991: Αρχίζει στο Ειδικό Δικαστήριο η δίκη για το σκάνδαλο της Τράπεζας Κρήτης. Βασικοί κατηγορούμενοι είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου που δεν παρίσταται και οι Μένιος Κουτσόγιωργας, Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος.
2004: Πολλαπλές βομβιστικές επιθέσεις σε αμαξοστοιχίες και σιδηροδρομικούς σταθμούς της Μαδρίτης, που αποδίδονται σε εξτρεμιστικές ισλαμικές οργανώσεις, προκαλούν το θάνατο 191 ανθρώπων και τον τραυματισμό 1.460.
2011: Στις 11 Μαρτίου 2011 η Ιαπωνία συγκλονίστηκε από ένα σεισμό 9 Ρίχτερ και λίγη ώρα μετά μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από τις βορειοανατολικές ακτές της Ιαπωνίας άνθρωποι, σπίτια, λιμάνια, σχολεία και εργοστάσια παρασύρθηκαν από ένα φοβερό τσουνάμι που ξεπερνούσε τα 20 μέτρα. Αιτία ήταν ότι στον πυρηνικό σταθμό Φουκουσίμα Νταΐιτσι, τα συστήματα ψύξης έπαθαν βλάβη μετά το σεισμό και τις ισχυρές μετασεισμικές δονήσεις και οι αντιδραστήρες θερμάνθηκαν τόσο ώστε να προκληθεί το χειρότερο πυρηνικό δυστύχημα μετά από αυτό του Τσερνόμπιλ, πριν 25 χρόνια. Περίπου 15.881 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στους οποίους προστίθενται 2.668 αγνοούμενοι.

Γεννήσεις

1544 - Τορκουάτο Τάσσο, Ιταλός ποιητής
1916 - Χάρολντ Ουίλσον, Άγγλος πολιτικός
1921 - Άστορ Πιατσόλα, Αργεντινός συνθέτης
1922 - Κορνήλιος Καστοριάδης, Έλληνας φιλόσοφος και οικονομολόγος
1923 - Φρεντερίκ Μπριλί Μπουαμπρέ, καλλιτέχνης από την Ακτή Ελεφαντοστού
1929 - Γεώργιος Σαββίδης, Έλληνας φιλόλογος
1931 - Ρούπερτ Μέρντοχ, Αυστραλός επιχειρηματίας
1952 - Ντάγκλας Άνταμς, Άγγλος συγγραφέας
1953 - Λάσλο Μπόλονι, Ρουμάνος ποδοσφαιριστής και προπονητής
1954 - Σάκης Μπουλάς, Έλληνας τραγουδιστής και ηθοποιός
1961 - Ηλίας Κοτέας, Καναδός ηθοποιός
1966 - Ηλίας Ζούρος, Έλληνας προπονητής καλαθοσφαίρισης
1978 - Ντιντιέ Ντρογκμπά, Ιβοριανός ποδοσφαιριστής
1981 - Χαράλαμπος Ταϊγανίδης, Έλληνας παραολυμπιονίκης κολυμβητής
1982 - Θώρα Μπερτς, Αμερικανίδα ηθοποιός
1985 - Στέλιος Μαλεζάς, Έλληνας ποδοσφαιριστής

Θάνατοι

222 - Ηλιογάβαλος, Ρωμαίος αυτοκράτορας
638 - Σωφρόνιος Α', Πατριάρχης Ιεροσολύμων
1931 - Φρήντριχ Βίλεμ Μουρνάου, Γερμανός σκηνοθέτης
1955 - Αλεξάντερ Φλέμινγκ, Σκωτσέζος επιστήμονας
1978 - Σοφία Βέμπο, Ελληνίδα τραγουδίστρια και ηθοποιός
1995 - Γουίλφρεντ Τζέικομπς, γενικός κυβερνήτης στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα
2006 - Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, πρόεδρος της Σερβίας και της Γιουγκοσλαβίας
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα