Κυριακή 14 Απριλίου 2024

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Ὁ Ἀβασκαμὸς τοῦ Ἀγᾶ


Μικρά διηγήματα
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ὅμοιον μὲ νεκρικὸν κρανίον ἀρτίως ἐκταφέντος σκελετοῦ, μὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀφθαλμῶν, μὲ τὴν μύτην φαγωμένην, φοβερὸν θέαμα, σκέλεθρον γυμνὸν καὶ παγωμένον φαντάζει ἀπὸ μακρὰν τὸ μικρὸν τζαμίον τοῦ ἐρημωμένου χωρίου. Ἔχει μόνον μίαν θυρίδα χαμηλήν, καταχωσμένην, χωρὶς θυρόφυλλα, εἰς τὸ μέσον, καὶ δύο χαλασμένα παράθυρα ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Ὑψηλά, ἀπὸ τὸ Μπαρμπεράκι, τὸ περίφαντον ὕψωμα, ὅπου ξυρίζει πανταχόθεν τὸ πρόσωπον ὁ ἄνεμος, ἐξ ἀνατολῶν καὶ βορρᾶ καὶ δυσμῶν, καὶ ὁπόθεν ἁπλοῦται ἀχανὴς ἡ θέα εἰς τὸ κυανοῦν, μαρμαῖρον πέλαγος, καὶ εἰς τὴν ἀπελεύθερον τῆς Θεσσαλίας γῆν, καὶ εἰς τὰ σκλαβωμένα χώματα τῆς Κασσάνδρας, ἐκεῖθεν φαίνεται τὸ ἔρημον χωρίον, τὸ κτισμένον ποτὲ ἐπὶ θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ, φαίνεται καὶ τὸ ἄχαρον τζαμίον, μὲ τὰς δύο στρογγυλὰς τρύπας του ἔνθεν καὶ ἔνθεν, καὶ μὲ τὴν μεγάλην μακρουλὴν τρύπαν του, εἰς τὸ μέσον· καὶ δίπλα του προκύπτει ὑψηλὸν τὸ κονάκι, μὲ τρεῖς τοίχους ἀκόμη ὀρθούς, μὲ τὴν στέγην πεσμένην κάτω, λείψανα παρελθόντων αἰώνων. Καὶ σκιαὶ περιφοιτῶσιν ἀκόμη τριγύρω ἐκεῖ, καὶ παλαιαὶ ἀναμνήσεις ζωντανεύουν, καὶ φαντάσματα εἰς τὴν ἐρημίαν θρηνοῦν, καὶ ὁ Βορρᾶς συρίζει ἀνηλεὴς εἰς τὰ ἐρείπια τὰ μαυρισμένα, καὶ εἰς τὰ δένδρα τὰ κυρτωμένα κατὰ τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ, ὡς ὁδοιπόροι σκυφτοί, ἀσθμαίνοντες εἰς τὸν ἀνήφορον.
Ὅταν δύο ἢ τρεῖς φορὰς τὸν χρόνον, ἀπὸ τὴν ἄλλην ἄκρην τοῦ νησιοῦ, τὴν μεσημβρινήν, ἔλθωσιν ἄνθρωποι νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸ ἔρημον χωρίον, καὶ αἱ γυναῖκες διασπαρῶσιν ἀνὰ τὰ ἐρείπια, βαίνουσαι ἀπὸ ἀγριοσυκῆς εἰς ἀγριοσυκῆν, ψάχνουσαι νὰ εὕρουν ἐρινὸν ὥριμον, διὰ νὰ βάλουν εἰς τὰ ἥμερα σῦκα τοῦ κάμπου, καὶ τὰ παιδία ὅσα ἔτρεξαν κατόπιν των εἰς τὴν ἐκδρομήν, οἱ μοσχομάγκες τοῦ τωρινοῦ καιροῦ, ἀρχίσουν νὰ τρέχουν γύρω-γύρω εἰς τὰ ἐρείπια, καὶ νὰ ἀναρριχῶνται ἐπάνω εἰς ἀγρίας μορέας, ἀφοῦ βάψωσι τὰς χεῖρας καὶ τὰ χείλη μὲ τὰ κόκκινα μοῦρα, καὶ χορτάσωσι τὴν κοιλίαν των, καὶ βάλωσι καὶ εἰς τὸν κόρφον των, τότε σκορπίζονται τρέχοντα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, κ᾽ εὑρίσκουν διασκέδασιν εἰς τὰ πηδήματα, εἰς τὰς κυλίστρας καὶ εἰς τὰς ἠχούς, ὁποὺ ἐμπαίζουν μὲ τὰς φωνάς των τὴν ἐρημίαν καὶ τὰ φαντάσματα. Καὶ πλεῖστα ἐκ τῶν παιδίων, ἀπόκοτα, ἀναρριχῶνται εἰς τὴν ὀροφήν, ἀπ᾽ ἐπάνω ἀπὸ τὸν θόλον τοῦ πενιχροῦ τζαμίου, καὶ παρῳδοῦν μὲ ἀτάκτους φωνὰς τὸ κήρυγμα τοῦ Χόντζα, τὸ ὁποῖον ποτέ των δὲν ἤκουσαν. Εἶχον τύχην.
Τότε τὰ φαντάσματα φεύγουσι, καὶ αἱ σκιαὶ ἀποπλανῶνται, καὶ τὸ παράπονον τῆς ἐρημίας χάνεται μακράν, εἰς τελευταῖον πνιγμένον στεναγμόν, βυθιζόμενον εἰς τὸ κῦμα. Καὶ τὰ θαλασσοπούλια καὶ τὰ ὄρνεα τοῦ βράχου ψηλώνουν τὸ πέταγμά των, καὶ βουτοῦν κάτω εἰς τὴν σπηλιάν, ἢ χάνονται εἰς τὸ ἀχανὲς τοῦ αἰθέρος.
*
* *
Καὶ ὅμως τὸ κονάκι αὐτὸ ἐκατοικεῖτο μίαν φοράν, καὶ εἰς τὸ τζαμίον ἐκεῖνο ἀντήχει ποτὲ προσευχὴ εἰς τὸν Ἀλλάχ, καὶ προσκύνημα ἐγίνετο συχνὰ καθ᾽ ὅλους τοὺς τύπους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἷς μόνος Ἀγὰς ὑπῆρχε, διὰ τὸν τῦπον, εἰς ὅλον τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνεν ἐτησίως κατ᾽ ἀποκοπὴν 2 ἢ 3 ἑκατοντάδας γροσίων εἰς τὴν Πύλην. Ὁ τελευταῖος Ἀγάς, ὅστις ἦλθεν ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως, εἶχε μαζί του τὸ χαρέμι του, συγκείμενον ἀπὸ μίαν σύζυγον καὶ ἀπὸ μίαν σκλάβαν. Μετ᾽ αὐτόν, περὶ τοὺς χρόνους τῆς ἐθνικῆς ἐγέρσεως, ἦλθε μόνον εἷς Τσαούσης, καὶ πλέον οὔ.
Οὗτος λοιπόν, ὁ προτελευταῖος ἐλθὼν Ὀθωμανός, ὡρμᾶτο ἐκ Θεσσαλίας. Ἦτο ἥμερος, πρᾷος ἄνθρωπος. Ὁμίλει ἑλληνικά. Ἔπαιρνε δῶρα, ὅσα τοῦ ἔδιδον, καὶ συχνὰ ἐζήτει καὶ περισσότερα ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Εἶχεν ἦθος σοβαρόν, προστατευτικόν, καὶ ψυχρῶς φιλόφρον. Ἐφαίνετο ὅμοιος μὲ γοητευμένον ἑρπετόν, τοῦ ὁποίου εἶχαν βγάλει τοὺς ὀδόντας. Ἐζοῦσεν εἰρηνικῶς μὲ τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸς καὶ τὸ χαρέμι του.
Κάθε πρωὶ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ κονάκι, φορῶν τὸν τζουμπέν* του καὶ τὰς τσοχίνας ἐμβάδας του, ἤνοιγε τὴν θύραν τοῦ τζαμίου, εἰσήρχετο, ἀνέβαινεν ἐπί τινος τραπέζης, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρον, προέβαλλε τὴν κεφαλὴν ἔξω τοῦ παραθύρου, καὶ ἔψαλλε πολὺ σιγὰ τὸ πρωινὸν κήρυγμα, τὸ «Λά, Ἀλλὰ ἲλ Ἀλλά»*, στρεφόμενος πρὸς τὸ πέλαγος, ὡς διὰ νὰ τὸ ἐμπιστευθῇ εἰς τοὺς ἀνέμους, καὶ ἂς τὸ φέρουν αὐτοὶ εἰς τὴν Σταμποὺλ ἢ εἰς τὴν Μέκκαν, ἢ ἀλλοῦ ὅπου ἤθελαν.
Διότι χόντζας ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν ἄλλος, ἀλλ᾽ αὐτὸς ὁ κατὰ καιρὸν Ἀγὰς ἔκαμνε τὸν χόντζαν εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του. Οὐδὲ ὑπῆρξε ποτὲ μιναρές, ἀλλὰ τὸ ὑψηλὸν παράθυρον ἀνεπλήρου τὴν ἔλλειψιν ταύτην.
Εἶτα, ἔκαμνεν ἢ ὄχι τὴν γονυκλισίαν του, ἔκρουεν ἢ ὄχι δύο ἢ περισσοτέρας φορὰς τὸ μάρμαρον τοῦ ἐδάφους μὲ τὸ μέτωπόν του, σχεδὸν εὐθὺς μετὰ τὸ Λὰ Ἀλλά, ἐξήρχετο, ἐκλείδωνε τὴν θύραν, ἀνέβαινεν ὀπίσω εἰς τὸ κονάκι, ἤναπτε τὴν μεγάλην τσιμπούκαν του, ἐκάπνιζεν, ἐκάπνιζε, καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐπερνοῦσε τὸ μαχμουρλίκι, ἐφόρει τὴν λευκὴν σαρίκαν του, τὸ πλατὺ ζωνάρι του, τὴν γούναν καὶ τὰς σκυτίνας ἐμβάδας του, κατέβαινε, καὶ κρατῶν τὴν μακρὰν τσιμπούκαν συνήθως διευθύνετο εἰς τὸ Κιόσκι, ὅπου ἤξευρεν ὅτι θὰ ἐντάμωνε δύο ἢ τρεῖς χασομέρηδες, ὡσὰν αὐτόν, προεστοὺς τοῦ χωρίου, μὲ τὰς πλατείας ἀνοικτὰς χειρῖδας τῶν λευκῶν ὑποκαμίσων, μὲ τὰς μακρὰς κεντητὰς ζώνας, διὰ νὰ κάμῃ κουβένταν. Λακριντὶ σοϊλέ*.
Τὸν ἔβλεπαν ὁποὺ περνοῦσε οἱ παπάδες τῆς γειτονιᾶς, οἱ ἐφημέριοι τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐναλλὰξ λειτουργοὶ τῶν σαράντα παρεκκλησίων τῆς πολίχνης, ὁποὺ ἐκάθηντο ἀπολείτουργα ἔξωθεν τοῦ μικροῦ μαγαζείου τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη τοῦ Τσιπωτοῦ καὶ ἔπιναν τὸ πρωινὸν ρακί των. Ὁ Ἀγὰς τοὺς ἐχαιρέτιζε μὲ τρόπον εὐσεβάστου οἴκτου καὶ παρήρχετο. Τὸν ἔβλεπαν καὶ αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, ὅσαι ἐκουβαλοῦσαν πρωὶ τὰς ἀλειψὰς* πίττας των εἰς τὸν φοῦρνον, τὸν ὁποῖον ἐκολλοῦσεν* ἡ Γαρουφαλιὰ ἡ Ξινού, ὀλίγον παραπέρα ἀπὸ τὸ τζαμίον. Τὸν ἔβλεπε καὶ ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα†, μία καλὴ χριστιανή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἄλλαι δύο πράγματα ἐφοβοῦντο, τὴν γλῶσσάν της καὶ τὸ μάτι της. Μίαν φοράν, ἔλεγαν, εἶχε κατορθώσει νὰ χωρίσῃ ἓν ἀνδρόγυνον, ἐπάνω εἰς τὸν γάμον, ἐνῷ τὰ στέφανα ἦσαν ἕτοιμα καὶ ἡ νύφη στολισμένη, καὶ οἱ καλεσμένοι εἶχαν μαζευθῆ εἰς τὸ σπίτι, καὶ οἱ παπάδες ἦσαν εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ φορέσουν τὰ πετραχήλια τους. Μὲ ἕνα λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ἡ Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα† εἰς τὸ αὐτὶ τῆς πενθερᾶς, τῆς μητρὸς τοῦ γαμβροῦ (καὶ ὁ λόγος ἐκεῖνος θὰ ἦτο βέβαια διαβολὴ κατὰ τῆς νύμφης), κατώρθωσε νὰ ματαιωθῇ ὁ γάμος.
Ἄλλην φοράν, ἐνῷ μικρὰ βρατσέρα ἔπλεεν ἀντικρύ, εἰς τὸ πέλαγος, πλοῖον καινουργὲς καλὰ ἀρματωμένον, ὡραῖα χρωματισμένον, ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα†, ἥτις ἀγνάντευε μὲ ἄλλας γυναῖκας ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου, δὲν ἠμπόρεσε νὰ χωνεύσῃ τὸν θαυμασμόν της, καὶ ἀνέκραξε:
― Μπά! αὐτὸ τὸ καΐκι. Χαρὰ στὴ μορφιά!
Μόλις εἶπε τὸν λόγον, καὶ ἐν τῷ ἅμα, ἀπίστευτον εἰπεῖν ―ἀλλ᾽ ὅμως τὸ διηγοῦντο ὅσοι τὸ εἶδον ἰδίοις ὀφθαλμοῖς― ὅλη ἡ ἀρματωσιὰ τοῦ πλοίου ἔπεσε μετὰ τριγμοῦ, καὶ τὸ καΐκι ἔμεινε ξυλάρμενον*, κούτσουρον, φερόμενον ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ ὑπὸ τῶν κυμάτων. Πλὴν ἡ ὑπόθεσις ὡμοίαζε μᾶλλον μὲ ἐπίγραμμα, παρὰ μὲ διήγησιν πιστευτήν.
*
* *
Ἐνῷ ὁ Ἀγὰς μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὴν μακρὰν τσιμπούκαν του ἐπερνοῦσεν ἔξω ἀπὸ τὸν φοῦρνον, αἱ γυναῖκες, ὅσαι ἐχασομεροῦσαν μίαν ὥραν εἰς τὴν μικρὰν αὐλήν, ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ φουρνίσουν τὰ ψωμιά των, τὸν ἔβλεπαν κ᾽ ἐμορμύριζαν βραχείας φλυαρίας πρὸς ἀλλήλας:
―Ὄμορφος ἀγάς.
― Τὸν σήκωσε τὸ χωριό μας.
― Καλὸ ἀέρι.
― Γερὸς βοριάς.
― Εἴδατε τὸ χαρέμι του;
―Ὄχι.
― Εἶναι μπουλωμένη* ὣς τὰ μάτια.
―Ἡ χανούμισσα.
―Ἡ καντίνα* του, πώ, πώ!
― Κ᾽ ἡ σκλάβα του.
― Δὲν βγαίνει ποτὲ ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ σπίτι.
―Ἡ Φατμέ, ἡ σκλάβα του, κατεβαίνει κάποτε.
― Εἶδες τί μοῦτρο! Ἀράπισσα, νὰ χαθῇ!
― Μαύρη, κατάμαυρη.
― Καὶ τὰ δόντια της φαγγρίζουν*.
― Καλὸς φαίνεται, ὣς τόσο.
― Κακὸς καὶ ψυχρός.
―Ὅσο χαμόγελο, τόση κακία.
―Ὅσο καὶ νὰ πῇς, Τοῦρκος εἶναι.
― Σκυλί.
― Μὰ καλοκαμωμένος, καημένη.
―Ὄμορφος ἄνθρωπος.
― Τὸν σήκωσε τὸ χωριό μας.
― Καλὸ ἀέρι.
― Θέλετε, ἔκραξεν ἔξαφνα ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα†, θέλετε νὰ σᾶς τὸν κάμω ἐγὼ νὰ τὰ ξεπλύνῃ* σ᾽ ἕνα μῆνα;
Αἱ γυναῖκες ἐστάθησαν σιωπῶσαι πρὸς στιγμήν.
Ἡ Γαρουφαλιὰ ἡ φουρνάρισσα, ἥτις ἐκράτει τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν πάνην*, ἀκούσασα ἄφησε τὸν φοῦρνον μισοπανισμένον, ἐστράφη καὶ εἶπε:
― Τί, μάγια θὰ τοῦ κάμῃς, μαθές;
― Χαρά στο, λέει! εἶπεν ἄλλη.
― Σὲ καλό σου, θεια-Σειραΐνα!
― Τί σᾶς μέλει ἐσᾶς; Μάγια, ναί… ὄχι. Ξέρω ἐγὼ τί σᾶς λέω.
Αἱ γυναῖκες δὲν ἤξευραν τί νὰ εἴπουν.
― Δὲν τὸ πιστεύω αὐτό, εἶπε μία.
― Καλύτερα νὰ λείπῃ.
― Τί μᾶς μέλει;
― Κι ἀνίσως λείψῃ ἕνας Τοῦρκος καὶ δυό, ἡ Τουρκιὰ δὲν ξεπαστρεύεται εὔκολα, εἶπε μετὰ στεναγμοῦ μία γραῖα.
― Θὰ ἰδῆτε, εἶπε μόνον ἡ θεια-Σειραΐνα.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν τῆς ἰδίας ἡμέρας, περὶ βασίλευμα ἡλίου, ἡ θεια-Σειραϊνὼ παρεμόνευεν εἰς τὸν δρομίσκον ἐκεῖνον μεταξὺ τοῦ φούρνου καὶ τοῦ μικροῦ ἐργαστηρίου τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη τοῦ Τσιπωτοῦ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ Ἀγάς, κρατῶν ὑπὸ μάλης σβεστὸν τὸ τσιμπούκι του, ἐπέστρεφεν ἀπὸ μικρὸν περίπατον τὸν ὁποῖον εἶχε κάμει εἰς τὸν ἀκρινὸν δρομίσκον, σιμὰ εἰς τὰ χαμηλὰ τείχη τοῦ χωρίου, καὶ διευθύνετο εἰς τὸ κονάκι διὰ νὰ δειπνήσῃ.
― Ἀξὰμ χαΐρολσουν*, Ἀγά μ᾽, τοῦ λέγει θαρραλέα ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα†, ἥτις εἶχεν ἀκούσει ποτὲ ὀλίγας τουρκικὰς λέξεις ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ μακαρίτου τοῦ ἀνδρός της, ταξιδεύσαντος πολλάκις εἰς τουρκοπληθῆ μέρη, καὶ τὰς ἐνθυμεῖτο.
― Καλησπέρα, ἀπήντησεν ἑλληνιστὶ ὁ Ἀγάς, κοιτάζων αὐτὴν ἔκπληκτος. Τί θέλεις; Ἔχεις κανένα παράπονο νὰ μοῦ πῇς;
―Ἐγώ, παράπονο; Οὔτε παράπονο, οὔτε πεσκέσι (τὴν τελευταίαν λέξιν ἐμάσησε καλά, ὥστε νὰ μὴ τὴν ἀκούσῃ ὁ πρὸς ὃν ὡμίλει), Ἀγά μου. Ἔτσι ἤθελα νὰ σὲ καλησπερίσω. Εἶχα καιρὸ νὰ σὲ ἰδῶ.
― Καλωσύνη σου, εἶπε χαμογελῶν ὁ Ἀγάς.
― Βλέπω ὅτι ἀχάμνηνες.
― Πῶς;
― Ἀδυνάτισες πολύ, νὰ μὴν ἀβασκαθῇς, Ἀγά μου. Δὲν σ᾽ ἐσήκωσε τὸ χωριό μας.
― Ἀλήθεια;
― Ἀδύνατος, ἐχλώμιανες πολύ. Ποὺ νὰ μὴ σ᾽ ἀβασκάνω. Κερὶ μοναχὸ εἶσαι. Ἐσώθηκες στὸν ἀπάν᾽ κόσμο.
― Στάι-φουρλά*! ἐπρόφερεν ὁ Ἀγάς.
― Κίτρινος σὰν τὸ φλωρί, Ἀγά μου, ἔφεξε τὸ προσωπάκι σου.
― Ἀλλάχ! Ἀλλάχ!
― Νὰ κοιταχθῇς, Ἀγά μου. Δὲν σὲ σηκώνει τ᾽ ἀέρι ἐδῶ. Κοίταξε μὴν τὰ ξεπλύνῃς, κακότυχε, στὰ ξένα.
Αὐθορμήτως ὁ Τοῦρκος ἐσήκωσε τὸ τσιμπούκι του, αἰσθανθεὶς ἐπιθυμίαν νὰ μετρήσῃ τὴν ράχιν τῆς ἀπαισίας μάντιδος. Ἀλλ᾽ ἡ θεια-Σειραϊνὼ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ δέκα βήματα, καὶ ἐξεγλίστρησε κρυβεῖσα ὄπισθεν τῆς πρώτης γωνίας τοῦ δρομίσκου.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὁ Ἀγὰς ἐκοιτάχθη πολλὰς φορὰς εἰς τὸν καθρέπτην. Εἶχε νυκτώσει ἤδη, καὶ τὸ φῶς τῶν κηρίων εἰς τὸν ὀντάν, καὶ ἡ συγκίνησις ἀπὸ τὰς μαντείας τῆς χρησμῳδοῦ, ἔκαμνε νὰ φαίνεται χλωμὸς ὁ ἴδιος εἰς τὸν ἑαυτόν του.
Ἥπλωσε τὴν χεῖρα εἰς τὴν τράπεζαν, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ φάγῃ. Ἐγέμισε τὸ τσιμπούκι του, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ καπνίσῃ.
Ἐστράφη πρὸς τὴν Χανούμην τὴν γυναῖκά του.
― Εἶναι ἀλήθεια, Χανούμ, ὅτι ἐχλώμιανα, ἀδυνάτισα, τώρα τελευταῖα;..
Ἡ Χανούμισσα τὸν ἐκοίταξεν ἐπὶ μακρόν.
― Φαίνεται νὰ χλώμιανες;… Εἶσαι πολὺ καλά. Νὰ πιῇς δυὸ γλυκὰ σερμπέτια. Θὰ σοῦ κάμω αὔριο τὸ πρωὶ χαλβὰ καὶ μπογάτσα νὰ φᾷς. Νὰ σοῦ κρεμάσω κ᾽ ἕνα χαϊμαλὶ φυλαχτικὸ γιὰ νὰ μὴ σὲ πιάνῃ τὸ μάτι.
Ἡ Φατμέ, ἡ σκλάβα, ὁποὺ ἐμβαινοέβγαινεν ἐκτελοῦσα διαφόρους ὑπηρεσίας, πότε διὰ νὰ βάλῃ φωτιὰ εἰς τὸ τσιμπούκι τοῦ αὐθέντου της, πότε διὰ νὰ βάλῃ ἓν προσκέφαλον ὀρθὸν εἰς τὸ ἄνω τοῦ σοφᾶ* διὰ νὰ ἀκουμβήσῃ ἐκεῖνος, πότε διὰ νὰ τοῦ βγάλῃ τὰ τερλίκια* ἀπὸ τοὺς πόδας, ἤκουσε τὸν διάλογον καὶ ἀκουσίως ἐστράφη.
― Καὶ σὺ τί λές, Φατμέ, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴν τὴν ἐρωτήσῃ ὁ Ἀγάς, εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐχλώμιανα; ἄλλαξε ἡ ὄψη μου;
Ἡ Φατμέ, εὑροῦσα τὴν εὐκαιρίαν, ἴσως διὰ νὰ ἐκδικηθῇ διὰ τὶς ξυλιὲς ποὺ εἶχε φάγει συχνά, ἀπήντησε:
― Ἀφέντης δικός μου χλώμιανε… μελάνιασε… ἔγινε μαῦρος σὰν τὸ τομάρι τὸ δικό μου.
Ἡ Χανούμη ἥρπασε τὴν ἐμβάδα της καὶ τὴν ἐσφενδόνισε κατὰ πρόσωπον τῆς σκλάβας, ἥτις ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε στραφῆ καὶ ἐξέλθει ἀπὸ τὸν ὀντάν.
*
* *
Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Ἀγὰς ἐγίνετο χλωμὸς καὶ ἀδύνατος, καὶ ἡ ὄρεξίς του ἐκόπτετο.
Ἔγινε μελαγχολικὸς καὶ στυγνὸς καὶ ἀπαίσιος. Εἶχε τὸ τσιμπούκι σβεστὸν πάντοτε ὑπὸ μάλης, ἕτοιμος νὰ τὸ σηκώσῃ εἰς πᾶσαν ἀντιλογίαν, εἰς πᾶσαν περιττὴν ἐρώτησιν, κατὰ τῆς πλάτης τῶν μετ᾽ αὐτοῦ λαλούντων.
Ἡ Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα† εἶχε γίνει ἄφαντος ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἡ ἰδία ἐφοβήθη ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησίν της. Ἐφοβήθη τὴν ἰδίαν γλῶσσάν της, τὸ ἴδιον ὄμμα της.
Φαίνεται ὅτι καὶ ἄλλοι τὴν ἐφόβισαν. Ἡ γερόντισσα, ἥτις εἶχε δογματίσει πρὸ ἡμερῶν ὅτι «ἡ Τουρκιὰ δὲν ξεπαστρεύεται», τῆς εἶπε:
― Θὰ σὲ κρεμάσουν, παιδί μου. Ποιὸς θὰ σὲ ὑπερασπισθῇ; Θαρρεῖς πὼς θὰ σοῦ τὸ χαρίσουν, ποὺ εἶσαι γυναίκα; Μιὰ σφυρίχτρα αὐτὸς νὰ παίξῃ, θὰ ἰδῇς νὰ κολλήσουν χιλιάδες Τοῦρκοι, ἀπὸ πέρα κι ἀπὸ πάνω (ἐδείκνυε τὴν δυτικὴν καὶ τὴν βορεινὴν στερεὰν) νὰ κοκκινοβολήσῃ τὸ καημένο τὸ νησί μας.
Ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἐσηκώθη διὰ νυκτὸς κ᾽ ἔφυγεν ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἔλεγον ὅτι ἐκρύβη εἰς μέρος πολὺ ἀσφαλές. Εἰς μίαν σπηλιὰν ὁποὺ εἶχε δευτέραν κρυφὴν διέξοδον ἐπάνω ἀπὸ τὸ βουνόν, καὶ ὅπου ψυχὴ δὲν τὴν ἤξευρε, μόνον εἷς βοσκὸς ἀνεψιός της, ὁποὺ τῆς ἔφερνε ψωμὶ κάθε τρεῖς ἡμέρας.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἔπαθε τίποτε καὶ ἐπέζησε μέχρι τοῦ 1865. Ἐνενηκοντοῦτις, διηγεῖτο ἡ ἰδία τὸ συμβάν.
*
* *
Ἐπὶ δύο ἑβδομάδας ἀκόμη ὁ Ἀγὰς ἐξήρχετο κάθε πρωὶ ἀπὸ τὸ κονάκι, κατέβαινεν εἰς τὸ τζαμίον καὶ ἔψαλλεν ἀκόμη τὸ Λὰ Ἀλλά, εἶτα ἐπήγαινεν εἰς τὸ Κιόσκι.
Ἠρώτα ἕνα ἕκαστον τῶν προεστῶν, μὲ τοὺς ὁποίους ἔκαμνεν ὁμιλίαν:
― Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐχλώμιασα; πὼς ἀδυνάτισα;
― Δὲν ἔχεις τίποτε, Ἀγά μου, τοῦ ἔλεγαν. Εἶσαι ὀλίγον ἀδύνατος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃς μεγάλη συλλογή. Ρίξε το ἔξω. Γλήγορα θὰ δυναμώσῃς πάλι. Ἐδῶ τὸ ἀέρι σὲ σηκώνει, εἶναι γερό.
Τοιαύτας ἀπαντήσεις τοῦ ἔδιδαν. Οὐδὲ ἠμποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἄλλως, διότι ἦτον ἕτοιμος νὰ σηκώσῃ τὸ τσιμπούκι.
Τὴν τρίτην ἑβδομάδα ὁ Ἀγὰς ἤρχισε πλέον νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ κονάκι.
Δὲν εἶχε πλέον δύναμιν. Εἶχαν κοπῆ τὰ ἥπατά του. Δὲν ἠδύνατο οὐδὲ νὰ θίξῃ τὰ πινάκια τὰ παρατιθέμενα εἰς τὴν τράπεζαν.
Μάτην ἡ Χανούμισσα ἐδιπλασίαζε τὰς περιποιήσεις της. Καὶ ἡ Φατμὲ ἡ Ἀράπισσα δὲν ἐτόλμα πλέον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ αὐθέντης της ἦτον μαῦρος, ὅπως τὸ δέρμα τὸ ἰδικόν της. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἦτο χλωμὸς ὡς κηρίον καὶ λευκὸς ὡς σινδών.
*
* *
Ἀπὸ δύο ἑβδομάδων ὁ ἀσθενὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ καταβῇ εἰς τὸ τζαμίον.
Τὴν πέμπτην ἑβδομάδα, ἀπὸ τῆς χρησμολογίας τῆς γυναικὸς ἐκείνης, μίαν πρωίαν, κατέβαλε γενναῖον ἀγῶνα καὶ κατῆλθεν.
Ἐσύρθη μέσα εἰς τὸ τζαμίον. Ἡ Φατμέ, ἥτις τὸν ἠκολούθει, τὸν ἐβοήθησε ν᾽ ἀναβῇ εἰς τὸ τραπέζιον.
Προέβαλε τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τὸ παράθυρον καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ «Λὰ Ἀλλὰ ἲλ Ἀλλά, Ἀλλὰ Ἀχβὰρ Μωχαμὲτ ρεσοὺλ λ᾽ Ἀλλά»*. Τὸ ἔψαλλε μὲ ὅλην τὴν δύναμίν του καὶ τὸ κήρυγμα ἀντήχησε κάτω εἰς τὰ κύματα τοῦ πελάγους. Καὶ πέραν ὁ ἔρημος, ἀπόκρημνος, καὶ κοῖλος βράχος τοῦ ἀκρωτηρίου, τὸ ἐπανέλαβε μὲ πένθιμον τόνον.
Ὅταν κατέβη ἀπὸ τὴν τράπεζαν, ᾐσθάνθη μεγάλην κούρασιν. Ἐκάθισε τρέμων παρὰ τὴν ἰδίαν τράπεζαν καὶ ἀκουσίως ἤνοιξε τὸ Κοράνιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐκεῖ.
Κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, εἰς τὴν σελίδα ὁποὺ τὸ ἤνοιξε, τὸ βλέμμα του ἔπεσεν εἰς τὰ ἐδάφια ταῦτα τοῦ Γ´ κεφαλαίου, ἢ τῆς Γ´ σουράτης:
«Ὁ ἄνθρωπος ἀποθνήσκει τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ βιβλίον, ἐν ᾧ γέγραπται ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς ζωῆς αὐτοῦ».
Ἐζαλίσθη, ἔφερε τὴν χεῖρα εἰς τὸ μέτωπον, ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμούς. Τοὺς ἤνοιξε πάλιν καὶ ἀνέγνωσεν:
«Ὁ Θεὸς ἔτρεψεν ὑμᾶς εἰς φυγήν, ἀπὸ προσώπου τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν…
»Καὶ ἂν μείνητε οἴκοι, ἐὰν ὁ θάνατός σας εἶναι γεγραμμένος εἰς τὸ βιβλίον, θ᾽ ἀποθάνετε. Τὸ βέλος, τὸ ὁποῖον φεύγετε εἰς τὸν πόλεμον, θὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς εὕρῃ».
Ἔτριξε τοὺς ὀδόντας, ἔσφιγξε τὴν πυγμὴν καὶ ἐλύσσα, διατὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ ὑπὲρ τοῦ Ἰσλάμ, νὰ σφάξῃ ἀπίστους.
Ἐφυλλολόγησε τὸ βιβλίον, καὶ εὗρε τὸ ἑξῆς ἐδάφιον εἰς τὴν Β´ σουράτην:
«Ὤ! σεῖς, οἱ πιστοί! πολεμήσατε τοὺς ἀπίστους, τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὰ σύνορά σας, κτυπᾶτε τοὺς ἀπίστους ὅπου τοὺς εὕρητε· πολεμήσατέ τους μέχρις ἐξαφανίσεως παντὸς πειρασμοῦ καὶ μέχρις ἑνότητος τῆς θρησκείας τοῦ μόνου Θεοῦ».
Μετὰ τοῦτο, ὁ Ἀγάς, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς Φατμές, ἀνέβη ὀπίσω εἰς τὸ κονάκι, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ὀντάν του, ἐξηπλώθη εἰς τὸ μαλακὸν διβάνι του, καὶ δὲν ἐσηκώθη πλέον.
Ἡ Σειραϊνὼ ἡ †Μάντισσα† εἶχε προείπει ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ σαραντίσῃ.
Πράγματι ὁ Ἀγὰς ἀπέθανε τὴν τριακοστὴν ἐνάτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς μαντείας, καὶ ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν μαντείαν, ἀπὸ τὴν ὑποβολήν, ἀπὸ τὸν ἀβασκαμὸν ἐκείνης τῆς γυναικός. Ἀπέθανε, διότι ἦτον ἄρρωστος.
Καὶ τὸν Ἄρρωστον, τὸν χρόνιον, τὸν 444 ἐτῶν ἀσθενῆ, ποῖος θὰ τὸν ἀβασκάνῃ;
(1896)
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/304-03-13-o-abaskamos-toy-aga-1896

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου