Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2020

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Τὸ «Νάμι» της


Μικρά διηγήματα
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ναί, ἐνθυμοῦμαι τὴν μικρὰν κορασίδα, τὴν ὁποίαν ἔβλεπα τόσον συχνὰ νὰ ἔρχεται ν᾿ ἀγοράζῃ ὀψώνια εἰς τὸ γειτονικὸν μπακάλικο. Ἦτον κόρη Ἰταλοῦ καὶ Ἑλληνίδος. Τὸν πατέρα της δὲν εἶδα ποτέ· εἶχα μάθει ὅτι ἀπουσίαζε διαρκῶς, εἰς Λαύρειον νομίζω, ἢ εἰς τὸν Ἰσθμόν. Τὴν μητέρα της τὴν ἔβλεπα πάντοτε εἰς τὴν γειτονιάν· ἦτον μία ὠχρά, λεπτή, μὲ μικρὸν ἐκφραστικὸν πρόσωπον, ὅλο μάτια καὶ φρύδια, καὶ μορφασμοὺς περὶ τὰ χείλη. Ἔκαμνε, νομίζω, τὴν σιδερώτριαν. Ἄλλο τέκνον δὲν εἶχεν. Ἔστελνε τὴν μικρὰν αὐτὴν κι ὀψώνιζε πάντοτε ἀπὸ τὸ μπακάλικο. Πῶς ὠνομάζετο, ποτὲ δὲν ἔμαθα.
Εἶναι μακρὰ ἱστορία τὸ πῶς ὁ μπακάλης κατώρθωνε νὰ τὰ βγάζῃ πέρα μὲ ὅλην τὴν γειτονιάν, ὅπου ὅλ᾿ αἱ πτωχαὶ μητέρες εἶχον συνήθειαν νὰ στέλνουν τ᾿ ἀνήλικα μικρά των διὰ νὰ ἐκτελοῦν ἔργα ψωνιστοῦ, ὀλίγον πρόωρα. Τὰ μικρὰ ἀργοποροῦσαν εἰς τὸν δρόμον, ἔπιαναν χώματα, λάσπες, ἐβουτοῦσαν τὰ χεράκια τους εἰς τ᾿ αὐλάκια τοῦ πεζοδρομίου, ἔχαναν τὴν πεντάραν, ἢ ἄλλος μεγαλύτερος μάγκας τοὺς τὴν ἅρπαζε. Ἐὰν δὲν τὴν εἶχαν χάσει, ἔφθαναν ἕως τὸ μπακάλικο, ἐσπόγγιζον τὰ χέρια εἰς τοὺς σάκκους τῶν κουκκιῶν καὶ φασολιῶν, ἀνακάτωναν τὰ ρεβίθια καὶ τὸ ρύζι ― ὅπου ἀρτίως ἀδέσποτος σκύλος τῆς γειτονιᾶς εἶχε προσουρήσει.
Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ καθαριότητος τῆς κοιλίας ζήτημα, τὸ «οὐ τὰ εἰσερχόμενα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον» ποίαν ἄλλην ἔννοιαν ἔχει; Ἀλλὰ καὶ ἂν τὰ πλεῖστα εἴδη πλύνωνται, τὰ τυριὰ λ.χ. πόσων ἑκατοντάδων μυιῶν φέρουν τὰ ἴχνη; Δι᾿ αὐτὸ ἴσως μερικοί, καθ᾿ ὑπερβολὴν σιχασιάρηδες, τρώγουν πάντοτε ψημένο τὸ τυρί.
Τὰ μικρὰ ἔκαμναν διαβολεμένον θόρυβον εἰς ὅλον τὸ μαγαζί, κ᾿ ἔξω εἰς τὸν δρόμον. Ἅρπαζαν κ᾿ ἔτρωγαν ἐλιές, τυρί, χαλβά, ζάχαριν, ὅ,τι εὕρισκαν, μερικὰ ἔχωναν στὴν τσέπην των χουφτιὲς ἀπὸ ὄσπρια, καλαμπόκι, ἢ σκύβαλα, Ἔπαιζαν μὲ τὴν δεκάραν, πηδῶντα ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ. Ἔξαφνα ἡ δεκάρα τοὺς ἔφευγε, κ᾿ ἔπιπτεν ὀπίσω ἀπὸ τὰ τσουβάλια, ὀπίσω ἀπὸ τὸ βαρελάκι τοῦ ἀλεύρου καὶ τὴν κάσσαν τοῦ δαδιοῦ. Ὁποία φασαρία καὶ πρόσθετος κόπος διὰ τὰ μπακαλόπαιδα τοῦ μαγαζιοῦ! Ἄλλοτε ἡ δεκάρα συνέβη νὰ πέσῃ διὰ τῆς ἐσχάρας τοῦ φεγγίτου τοῦ ὑπογείου κάτω εἰς τὴν οἰναποθήκην.
Τέλος, ἂν ἐσώζετο ἢ ἀνευρίσκετο ἡ δεκάρα, τὸ μικρὸν ἔπαιρνε τὸ ὀψώνιόν του.
Ἐὰν τὸ εἶδος ἦτο χαλβὰς ἢ ζάχαρις, ἐτρώγετο κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸν δρόμον, μέχρι τοῦ ὁσπιτίου· ἂν ἦτο τυρὶ ἢ ἐλιές, μόνον τὸ 1/5 ἐτρώγετο· τὸ λοιπὸν ἔπιπτε κάτω εἰς τὸ χῶμα, κ᾿ ἐλερώνετο. Ἂν ἦτο ὀρύζιον, ἐχύνετο ὅλον κάτω, ἀνεκατώνετο μὲ χῶμα καὶ μικρὰ χαλίκια. Καὶ τότε, ξεσπαθωμένη, ἐφώρμα ἀπὸ τὴν αὐλόπορτα, ὅπου ἐνήδρευε περιμένουσα ὄπισθεν τοῦ ἑνός, τοῦ κλεισμένου θυροφύλλου, προκύπτουσα διὰ τοῦ χάσματος τοῦ ἄλλου, τοῦ ἀνοικτοῦ πρὸς τὰ ἔξω, ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ, ἐλέγχουσα μεγαλοφώνως τὸν μπακάλην, ὡς πωλοῦντα ξίκικα, καὶ ἀπαιτοῦσα «τὰ λεφτὰ πίσω». Ὤ, πόσην ὑπομονὴν ὤφειλε νὰ ἔχῃ, ἀλήθεια, κι αὐτὸς ὁ μπακάλης!
*
* *
Ἀπὸ ὅλα τὰ στάδια τῆς γυμναστικῆς αὐτῆς εἶχε διέλθει ἡ… Τασούλα, ἂς τὴν εἴπω οὕτω, μ᾿ ὅλον ὅτι ποτὲ δὲν ἔμαθα τ᾿ ὄνομά της. Καὶ τώρα εἶχε μεγαλώσει, 16 ἐτῶν κόρη, καὶ εἶχε γίνει ὡραία, μὲ ἓν εἶδος κομψῆς καὶ λεπτῆς καλλονῆς ―μὲ chic, ἂν θέλετε. Καὶ εἶχεν ἀρχίσει πλέον κι αὐτή, στὴν ἀράδα της, νὰ τρελαίνῃ τοὺς μικροὺς νέους τῆς γειτονιᾶς ― λιμοκοντόρους, κουτσαβάκια, μόρτηδες, καλφάδες μαστόρων, μαθητὰς γυμνασίων, νοικοκυρόπουλα καὶ λοιπούς.
Δὲν τὴν εἶχα ἰδεῖ ἀπὸ ἑπταετίας. Τέλος, τὴν βλέπω μίαν ἑσπέραν, μὲ κομψὸν ἔνδυμα, μὲ τὰ μαλλιὰ βοστρυχισμένα καμπύλα ―τίς οἶδε πόσα κάρβουνα θὰ εἶχε δαπανήσει τῆς σιδηρώτριας, τῆς μητρός της, διὰ νὰ φτιάνῃ τὰ κατσαρά της!― νὰ διέρχεται συνοδευομένη ἀπὸ ὡραῖον νεανίσκον, ὅστις δὲν θὰ ἦτο εἰκοσαέτης ἀκόμη. Διῆλθον μὲ βῆμα τόσον ζωηρόν, τόσον ἐπιδεικτικὸν καὶ αὐτάρεσκον, ὥστε ὅλοι τοὺς ἐκοίταξαν. Ἀλλ᾿ ὡς φαίνεται, θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ τοὺς κοιτάζουν, καὶ δι᾿ αὐτὸ εἶχαν ἐκεῖνο τὸ βῆμα.
― Καλέ, ποιὰ εἶν᾿ αὐτὴ ἡ κοπέλα; ἠρώτησεν ― ὄχι ἐγώ, εἷς τρίτος παρατυχὼν ἐκεῖ, ξένος τῆς γειτονιᾶς.
―Ἡ δεῖνα, ἡ κόρη τῆς Ρωμιᾶς ποὺ εἶχε τὸν Ἰταλόν, δὲν τὴν ξέρετε; ὡμίλει ἡ κυρα-Λευθέραινα, ἥτις ἐκάθητο κάθε δειλινὸν ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλόπορτάν της, πάσχουσα ἀπὸ τοὺς πόδας καὶ μὴ δυναμένη νὰ πηγαίνῃ μακράν· καὶ ἀπὸ τὴν σκοπιάν της ἐκείνην ἐσυνήθιζε νὰ ἐπιθεωρῇ ὅλους τοὺς διαβάτας καὶ ὅλην τὴν συνοικίαν.
― Μήπως εἶν᾿ ἐκεῖνο τὸ κορίτσι ποὺ ἤρχετο στοῦ μπακάλη πρὸ χρόνων κ᾿ ἐψώνιζε; ἠρώτησα ἐγώ.
― Ναί.
― Καὶ τί πάσο*!
― Δὲν ξέρετε; ἐπανέλαβεν ἡ κυρὰ Λευθέραινα. Διαβάσατε στὶς ἐφημερίδες γιὰ ἕναν ποὺ αὐτοκτόνησε στὸ Β… (ὠνόμασεν ἓν προάστιον τῶν Ἀθηνῶν) ἀπὸ ἔρωτα, αὐτὲς τὶς μέρες;
― Ναί.
― Αὐτὴ εἶναι. Καὶ τώρα τὴν ἐρωτεύθηκε αὐτὸς ποὺ βλέπετε μαζί της, γυιὸς τοῦ δικηγόρου τάδε… ἔχει παράδες ὁ πατέρας του. Τὸ παιδὶ ἔχασε τὸ μυαλό του μ᾿ αὐτήν. Ὁ πατέρας δὲν τὴν θέλει. Μὰ αὐτὸς ἐπιμένει νὰ τὴν στεφανωθῇ, καὶ χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ γέρου.
―Ἔτσι;
― Βέβαια· ἐπῆρε δρόμο, βλέπετε… βγῆκε τὸ νάμι* της.
(1906)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου