Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

8-10 Αυγούστου η μάχη όπου έπεσε ηρωϊκα ο Μάρκος Μπότσαρης…Αν και δεν ηταν «Άριστος»…έγινε Στρατηγός και έμεινε στο Πάνθεον των Ηρώων…

image
ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΥΠΟΚΛΙΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ 33χρονου μόλις Μάρκου Μπότσαρη (10 Αυγούστου 1823) – Κώστα Δ. Παπαδημητρίου.
Κακοφάνηκε πολύ στους άλλους καπεταναίους, Στερεολαδίτες και Σουλιώτες, που η κυβέρνηση έδωσε το βαθμό του στρατηγού μόνο στο Μάρκο Μπότσαρη. Ιδιαίτερα πειράχτηκαν οι πρώτοι. «Ουδέποτε», είπε ο Ίσκος από μέρους και των άλλων, «ώφειλεν αύτη (η Διοίκηση) να δώση την αρχηγίαν του Μπότσαρη, όστις ήτο ξένος, ότι δια του διορισμού τούτου περιφρονούντο οι εντόπιοι…» Αλλά και οι Σουλιώτες αρχηγοί δεν ήταν λιγότερο χολιασμένοι.

Ο Μάρκος βρέθηκε σε δύσκολη θέση- και για να πάψει ο φθόνος ανάμεσα τους καλεί μια μέρα όλους τους Σουλιώτες αγωνιστές που βρίσκονταν στο Μεσολόγγι «εις το προαύλιον μεγάλης τουρκικής οικίας, καλούμενης Βοϊβονταλίτικο και τους είπε ανάμεσα στα άλλα και τούτα:
«Σπαράζεται η καρδιά μου βλέποντας τους συμπατριώτες μου χωρισμένους, όπως νομίζουν πως εγώ, από εγωισμό, επιθυμώ να τους διαφεντεύω. Εμείς παρατήσαμε την πατρίδα μας και τώρα γυρεύουμε ν’ αποχτήσουμε καινούργια. Σας ρωτώ. Μπορούμε να το πετύχουμε όσο θα είμαστε χωρισμένοι; Ας θυμηθούμε τι χρωστάμε στο Σούλι, στους γονιούς μας στον ίδιο τον εαυτό μας…
Εγώ, πατριώτες μου, δε ζήτησα αξιώματα από τη Διοίκηση και ούτε αρχηγός σας διορίστηκα. Ένα βαθμό μου δώσανε. Τάχατες και σεις όλοι οι καπεταναίοι δεν είσαστε άξιοι να τον πάρετε; Για να σας αποδείξω πως δεν με κατέχει κανένας εγωισμός και καμιά δίψα για μεγαλείο και πως είμαι εκείνος ο Μάρκος, που τον γνωρίσατε να πολεμάει πάντα στο πλευρό σας, να, εδώ μπροστά σας σκίζω το δίπλωμα της στρατηγίας που μου στείλανε. Και σας ορκίζομαι πως κανένα άλλο αξίωμα δε θέλω από κείνο που είχανε οι προγονοί μας και σεις οι ίδιοι έχετε. Εμάς, αδέρφια, δεν μας απόμεινε τίποτα να μοιράσουμε ανάμεσα μας. Το μόνο κοινό που έχουμε είναι η τιμή και η δόξα. Να ο εχθρός μας περιμένει! Στον πόλεμο που θ’ ανοίξουμε μαζί του, θα δοξαστεί και θα τιμηθεί εκείνος από εμάς, που θα σταθεί αληθινό παληκάρι».
Όλοι που τον άκουσαν «συγκινήθηκαν μέχρι δακρύων», γράφει ο Μεταξάς «και αμέσως εγερθέντες ησπάσθησαν αλλήλους».
Κόντευε στο τέλος του ο Ιούλιος του 1823. Η επανάσταση δεν έχει ριζοπιάσει ακόμα καλά. Ασκέρια τούρκικα κινούνται νότια να την καταπνίξουν. Ένα απ’ αυτά είναι και του Μουσταή πασά της Σκόδρας, που άφησε τα Τρίκαλα και τραβά για το Μεσολόγγι, απ’ το Καρπενήσι. Ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Φοβέρες και απειλές εξαπολύει όπου διαβεί.
Ο Μάρκος Μπότσαρης αποφασίζει να του χαλάσει τα σχέδια, γιατί, αν έμπαινε στο Μεσολόγγι, εύκολα θα περνούσε στο Μωριά, θα αντάμωνε με άλλα ασκέρια και η επανάσταση θα έσβηνε. Θα αντιμετώπιζε το διαλεχτό στρατό του Μουσταή με τα εννιακόσια περίπου παλικάρια του, απ’ τα οποία τα μισά ήταν Σουλιώτες.
Φτάνει στο Σοβολάκκο. Και από κει στις 3 (15) Αυγούστου, γράφει στον μητροπολίτη της Άρτας Ιγνάτιο:
«Αγιώτατε Αρχιεπίσκοπε Μητροπολίτα!
ο εχθρός επροχώρησεν εις την Δυτικήν Ελλάδα, υπέταξε τον Ασπροπόταμον και τα Αγραφα, αιχμαλώτισε και κατέσφαξε πολλούς των κατοίκων, όσοι εξέφυγαν την ορμήν του, κατέφυγον εις τα ενδότερα του Σοβολάκκου μέρη, εις τον Ζυγόν και εις τας λοιπάς χώρας. Ημείς εξήλθομεν εις απάντησίν του και είμεθα εστρατοπεδευμένοι εις το μέρος του Καρπενησίου- τας δε αναγκαίας θέσεις του Κερλελίου τας κρατούν οι εντόπιοι. Αρχηγός του εχθρικού στρατεύματος του ερχομένου προς το μέρος τούτο είναι ο Σκόδρας Πασάς. Είθε η θεία δύναμις να μας δώση θάρρος προς αντίστασιν των εχθρών και να εξοικονόμηση τα πάντα.
μαρκος μποτςαρης»
Προχωρώντας προς το Καρπενήσι ο Μάρκος Μπότσαρης, πέρασε απ’ το μοναστήρι του Προυσσού. Μπήκε στην εκκλησιά, προσευχήθηκε και στην πόρτα βγαίνοντας, συναντά τον ηγούμενο. Του δίνει μερικά νομίσματα και του λέει:
-Πάρτα, καλόγερε, να τα μοιράσεις στους φτωχούς, για την ψυχή του Μάρκου Μπότσαρη.
-Τι; πέθανε ο Μάρκος; τον ρωτάει ξαφνιασμένος ο ηγούμενος, που είχε ακούσει τόσα γι’ αυτόν, χωρίς όμως να τον γνωρίζει.
-Όχι, δεν πέθανε, πηγαίνει όμως για να πεθάνει, του αποκρίνεται ο Μάρκος. Λες και γνώριζε το τέλος του.
Το πολεμικό του σχέδιο το παραγγέλνει με το Γραμματικό του το Γούδα στον έπαρχο του Μεσολογγίου Κώστα Μεταξά. «Μόλις ο Τσελελεντήμπεης εστρατοπέδευσεν εις Καρπενήσι, ο Βότσαρης συνεννοηθείς μετά των οπλαρχηγών Σουλιωτών, έμελλε να πέση την νύκτα εις το εχθρικόν στρατόπεδον, το οποίον ευρίσκων ανέτοιμον, επόμενον ήτο να το καταστρέψη. Οι Τούρκοι διωκόμενοι υπό των Ελλήνων, ήθελον συναντήσει καθ’ οδόν τον λοιπόν στρατόν και τον Σκόντρα. Ανέτοιμος ο στρατός ούτος, ήθελε δειλιάσει και οπισθοχωρήσει- οι Έλληνες τότε ήθελον καταδιώξει τους Τούρκους μέχρι των Αγράφων, δια της συνδρομής και των πέριξ επαρχιών, και ούτω κατεστρέφετο άπασα αύτη η εκστρατεία. Μου έλεγε ο Γούδας, ότι μη εμπιστευόμενος το σχέδιον τούτο εις τους λοιπούς οπλαρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, αυτούς όλους τους είχε τοποθετήσει ο Βότσαρης επί μιας ράχης, ολίγον απεχούσης του στρατοπέδου του και του Τουρκικού, με ρητήν παραγγελίαν να μη κινηθώσι κατά του εχθρού, ειμή όταν τους ειδοποίηση. Αν δε ήθελον ακούσει πυροβολισμόν, να πυροβολώσι και αυτοί αδιακόπως, αλλά να μη παραιτήσωσι τας θέσεις των. Το μέτρον τούτο έλαβεν ο Μάρκος, φοβούμενος μη κινούμενοι την νύκτα, άπειροι όντες του νυκτερινού πολέμου, φονεύσωσι Σουλιώτας αντί Τούρκων, καθ’ όσον μάλιστα δεν εγνώριζον και το σύνθημα το οποίον ήτο: Τις είσαι; αλβανιστί Κίστε, η δε απάντησις: Στουρνάρι. Αν δε τις προς στιγμήν ήθελεν αναβάλλει την απάντησιν, υπελαμβάνετο ως Τούρκος και εφονεύετο».
Το τούρκικο στρατόπεδο το αποτελούσαν Σκοντριανοί Τούρκοι, Μερέτιδες, Τσάμηδες και Αλβανοί. Η φορεσιά τους ήταν απαράλλαχτη με κείνη των Σουλιωτών. Και η γλώσσα των Αλβανών δεν διέφερε σε τίποτα με τη γλώσσα των Σουλιωτών. Αυτές τις ομοιότητες εκμεταλλεύεται ο Μάρκος και στέλνει στο στρατόπεδο του εχθρού τα δύο ξαδέρφια του, τον Θανάση Τούσια Μπότσαρη και τον Θανάση Κουτσονίκα, καθώς και τον Γιάννη Μπαϊρακτάρη. Τρία μερόνυχτα αλώνιζαν το τούρκικο στρατόπεδο οι τρεις κατάσκοποι και στις 8 Αυγούστου έφεραν στο Μάρκο, που ήταν στρατοπεδευμένος στο Μικρό Χωριό, κάθε λεπτομέρεια. Και κείνος γράφει προς τους άλλους καπεταναίους που ήταν στρατοπεδευμένοι στη θέση Λακκώματα:
«Αδελφοί καπεταναίοι, Εγώ ήρθα εδώ και έχω σκοπό να προσβάλω τον πασά. Αν θέλετε κατεβάτε κάτω εις τον Αγιον Νικόλαον του χωρίου Κλαψίου να κουβεντιάσωμεν και να τον κτυπήσωμεν μαζί- και αν δε θέλετε, μην έρχεσθε».
Το ίδιο βράδυ κατεβαίνουν στην εκκλησιά του Αγίου Νικολάου και οι άλλοι καπεταναίοι και βρίσκουν το Μάρκο να τους περιμένει. Τους είπε το σχέδιό του:
«Την νύκτα της επιούσης αυτός μεν θα έμβη από την ποταμιά, δηλονότι από την δια μέσου του ρεύματος του χειμάρου είσοδον της κοιλάδος και θα κτυπήση τον πασά. Εκείνοι δε πρέπει να επιπέσωσιν από το διάσελο του Αγίου Ανδρέου και από του Δεσπότη το γεφύρι και να τους βάλουν εις την μέσην».
Όλοι συμφώνησαν, εκτός απ’ τον καπετάν Γιολδάση που είχε αντιρρήσεις:
-«Καπετάν Μάρκο, του λέει, να μου δώσεις την άδεια να σου μιλήσω. Οι Τούρκοι είναι πολλοί και δεν μπορούμε να τους εξολοθρεύσωμεν όλους. Αλλά να τους κτυπήσωμεν από την ποταμιά και να τους σπρώξωμεν να πάνε όλοι κατά τη Θεσσαλία.
-Οχι, καπετάν Γιαννάκη, αποκρίνεται ο Μάρκος. Έτσι που είπα να γίνεται και ό,τι δώση ο Θεός».
Προσδιόρισαν και την ώρα της ταυτόχρονης επίθεσης την πέμπτην μετά την δύσιν του ηλίου της επαύριον.
Ο Γιολδάσης ζητά αναβολή λέγοντας:
-«Έχω ρεέμια (ομήρους), άφησε να κάμω τρόπο πρώτα να τους γλυτώσω.
-Ας πάν και αυτοί κουρμάνι (θυσία) για το γένος», του απαντά ο Μάρκος.
Η απόφαση πάρθηκε και ο Μάρκος, σε συγκέντρωση όλων των παλικαριών, μίλησε στα παλικάρια του. Είπε και τούτα:
«Αγαπητοί αδελφοί και συστρατιώται! Όσοι πιστεύουσιν εις Χριστόν, του οποίου το πιστόν σύμβολον κυματίζει προ ημών, ας ετοιμασθώσι να πολεμήσωσι νικώντες ή αποθνήσκοντες! Εάν συγκρίνωμεν τας δυνάμεις ημών προς τους βαρβάρους, είμεθα ασυγκρίτως κατώτεροι τον αριθμόν αλλά θα εκρίνατε εκ των μέτρων τα οποία έλαβον, εάν μας είναι αδύνατον να αντιστώμεν κατ’ αυτών μεμονωμένως εν κοιλάδι. Δυνάμεθα να πολεμήσωμεν και τους εκμηδενίσωμεν μεμονωμένους. Τοιούτον ήτο το σχέδιόν μου κατά πρώτον αλλά περικυκλωθέντες, όπως τώρα είμεθα, θα ήτο επίσης επονείδιστον εις τους Σουλιώτας ν’ αποχωρήσωμεν όσον ανωφελές το να διαμφισβητώμεν προς αυτούς το έδαφος δι’ ενεδρών. Υπό του Θεού αυτού οδηγηθέντες εις την κεκλεισμένην ταύτην πεδιάδα, η πατρίς και το μέλλον αναμένουσιν εξ ημών αξιομνημόνευτον παράδειγμα!
Την νύκταν ταύτην, αδελφοί, κατ’ αυτήν την νύκτα, κατά την τρομεράν ταύτην νύκτα, υπό το σκότος αυτής, απεφάσισα να εισδύσω εις το στρατόπεδον των απίστων χωρίς ούτε ένα καψίλιον να καύσω. Το εγχειρίδιον και η σπάθη θα είναι τα μόνα θανατηφόρα όπλα μας, η φρίκη και ο φόβος οι αχώριστοι σύντροφοι των κτυπημάτων, άτινα εν σκότει θα καταφέρωμεν. Η επιχείρησις είναι τολμηρά, το αισθάνομαι μεθ’ υπερηφανείας! Έκαστος εξ ημών ας αποφασίσει ελευθέρως, διότι δεν αποδέχομαι εις τοιούτους ευγενείς κινδύνους, άνδρας μη έχοντας καλήν θέλησιν».
Παραμονή της επίθεσης. Ώρα δέκα το βράδυ της 9ης Αυγούστου. Ο Μάρκος συνειδητοποιώντας τα ανθρώπινα όρια της δύναμης του, ζητά τη θεϊκή βοήθεια. Προσεύχεται και ικετεύει τον Παντοδύναμο:
-Κάνε, Θεέ μου, να νικήσουμε απόψε!
Και η μεγάλη ώρα φτάνει.
Ήταν πανσέληνος, φυσούσε δυνατός αέρας και το φως του φεγγαριού ευτυχώς σκεπάστηκε από μερικά σύννεφα. Οι Σουλιώτες πλησιάζουν στις σκηνές των Μιρδιτών, δένουν τα κεφάλια τους με μαντήλι, ανασκουμπώνουν τα μανίκια τους, ρίχνουν από μια τουφεκιά, σέρνουν τα γιαταγάνια τους και εξορμούν. Και ύστερα;
Διαβάζουμε στα «Απομνημονεύματα» του τότε έπαρχου του Μεσολογγίου Κώστα Μεταξά:
«…Ούτως αβλαβώς εισήλθεν εις το Τουρκικόν στρατόπεδον, μίαν και ημίσειαν ώρα προ του φωτός της ημέρας. Τους Τούρκους εύρον κοιμωμένους. Εξ αμφοτέρων των μερών του Μάρκου και του Τζαβέλα διήρκεσεν η σφαγή υπέρ την ημίσειαν ώραν δια του ξίφους. Μετά ταύτα, ήρχισεν ο πυροβολισμός. Ταυτοχρόνως ήρχισαν να πυροβολώσι και οι εν τη παρακείμενη ράχει ευρισκόμενοι Έλληνες. Εν τοσούτω πληγώνεται ο Μάρκος ελαφρώς εις τηνπλευράν, πληγώνεται βαρέως και ο σαλπιγκτής του, αλλ’ η σφαγή και οι αλαλαγμοί των Τούρκων και Ελλήνων εξηκολούθουν. Ο Τσελελεντήμπεης εκπλήττεται κατ’ αρχάς δια την απροσδόκητον ταύτην προσβολήν, συνάζει τους περί αυτόν Σκοδριάνους, και ευρισκομένης εκεί πλησίον μιας μάνδρας, εισέρχεται εντός αυτής και αρχίζει τακτικώτερον πυροβολισμόν κατά της συμπλοκής, ήτις εγίνετο, αγνοών αν εκτύπα τους εκτός της μάνδρας Έλληνας ή τους στρατιώτας Τούρκους. Η βλάβη όμως απέβαινεν επαισθητοτέρα τοις Έλλησιν, οίτινες εφορμούν κατά των πέριξ της μάνδρας εσκηνωμένων Τούρκων.
Σκεπτόμενος όμως ο Μάρκος ότι ήθελεν αποτύχει το σχέδιόν του εάν προ του φωτός της ημέρας δεν ήθελεν εκδίωξη τους εν τη μάνδρα τοποθετημένους Τούρκους, ειδοποιεί τους περί αυτόν αξιωματικούς, τον αδελφόν του Κώνσταν, τον Νούτσον, και εν μέσω του θορύβου της σφαγής, συνάζει υπέρ τους διακόσιους περί αυτόν και ορμά κατά των εν τη μάνδρα Τούρκων. Αγνοών όμως τον αριθμόν αυτών, λέγει εις τους στρατιώτας του να πυροβολήσωσιν, ίνα εννοήση εκ του αντιπυροβολισμού των Τούρκων, πόσος ήτον ο αριθμός των, και τότε να πηδήσωσιν εντός της μάνδρας. Εις τον αντιπυροβολισμόν τούτον κτυπά σφαίρα τον Μάρκον εις το μέτωπον, προς τον δεξιόν οφθαλμόν και πίπτει νεκρός. Οι περί αυτόν δειλιάσαντες, ήρπασαν τον νεκρόν, ίνα μη τον λάβωσιν οι τούρκοι, και ήρχισαν να οπισθοδρομώσιν, ειδοποιούντες με τρόπον τους άλλους να οπισθοδρομήσωσι και αυτοί, επί λόγω ότι ήρχιζε το φως της ημέρας και δεν τοις έμενε πλέον καιρός- έκρυπτον δε και τον θάνατον του Μάρκου, ίνα μη δειλιάσωσιν οι στρατιώται. Αλλ’ εν μέσω της τρομεράς εκείνης συγχύσεως, δεν ειδοποίησαν τον Τζαβέλαν όστις μετ’ επιτυχίας εμάχετο προς το δεξιόν κέρας, εις τρόπον ώστε οι υπό τον Μάρκον υπεχώρουν και εξήρχοντο του εχθρικού στρατοπέδου, ενώ ο Τζαβέλας εξηκολούθει να μάχεται. Ο Τσελελεντήμπεης βλέπων την οπισθοδρόμησιν των Ελλήνων, ενταυτώ δε ότι εξηκολούθει η μάχη εις το δεξιόν κέρας, διατάττει περίπου των διακοσίων ιππέων, όπως διευθυνθώσιν από το κάτωθεν μέρος, διέλθωσι γέφυραν τινά και πέσωσιν εις τα νώτα του Τζαβέλα, ώστε οι Έλληνες οπισθοδρομούντες να καταστραφώσιν. Ο Ιωάννης Τσαούσης, αξιωματικός του Βότσαρη, βλέπων το κίνημα των ιππέων, τρέχει με τινάς στρατιώτας, προκαταλαμβάνει την γέφυραν, κτυπά τους ιππείς θέλοντας να την διέλθωσι, φονεύει πολλούς εξ αυτών και αναγκάζει τους λοιπούς να οπισθοδρομήσωσιν. Εντοσούτω ειδοποιηθείς ο Τζαβέλας, υποχωρεί εν τάξει, ενούται με τον Τσούσην και τους λοιπούς, μανθάνει τον θάνατον του Μάρκου και την αιτίαν δι’ ην δεν ειδοποιήθη δια της σάλπιγγος, πληγωθέντος του σαλπιγκτού. Ούτως αποτυχόντος του σχεδίου τούτου, οι Έλληνες επέστρεψαν ανενόχλητοι, ανατέλλοντος του ηλίου, εις ην κατείχον πρότερον θέσιν. Εις την μάχην ταύτην έμειναν επί του πεδίου περίπου των εξήκοντα Ελλήνων, οι δε πληγωθέντες ήσαν τεσσαράκοντα δύο, ους μετέφερον εις Μεσολόγγιον, ως προείρηται. Εκ δε των Τούρκων έπεσον χίλιοι πεντακόσιοι: οι πληγωθέντες ήσαν ολίγοι, επειδή δε εμάχοντο πρόσωπον και προσώπου, τα τραύματα ήσαν φονικώτατα. Ελαφυραγώγησαν δε οι Έλληνες χίλια εξακόσια τουφέκια, χιλίας οκτακοσίας πιστόλας, τριακόσια μικρά και μεγάλα ξίφη, εζώγρησαν προς τούτοις χίλιους διακόσιους ίππους, τριάκοντα ημιόνους, και άλλας πολεμικάς αποσκευάς. Μοι έφεραν προς τούτοις εις Μεσολόγγιον και τεσσάρας σημαίας, εξ ών μία ήτον εκμετάξης, εφ’ ής και εφαίνετο κεντημένη χείρ δεικνύουσα ημισέληνον: αι άλλαι τρεις έφερον μόνην την ημισέληνον, άπασαι δε αι σημαίαι ήσαν εκ πρασίνου χρώματος».
Η νυχτομαχία του Κεφαλόβρυσου τέλειωσε. Ο αετός του Σουλίου ήταν πια νεκρός και η νεκρική πομπή ξεκινά για το Μεσολόγγι. Είχαν φορτώσει τον μεγάλο νεκρό σ’ ένα μουλάρι και όπως το κεφάλι του νεκρού κουνιόταν πέρα δώθε, το στήριξαν με μια φούρκα.
Περνώντας απ’ το μοναστήρι του Προυσσού, στάθηκαν λίγο να ξανασάνουν. Σαν άκουσε τη θλιβερή είδηση ο Καραϊσκάκης που αναπαυόταν εκεί, σηκώθηκε, μπήκε στην εκκλησιά, φίλησε τον νεκρό κλαίγοντας και είπε:
-Άμποτες, αδερφέ μου, Μάρκο, από τέτοιο θάνατο να πάω κι εγώ. Και όταν σε λίγο απομακρύνθηκε το λείψανο, πρόστεσε:
«Μάνα δε γέννησε στην Ελλάδα δεύτερο Μάρκο… Ούτε είδα, ούτε θα ιδώ τέτοιον πολεμάρχη».
Το πρωί της 10ης Αυγούστου φτάνει η συνοδεία στο Μεσολόγγι. Ο Κ. Μεταξάς συνεχίζει:
«…Την πρωϊαν της 10ης (Αυγούστου 1823) ακούω φωνάς και κλαυθμούς έξω του οίκου μου. Βλέπω δε τον Γούδαν εισερχόμενον, φωνάζοντα και με αναγγέλλει τον θάνατον του Μάρκου και ότι φέρουσι τον νεκρόν του.
Αφωνος έμεινα υπό της λύπης μου, ένεκα της αιφνίδιου ταύτης αγγελίας.
Εξήλθον αμέσως του οίκου και εν ακαρεί, συνάξας τους πολίτας του Μεσολογγίου, έδραμον έξω της πόλεως, προϋπαντώ δε και δέχομαι εις τας αγκάλας μου τον νεκρόν του μεγάλου τούτου ανδρός.
Εις Μεσολόγγιον υπήρχε και μία αδελφή του Μάρκου καλούμενη Μάρω, νυμφευμένη με τινα Αγραφιώτην, ήτις πριν εισέλθω εις την πόλιν, με ειδοποιεί δια του Γούδα ότι με παρακαλεί να μετακομισθή ο νεκρός εις τον οίκον της, όπως γίνωσιν αι συνήθεις εθιμοταξίαι του τόπου της και μετά ταύτα θέλει τον συνοδεύσωμεν εις την Εκκλησίαν, όπως τελεσθή η θρησκευτική τελετή και ενταφιασθή. Τον νεκρόν λοιπόν εφέρομεν εις τον οίκον της Μάρως, προς ήν εξέφρασα την μεγάλην απώλειαν ήν υπέστη η πατρίς και το Έθνος, με τον θάνατον του αδελφού της, την άκραν μου λύπην και απελπισίαν, στερουμένου τοιούτου φίλου και ενός των ισχυρότερων προμάχων της Ελληνικής Επαναστάσεως. Παρατηρών ταυτοχρόνως αυτήν δια την στέρησιν την οποίαν έλαβε, τη είπον τότε: δεν είναι εις χείρας μας ν’ αποφύγωμεν τας βουλάς του Υψίστου. Η Μάρω ευχαριστούσα με δια τας φιλικάς εκφράσεις μου, μετά δακρύων μοι είπεν:
-«Ημείς είμεθα συνηθισμένοι εις τοιαύτης φύσεως θανάτους, διότι αφ’ ής ώρας εννοήσαμεν τον κόσμον, ουδέ βλέπομεν, ουδέ ακούομεν άλλο εις τους συγγενείς μας, εις τους πατέρας μας, εις τους αδελφούς μας, ειμή πολέμους και θανάτους. Τοιούτον ήτο και το πεπρωμένον του ατυχούς Μάρκου».
Και ταύτα λέγουσα, έπεσεν επί του νεκρού αδελφού της. Απελθών μετά ταύτα, διέταξα τα της κηδείας.
Τριάκοντα επτά βολαί κανονίου, ανά παν τέταρτον της ώρας ανήγγειλον την ηλικίαν του Μάρκου. Ο Αρχιερεύς και ο του Μεσολογγίου κλήρος, Αιτωλικού και πέριξ, πάντες οι πολίται και στρατιώται, πάσαι αι γυναίκες του Μεσολογγίου με την κόμην ερριμένην επί των ώμων, συνώδευσαν τον νεκρόν εις την εκκλησίαν. Περαιωθείσης δε της ακολουθίας, ετέθη εις τον τάφον και πρώτος μετά του Αρχιερέως, έρριψα γην δια να θάψω τον γενναίον άνδρα και τας μεγάλας ελπίδας τας οποίας εν αυτώ έτρεφεν η πατρίς».
Την κηδείαν του προμάχου Μάρκου την δίνει με ζωντάνια και συγκίνηση ο Γάλλος ιστορικός Πουκεβίλ:
«Προηγουντο τούτου αιχμάλωτοι Μωαμεθανοί, αλυσίδετοι, ακολουθούμενοι υπό πολεμικών ίππων των δύο πασάδων και μπέηδων, των φονευθέντων εν τη νυχτερινή μάχη, τους οποίους ωδήγουν επισεσαγμένους δια επιστρωμμάτων, λοφίων, ροπάλων, Περσικών απαθών, και ασπίδων των ευγενών δούλων εις τους οποίους ανήκουν. Ηρίθμουν ακολούθως πεντήκοντα τεσσάρας σημαίας τας οποίας οι φιλοπόλεμοι Έλληνες είχον κηριεύσει – αλλ’ άπασα η προσοχή συνεκεντρώθη επί του Μάρκου Μπότσαρη, κεκαλυμμένου δια της κυανής αυτού χλαμύδος, τον οποίον (Μάρκον) τα αρχαιότερα αυτού παλληκάρια έφερον επί των ώμων των. Οκτώ χιλιάδες πρόβατα ή αίγες, παρά των βαρβάρων αφαιρεθέντα, εσχημάτιζον την τιμητικήν φρουράν, ως δια να ενθυμίσωσι την αρχικήν αυτού τάξιν. Τέλος η πορεία εκλείετο δι’ ίππων άνω των χιλίων, και δια μεγάλου αριθμού ημιόνων, πεφορτωμένων εκ τριών χιλιάδων διακοσίων όπλων, επτακοσίων ζευγών πιστολιών, σκηνών, πολεμοφοδίων, αποσκευών, και μέρος του θησαυρού του Οθωμανικού στρατού.
Το σώμα του Μάρκου Μπότσαρη κατετέθη εν τη οικία του Επαρχου. Ώρισεν ακολούθως τεσσαράκοντα στρατιώτας πάνοπλους και με μαύρον φέσιον όπως αποτελέσωσι τιμητικήν φρουράν και του Πορφυρίου Αρχιεπισκόπου Μητροπολίτου Αρτης, Αιτωλίας και Ναυπάκτου, διατάξαντος δημοσίας δεήσεις, αθρόοι οι χριστιανοί μετέβαινον εις τας εκκλησίας των όπως αιτήσωσι παρά του Υψίστου την αιωνίαν ειρήνην, υπέρ του χριστιανού ήρωος, του αποθανόντος υπέρ του Θεού και της πατρίδος…
Εν ώ εν τοις ναοίς του Υψίστου τοιαύτα αντηχούν άσματα ιλαστήρια, εν τω στρατοπέδω, επί των οχυρωμάτων, εν τη πόλει, ήκουέ τις, στεναγμούς και ολολυγμούς. Αι γυναίκες αυτοσχεδιάζουσι μοιρολόγια γοερά, επανέλεγον υπό όλας τας φάσεις την ζωήν του Μάρκου Μπότσαρη, ποιμένος, στρατιώτου, ταξιδιώτου, συζύγου και πατρός, αποθνήσκοντος εντός του κόλπου της νίκης αλλά μακράν της Χρυσής αυτού και των τέκνων του…
Ο ήχος των κωδώνων και ο κρότος των κανονιών (το πρωί της άλλης ημέρας) ανήγγειλον τας προετοιμασίας της νεκρικής πομπής του ήρωος, όν εθρήνουν.
Το σώμα του αετού του Σουλίου, περιβεβλημένον την ελληνικήν ενδυμασίαν, το μέτωπον εστεφανωμένον με δάφνην, έχον ως σάβανον την κυανήν αυτού χλαμύδα, και ως παράσημον την σπάθην του, δι’ εχθρικού αίματος βεβαμμένην, εξετέθη εις το προαύλιον του Παλατιού του Επαρχου. Παλάτιον όντως άξιον φθόνου, ήτο η ταπεινή οικία αλιέως τινός, αλλ’ ήτο κεκοσμημένη δι’ είκοσι συμπλεγμάτων σημαιών και δια τροπαίων αποσπασθέντων εκ των απίστων δια της ανδρείας του υιού ποιμένος του Σουλίου.
Από της οικίας του Επαρχου μέχρις της εκκλησίας, αι οδοί ήσαν επεστρωμέναι δια δαφνών και ανθέων. Οι κώδωνες αντηχούν, το κανόνιον εκρότει από του Ανατολικού μέχρι το Βασιλάδι, ότε το φέρετρον, κεκοσμημένον δι’ ανθοδεσμών, αθανάτων, ρόδων, και ασφοδέλων, ανυψώθη επί των ώμων δώδεκα των αρχαιοτέρων παλληκαριών του Μάρκου Μπότσαρη. Πληθύς αξιωματικών και στρατιωτών, φερόντων πένθιμον σκέπην εν τω δεξιώ βραχίονι, συνηθροίσθησαν κύκλω και της σημαίας του σταυρού αναπετασθείσης, το σύνθημα της αναχωρήσεως εδόθη.
Ηκολουθείτο υπό του Μητροπολίτου Πορφυρίου, των υπ’ αυτόν Επισκόπων και του κλήρου του συνοδευόμενου υπό χορού διακόνων, φερόντων θυμιατήρια και ψαλλόντων…
Έφτασαν εις την εκκλησίαν… όπου… επηκολούθησεν ο τελευταίος ασπασμός, τον οποίον ο νικητής έλαβεν υπό των στρατιωτών του, ονομαζόντων αυτόν πατέρα. Ετοποθέτησαν ακολούθως (τον νεκρόν) εντός της εκκλησίας, όπως παραχωρήσωσι την θέσιν των εις τους Μεσολογγίτας, εις τους Αιτωλούς, και εις τον λαόν, οίτινες ησπάζοντο την χείρα και το μέτωπον εκείνου, όντινα εκάλουν ελευθερωτήν και σωτήρα της πατρίδος.
Του τελευταίου ασπασμού δοθέντος, ο Πορφύριος, στηριζόμενος επί της πατερίτσας, ενήργησε το ευχέλαιον… (και) κατεβίβασαν το σώμα εν τω τάφω. Του τάφου δε πληρωθέντος υπό των κληρωθέντων προς την λυπηράν ταύτην λειτουργίαν, ο λαός και ο στρατός παρερχόμενος εν σιγή προ του ηρωικού αναχώματος, ηύχετο την ειρήνην του Ουρανού και της αιωνιότητος εις τον ήρωα, όστις αναμφιβόλως θα έλαβε θέσιν μεταξύ των μαρτύρων του Κυρίου.
Ο Μητροπολίτης πλησιάσας ακολούθως προς το τελευταίον άσυλον του δικαίου, απήγγειλε λόγον απλούν και συγκινητικόν, λήγοντα δια των εξής φράσεων: Η Ελλάς άπασα ανεγνώριζεν εν τω Μάρκω Μπότσαρη, αίτιον ήδη της θλίψεώς της, δεύτερον Λεωνίδαν! Υιοθετεί την οικογένεια του, τοιαύτη είναι η τιμή των υπηρεσιών του- αναπαύσου εν τοις κόλποις του Υψίστου, ψυχή γενναία, γαίαν έχοις ελαφράν, αετέ του Σουλίου! Χαίρε, Μπότσαρη χαίρε, Χαίρε!».
Οι στρατιές των αγγέλων ακουμπούν στον νωπό τάφο. Οι άλλοι τάφοι τρέμουν εκείνη την ώρα που άνοιξε το χώμα για να δεχτεί το αιώνιο. Ο Μάρκος είδε σωστά, βάδισε σωστά κι έπεσε σωστά. Γι’ αυτό κι η ταφή του είταν ένα γοργό φτερούγισμα στο Παγκόσμιο Πάνθεον.
Την άλλη μέρα από τη μάχη του Κεφαλόβρυσου, συνάχτηκαν οι πασάδες και οι αγάδες στη σκηνή του Σκόδρα πασά. Άξαφνα αναστενάζει ο Ισμαήλ πασάς Πλιάσας και λέει:
-Κρίμα, κρίμα τέτοιο παλικάρι που χάθηκε απ’ τον κόσμο.
-Φαρμακώνεσαι πασά, γιατί σκοτώθηκε ο Ρωμιός; Τον ρωτάει ο Χασάν μπέης Ντίμπρας.
Και ο Τουρκαρβανίτης Πλιάσας του αποκρίνεται:
-Δεν πικραίνομαι, ορέ μπέη, γιατί σκοτώθηκε ο Ρωμιός. Εγώ θέλω και Ρωμιός και Τούρκος, όποιος είναι αποστάτης στο ντοβλέτι μας,να γίνη στάχτη. Πικραίνομαι όμως που χάθηκε ένα παλικάρι από τον κόσμο, που κι’ αυτή η ίδια η Αρβανιτιά, συντρόφους του Μάρκου σπάνια γεννάει. Και συ, Χασάν μπέη, αν γνώριζες το Μάρκο, θα λυπόσουνα περσότερο από μένα.
Η κυβέρνηση κήρυξε την πατρίδα σε πένθος. Στις 19 Αυγούστου έκαμε επίσημο μνημόσυνο στον ήρωα. Κι έστειλε διακήρυξη σ’ όλες τις επαρχίες που ανάμεσα στα άλλα έγραφε και τούτα:
«Ευτυχισμένη και τρισμακάριστη σκιά του αθάνατου στρατάρχη Μάρκου Μπότσαρη.
Καθώς πετάς πάνω από όλες τις ελληνικές συγκεντρώσεις, αγάλλεσαι βλέποντας όλα τα μάτια δακρυσμένα με δάκρυα που βγαίνουν απ’ την καρδιά κι ακούοντας να διασαλπίζουν δυνατά τα παλικάρια σου και να προφέρουν το ένδοξο και λαμπρό σου όνομα, με γλυκεία συναίσθηση ευγνωμοσύνης και θαυμασμού…
Φίλτατοι Έλληνες, να κι άλλος Λεωνίδας του αιώνα μας… Στ’ άρματα Χριστιανοί! Μιμηθείτε τον αθάνατο προπάτορά σας Λεωνίδα και τον σύγχρονο σας Μπότσαρη!».
Από το βιβλίο του Κώστα Δ. Παπαδημητρίου: «ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΩΡΕΣ -ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ του 21.» Αθήνα, Φλεβάρης 1993.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου