Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 11ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  11ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΠΙΟΝΙΟΣ ο Πρεσβύτερος & Η ΑΓΙΑ ΣΑΒΙΝΑ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ο Νεοφανής, ο θαυματουργός

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ο Σιναΐτης

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΟΦΙΜΟΣ και ΘΑΛΛΟΣ πού μαρτύρησαν στη Λαοδικεία

  • ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΕΠΙΜΑΧΟΥ στην Κωνσταντινούπολη

  • Η ΟΣΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ή Βασίλισσα

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ο Θαυματουργός Ρώσος

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ο έγκλειστος

 

Αναλυτικά

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων
Γεννήθηκε στη Δαμασκό της Συρίας, περίπου το 575, από γονείς ευσεβείς, τον Πλινθά και τη Μυρώ (κατά τους Συναξαριστές). Δεν άργησε, όμως, να επικρατήσει μέσα του ή θεολογική και εκκλησιαστική κλίση. Πήγε στην Ιερουσαλήμ, όπου μόνασε στη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου. Εκεί επιδόθηκε στις θεολογικές και εκκλησιαστικές μελέτες. Μαζί με το συμμοναστή του Ιωάννη Μόσχο, επισκέφθηκε διάφορα ασκητικά και μοναχικά κέντρα της Παλαιστίνης. Πολέμιος της αίρεσης του Μονοθελητισμού, αγωνίστηκε σκληρά εναντίον του στις πόλεις - κέντρα Αλεξάνδρεια και Κων/πολη. Το 634 εκλέγεται Πατριάρχης Ιεροσολύμων, σε διαδοχή του αποθανόντος Μόδεστου. Από τη θέση αυτή, ο Σωφρόνιος εξακολουθεί τον αγώνα του κατά του Μονοθελητισμου. Γράφει πολλούς ύμνους και λόγους πού τους διακρίνει αξιόλογη λογοτεχνική αξία. Σάν Πατριάρχης, είχε την ατυχία να πολιορκηθεί ή Ιερουσαλήμ από το χαλίφη των Αράβων Όμάρ. Όταν παραδόθηκε ή πόλη (637), ή πολλή του θλίψη μετριάσθηκε λίγο από το ότι πήρε από τα χέρια του κατακτητή τον ιστορικό Άκτιναμέ, με το όποιο προστατεύθηκαν υπέρ των Όρθοδόξων τα ιερά χριστιανικά προσκυνήματα. Ή ψυχή του, όμως, είχε πάθει βαθύ τραύμα, και μετά ένα χρόνο απεβίωσε (638).


Απολυτίκιο. Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Σωφροσύνης την αίγλην πλουτήσας Όσιε, της ευσέβειας έκφαίνεις τον υπέρ νουν φωτισμόν, ταις των λόγων άστραπαίς Πάτερ Σωφρόνιε' συ γαρ σοφίας κοινωνός, δια βίου γεγονώς, στηρίζεις την Έκκλησίαν, ως εύκλεής Ιεράρχης, και πρεσβευτής ημών προς Κύριον.


Ο ΑΓΙΟΣ ΠΙΟΝΙΟΣ ο Πρεσβύτερος & Η ΑΓΙΑ ΣΑΒΙΝΑ
Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου, του σκληρού διώκτη των χριστιανών κατά τα μέσα του τρίτου αιώνα. Όταν συνελήφθη έμεινε αμετακίνητος στην ομολογία του Χριστού, και όταν συζήτησε με τους Ιερείς των ειδώλων Πολέμονα και Έλπίδιο, κατέδειξε την πλάνη της πολυθεϊστικής θρησκείας. Μάταια ζήτησε έπειτα ο ανθύπατος Κιντιλιανός να τον κερδίσει με υποσχέσεις, και να τον πειθαναγκάσει με απειλές. ο Πιόνιος, ο πιστός ιερέας του Χριστού, εξακολουθούσε να Τον ομολογεί. Καταδικάστηκε τότε να ριχθεί στη φωτιά και μέσα στις φλόγες της βρήκε το μαρτυρικό θάνατο. Για δε την Αγία Σαβίνα βλέπε Α.Χ.Ε.Χ. (Ή μνήμη τους, από ορισμένα Αγιολόγια περιττώς επαναλαμβάνεται στις 14 και 15 Μαρτίου).


Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ο Νεοφανής, ο θαυματουργός
Έζησε στην Ανατολή στα μέσα του 10ου αιώνα. Έγκατέλειψε γυναίκα, παιδιά και συγγενείς, για να γίνει μοναχός. Αφού ντύθηκε το μοναχικό σχήμα, γύριζε πόλεις, χωριά και έρημους, στερούμενος, θλιβόμενος και κακουχούμενος. Όταν του αποκάλυψε ο Θεός τον θάνατο του, ήλθε στην Κων/πολη. Εκεί, στον ναό του Άγιου Ιωάννου του Θεολόγου, πού βρίσκεται στην τοποθεσία Διίπειον, άσκήτεψε επτά ήμερες και αναπαύθηκε εν Κυρίω. Όταν οι χριστιανοί πήγαν να τον θάψουν, είδαν έκπληκτοι ότι ο Γεώργιος έφερε πάνω του βαρύτατα σίδερα. Αφού τον έβαλαν σε μαρμάρινη θήκη τον έθαψαν στον Νάρθηκα του Ναού του Αποστόλου Ιωάννου. Από τότε το μέρος εκείνο ανάβλυζε μύρο, πού θεράπευε διάφορες ασθένειες και έκανε πολλά άλλα θαύματα.


Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ο Σιναΐτης
Έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ιουστινιανού του Α' (527-565) και όταν Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήταν ο Πέτρος ο Α'(524-552). ο Γεώργιος μόναζε στο όρος Σινά και ήταν νηστευτής και πολύ ενάρετος. Λέγεται μάλιστα ότι κάποτε πεθύμησε να μεταλάβει στο ναό της Αναστάσεως του Χριστού στην Ιερουσαλήμ. Τότε, με θαυματουργικό τρόπο βρέθηκε αμέσως, από το Σινά, στη θεία Λειτουργία του ναού της Αναστάσεως, και κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τα χέρια του Πατριάρχη Πέτρου. Μετά την κοινωνία ο Πατριάρχης ρώτησε τον οικονόμο του Μηνά, πότε ήλθε αυτός ο Άββάς Σιναΐτης, διότι δεν τον είχε δει προηγουμένως. Άλλα και ο οικονόμος του δεν γνώριζε. Τότε ο Πατριάρχης είπε στον Μηνά να πει στον Άββά να καθίσει στο τραπέζι για να συμφάγουν. ο οικονόμος προσκάλεσε τον Γεώργιο, άλλ' αυτός, αφού προσευχήθηκε, βρέθηκε αμέσως πάλι στο κελί του στο Σινά. ο Πατριάρχης θίχτηκε διότι ο Γεώργιος δεν παρακάθισε στο τραπέζι του και έστειλε γράμμα στους Πατέρες του Σινά για το συμβάν. Άλλ' όταν πληροφορήθηκε ότι ο Άγιος δεν βγήκε ποτέ από το κελλί του, τότε κατάλαβε ότι πρόκειται περί αγίου ανδρός και δόξασε τον Θεό. Λέγεται ότι, ο Όσιος Γεώργιος και ο Πατριάρχης Πέτρος Α', απεβίωσαν ειρηνικά μαζί μετά από έξι μήνες, γεγονός πού είχε προφητέψει ο όσιος Γεώργιος.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΟΦΙΜΟΣ και ΘΑΛΛΟΣ πού μαρτύρησαν στη Λαοδικεία
Οι Άγιοι αυτοί μαρτύρησαν στα χρόνια του Διοκλητιανού (284-305). Κατάγονταν από την πόλη Στρατονίκη ή Στρατονίκεια, πού βρισκόταν στην επαρχία Καριάς της Μικράς Ασίας και σήμερα τούρκικα ονομάζεται Άϊδενελλί. Τον καιρό λοιπόν εκείνο, κατά τον διωγμό εναντίον των χριστιανών, συνελήφθη-καν και οι Αγιοι αυτοί, επειδή ομολόγησαν τον Χριστό, και έλιθοβολήθησαν για αρκετή ώρα. Με ενέργεια της θείας χάριτος όμως, έμειναν αβλαβείς. Βλέποντας αυτό ο ηγεμόνας της Λαοδικείας Ασκληπιός, τους άφησε ελεύθερους. Άλλ' αργότερα και πάλι τους συνέλαβαν και τους πίεζαν ν' αρνηθούν τον Χριστό. Αυτοί όμως, με ακόμα περισσότερο θάρρος ομολόγησαν την πίστη τους και μπροστά σ' όλους ένέπαιξαν τα είδωλα και τους προστάτες τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να ερεθίσει πολύ τον τύραννο και έδωσε διαταγή να τους δέσουν γυμνούς σε ξύλο και να σχίσουν τις σάρκες τους. Τελικά μαρτύρησαν με σταυρικό θάνατο και έτσι έλαβαν τα ένδοξα στεφάνια του μαρτυρίου. Ευσεβείς χριστιανοί, πήραν τα άγια λείψανα τους και τα έθαψαν σε τόπο Ιερό. Τότε και ή γυναίκα του άρχοντα Ασκληπιού, πήγε και ράντισε με μύρα τη θήκη των αγίων λειψάνων και άπλωσε πάνω σ' αυτό πολύτιμο σεντόνι. Τέλος, οι ευλαβείς και πιστοί χριστιανοί συμπατριώτες των Άγιων, Ζώσιμος και Αρτέμιος, πήραν τη θήκη των αγίων λειψάνων και τη μετέφεραν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους Στρατονίκη, και την αποθησαύρισαν ένα μίλι έξω από την πόλη, στην τοποθεσία Λατομεία.


ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΕΠΙΜΑΧΟΥ στην Κωνσταντινούπολη
Ή κυρίως μνήμη του τελείται την 31η Οκτωβρίου.

 

Η ΟΣΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ή Βασίλισσα
Ήταν θυγατέρα του Ιωάννη του Πετραλίφη, πού επί Αλεξίου του Κομνηνού είχε διοριστεί άρχοντας της Θεσσαλονίκης. Ή μητέρα της καταγόταν από μια των ευγενέστερων οικογενειών της Κωνσταντινούπολης. Ή Θεοδώρα ήταν πολύ όμορφη στο σώμα, αλλά και στην ψυχή. Πήρε σύζυγο τον Μιχαήλ Δούκα, πού αναδείχτηκε άρχοντας της Ηπείρου. Και στο αξίωμα της αυτό, ή Θεοδώρα, διατήρησε όλη την ταπεινοφροσύνη της και τη χριστιανική απλότητα. Αγαπούσε να καταγίνεται με φροντίδες για τους φτωχούς, τους ασθενείς, τις χήρες και τα ορφανά. Άλλα μεγάλη δοκιμασία περίμενε την αγία αυτή ψυχή. ο σύζυγος της Μιχαήλ Δούκας, μπλέχτηκε με μια πόρνη, πού ονομαζόταν Γαγρίνη. Τόσο πολύ ξεμυαλίστηκε άπ' αυτή, ώστε παραγκώνισε εντελώς τη Θεοδώρα και γλεντοκοπούσε χωρίς φειδώ με τη Γαγρίνη. Ή Θεοδώρα, εδώ έδειξε το ψυχικό της μεγαλείο και έμεινε ατάραχη, προσευχομένη στον Θεό για τον σύζυγο της. Και ο Θεός ευλόγησε, ώστε ο Μιχαήλ, κάτω από την πίεση της αγανάκτησης του λάου και των προκρίτων της Ηπείρου, να συνέλθει και να διώξει την πόρνη από κοντά του. Με δάκρυα ζήτησε συγγνώμη από τη Θεοδώρα και από τότε έζησαν με πνεύμα Θεού μέσα στο παλάτι. Οταν μετά από καιρό πέθανε ο Μιχαήλ, ή Θεοδώρα αποσύρθηκε στο μοναστήρι του αγίου Γεωργίου, πού ή ϊδια είχε κτίσει, και εκεί παρέδωσε την αγία της ψυχή.


Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ο Θαυματουργός Ρώσος

Αρχιεπίσκοπος Νοβογοροδίας


Ο ΟΣΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ο έγκλειστος

(Ρώσος, 13ος αϊ.)

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τετάρτη 11/3

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τετάρτη 11/3

Λίγες βροχές στα κεντρικά και νότια ηπειρωτικά, την Κρήτη. Κατά τόπους χαμηλές για την εποχή θερμοκρασίες. Βορειοανατολικοί άνεμοι μέχρι 4 μποφόρ στα πελάγη.

Πιο αναλυτικά, την Τετάρτη 11 Μαρτίου αναμένονται παροδικά αυξημένες νεφώσεις με τοπικές βροχές στην Κρήτη και από το μεσημέρι ασθενείς βροχές σε περιοχές της κεντρικής και νότιας ηπειρωτικής χώρας και στα νησιά του Νοτιοανατολικού Αιγαίου. Η ορατότητα να είναι περιορισμένη στα ηπειρωτικά τις πρωινές και τις βραδινές ώρες.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία -2 έως 14 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από -2 έως 16-17, στην Ήπειρο από 1 έως 17-18 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 1 έως 15, στη Στερεά από 2 έως 15-17, στην Εύβοια από 1 έως 15-16 βαθμούς, στην Πελοπόννησο από 4 έως 17 βαθμούς, στα Επτάνησα από 6 έως 16-17, στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου από 3 έως 17 και στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου από 8 έως 16-18, και στην Κρήτη και τα Δωδεκάνησα από 9 έως 17-18 βαθμούς.

Οι άνεμοι στο Ιόνιο θα πνέουν μεταβλητοί ασθενείς, στο Αιγαίο από βορειοανατολικές και στα νότια από ανατολικές βορειοανατολικές διευθύνσεις με εντάσεις 2 έως 4 μποφόρ.

Στην Αττική αναμένονται νεφώσεις κατά τόπους και κατά διαστήματα αυξημένες. Οι άνεμοι θα πνέουν βορειοδυτικοί με εντάσεις 2-4 μποφόρ με εξασθένιση από το μεσημέρι. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 5 έως 16-17 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη προβλέπεται ηλιοφάνεια. Οι άνεμοι θα πνέουν μεταβλητοί ασθενείς. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 3 έως 16 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Ἡ Στοιχειωμένη καμάρα".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
― Σχώρα με, Ἀρετώ, σχώρα με!
― Θεὸς σχωρέσ᾽, Θεὸς σχωρέσ᾽, πατέρα!
― Μ᾽ ὅλη τὴν ψυχή σ᾽, κορίτσι μ᾽ Ἀρετώ!
― Μ᾽ ὅλη τὴν ψυχή μ᾽, πατέρα· σχωρεμένος νά ᾽σαι!
Κ᾽ ἐψυχομάχει ἐπὶ ἡμέρας κ᾽ ἑβδομάδας ὁ γερο-Κουμενής, κ᾽ ἐβασανίζετο φρικτὰ εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ κόσμου τούτου, εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ἄλλου, πρὶν πατήσῃ εἰς τοῦ ζοφεροῦ ᾍδου τὸν οὐδόν. Καὶ τυραννούμενος, ἀφανισμένος καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἐξαφανισθῇ, πνιγόμενος καὶ μὴ δυνάμενος ν᾽ ἀποπνιγῇ, ἐπεκαλεῖτο τὴν εὐχήν, τὴν συγγνώμην τοῦ ἰδίου τέκνου του, τῆς κόρης του Ἀρετῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπὸ τὸν πρῶτον γάμον. Τὴν ἐπεκαλεῖτο ὄχι πλέον μὲ ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐγίνετο ὑγιής, νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὴν κλίνην, νὰ ζήσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ βαραθρωθῇ, νὰ πέσῃ εἰς τὴν μαύρην ἄβυσσον.
Ὕστερον ἀπὸ χρόνους πολλούς, ὁμῆλιξ σχεδὸν τῆς μητρός μου, ὅταν ἤμην παιδίον, διηγεῖτο ὅλα ταῦτα, ἡ Ἀρετή, ἡ σύζυγος τοῦ Μπόζα, εἰς τὴν μητέρα μου. Καὶ τὴν ἤκουσα ν᾽ ἀπαγγέλλῃ, μὲ πάθος καὶ μὲ ἁπλότητα ἓν ᾆσμα τοῦ λαοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον εὕρισκεν, ὡς φαίνεται, ἐμφαντικὴν ἀλληγορίαν καὶ ἔμμεσον σχέσιν μὲ τὴν ἰδίαν τύχην της.
*
* *
Καμάρα χτίζαν στὸ γιαλό, καμάρα δὲ στεριώνει
ἀποβραδὺ τὴ χτίζανε, καὶ τὸ πρωὶ γκρεμ᾽ζόταν.
Πουλάκι πῆγε κ᾽ ἔκατσε δεξὰ ᾽πὸ τὴν καμάρα·
δὲν κελαηδοῦσε σὰν πουλί, δὲ λέει πῶς λέει τ᾽ ἀηδόνι
μόν᾽ κελαηδοῦσε κ᾽ ἔλεε ἀνθρωπινὴ λαλίτσα:
«Ἂ δὲ στοιχειῶστε ἄνθρωπο, καμάρα δὲ στεριώνει·
»οὔτε φτωχόν, οὔτ᾽ ὀρφανό, ᾽δὲ ξένο, ᾽δὲ διαβάτη,
»μόνο τοῦ πρωτομάστορη τὴν πρώτη του γυναῖκα».
Ὁ μάστορης σὰν τ᾽ ἄκουσε, στέλνει τὸ μαθητή του·
«Ἔλα, ἔλα, κυρ᾽ Ἀρετή, ἔλα, σὲ θέλει ἀφέντης»·
«―Ἄνε μὲ θέλῃ γιὰ καλό, νὰ στολιστῶ νὰ ἔρθω·
κι ἄνε μὲ θέλῃ γιὰ κακό, νὰ ἔρθω ὅπως εἶμαι».
«―Ἔλα, ἔλα, κυρ᾽ Ἀρετή, ἔλα καὶ σὲ προσμένει»…
Τρεῖς ἀδερφάδες ἤμαστε, κ᾽ οἱ τρεῖς στοιχειὸν ἐμπῆκαν·
τὴν Εὐδοκιὰ στὸν Τύρναβο, τὴ Μάρω στὸ γεφύρι,
κ᾽ ἐμένα, τὴν κυρ᾽ Ἀρετή, δεξὰ ᾽πὸ τὴν καμάρα.
*
* *
Καὶ ἡ ταλαίπωρος Ἀρετὴ ἡ Μπόζαινα, ἴσως ἕνεκα τῆς ταυτότητος τοῦ βαπτιστικοῦ ὀνόματος, εὕρισκε μυστηριώδη ὁμοιότητα μεταξὺ τῆς τύχης τῆς ἡρωίδος τοῦ ᾄσματος τούτου, καὶ τῆς ἰδίας πικρᾶς μοίρας της, ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ συζύγου της τοῦ καλουμένου Πατσοστάθη ἢ Μπόζα, ὅστις, καίτοι γεωργὸς μὲ ἀγροὺς καὶ κτήματα, δὲν ἠγάπα πολὺ τὴν ἐργασίαν, ἀλλ᾽ ἐπροτίμα νὰ μετέρχεται εἰς τὴν ἀγορὰν τὸ ἔργον τοῦ μακελλάρη, θητεύων πλησίον ἄλλων ζῳεμπόρων. Τοῦ ἤρεσκε νὰ κυλίεται εἰς τὰ σφαγεῖα, ὡς ἀληθινὸν «χασαπόσκυλο», νὰ τρώγῃ καθημερινὰ γιουβέτσια, καὶ χορταίνῃ τὸν οἶνον καὶ τὸν ὕπνον, ἀφήνων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νηστικὴν κατ᾽ οἶκον τὴν συμβίαν ὁμοῦ μὲ τὰ πέντε παιδία της. Ἡ Ἀρετή, χρηστή καὶ φρόνιμη, ὑπέφερε μὲ «μαρτυρικὴν ὑπομονήν», κ᾽ ἐζοῦσεν, ὅπως τόσαι ἄλλαι, οἰκονομοῦσα καὶ ξενοδουλεύουσα.
Καὶ μαζὶ μὲ τὸ ᾆσμα τῆς Στοιχειωμένης Καμάρας, διηγεῖτο εἰς τὴν μητέρα μου τὴν ἁπλῆν καὶ σύντομον ἱστορίαν τῆς ἀσήμου ζωῆς της.
*
* *
Πέντε χρόνων ἦτον ὅταν ἡ μάννα της τὴν ἄφησεν ὀρφανὴν εἰς τὸν κόσμον. Ὁ πατήρ της, ὕστερον ἀπὸ ἔτος, ἐξαναπανδρεύθη. Ἡ μητρυιά της ἦτον «ἀπὸ τὸ σόι τοῦ Καραμουσαλῆ». Ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐμίσησεν, ἀλλὰ τὴν ὑπέφερεν ἐπ᾽ ὀλίγον καιρόν. Ὅταν μετὰ ἔτος ἄρχισε νὰ γεννοβολᾷ καὶ νὰ σπαργανίζῃ*, τότε ὁ φθόνος της πρὸς τὴν προγονὴν ἐτριπλασιάσθη. Κατ᾽ ἀτυχίαν αὐτῆς τῆς μικρᾶς, εἶχε γεννήσει θῆλυ. Ὤ, βεβαίως αὐτὴ ἡ μικρὴ κουρούνα, ἡ κουκουβάια, ἔπταιεν. Ἐὰν εἶχε καλὸ ποδαρικό, θὰ ἔφερνεν ἀγόρι κατόπιν της. Τότε καὶ ἡ θέσις τῆς προγονῆς θὰ ἐγίνετο πολὺ ἀνεκτοτέρα εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι τέτοια «γουρνοπόδαρη»* ἔφερεν ἄλλην κόρην ὄπισθέν της. Ἑπόμενον ἦτο νὰ μὴ προξενήσῃ καλὸν οἰωνὸν εἰς τὴν μητρυιάν της. Ἀφοῦ ἡ Καραμουσαλίνα ἀνέθρεψεν ἐπὶ ἔτος μὲ πολλὰς φροντίδας τὴν κόρην της, ὑβρίζουσα, βλασφημοῦσα, δέρνουσα, πότε μὲ τὸ τσόκαρο καὶ μὲ τὸ πέλμα τῆς κουντούρας*, πότε μὲ τετραπλοῦν τὸ σχοινί, ὅπου ἅπλωνε καθημερινῶς τὰ σπάργανα τῆς μικρᾶς, γύρω, εἰς τὸ πτερύγιον τῆς ἑστίας (ἐπειδὴ ὅλον τὸν χειμῶνα δὲν ἔπαυσε νὰ βρέχῃ καὶ νὰ χιονίζῃ) τὴν δυστυχῆ προγονήν της, πάλιν εὑρέθη ἔγκυος, πρὶν ἀπογαλακτίσῃ ἀκόμη τὴν μικρὰν Μαριώ της. Ὅταν αὕτη ἦτον 19 μηνῶν, ἐβγῆκεν εἰς τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἡ Λενιώ, ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός της. Ὤ, τότε ἡ θέσις τῆς Ἀρετῶς κατήντησεν ἀφόρητος. Ἰδοὺ εἰς διάστημα ὀλιγώτερον τῶν τριῶν ἐτῶν δύο ἀδελφὰς ἀπὸ τὸν ἴδιον πατέρα της, αὐτὴ ἡ γρουσούζα, ἔφερε κατόπιν της!
*
* *
Ἦτο μίαν πρωίαν, φθινοπωρινὴν πρωίαν σχεδὸν τόσον ὡραίαν, ὡς νὰ ἦτο ἐαρινή, ὅταν ὁ Κουμενὴς ἐπῆρε μίαν βάρκαν τοῦ γείτονος κ᾽ ἐβαρκαρίσθη χωρὶς ἄλλον σύντροφον, ναύτην ἢ κωπηλάτην, μὲ σκοπὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς ἕνα γιαλὸν ἀντικρὺ τοῦ χωρίου, πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος, στὴν Καναπίτσα, ἐντὸς τοῦ μεγάλου μεσημβρινοῦ λιμένος. Ἐπῆρε κ᾽ ἕνα μπαλτὰν μαζί του, καὶ μίαν ἀπόχην, κ᾽ ἕνα γάντζον. Ἴσως εἶχε σκοπὸν νὰ κόψῃ ξύλα, νὰ γεμίσῃ τὴν βάρκαν, περισσότερον, παρὰ νὰ γιαλέψῃ*. Ἐπῆρε μαζί του καὶ τὴν μικρὰν ὀκταετῆ Ἀρετώ· ἴσως, διὰ νὰ τοῦ κουβαλᾷ ξύλα, ὅσον ἠμποροῦσε νὰ σηκώσῃ ἀπὸ τὸν λόγγον τὸν πλησιέστερον εἰς τὴν ἄμμον τοῦ γιαλοῦ.
Ὁ Κουμενὴς ἔβαλε τὴν κόρην του νὰ καθίσῃ παρὰ τὴν πρῷραν, καὶ ἤρχισε νὰ κωπηλατῇ. Ἡ βάρκα ἔπλευσε μακράν, ἀνοικτὰ ἀπὸ τὸ χωρίον, ὥστε τὰ σπίτια ἐφαίνοντο πλέον ὡς κοτέτσια μικρά, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐφαίνοντο πλέον ὡς ποντίκια πηδῶντα, ὅσοι ἐβάδιζον ἐπάνω εἰς τὴν δυτικὴν ἐσχατιάν, εἰς τ᾽ ὀροπέδιον· κ᾽ αἱ γυναῖκες ἐφαίνοντο ὡς σεισουρίδες, ὅσαι ἔπλυνον ροῦχα κάτω εἰς τὴν Φτελιά, εἰς τὸν αἰγιαλόν, κάτω ἀπὸ τὰ Μνημούρια.
Ἐπλησίαζεν ἡ βάρκα νὰ φθάσῃ πέρα, εἰς τὴν Καναπίτσαν, καὶ ἀφοῦ ἐπέρασαν τὰ νερὰ τὰ βαθυκύανα κι ἄπατα, ἔφθασαν εἰς ρηχά, γαλανὰ κ᾽ αἰθέρια νερά, ὅπου γοργόνες καὶ νεράιδες θὰ ἐχαίροντο νὰ κολυμβοῦν, καὶ νὰ βουτοῦν κάτω εἰς τὸν μαγικὸν πυθμένα, μὲ τὰ ἄντρα καὶ τὰ βρύα, καὶ τὰ μαργαρώδη κογχύλια, καὶ μὲ τ᾽ ἀπειράριθμα ὡραῖα ψαράκια ποὺ ἔπαιζαν κοπαδιαστὰ κάτω.
Ὁ Νικόλας ὁ Κουμενὴς ἐθώπευε λίαν τρυφερῶς τὴν μικρὰν κόρην του, καὶ τῆς ἔδειχνε τὰς καλλονὰς τοῦ πυθμένος καὶ τοῦ γιαλοῦ.
― Κοίταξε, Ἀρετάκι μ᾽, κοίταξε κάτω, βλέπεις τὰ ψαράκια, πῶς γυαλίζουν κοκκινωπὰ καὶ γαλαζούτσικα;
― Τὰ βλέπω, πατέρα.
― Κοίταξε τὰ μούσκλια τὰ πρασινούτσικα, κοίταξε τὰ φύκια! ἰδὲ τὰ στρειδάκια, τὰ χαλίκια· τί ὄμορφα ποῦ ᾽ν᾽, Ἀρετάκι!
―Ὄμορφα, πατέρα.
― Κοίταξ᾽ ἕνα πραματάκι ἐκεῖ κάτω!… Τὸ βλέπεις, Ἀρετούλα μου;… Σκῦψε νὰ ἰδῇς, σκῦψε!
Ὁ Κουμενὴς εἶχε κλίνει πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἐκάθητο ἡ Ἀρετούλα, κ᾽ ἔγερνε φοβερὰ ἡ βάρκα πρὸς ἐκείνην τὴν πλευράν. Ἐβίαζε τὴν παιδίσκην μὲ προτροπὰς καὶ μὲ χειρονομίας νὰ σκύψῃ νὰ ἰδῇ κάτω. Ἡ Ἀρετούλα ἐκρατεῖτο σφιχτὰ καὶ μὲ τὰ δύο χέρια ἀπὸ τὴν κωπαστήν. Ἤρχισεν ἀορίστως πως νὰ φοβῆται. Ὁ πατήρ της ἐξηκολούθει νὰ τὴν βιάζῃ συντόνως νὰ σκύψῃ, διὰ νὰ ἰδῇ τὰ «ὄμορφα πραματάκια», ὁποὺ ἦσαν εἰς τὸν πάτον κάτω.
Ἐπὶ μίαν στιγμήν, μὲ τὴν χεῖρά του τὴν δεξιάν, καθὼς προένευεν ἐμπρὸς βλέπων πρὸς τὴν πρῷραν, ἄφησε τὴν μίαν κώπην, κ᾽ ἔδραξεν ἀπὸ τὸν ὦμον τὴν Ἀρετούλαν. Ἀλλὰ μόλις τὴν ἔθιξε, κ᾽ εὐθὺς πάλιν τὴν ἀφῆκεν· ἀπέσυρε τὴν χεῖρα, ὡς νὰ ἐτρόμαξεν εἰς τὴν ἰδίαν σκέψιν του.
―Ἄ! κακὸ κορίτσι, δὲν θέλεις νὰ σκύψῃς νὰ ἰδῇς τί ὄμορφα εἶναι κάτω!
Ἡ Ἀρετούλα ἄρχισε τὰ κλαύματα.
Μετ᾽ ὀλίγα δευτερόλεπτα, ἀφοῦ ὁ πατήρ της ἐκωπηλάτησε μετὰ μεγάλης βίας καὶ ὁρμῆς, ὡς νὰ μὴν ἤξευρε τί ἔκαμνεν, ἢ νὰ ἦτο θυμωμένος μὲ τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, ἡ πτωχὴ παιδίσκη, μὲ τὰ ὄμματα θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυά της, παύσασα πλέον νὰ κοιτάζῃ ὁπουδήποτε, καὶ κλαίουσα χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ διατί, ᾐσθάνθη ἐλαφρὸν τιναγμόν. Ἡ βάρκα ἔφθασεν εἰς τὴν Καναπίτσα, τὴν μικρὰν ἀγκάλην τοῦ γιαλοῦ, καὶ ἡ πρῷρά της προσώκειλε μαλακὰ εἰς τὴν ἄμμον. Ἀνεσήκωσε τὴν ξανθόμαλλον, ἀκτένιστον μικρὰν κεφαλήν της, εἶδεν ὅτι ἔφθασαν, ἠθέλησε νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ πηδήσῃ ἔξω.
Ὁ πατήρ της τὴν ἐπρόλαβε. Τὴν ἥρπασε βαναύσως ἀπὸ τὴν μασχάλην, τὴν ἐταλάντευσεν ἐπὶ μίαν στιγμήν, καὶ τὴν ἔρριψεν ἔξω εἰς τὴν ἄμμον, ὡς μικρὸν σάκκον μὲ φρύγανα. Τὸν δοῦπον τῆς πτώσεώς της αὐτὸς μόνος τὸν ἤκουσε ν᾽ ἀντηχήσῃ εἰς τὰ σπλάγχνα του.
Εἶτα ἐσήκωσε τὴν μίαν κώπην, ἀβαράρισε* τὴν ἄμμον, καὶ ἀπεμακρύνθη, ὡς νὰ ἤλλαξε σχέδιον. Ἴσως δὲν ἤθελε πλέον νὰ κόψῃ ξύλα. Ἀφοῦ ἀπεμακρύνθη πολλὰς ὀργυιάς, ἔλαβε τὸν κάμακα ἢ τὴν ἀπόχην, κ᾽ ἐστάθη ὄρθιος, κύπτων ἐπὶ τῆς πρῴρας, διὰ νὰ ζητήσῃ ἄγραν.
*
* *
Ἡ Ἀρετούλα ἔπαυσε νὰ κλαίῃ. Δὲν ἐφώναξε τὸν πατέρα της νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ἐπάρῃ στὴν βάρκαν πίσω. Ὁρμεμφύτως ᾐσθάνετο ὅτι δὲν ἦτο καλὰ ἐκεῖ. Ἐβάδισεν ὀλίγα βήματα, κ᾽ ἐκάθισεν ὄπισθεν ὑψηλῶν θάμνων, πλησίον ἐρειπίου τινὸς παλαιᾶς καλύβης, ὁποὺ ἐκρύπτετο ἀπὸ τὸ βουνόν. Εἰς κανένα ἐκ τῶν σπανίων διαβατῶν ὅσοι ἐβάδιζον πρὸς τοὺς ἀγρούς, ἢ ἐπέστρεφον, δὲν ἔδωκε σημεῖον ζωῆς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν ἀνεκάλυψε. Πλησίον τοῦ ἐρειπίου ὑπῆρχε μικρὰ χαράδρα, ὅπου ἵδρωνεν ὀλίγον νερόν. Ἐκεῖ ἔσκυψεν ἡ Ἀρετούλα κ᾽ ἔπιεν, ἔφαγε τρέφλα, εἶδος τριφυλλίων ἢ ἀγρίας ἀντράκλας, τὰ ὁποῖα ἐφύτρωναν σιμὰ εἰς τὴν μικρὰν φλέβα τοῦ νεροῦ. Ἐκεῖ ἔμεινε κρυπτομένη ὅλην τὴν ἡμέραν.
Ἤρχισε νὰ νυκτώνῃ ἤδη. Μικρά, πτωχή, πειναλέα, ἐγύρισε πρὸς ἀνατολάς, ἐκεῖ ὅπου ἔβλεπε τὰ σπιτάκια τοῦ χωριοῦ, ηὗρε τὸν δρόμον, καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζῃ, νὰ σύρεται μᾶλλον πρὸς τὰ ἐκεῖ. Δύο καλοὶ ζευγηλάται, πατὴρ καὶ υἱός, ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγρούς των, οἱ τελευταῖοι νυκτώσαντες ἐξωμερῖται, τὴν εἶδαν νὰ μαυρίζῃ καὶ νὰ ἕρπῃ εἰς τὴν ἄκρην τοῦ δρόμου, καὶ τὴν ἐπῆραν μαζί των εἰς τὸ μικρὸν δυτικὸν προάστιον, τὰ Γελαδάδικα. εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης. Εἰς τὰς ἐρωτήσεις των ἀπήντησεν ὅτι ὁ πατήρ της τὴν εἶχε πάρει τὸ πρωὶ μὲ τὴν βάρκαν, καὶ τὴν ἄφησε πρὸς ὥραν εἰς τὴν ἀμμουδιάν, καὶ αὐτὴ ἤλπιζεν ὅτι θὰ γυρίσῃ νὰ τὴν ἐπάρῃ, ἀλλὰ δὲν ἐγύρισε. Τόσον μόνον εἶπε.
*
* *
Ἡ Ἀρετούλα δὲν ἠθέλησε πλέον νὰ ξαναπατήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν τῆς μητρυιᾶς της. Εἰς τὰς ἐπιπλήξεις τῶν ἐκ μητρὸς συγγενῶν της ἀπήντησεν ὅτι «ἡ μάννα της ἡ Καραμσαλίνα» δὲν τὴν θέλει, καὶ ὅτι δασκαλεύει τὴν μικρὰν Μαριὼ πῶς νὰ τὴν τσιμπᾷ καὶ νὰ τῆς τραβᾷ τὰ μαλλιά. Αἱ συγγενεῖς τῆς μητρός της, πτωχαὶ ὅπως αὐτή, θέλουσαι μὴ θέλουσαι, τὴν ἐκράτησαν πλησίον των, τὴν ἔμαθαν καθ᾽ ὅσον ἐμεγάλωνε, νὰ πλύνῃ, νὰ σφουγγαρίζῃ, ν᾽ ἀσβεστώνῃ εἰς ξένα σπίτια, προσέτι νὰ βοτανίζῃ, νὰ θερίζῃ, νὰ συλλέγῃ ἐλαίας, κατ᾽ ἐποχάς, καὶ νὰ τρέφῃ «καματερό», δηλ. μεταξοσκώληκας, τὸ θέρος. Ὅταν ἔγινε δεκατριῶν χρόνων, τὴν ὑπάνδρευσαν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον αἱ κόραι τοῦ πτωχοῦ λαοῦ ὑπανδρεύοντο ταχύτερον καὶ εὐκολώτερον παρ᾽ ὅσον εἰς τὰς ἡμέρας μας.
Καὶ ὅμως ἡ μητρυιά της τὴν ἐκατάτρεχεν ἀκόμη. Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ νυμφευθῇ ἡ κόρη, ὁ πατήρ της μίαν ἡμέραν τῆς «ἔρριξεν ἀβανιά», ὅσον ἀπίστευτον καὶ ἂν φανῇ τοῦτο. Προφανῶς, «τὸν εἶχε βάλει καὶ πάλιν στὰ λόγια, ἡ Καραμσαλίνα ἡ μάννα της».
Πῶς ἔγινε τοῦτο, ἀκριβῶς δὲν ἠξεύρομεν. Φαίνεται ὅτι ἡ μητρυιὰ ἐλογάριαζεν ὅτι, ἐὰν εἶχε λείψει ἐγκαίρως ἀπὸ τὴν μέσην ἡ προγονή της, τὸ σπιτάκι καὶ τ᾽ ἀμπέλι καὶ τὸν μικρὸν ἐλαιῶνα τῆς μακαρίτισσας θὰ τὰ ἐκληρονόμει αὐτοδικαίως ὁ Κουμενής, καὶ εἶτα μὲ τὸν καιρόν, θὰ τ᾽ ἀπέκτων τὸ Μαριὼ καὶ τὸ Λενιώ, αἱ δύο θυγατέρες της, αἵτινες ἄλλως δὲν εἶχον νὰ πάρουν μεγάλην προῖκα.
Ὁ πατήρ της, φεῦ! τὴν διέβαλε μὲ ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις ἦτο ἁπλῶς διαβάτης καὶ ξένος γυρολόγος, καὶ τυχαίως διήρχετο ἀπὸ τὴν γειτονιάν. Αἱ γειτόνισσαι πρὸς καιρὸν τὸ ἐπίστευσαν. Ἀλλὰ μετ᾽ ὀλίγον ἐβγῆκεν «ὡς φῶς καὶ ὡς μεσημβρία τὸ κρῖμά της», τῆς Ἀρετῶς, καὶ ἀπεδείχθη ἡ ἀθῳότης της. Καὶ ὁ γάμος δὲν ἐματαιώθη.
*
* *
Εἶχαν περάσει εἴκοσι χρόνια καὶ παραπάνω ἀπὸ τότε. Ὁ γερο-Νικόλας ὁ Κουμενὴς ἐψυχομάχει, κ᾽ ἐσκυλογαύγιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ βγῇ ἡ ψυχή του.
― Σχώρα με, Ἀρετώ, σχώρα με!
― Σχωρεμένος νά ᾽σαι, πατέρα μου! ἀπήντα δακρυρροοῦσα ἡ Ἀρετώ.
― Μὲ ὅλην τὴν καρδιά σ᾽, Ἀρετώ!
― Μὲ ὅλην τὴν καρδιά μ᾽, πατέρα! ἐφώναζεν ἡ μαρτυρικὴ καὶ πραεῖα γυνή.
Καὶ τέλος, μετὰ πολλὰς ἡμέρας καὶ νύκτας φρικώδους βασάνου, ἐξεψύχησεν ὁ ἄθλιος πατήρ ― ὅστις εἶχε θελήσει ποτὲ νὰ ρίψῃ τὴν μικρὰν κόρην του εἰς τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης, ὡς διὰ νὰ τὴν στοιχειώσῃ.
Κ᾽ ἐμένα, τὴν κυρ᾽ Ἀρετή, δεξὰ ᾽πὸ τὴν καμάρα.
(1904)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...10 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 10ης Μαρτίου 


1829: Υπογράφεται μεταξύ των τριών εγγυητριών δυνάμεων το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο τα σύνορα του αυτόνομου ελληνικού κράτους καθορίζονται προς βορρά από την οροθετική γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού.
1846: Θεμελιώνεται το Αρσάκειο Μέγαρο στην Αθήνα, σε σχέδια του Λύσανδρου Καυτατζόγλου και με δαπάνες του Απόστολου Αρσάκη.
1862: Οι ΗΠΑ εκδίδουν το πρώτο χαρτονόμισμα της χώρας.
1876: Πραγματοποιείται η πρώτη επικοινωνία μέσω τηλεφώνου, όταν ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ, καλεί τον βοηθό του, που βρίσκεται σε παράπλευρο δωμάτιο, μέσω της πρώτης συσκευής μεταφοράς ήχου, που είχε δημιουργήσει τρεις ημέρες πριν.
1905: Ξεσπάει η Κρητική Επανάσταση στο χωριό Θέρισος, με αρχηγό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Οι κινηματίες με υπόμνημά τους προς τις μεγάλες δυνάμεις ζητούν την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ο αγγλικός στόλος κατευθύνεται προς το νησί.
1910: Καταργείται η δουλοπαροικία στην Κίνα.
1920: Το βρετανικό Κοινοβούλιο ψηφίζει νόμο περί αυτοδιακυβέρνησης, που χωρίζει την Ιρλανδία σε δύο ημιανεξάρτητες περιοχές.
1923: Τραγικό ναυάγιο σημειώνεται στο Σαρωνικό. Το επίτακτο ναυαγοσωστικό Αλέξανδρος Ζ βυθίζεται κοντά στην Ψυττάλεια, με αποτέλεσμα να πνιγούν περισσότεροι από 150 αξιωματικοί και ναύτες.
1925: Ιδρύεται ο Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς, όταν τα μέλη του Πειραϊκού Ποδοσφαιρικού Ομίλου και του Ομίλου Φιλάθλων Πειραιώς αποφασίζουν σε μία ιστορική συνέλευση τη διάλυση των σωματείων και την ίδρυση νέου.
1926: Στην Ελλάδα, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Ιωσήφ Κούνδουρος, εισηγείται το θεσμό του πολιτικού γάμου. Αντίθετος με την ιδέα δηλώνει ο πρωθυπουργός Θεόδωρος Πάγκαλος, που κυβερνά δικτατορικά.
1969: Δικαστήριο του Μέμφις των ΗΠΑ βρίσκει ένοχο για την δολοφονία του μαύρου ακτιβιστή Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τον Τζέιμς Ερλ Ρέι και τον καταδικάζει σε θάνατο.
1971: Στην Ινδία, η Ιντίρα Γκάντι κερδίζει τις εκλογές.
1978: Απαγορεύονται με νόμο στην Ελλάδα οι διαφημίσεις τσιγάρων στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
1982: Πραγματοποιείται ευθυγράμμιση (σύνοδος) των εννέα πλανητών του Ηλιακού Συστήματος.
1994: Κηδεύεται με τιμές Πρωθυπουργού η υπουργός Πολιτισμού, Μελίνα Μερκούρη.

Γεννήσεις

1503 - Φερδινάνδος Α', αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
1628 - Μαρτσέλο Μαλπίγκι, Ιταλός ιατρός
1787 - Ουίλιαμ Έτυ, Άγγλος ζωγράφος
1845 - Αλέξανδρος Γ', τσάρος της Ρωσίας
1867 - Εκτόρ Γκιμάρ, Γάλλος αρχιτέκτονας και σχεδιαστής
1900 - Παντελής Πουλιόπουλος, Έλληνας πολιτικός
1915 - Χάρι Μπερτόια, Ιταλός καλλιτέχνης
1920 - Μπορίς Βιάν, Γάλλος συγγραφέας και μουσικός
1925 - Μανόλης Αναγνωστάκης, Έλληνας ποιητής
1937 - Μέτσο Τζεμαλή, Έλληνας μουφτής
1938 - Ιερώνυμος Β΄, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος
1939 - Ιρίνα Πρες, Σοβιετική αθλήτρια
1940 - Τσακ Νόρις, Αμερικανός ηθοποιός
1952 - Μόργκαν Τσβανγκιράι, πρωθυπουργός της Ζιμπάμπουε
1957 - Οσάμα μπιν Λάντεν, Σαουδάραβας ηγέτης της Αλ Κάιντα
1958 - Σάρον Στόουν, Αμερικανίδα ηθοποιός
1972 - Timbaland, Αμερικανός ράπερ
1981 - Ευθύμης Κουλουχέρης, Έλληνας ποδοσφαιριστής
1984 - Νίκος Αραμπατζής, Έλληνας ποδοσφαιριστής
1988 - Ιβάν Ράκιτιτς, Κροάτης ποδοσφαιριστής
1988 - Φάμπιο Κοεντράο, Πορτογάλος ποδοσφαιριστής

Θάνατοι

483 - Πάπας Σιμπλίκιος
1832 - Μούτσιο Κλεμέντι, Ιταλός συνθέτης
1861 - Ταράς Σεβτσένκο, Ουκρανός ποιητής
1937 - Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, Ρώσος συγγραφέας
1940 - Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Ρώσος συγγραφέας
1942 - Ουίλιαμ Χένρι Μπραγκ, Άγγλος φυσικός
1966 - Φριτς Φρέντερικ Ζερνίκε, Ολλανδός φυσικός
1967 - Γιώργος Μπάτης, Έλληνας συνθέτης
1970 - Βασίλης Αυλωνίτης, Έλληνας ηθοποιός
1983 - Κώστας Κροντηράς, Έλληνας συγγραφέας και σκηνοθέτης
1985 - Κονσταντίν Τσερνιένκο, Σοβιετικός πολιτικός
1986 - Ρέι Μιλάντ, Ουαλός ηθοποιός
1992 - Γιώργος Ζαμπέτας, Έλληνας συνθέτης
2004 - Ρένος Αποστολίδης, Έλληνας συγγραφέας
2007 - Έρνι Λαντ, Αμερικανός παλαιστής
2008 - Βαγγέλης Καζάν, Έλληνας ηθοποιός
2012 - Δόμνα Σαμίου, Ελληνίδα τραγουδίστρια
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Κοδράτου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων.

 Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή του Αγίου Κοδράτου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων

Τη μνήμη του Αγίου Κοδράτου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 10 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Οι Άγιοι Μάρτυρες Κοδράτος, Άνεκτος, Παύλος, Διονύσιος, Κυπριανός και Κρήσκης ήταν φίλοι και μαρτύρησαν κατά τον διωγμό των αυτοκρατόρων Δεκίου (249-251 μ.Χ.) ή Ουαλεριανού (253-259 μ.Χ.) στην Κόρινθο, όταν ηγεμόνας της Ελλάδος ήταν ο Ιάσων.
Στο Μηνολόγιον του αυτοκράτορα Βασιλείου Β' αναφέρεται ότι από τους Χριστιανούς, όσοι μεν είχαν συλληφθεί σφαγιάζονταν, όσοι όμως έφευγαν κρύβονταν στα όρη, για όσο διάστημα χρειαζόταν. Έτσι και η μητέρα του Κοδράτου, που καταγόταν από την πόλη των Κορινθίων, έφυγε για το όρος και κρυβόταν.
Και καθώς ήταν έγκυος, γέννησε υιό που τον ονόμασε Κοδράτο. Στην συνέχεια, αφού έζησε για λίγο, πέθανε, εγκαταλείποντας τον υιό της βρέφος. Αυτός τρεφόταν από τα νέφη που συνενώνονταν επάνω από αυτόν και τον πότιζαν. Ο Κοδράτος, αφού μεγάλωσε, δίδασκε την Χριστιανική πίστη στον Άνεκτο, τον Κρήσκεντα, τον Κυπριανό, τον Παύλο και τον Διονύσιο, που είχαν στο μεταξύ καταφύγει κοντά του.
Όμως οι Άγιοι Άνεκτος, Κρήσκος, Κυπριανός και Παύλος συνελήφθησαν επειδή ήταν Χριστιανοί. Ο ηγεμόνας Ιάσων προσπάθησε με διάφορους τρόπους να τους δελεάσει και να τους πείσει να απαρνηθούν τη χριστιανική τους πίστη και να θυσιάσουν στα είδωλα. Εκείνοι ομολόγησαν με πνευματική ανδρεία τον Χριστό, βασανίσθηκαν και τέλος αποκεφαλίσθηκαν.
Έτσι εισήλθαν οι Άγιοι Μάρτυρες στη χαρά της Βασιλείας του Θεού και Κυρίου μας.
Ο Άγιος Μάρτυρας Διονύσιος κατηγορήθηκε στον ηγεμόνα της Κορίνθου ότι δεν υπακούει στην διαταγή των βασιλέων και ότι περιφρονεί τους θεούς, κηρύττοντας κάποιον άλλον Θεό Εσταυρωμένο και λέγοντας ότι Αυτός είναι ο Δημιουργός του ουρανού και της γης και της θάλασσας και όλων όσων υπάρχουν μέσα σε αυτά, Αυτός που πρόκειται να έλθει από τον ουρανό και να κρίνει με δόξα ζωντανούς και νεκρούς και να ανταποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του.
Γι' αυτό, αφού συνελήφθη και δέθηκε με αλυσίδες, παρουσιάσθηκε στον άρχοντα, ο οποίος προσπαθούσε να τον εξαναγκάσει, πότε με κολακείες και πότε με απειλές, να απαρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα.
Όμως ο Μάρτυρας του Χριστού Διονύσιος ομολογούσε τον Χριστό με μεγάλη φωνή. Έτσι σφαγιάσθηκε με μαχαίρι και τελειώθηκε ο πρόσκαιρος βίος του.
Απολυτίκιο:
Ήχος α'. Τον τάφον σου Σωτήρ.
Εξάριθμος χορός, των Χριστού Αθλοφόρων, υμνείσθω ευσεθώς, μελωδίαις ασμάτων, Κοδράτος και Άνεκτος, Παύλος και Διονύσιος, και συν Κρήσκεντι, Κυπριανός ο θεόφρων την Τριάδα γαρ, διηνεκώς δυσωπούσιν, υπέρ των ψυχών ημών.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 10ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  10ην του μηνός Μαρτίου


 

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΟΔΡΑΤΟΣ, ΑΝΕΚΤΟΣ, ΠΑΥΛΟΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ και ΚΡΗΣΚΗΣ

  • Η ΟΣΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, ή Πατρικία

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΙΑΝΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ο Μαυρουδής

 

 

Αναλυτικά

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΟΔΡΑΤΟΣ, ΑΝΕΚΤΟΣ, ΠΑΥΛΟΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ και ΚΡΗΣΚΗΣ
Μαρτύρησαν στην Κόρινθο στο διωγμό κατά της Εκκλησίας, στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251). Ήταν όλοι φίλοι και βρίσκονταν στο άνθος της ηλικίας τους. Διδάσκονταν δε την εις Χριστόν πίστιν υπό του Κοδράτου. ο έπαρχος Ιάσων προσπάθησε με κάθε τρόπο να τους πείσει να αρνηθούν τη χριστιανική πίστη. Προσπάθησε να τους δελεάσει με όλες τις κοσμικές γλυκύτητες πού έδινε ή ειδωλολατρική ελευθερία -για τη σάρκα - στη νεότητα. Δείχνοντας σ' αυτούς τις ωραίες ακτές του Κορινθιακού κόλπου και τα γαλανά νερά του, πού μύρωναν τις καλλονές της άνοιξης, τους εξόρκιζε να θυσιάσουν στα είδωλα για να σώσουν τη ζωή τους. Εκείνοι, όμως, αποκρίνονται ότι ή αιώνια και απαράμιλλη Άνοιξη είναι κοντά στον Κύριο τους και Θεό τους. Και πιστοί στην ομολογία τους, επισφράγισαν αυτή με τη θυσία του αίματος, πού έχυσαν όλοι οι φίλοι μαζί. Έτσι, για πάντα έγιναν και φίλοι Θεού. Διότι ο Κύριος μας λέει, "υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι ύμϊν"1. Δηλαδή, σεις είστε φίλοι μου, και θα εξακολουθείτε να είστε φίλοι μου, αν πράττετε όσα εγώ σας παραγγέλλω.
1. Ευαγγέλιο Ιωάννου, ιε' 14.


Απολυτίκιο. Ήχος α'. Τον τάφον σου Σωτήρ.
Έξάριθμος χορός, των Χριστού Αθλοφόρων, ύμνείσθω εύσεθώς, μελωδίαις ασμάτων, Κοδράτος και Άνεκτος, Παύλος και Διονύσιος, και συν Κρήσκεντι, Κυπριανός ο θεόφρων την Τριάδα γάρ, διηνεκώς δυσωπούσιν, υπέρ των ψυχών ημών.


Η ΟΣΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, ή Πατρικία
Καταγόταν από ευγενείς και πλούσιους γονείς και ήταν μια από τις πιο θεοφοβούμενες κόρες του Βυζαντίου, στα χρόνια του Ιουστινιανού του μεγάλου (527-565). Υπήρξε ή πρώτη ακόλουθος της Βασίλισσας Θεοδώρας, και ο Ιουστινιανός για την υπέροχη αξία της, της έδωσε τον τίτλο της πατρικίας. ΟΙ αρετές της όμως, προκάλεσαν το φθόνο της βασίλισσας. Ή Άναστασία, προκειμένου να σβήσει κάθε αφορμή του φθόνου, πήρε μέρος της περιουσίας της και κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια. Εκεί έκτισε Μονή, πού ονομάστηκε Μονή της Πατρικίας, και ζούσε ζωή ασκητική. Άλλ' όταν έμαθε ότι την αναζητεί ο Ιουστινιανός, άφησε τη μονή και πήγε στη Σκήτη του αββά Δανιήλ, στον όποιο και διηγήθηκε τα συμβαίνοντα. Αυτός αφού την έντυσε ανδρικά και τη μετονόμασε Αναστάσιο, την τοποθέτησε σ' ένα σπήλαιο δίπλα στη Σκήτη και δύο μοναχοί της έφερναν αυτό πού χρειαζόταν. Συνάμα δε της είπε να μη βγει ποτέ από το σπήλαιο, ούτε να δεχθεί κανένα. Εκεί έμεινε κλεισμένη 28 χρόνια. Όταν προαισθάνθηκε το τέλος της, προσκάλεσε τον αββά Δανιήλ και, αφού κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, παρέδωσε τη δίκαια ψυχή της.


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΙΑΝΟΣ
Μαρτύρησε αφού του έσπασαν τα σωματικά του μέρη με ξύλα.

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ο Μαυρουδής
Καταγόταν από το χωριό Γρανίτσα των Χ. Λ Άγραφων. ο πατέρας του ονομαζόταν Δημήτριος και ή μητέρα του Στατήρα. Ήταν και οι δύο θεοσεβείς και φιλακόλουθοι. Από μικρό άνέτρεφαν τον Μιχαήλ με σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, πήγε στη Θεσσαλονίκη και έκανε το επάγγελμα του άρτοπώλη, με ζωή φιλελεήμονα και χριστιανική. Κάποια μέρα προσπάθησε, στο αρτοπωλείο του, να κατηχήσει στη χριστιανική πίστη ένα τουρκόπουλο. Το οποίο κατάγγειλε τον Μιχαήλ στις αρχές και οδηγήθηκε βίαια στο κριτήριο. 'Ανακρινόμενος εκεί, προσπάθησε με μακρά θεολογική ευθύτητα στα θρησκευτικά ζητήματα, να προσηλυτίσει τους δικαστές. Για το θάρρος του αυτό, ρίχτηκε στη φυλακή, όπου ο Μητροπολίτης Θεοφάνης ή Μητροφάνης τον ενίσχυσε προς το μαρτύριο. Όταν και πάλι οδηγήθηκε στον κριτή, ομολόγησε σταθερά και με πολλή δύναμη τη χριστιανική του πίστη. 'Από την ομολογία του συγκινήθηκε ακόμα και αυτός ο Τούρκος κριτής. Τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο και τον έκαψαν ζωντανό στη Θεσσαλονίκη στις 21 Μαρτίου 1547. Το μαρτύριο του Αγίου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται και στον ύπ' άριθ' 727 Κώδικα του XVIII αιώνα στη Μονή Ξενοφώντος Άγιου Όρους, και στον ύπ' αριθ. 2142(129) Κώδικα του XVIII αιώνα της Μονής Έσφιγμένου. Το Μ. Ευχολόγιο αναφέρει τη μνήμη του 10 Μαρτίου 1544.
 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τρίτη 10 Μαρτίου

 


ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τρίτη 10/3

Λίγες βροχές στα κεντρικά και νότια ηπειρωτικά, την Κρήτη και την Εύβοια. Χαμηλές για την εποχή θερμοκρασίες. Άνεμοι βορείων διευθύνσεων στο Αιγαίο και ανατολικοί άνεμοι στο Ιόνιο έως 6 μποφόρ.

Πιο αναλυτικά, την Τρίτη 10 Μαρτίου αναμένονται νεφώσεις με ασθενείς βροχές σε περιοχές της κεντρικής και νότιας ηπειρωτικής χώρας, στην Εύβοια και την Κρήτη.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία -1 έως 12 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 2 έως 16-17, στην Ήπειρο από 2 έως 16-17 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 2 έως 14, στην Ανατολική Στερεά και στην Εύβοια από 6 έως 16-17 βαθμούς, στην Πελοπόννησο από 4 έως 17-18 βαθμούς, στα Επτάνησα από 7 έως 16-17, στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου από 6 έως 16 βαθμούς και στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου και στην Κρήτη από 9 έως 16-18 βαθμούς.

Οι άνεμοι στο Αιγαίο θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις με εντάσεις 4-6 μποφόρ. Στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν από ανατολικές διευθύνσεις με εντάσεις 4-5 μποφόρ και στα νότια έως 6 μποφόρ.

Στην Αττική αναμένονται νεφώσεις κατά τόπους και κατά διαστήματα αυξημένες. Οι άνεμοι θα πνέουν βόρειοι με εντάσεις 3-5 και στα ανατολικά το πρωί έως 6 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 6 έως 16-17 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη αναμένονται λίγες νεφώσεις. Οι άνεμοι θα πνέουν από διάφορες διευθύνσεις με εντάσεις 2-4 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 6 έως 15 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Τὰ Δύο κούτσουρα".


 

Μικρά διηγήματα.
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ὤ, πόσας ἀναμνήσεις τοῦ παλαιοῦ καιροῦ τρέφει τὸ παμπάλαιον ἐκεῖνο σπιτάκι, σχεδὸν ἰσόγειον μὲ τὰ δύο κελλιά του, ἔνθεν καὶ ἔνθεν, μὲ τὸν διάδρομόν του εἰς τὸ μέσον, τὸν ἔχοντα ὡς δάπεδον τὸ χῶμα τῆς γῆς, μὲ τὸν σκοτεινόν του θάλαμον παραμέσα, τὸν θεμελιωμένον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπάνω εἰς ριζιμαίους βράχους, καὶ ὑπεράνω τῆς στέγης τοῦ ὁποίου πυργοῦνται τὰ Κοτρώνια, ὁ φαιὸς πετρόλοφος, ὁ ἀνέχων τὴν κορυφὴν ὑψηλά, καὶ ἐπιστεφόμενος ἀπὸ τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγ. Νικολάου, τοῦ ὁποίου ἡ κανδήλα φέγγει ὅλην τὴν νύκτα ὡς παρήγορος πυρσὸς εἰς τοὺς εἰσπλέοντας ναυτικούς· εἰς τὰς ἐσοχὰς δὲ τῶν βράχων φωλεύουσι χίλιαι γλαῦκες καὶ ἄλλα θρηνῳδοῦντα νυκτερινὰ ὄρνεα.
Εἰς τὰ βάθη τοῦ κευθμῶνος ἐκείνου ἐκοπίαζε τὸ πάλαι ὁ μαστρο-Στέργιος ὁ Μπεκιός, πελεκῶν καὶ ροκανίζων τὰ στραβόξυλα*, τὴν καρίναν καὶ τὰ μαδέρια τῶν λέμβων, καὶ μαουνῶν, καὶ ἀκατίων, ὅσα ἐσκάρωνεν εἶτα ἔξω εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἔμπροσθεν τῆς μικρᾶς οἰκίας, ἐργαζόμενος ἀνενδότως αὐτὸς καὶ οἱ δύο μεγαλύτεροι υἱοί του, ὁ Ἀλέξης καὶ ὁ Γῶγος.
Ἔμπροσθεν τῆς ἔξω θύρας ἦτο κτισμένη πλατεῖα πεζούλα, καὶ δίπλα εἰς αὐτὴν βράχος βαθύρριζος ἀνήρχετο ἕως τὸ παραθυράκι τῆς οἰκίας, δεξιὰ πρὸς νότον, εἰς τὸ κελλίον τὸ ὁποῖον κατεῖχεν ἡ οἰκογένεια. Ἀριστερά, εἰς τὸ ἄλλο ἀπεριποίητον κελλίον, τὸ ὑγρὸν καὶ σκοτεινόν, καὶ ἐμπετασμένον μὲ ἱστοὺς ἀράχνης, καὶ πεπληθυσμένον ἀπὸ βλατοῦδες*, καὶ σαρανταποδαροῦσες καὶ ἄλλα ζῳύφια, ἐστεγάζετο ἡ γρια-Μπεκιοΐνα, πρῴην καλουμένη Μερκλίνα, ἡ μάννα τοῦ μαστρο-Στέργιου.
Ἡ γραῖα τὸν περισσότερον καιρὸν ἐκάθητο καὶ ἡλιάζετο ἔξω, εἰς τὴν πεζούλαν, πρὸ τῆς θύρας, ὑποκάτω εἰς τὴν μεγάλην μορέαν, ἢ συκαμινιάν, τὴν ἱσταμένην ἀκόμη πρό τινων ἐτῶν ἐπὶ τοῦ κορμοῦ της, καὶ ἥτις κατέπεσε τώρα τελευταῖον ὅπως θὰ ἴδωμεν. Καθημένη ἐκράτει τὴν ράβδον της, θλιβερὰ καὶ μονότονος, καὶ δὲν ἔπαυε νὰ βογγᾷ καὶ νὰ στενάζῃ. Ὤ, τὸ βογγητόν της ἐκεῖνο! Ὡς φαίνεται, ὁ Θεὸς τὴν εἶχε σπλαγχνισθῆ, καὶ τὸ τελευταῖον ἐκεῖνο ψυχομαχητὸν τὸ ἄφευκτον δι᾽ ὅλους (ὤ! φεῦ!) ἠραιώθη, τρόπον τινά, καὶ διενεμήθη δι᾽ αὐτὴν εἰς διάστημα δέκα χρόνων καὶ πλέον, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος!
Ὤ! τὸ βογγητὸν ἐκεῖνο τῆς γραίας ἤρχιζεν ἢ μᾶλλον ἀνεγεννᾶτο διαρκῶς ἀνὰ πᾶσαν πρωίαν, κ᾽ ἔπαυεν, ἢ μᾶλλον δὲν ἔπαυε, πρὸς ὄρθρον βαθύν! Ἀλλὰ δὲν εἶχε πάντοτε τὴν αὐτὴν ἔντασιν.
Συνήθως, καθὼς ἐκάθητο ἡ γραῖα νὰ λιάζεται ἐπὶ τῆς πεζούλας, ἢ νὰ σκιάζεται ὑπὸ τὴν μορέαν, κατὰ τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, τὸ βογγητόν της τοῦτο ἐπετείνετο ἅμα ἔβλεπε διαβάτην, ἄνδρα ἢ γυναῖκα, οἰκεῖον ἢ ξένον, ἀπὸ πενῆντα βημάτων, νὰ πλησιάζῃ. Τότε ὁ γογγυσμός της προσελάμβανε σφοδρότητα τριπλασίαν καὶ πυκνότητα. Καὶ ἄν, μετὰ τὸν χαιρετισμόν, ὁ παροδίτης εἶχε περιέργειαν νὰ σταθῇ διὰ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γραῖαν ἢ ὅταν συνηθέστερον αὐτὴ τοῦ ἀπέτεινε τὸν λόγον, κἂν ἦτο γνώριμος κἂν ξένος, τότε ἡ γερόντισσα ἤρχιζε νὰ ἐκτραγῳδῇ τὰ καθ᾽ ἑαυτήν.
― Ξενάκ᾽ εἶσαι, γυιόκα μ᾽; ἠρώτα ἂν ἔβλεπέ τινα νεώτερον, ἔστω κ᾽ ἐντόπιον, τὸν ὁποῖον δυσκόλως ἀνεγνώριζε. Ἄχ! δὲν ξέρεις τί τραβῶ.
― Τί ἔχεις, μαννού1; ἠρώτα ὁ διαβάτης.
― Τί νά ᾽χω, παιδί μου; Νά, κανεὶς δὲν μοῦ φταίει. Αὐτὸ τὸ κουνέτο*, ἡ νύφη μου…
Συνήθως ἡ Μερκλίνα ἔλεγεν ὅτι ὅλος ὁ κόσμος τῆς πταίει· πρῶτον, ὁ υἱός της, ἡ νύφη της, τ᾽ ἀγγόνια της, εἶτα οἱ ἀνεψιάδες, οἱ γνώριμοι, οἱ γειτόνισσες, κτλ. Ἀλλὰ πάλιν εὕρισκεν ἐλαφρυντικὰς περιστάσεις δι᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους, καὶ μόνον κατὰ τῆς νύμφης της ἐξέφερε τὴν καταδίκην ἀνέκκλητον.
― Κεῖνος ὁ προκομμένος, ὁ γυιός μου… τὰ παιδιά του… δὲν βαστάει ἡ ψυχή μου νὰ τοὺς βλαστημήσω…
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοὺς ἐβλασφήμει, καὶ συχνὰ μάλιστα, ἀλλὰ τώρα ἐφιλοτιμεῖτο νὰ φανῇ εὐπρόσωπος πρὸς τὸν διαβάτην.
― Κεῖνο τὸ γυφτοκόνισμα, τὸ κουνέτο, τὸ ξόγανο… κεῖνο τὸ ἀνείδεο*, τὸ ξωθικό, παιδάκι μου… τὸν ἔκαμε τὸ γυιό μου μπὲ κὶ ὄ… Ἄκουσ᾽ ἐμένα ποὺ σ᾽ λέω… τὸν ἔκαμε μπὲ κὶ ὄ!
Μὲ τὸ νὰ ἐπαναλέγῃ ἐπιμόνως τοῦτο ἡ γραῖα Μερκλίνα, παρεῖχεν εἰς πολλοὺς τὴν ὑπόνοιαν ὅτι καὶ αὐτὴ πολὺ καλὰ ἐγνώριζε πῶς μερικαὶ γυναῖκες ἤξευραν νὰ κάμνουν τοὺς ἄνδρας των μπὲ κὶ ὄ (δηλ. ἀρνάκια καὶ προβατάκια). Καὶ πάλιν ἀνθρωπινώτεραι ἦσαν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν μυθολογουμένην Κίρκην!
Ἐπειδὴ ὅμως τὸ πολυέλεγεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἡ γερόντισσα, κατήντησε μὲ τὸν καιρὸν ν᾽ ἀλλάξῃ ὁ κόσμος τ᾽ ὄνομα τοῦ υἱοῦ της, καὶ νὰ ὀνομάσῃ ἐκεῖνον «ὁ μαστρο-Μπεκιός», καὶ αὐτὴν ἡ «γρια-Μπεκιοΐνα».
Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι δὲν ἐκαλοπερνοῦσε καὶ τόσον πολὺ ἡ δύστηνος γραῖα, μέσα εἰς ἐκεῖνο τὸ φατνωμένον σπήλαιον, τὸ συχναζόμενον ἀπὸ νυκτερίδας καὶ γεμᾶτον ἀπὸ βλατοῦδες καὶ κανθαρίδας καὶ ἀράχνας. Ἀλλὰ καὶ καλύτερα ἐὰν τυχὸν ἐπερνοῦσε, φρονῶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ἦτο εὐχαριστημένη. Ἦτον ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους καὶ μάλιστα ἀπ᾽ ἐκείνας τὰς γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι ποτὲ δὲν εὐχαριστοῦνται.
Εἰς τοῦτο τείνει καὶ τοιοῦτο περίπου εἶναι τὸ πρῶτον αἴσθημα, ἡ πρώτη ἔννοια τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἔσπειρεν ὁ διάβολος λίαν πρωίμως εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ἰδοὺ διατί ἠρώτα ὁ γεωργὸς ἐκεῖνος τῆς Παραβολῆς: «Κύριε, οὐχὶ καλὸν σπέρμα ἔσπειρας; πόθεν οὖν ἔχει ζιζάνια;»
Διὰ τοὺς ἄνδρας, τοῦτο τὸ αἴσθημα καλεῖται, εἰς τὰς ἡμέρας μας, μὲ ξενικὸν ὄνομα, «μιζέρια»· διὰ τὰς γυναῖκας, καὶ πρῴην καὶ νῦν, προσλαμβάνει τραγικωτέρας διαστάσεις, καὶ ὀνομάζεται «στριγλιά». Ὤ! πόσας τῷ ὄντι εἶδα τοιαύτας γυναῖκας εἰς τὴν ζωήν μου!
Κἄν τε εὐτέλειαν καὶ σκαιότητα, κἄν τε ἀπαισιότητα καὶ ταλαιπωρίαν, ὅπως ἂν τὸ ὀνομάσῃ τις, τὸ αἴσθημα τοῦτο ἐσπάρη εἰς τὰ στέρνα τῆς ἀνθρωπότητος, εὐθὺς μετὰ τὴν πρώτην μερικὴν ἀνασκόπησιν, καὶ τὰς δευτέρας πανσόφους φροντίδας, δι᾽ ὧν ἐτελειοποίησεν ὁ Δημιουργὸς πάντα ὅσα ἐποίησε.
Διότι τὸ πρῶτον, ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἔργων του, ἔρριψεν ἀλάνθαστον τὸ βλέμμα, «καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς ὅτι καλόν», εἶτα τελευταῖον, ἐφ᾽ ὅλων ὁμοῦ τῶν ἔργων του· «καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ ἦσαν καλὰ λίαν».
Εὐθὺς τότε ἐξῆλθε θρασὺς ὁ ἐχθρός, κ᾽ ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι καλά, τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ.
Καὶ δὲν ἀκούομεν ἀκόμη πολλούς, καὶ εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εἰς τὰ καπηλεῖα, σοβαρευομένους καὶ σπουδάζοντας, ν᾽ ἀποφαίνωνται ὅτι δὲν εἶναι καλὸς ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἢ ὅτι «δὲν τὸν ἐκατάφερε καλὰ» ὁ Δημιουργὸς τὸν κόσμον; Πόθεν ἀντλοῦσι τὰ ἐπιχειρήματα; Ποῦ εὑρίσκουσι τὴν ὕλην διὰ τὸν συλλογισμόν; Ἀπὸ ποίας κρίσεις, ἀπὸ ποίας προτάσεις συνάγουσι τὸ συμπέρασμα; Τί ἄλλο εἶναι ἡ κρίσις εἰμὴ σύγκρισις; Μεταξὺ δύο ἢ πλειοτέρων παραπλησίων ὄντων ἢ πραγμάτων συγκρίνει τις καὶ κρίνει ποῖον διαφέρει. Ἀλλ᾽ ὑπάρχει ἐδῶ ὅρος συγκρίσεως; Εἴδομεν ἤδη ἄλλον κόσμον μὲ τὸν ὁποῖον νὰ συγκρίνωμεν τὸν παρόντα;
Ἀκατάληπτον εἶναι, ἂν ἔκαμεν ὅλως ἀφῃρημένας ἐννοίας ὁ Δημιουργός, ἢ πόθεν αὗται ἐγεννήθησαν. Εἶναι μόνον βέβαιον ὅτι ἔπλασεν ἕνα ὁρατὸν κόσμον, ὅπως θὰ ἔπλασσε, καὶ ἠδύνατο νὰ πλάσῃ καὶ δύναται εἰς τοὺς αἰῶνας νὰ πλάττῃ, πολλοὺς ἄλλους, καὶ ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους. Κ᾽ ἐβεβαίωσεν Αὐτὸς ὅτι τὸ ἔργον του εἶναι ὡραῖον, καὶ πᾶς λογικὸς ἄνθρωπος συνομολογεῖ. «Ἰδοὺ καλὰ λίαν», αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πρώτη μετὰ τὴν κοσμογονίαν ἀφῃρημένη ἔννοια, ὅπως καὶ ἡ πρώτη θετικὴ ἰδέα. Ἔπειτα θρασύνεται ὁ παραλογισμὸς καὶ λέγει: «Δὲν εἶναι, ὄχι, καλὸς ὁ κόσμος».
Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ δευτέρα ἀφῃρημένη ἔννοια καὶ ἡ πρώτη ἀρνητικὴ ἰδέα, καὶ ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ κακία ― ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἄνοια, ἂν δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ δηλητήριον τοῦ Ὄφεως· καὶ ἐν κεφαλαίῳ, εἶναι ὁ ἀπηλπισμένος ἀγὼν τοῦ παραλογισμοῦ ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι ἔχει δίκαιον, καταβάλλων πᾶσαν προσπάθειαν νὰ κάμῃ τὸν κόσμον νὰ φαίνεται ―καὶ νὰ εἶναι πράγματι ἐν τῇ ἠθικῇ τάξει― τέρας ἀσχημίας!
Παρῆλθον ὅλα, ὅσα ἀνωτέρω ἱστορήσαμεν. Μία τεσσαρακοντὰς ἐτῶν ―ἡ μακρὰ τεσσαρακοστὴ τοῦ βίου― διέρρευσεν ἔκτοτε. Δὲν ὑπάρχει πλέον γραῖα Μερκλίνα, δὲν ὑπάρχει μαστρο-Στέργιος, δὲν ὑπάρχει Ἀλέξης καὶ Γῶγος. Ὅλοι οἱ παλαιοὶ γείτονες ἀπῆλθον, ὅλοι οἱ νέοι ἐγήρασαν. Πολλοὶ ἀγέννητοι ἦλθον εἰς τὸ εἶναι. Μόνον ὑπάρχει ἀκόμη «τὸ Ξωθικό», ἡ νύμφη τῆς ποτὲ γραίας Μπεκιοΐνας, ἔχουσα σήμερον, ἐν ἔτει 189…, ἀκριβῶς τὴν ἡλικίαν τὴν ὁποίαν εἶχε τότε ἡ πενθερά της.
Ὁ μαστρο-Στέργιος ἀπέθανεν, ὡς εὐσεβὴς καὶ εἰρηνικὸς ἄνθρωπος. Οἱ δύο υἱοί του, Ἀλέξης καὶ Γῶγος, ἐπῆγαν κ᾽ οἱ δύο ἀδικοθάνατοι. Ὤ, αἱ κατάραι, αἱ βλασφημίαι τῆς γραίας Μερκλίνας! Ἡ μοναχοκόρη τῆς οἰκογενείας, τὸ Σειραϊνώ, εἶχε νυμφευθῆ εἰς τὰ 186… Ὤ, ὅλη ἡ γειτονιὰ εἶχεν εὐφρανθῆ τότε, εἶχε χορεύσει νύκτας πολλὰς εἰς τὸ ἐπάνω σπίτι, εὑρισκόμενον ὑψηλότερα ἀπὸ τὸν χθαμαλὸν οἰκίσκον, τὸν ὁποῖον τῆς εἶχον δώσει ὡς προῖκα. Τὰ δύο ἀδέλφια της, ὁ Ἀλέξης κι ὁ Γῶγος, φρόνιμοι, οἰκονόμοι, ὅπως τοὺς εἶχε παιδαγωγήσει ἡ μάννα τους, οἵτινες δὲν εἶχον διασκεδάσει ποτὲ εἰς τὴν ζωήν των, «τὸ ἔρριξαν ἔξω» ἐπ᾽ εὐκαιρίᾳ τοῦ γάμου ἐκείνου, κ᾽ ἐχόρευσαν, ἀδεξίως καὶ θορυβωδῶς, καὶ διεσκέδαζον ἐπὶ ἑβδομάδας. ᾘσθάνοντο ὅτι εἶχον ξεφορτωθῆ ἓν βάρος ἀπὸ τὴν ράχιν των, καὶ ὅτι τοῦ λοιποῦ θὰ ἐξήρχοντο κι αὐτοὶ εἰς τὸν κόσμον πρὸς θήραν νύμφης.
Εἷς νεώτερος ἀδελφός, ὁ Βασίλης, εἶχεν ἀποθάνει μικρός. Εἶτα ἐγεννήθη ὁ πρῶτος Σταῦρος, ὅστις ἀπέθανε καὶ αὐτὸς νήπιον. Τελευταῖος ἐγεννήθη ὁ μικρὸς Σταυράκης, ὅστις καὶ μόνος ἐπέζησε.
Ἡ Σειραϊνὼ ὕστερον ἀπὸ ὀλίγα ἔτη ἐχήρευσεν. Ὁ ἀνήρ της, ναυτικός, ἐπνίγη εἰς μακρινὰς θαλάσσας. Μόνην παρηγορίαν τῆς ἄφησε μίαν ἀσθενικὴν ὠχρὰν παιδίσκην. Αὕτη ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν δέκα ἐτῶν, καὶ ἀπέθανε.
Κατόπιν, χήρα καὶ ἠτεκνωμένη ἡ Σειραϊνώ, ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθῃ εἰς δεύτερον γάμον. Παιδίον δὲν ἀπέκτησε, καὶ ὁ σύζυγός της ἀπέθανε μετ᾽ ὀλίγα ἔτη. Ὀλίγῳ ὕστερον, τὸν ἠκολούθησεν εἰς τὸν τάφον καὶ αὐτή.
Ὅταν ἔζη ἀκόμη ὁ μαστρο-Στέργιος, πρὸ τοῦ δευτέρου γάμου τῆς Σειραϊνῶς, τραγικὴ συμφορὰ εἶχεν ἐνσκήψει εἰς τὸν οἶκον. Ἐκ τῶν δύο πρώτων υἱῶν, ὁ νεώτερος, ὁ εὐφυέστερος Γῶγος, ὅστις διέπρεπεν εἰς τὴν τέχνην, καὶ ἂν ἐπέζη θὰ ἐγίνετο πρωτομάστορης, ἀπέθανε μὲ φρικώδη τρόπον.
Ἐναυπηγεῖτο μία γολέτα εἰς τὸν μικρὸν ἀρσανάν, κάτωθεν τοῦ νεκροταφείου, πέραν τῆς δυτικῆς ἐσχατιᾶς τοῦ παραθαλασσίου χωρίου. Ναυπηγοὶ ἄνδρες, ἓξ ἢ ἑπτὰ καὶ ὁ Γῶγος ὄγδοος, εἶχον φορτωθῆ ἕνα βουβό*, τεράστιον ξύλον, διὰ νὰ τὸ μεταφέρουν ἑκατὸν βήματα, ἀπὸ τὴν θῖνα τῆς θαλάσσης, ἕως ὄπισθεν τῆς πρύμνης τοῦ σκαρωμένου σκάφους.
Ὁ Γῶγος ἦτο βαρυήκοος ὀλίγον, ἦτον καὶ ζερβοχέρης. Ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶχον ὑποβάλει τὸν δεξιὸν ὦμον εἰς τὸ βάρος τοῦ ἀγριοξύλου, αὐτός, ἀπὸ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς, εἶχε βάλει τὸν ἀριστερόν. Ὅταν ὁ ὄπισθεν, ὁ τελευταῖος, ἐφώναξεν «ἀλέστα»*, κ᾽ ἔρριψαν μεθ᾽ ὁρμῆς τὸ ξύλον κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, τὸ βουβὸ ἔπεσεν ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ τοῦ νέου καὶ τὸν κατεπλάκωσεν.
Μετὰ μίαν στιγμήν, ἔτρεξαν οἱ ἄνθρωποι ν᾽ ἀποσύρουν τὸ ξύλον. Ἦτον ἀργά. Τὸ βουβὸ εἶχε λυώσει, σχεδὸν εἶχε κόψει πέρα-πέρα τὸν λαιμὸν τοῦ Γώγου.
Καταγγελία ἐδόθη κατὰ τῶν συνναυπηγῶν τοῦ θανόντος, ὅσοι εἶχον λάβει μέρος εἰς τὸ φόρτωμα τοῦ βουβοῦ. Κανεὶς δὲν ἔπταιεν ἐκ προθέσεως, ὅλοι ἐξ ἀπουσίας νοῦ. Ὅλοι ἠθῳώθησαν διὰ βουλεύματος. Ἀλλ᾽ ἡ μήτηρ τοῦ νέου, ἡ Στέργαινα, ἥτις εἶχε διαδεχθῆ τὴν πενθεράν της εἰς τὴν «στριγλιάν», ἐπὶ καιροὺς καὶ χρόνους ἠγωνίζετο νὰ τοὺς «ξεπατώσῃ» δι᾽ ἀρῶν καὶ βλασφημιῶν, τὰς ὁποίας ἡμέραν καὶ νύκτα δὲν ἔπαυε νὰ ἐκτοξεύῃ μὲ πικρίαν καὶ πόνον. Καὶ ἐπὶ τέλους ἐφάνη ὅτι τὸ κατώρθωσε. Διότι παρετηρήθη, ὅτι κανεὶς ἐξ ὅλων δὲν ἐπρόκοψε. Τὸ δὲ σκάφος, ἀφοῦ ἔπλευσε, κακῶς συναπωλέσθη μετὰ τοῦ κυρίου του.
Δευτέρα τραγικὴ συμφορὰ ἐνέσκηψε σχετικῶς μὲ τὸν Ἀλέξην. Οὗτος ἐπέζησεν εἴκοσιν ἔτη. Ἐνυμφεύθη, ἀπέκτησε τέκνα. Μίαν ἑσπέραν ἐπνίγη ἐντὸς τοῦ λιμένος, ἐνῷ ἐπέστρεφεν ἐκ θαλασσίας ἐκδρομῆς μετά τινος συγγενοῦς του Νταντάκη καλουμένου, τὴν ὁποίαν εἶχαν κάμει χάριν ἁλιείας, καὶ πρὸς ἐπίσκεψιν μακρινῶν τινων παραθαλασσίων ἀγρῶν παραδεδομένων εἰς κολλήγας, καλλιεργητὰς ὀψίμων καρπῶν.
Ὁ Ἀλέξης ἤξευρε κολύμβι, ὁ Νταντάκης δὲν ἤξευρε. Οὗτος ἐκόλλησεν εἰς τὴν ἀναποδογυρισμένην καρίναν τῆς βάρκας κ᾽ ἐγλύτωσε. Πλοιάριον διῆλθεν ὀλίγας ὥρας ὕστερον, καὶ τὸν ἐψάρευσεν ἐκεῖθεν. Ὁ Ἀλέξης ἐπέταξε τὰ φορέματά του, ἐνεπιστεύθη εἰς τὸ κῦμα, ἐπέπλευσεν ἐπί τινα ὥραν, ἐπελαγώθη καὶ ἐπνίγη.
Τότε ἡ Στέργαινα ἤρχισε νὰ καταρᾶται καὶ νὰ καταναθεματίζῃ τὸν Νταντάκην, ὅστις, κατ᾽ αὐτήν, εἶχε πνίξει τὸν υἱόν της. Ἀλλ᾽ ὁ ἄνθρωπος ἦτο τόσον ἀνίκανος διὰ νὰ πνίξῃ τινά, ὅσον καὶ διὰ νὰ τὸν σώσῃ. Καὶ ὁ ἴδιος ἠπόρει πῶς εἶχε σωθῆ, καὶ ἦτο δι᾽ αὐτὸν ὡς θαῦμα.
Ἡ δυστυχὴς Στέργαινα ἐγήρασε μὲ πολλὴν πικρίαν. Ἀπὸ χολοσκασμὸν εἰς χολοσκασμὸν (μία ἐκ τῶν λέξεων τῶν ἐξόχως χαρακτηριστικῶν καὶ γυναικείων) κατήντησεν ἡ χολή της, ἀνερχομένη διαρκῶς πρὸς τὸν οὐρανίσκον της, νὰ τῆς φαρμακώσῃ τὸ στόμα καὶ τὴν γλῶσσαν. Δὲν ἤξευρε νὰ καταπίνῃ τὸ πικρὸν τοῦτο ρευστόν, ὡς ἀληθὲς ἰαματικὸν φάρμακον, δι᾽ οὗ ἀποκτᾷ τις τὴν χριστιανικὴν ὑπομονήν, εἶτα δὲ τὴν μακαρίαν πρᾳότητα καὶ γαλήνην.
Ὁ Σταυράκης, ὁ μικρὸς υἱός της, ἐνυμφεύθη χρόνους ὕστερον, μεθ᾽ ὅλα τὰ τραγικὰ συμβάντα. Οὗτος ἐκατοίκει εἰς τὴν προικῴαν οἰκίαν του, ἡ δὲ γραῖα ὁλομόναχη καὶ ἔρημη, ἐσυμμαζεύετο εἰς τὸν παλαιὸν ἐκεῖνον χθαμαλὸν οἰκίσκον. Δὲν ὑπῆρχον πλέον ἀλογάκια τῆς Παναγιᾶς, οὔτε εἰς τὸ ἓν οὔτε εἰς τὸ ἄλλο κελλίον, ἀλλὰ μόνον βλατοῦδες καὶ σαρανταποδαροῦσες.
Εἶχε κληρονομήσει, ἀπὸ τὴν πενθεράν της, καὶ τὸν ἴσκιον τῆς μορέας καὶ τὸ κάθισμα τῆς πεζούλας. Μόνον τὴν ράβδον της δὲν τῆς εἶχεν ἀφήσει ἡ γραῖα ὡς ἐνθύμιον. Ὅσον διὰ τὸ πολυχρόνιον βογγητόν, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀραιωθῆ τὸ λοίσθιον ψυχομάχημά της, τοῦτο διὰ τὴν νύμφην της εἶχε μεταβληθῆ εἰς ἆσθμα.
Ἐκάθητο «χρόνο-χρονικῆς»* ἡ γραῖα Στέργαινα, καὶ ἡμέραν καὶ νύκτα, ἐπὶ τῆς πεζούλας, θλιβερῶς ἀσθμαίνουσα, καὶ εἶχεν ὤχραν εἰς τὴν ὄψιν, κ᾽ ἐφαίνετο πότε σπληνική, καὶ πότε ἰκτερικὴ εἰς τὸν διαβάτην. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ δύο παθήματα τὰ ἐπολέμησεν ἡ ἰδία μὲ τὰ «ψευτογιατρικὰ» ποὺ ἤξευρε καὶ μόνον τῆς ἀπέμεινε τὸ ἆσθμα, τὸ χρόνιον ψυχορράγημα. Νεαρὸς διδάκτωρ τῆς ἰατρικῆς, ἅμα τὴν εἶδε, σπεύσας νὰ ἐφαρμόσῃ ἀθρόως καὶ συνοπτικῶς ἐπάνω εἰς αὐτὴν τὴν ταλαίπωρον ὅλα ὅσα εἶχε μάθει, δὲν ἐδίστασε νὰ τῆς εἴπῃ χωρὶς νὰ τὴν λυπηθῇ: «Μετὰ τρεῖς μῆνας θ᾽ ἀποθάνῃς». Ἡ γραῖα δὲν ἐψήφισε παντάπασιν οὔτε ἐφάνη νὰ ᾐσθάνθη τὴν ἐλαχίστην συγκίνησιν, ἀπὸ τὴν πρόρρησιν τοῦ νεαροῦ Ἀσκληπιάδου· μόνον ἐπέζησεν ὀκτὼ ἔτη ἔκτοτε, ὡς νὰ ἤθελε νὰ τὸν διαψεύσῃ.
Πολλάκις ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς διαβάτας νὰ σταματῶσι, καθὼς ἡ μακαρίτισσα ἡ πενθερά της· τοὺς διηγεῖτο τότε τὰ «πάθια της», τοὺς καημούς, τὰ βάσανά της· συνήθως τὰ εἶχε μὲ τὴν νύμφην της καὶ μὲ τὸν υἱόν της· πικροὶ στεναγμοί, ἀραί, βλασφημίαι δὲν ἔλειπον ἀπὸ τὸ στόμα της.
―Ἄχ! σὰν τὴν ἐπῆρε, ποὺ νὰ παρθῇ!… καὶ τί λιμπίστηκε;… μιὰν ἀστάνευτη*, μιὰν ἀναφάνταλη*, μιὰν ἀπασσάλωτη*!… καὶ συλλογίστηκε ποιὰ ἐκοιλοπονοῦσε, ποιὰ τὸν ἐβύζαινε, ποιὰ τὸν ἀνάθρεψε;… Δὲν ἅπλωσε, πλιό, τὸ ξερό της, ποὺ νὰ τὴν ξαπλώσουνε, νὰ θυμηθῇ τὴν πεθερά της ἕνα τι. Δὲ μὄστειλε τοσοδά, παιδάκι μ᾽ (ἔκαμνε σημεῖον μὲ τὸν ὄνυχα τοῦ ἀντίχειρος ἐπὶ τῆς ἄκρας σχεδὸν τοῦ λιχανοῦ δακτύλου). Μιὰ φαγού, πλιό, παιδάκι μ᾽, μιὰ κακογούλω*, μιὰ ἀναχόρταγη!…
― Καὶ ὁ γυιός σου; ἠρώτα ὁ διαβάτης, θέλων νὰ δείξῃ τὸ ἐνδιαφέρον του, καὶ ἅμα ἐλπίζων νὰ τὴν εὕρῃ μαλακωτέραν ὡς πρὸς τὸ ἴδιον τέκνον της.
Τότε ἐκείνη ἤρχιζε ν᾽ ἀπαντᾷ διὰ διστίχων. Πρέπει νὰ ἐγνώριζε τοιαῦτα ὡς χίλια ἀπὸ στήθους, καὶ ὅσα περιέχει, καὶ ὅσα δὲν περιέχει ἡ δημοτικὴ ἀνθολογία.
Τί κάθεσαι μαυρόημερο, ὅλο καὶ μοναχό σου;
γιατί δὲν ἀγαπᾷς καὶ σύ, νὰ ἰδῇς τὸ ριζικό σου;
Τοῦτο ἔλεγε διὰ τὴν ἰδίαν ἐρήμωσιν καὶ μοναξίαν της. Εἶτα ἐπέφερεν ἄλλα, ἐννοοῦσα ἐν μέρει τὸν υἱόν της, καὶ πρὸ πάντων τὴν νύμφην της.
Τὸ κρῖμά μου νὰ σοῦ γενῇ λιθάρι νὰ σκοντάψῃς,
τότες νὰ θυμηθῇς κ᾽ ἐμὲ νὰ βαριαναστενάξῃς.
Καὶ πάλιν:
Τὸ κρῖμά μου νὰ τυλιχθῇ σὰν φίδι στὸ λαιμό της,
νὰ τὸ πιστέψ᾽ ἡ ἄπιστη, πὼς ἔφτασ᾽ ὁ καημός της.
Καὶ τέλος βαρυγνωμοῦσα καὶ κατὰ τρίτων ἀδιαφόρων, τοὺς ὁποίους ἐφαντάζετο ὡς ἐχθρούς, καὶ κατὰ τοῦ κόσμου ἐν γένει, κατηρᾶτο λέγουσα:
Ἀναστενάζω καὶ πετᾷ αἷμ᾽ ἀπὸ τὴν καρδιά μου,
φίδια νὰ φᾶν τὸ στόμα τους, πὄχουν μὲ τ᾽ ὄνομά μου.
Συνήθως δὲν κατηρᾶτο τὸν υἱόν της, μόνον τὸν ἐκακολόγει, ἔρριπτε δὲ ὅλα τ᾽ ἄδικα εἰς τὴν νύμφην της. Αὕτη ἀπέθανεν εἰς τὸν δεύτερον τοκετόν, ἐξ ἐπιλοχείου πυρετοῦ, ἡ δὲ γραῖα ἐπέζη ἀκόμη. Ἐκάθητο διαρκῶς ὑπὸ τὴν γηραιὰν μορέαν, καὶ ποτὲ δὲν ἔπαυε νὰ παραπονῆται καὶ νὰ στενάζῃ.
Τέλος ἓν δειλινόν, τὸ παμπάλαιον δένδρον, πρὸ πολλοῦ σεσηπὸς καὶ μὲ μεγάλην κουφάλαν εἰς τὸν λαιμόν, κατόπιν πολλῶν καὶ σφοδρῶν ἀνέμων, οἵτινες εἶχον φυσήσει κατὰ τὰς προλαβούσας νύκτας, κατέπεσε μετὰ φοβεροῦ τριγμοῦ καὶ κρότου. Πρὸ μιᾶς στιγμῆς εἶχε διέλθει ὑπὸ τὴν σκιάν του νεαρὰ γυνή, κρατοῦσα εἰς τοὺς βραχίονας ἐντὸς ἀγγείων δύο ζυμωμένους ἄρτους, τοὺς ὁποίους μετέφερεν εἰς τὸν γειτονικὸν φοῦρνον.
Εἶχε σταθῆ πρὸς τὸ ὕψωμα, εἰς τὴν ρίζαν τῆς μορέας, καὶ εἶχε κύψει διὰ νὰ διορθώσῃ καὶ κρατήσῃ καλύτερον τὰ δύο ψωμία. Μόλις αὕτη ἀνεσηκώθη, ἐπροχώρησε τρία βήματα καὶ τὸ δένδρον κατέπεσεν. Ἐὰν ἠργοπόρει ἓν δευτερόλεπτον ἀκόμη, ὁ εἷς τῶν κλώνων, πελώριος, θὰ ἔπιπτεν ἐπάνω της καὶ θὰ τὴν κατασυνέτριβεν.
Ἡ γυνὴ στραφεῖσα κατετρόμαξε, καὶ παρ᾽ ὀλίγον τὸ φορτίον τῆς ἔπιπτεν ἀπὸ τὰς χεῖρας, εἶτα ἀνέτεινε τὰ ὄμματα πρὸς δοξολογίαν εἰς τὸν οὐρανόν. Ἀκολούθως διηγήθη τὸ ὄνειρον τὸ ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ τὴν νύκτα ἐκείνην: τῆς ἐφάνη ὅτι ἄγνωστος ἐχθρός, μαῦρος Σκυλάραπας τὴν ἐκυνήγει μὲ γυμνὸν ξίφος· αὐτὴ δὲ τρέχουσα περίτρομος, ἔξω πνοῆς, μόλις ἐσώθη εὑροῦσα παρ᾽ ἐλπίδα μίαν θύραν ἀνοικτήν, ἥτις καὶ ἐκλείσθη αὐτόματος μετὰ κρότου ὄπισθέν της…
Ἡ γραῖα Στέργαινα συνέβη νὰ πέσῃ κλινήρης, κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, καὶ δὲν ἐξήρχετο τὴν ἡμέραν ἀπὸ τὴν φωλεάν της. Αὕτη εἶχε καλέσει μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἕνα ἱερέα, ὄχι κανένα ἐκ τῶν δύο γειτόνων καὶ γνωστῶν της ἐφημερίων, ἀλλ᾽ ἕνα ἀπὸ ἄλλην ἐνορίαν, καὶ τοῦ ἔδωκε τὸ σαρανταλείτουργόν της προκαταβολικῶς (ἐπειδὴ ἦτο γνωστὸν ὅτι πάντοτε εἶχε κομπόδεμα), λέγουσα ὅτι δὲν εἶχε πλέον κανένα ν᾽ ἀφήσῃ ὄπισθέν της, ὅστις νὰ τῆς κάμῃ τὰ κόλλυβα καὶ τὰ ψυχικά* της.
Ἐπὶ πολλὰς νύκτας ὕστερον, οἱ γείτονες ἔβλεπον, ἔμπροσθεν τοῦ παλαιοῦ θλιβεροῦ οἰκίσκου ἐπὶ τῆς πεζούλας ἢ πλησίον αὐτῆς, πότε εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης, πότε εἰς τὴν ἀστροφεγγιάν, δύο μαῦρα κούτσουρα νὰ ἵστανται, ἢ μᾶλλον νὰ κεῖνται ἀκίνητα πλησίον ἀλλήλων.
Ἦσαν ταῦτα τὸ κολοβωμένον σαπρὸν στέλεχος τῆς γηραιᾶς μορέας, καὶ τὸ κατηρειπωμένον σκέλεθρον τῆς γραίας Στέργαινας.
Τὸ ἀνθρώπινον κούτσουρον ἀπῆλθεν τώρα πρὸ ὀλίγων χρόνων, καὶ δὲν φαίνεται πλέον· τὸ δένδρινον εἶν᾽ ἐκεῖ ἀκόμη…
(1904)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 9 Μαρτίου.

 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 9ης Μαρτίου


1776: Κυκλοφορεί το βιβλίο του Άνταμ Σμιθ «Ο πλούτος των Εθνών», ένα από τα κλασσικά συγγράμματα της οικονομικής επιστήμης.
1796: Ο Ναπολέων Βοναπάρτης παντρεύεται την Ιωσηφίνα, χήρα του υποκόμη του Μποαρνέ.
1867: Οι ΗΠΑ συμφωνούν να αγοράσουν από την Ρωσία την Αλάσκα, για 7.200.000 δολάρια.
1900: Στη Γερμανία, οι γυναίκες υποβάλλουν υπόμνημα στη Ράιχσταγκ, στη γερμανική Βουλή, προκειμένου να τους επιτραπεί να δώσουν και εκείνες εισιτήριες πανεπιστημιακές εξετάσεις.
1908: Ιδρύεται η ποδοσφαιρική ομάδα της Ίντερ Μιλάνου από διαφωνούντα μέλη της Μίλαν.
1921: Γεννιέται ο Δημήτρης Χορν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ηθοποιούς.
1945: Β' Παγκόσμιος Πόλεμος: Αμερικανικά βομβαρδιστικά Β-29 βομβαρδίζουν το Τόκιο, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 80.000 άνθρωποι και να μείνουν άστεγοι ένα εκατομμύριο.
1946: 33 άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους και 500 τραυματίζονται στον αγώνα Μπόλτον - Στόουκ Σίτι για το Κύπελλο Αγγλίας μπροστά σε 70.000 θεατές στο Μπέρντεν Παρκ, όταν υποχωρούν τα προστατευτικά κιγκλιδώματα. Ο αγώνας συνεχίζεται χωρίς να σταματήσει, κατόπιν εντολής των υπευθύνων παρά το ατύχημα.
1956: Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος εκτοπίζεται από τους Άγγλους στις Σεϋχέλλες ως τρομοκράτης.
1959: Η κούκλα Μπάρμπι εμφανίζεται για πρώτη φορά στα αμερικανικά καταστήματα.
1971: Τα πέντε 9άρια του Αντώνη. Στις 9 του μήνα, στις 9 ακριβώς, 9 λεπτά πριν την λήξη του αγώνα το Νο9 (Αντώνης Αντωνιάδης) σκοράρει το 9ο γκολ του στα κύπελλα Ευρώπης.
1975: Αρχίζει η κατασκευή του αγωγού πετρελαίου της Αλάσκας.
1979: Κυκλοφορεί το πρώτο φύλλο της σατιρικής εφημερίδας «Το Ποντίκι».
1986: Δύτες του αμερικανικού ναυτικού εντοπίζουν σχεδόν ανέπαφο το κύριο μέρος του διαστημικού λεωφορείου «Τσάλεντζερ». Τα πτώματα και των 7 αστροναυτών βρίσκονται ακόμη μέσα σε αυτό.
1995: Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανακοινώνει την παραίτησή του από το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, 57 μέρες πριν από τη λήξη της θητείας του, συνεπής προς τη δήλωσή του για επιτάχυνση των διαδικασιών εκλογής του διαδόχου του.
2000: Υποβάλλεται από την κυβέρνηση Σημίτη στα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αίτηση ένταξης της χώρας στη ζώνη του Ευρώ. «Καθυστερημένη κατά δύο χρόνια είναι η αίτηση», σχολιάζει η Νέα Δημοκρατία. Την εκτίμηση ότι έρχονται μαύρες μέρες και έγιναν εθνικές υποχωρήσεις, διατυπώνουν το ΚΚΕ και το ΔΗΚΚΙ, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για σημαντικό γεγονός, αλλά για δυσανάλογο κόστος που κατέβαλε ο λαός.
2009: Αθήνα, η τρομοκρατική οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας επιχείρησε βομβιστική επίθεση σε υποκατάστημα της Citibank στην οδό Καποδιστρίου στη Νέα Ιωνία. Η τρομοκρατική οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για το βομβιστικό χτύπημα με ενσύρματο μηχανισμό στο υποκατάστημα της τράπεζας.

Γεννήσεις

1213 - Ούγος Δ', δούκας της Βουργουνδίας
1454 - Αμέριγκο Βεσπούκι, Ιταλός εξερευνητής και χαρτογράφος
1749 - Ονορέ Μιραμπό, Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός
1890 - Βιατσεσλάβ Μολότωφ, Σοβιετικός πολιτικός
1900 - Χάουαρντ Άικεν, Αμερικανός πρωτοπόρος στον τομέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών
1925 - Μανόλης Αναγνωστάκης, έλληνας ποιητής
1934 - Γιούρι Γκαγκάριν, Σοβιετικός αστροναύτης, ο πρώτος άνθρωπος που πέταξε στο διάστημα
1943 - Μπόμπι Φίσερ, Αμερικανός σκακιστής
1955 - Ορνέλα Μούτι, Ιταλίδα ηθοποιός
1960 - Ζέλικο Ομπράντοβιτς, Σέρβος προπονητής μπάσκετ
1965 - Αντόνιο Σάκα, Σαλβαδοριανός πολιτικός
1967 - Μαρία Μπακοδήμου, Ελληνίδα παρουσιάστρια και ηθοποιός
1975 - Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν, Αργεντίνος ποδοσφαιριστής
1976 - Κώστας Πάσσαρης, Έλληνας κακοποιός
1985 - Παστόρ Μαλντονάντο, Flag of Venezuela (state).svgΒεναζουελανός οδηγός της Φόρμουλα 1.

Θάνατοι

1851 - Χανς Κρίστιαν Έρστεντ, Δανός φυσικός
1895 - Λεοπόλντ Φον Ζάχερ - Μαζόχ, αυστριακός συγγραφέας. Από το όνομά του προέκυψε ο όρος «μαζοχισμός»
1897 - Τζαμάλ αλ-Ντιν αλ-Αφγάνι, Αφγανός ισλαμιστής πολιτικός ακτιβιστής
1952 - Αλεξάνδρα Κολλοντάι, Ουκρανή κομμουνίστρια, διπλωμάτης και συγγραφέας
1952 - Γιουτζίρο Ματσούντα, ιάπωνας επιχειρηματίας, ιδρυτής της αυτοκινητοβιομηχανίας Mazda
1974 - Ερλ Γουίλμπουρ Σάδερλαντ, Αμερικανός φυσιολόγος, βραβείο Νόμπελ 1971
1990 - Γεώργιος Κωστάκης, έλληνας συλλέκτης έργων τέχνης της ρωσικής πρωτοπορίας
1994 - Τσαρλς Μπουκόφσκι, Αμερικανός ποιητής και συγγραφέας
2006 - Άννα Μόφο, Ιταλοαμερικανίδα κολορατούρα σοπράνο.
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα