Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 23ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  23ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ίερομάρτυρας και οι 199 ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΔΟΜΕΤΙΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ό Άδριανουπολίτης

  • ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΡΩΣΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΦΡΑΙΜ ό εν σπηλαίω, ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ό εν της Τοτίμη Μονής του Σωτήρος δομήτωρ και αρχηγός και νεοφανής Θαυματουργός και ΝΙΚΩΝ ηγούμενος του Σπηλαίου

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΣ (Ρώσος)

 

Αναλυτικά

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ιερομάρτυρας και οι 199 ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ
Ό Νίκων γεννήθηκε στη Νεάπολη της Ιταλίας, από πατέρα ειδωλολάτρη και μητέρα χριστιανή, ή οποία δεν παρέλειπε να μιλάει στο γιο της για τον Ιησού Χριστό και να τον παιδαγωγέ! σύμφωνα με τα ευαγγελικά διδάγματα. Όταν μεγάλωσε ό Νίκων, έγινε στρατιωτικός και ή ανδρεία του ήταν παραδειγματική. Άνοιγε λαμπρό μέλλον γι' αυτόν, στο στρατιωτικό στάδιο. Δεν το θέλησε, όμως. Ή καρδιά του δεν ήθελε να δουλεύει σε αυτοκράτορες πού πολεμούσαν τη χριστιανική θρησκεία. Αφού, λοιπόν, συζήτησε με τη μητέρα του, αναχώρησε για την Ελλάδα, στο νησί Χίος. Εκεί δέχθηκε το άγιο Βάπτισμα και αφιερώθηκε στην ασκητική ζωή, με εγκράτεια, προσευχή και Ιερή μελέτη. Ό εκεί επίσκοπος διέκρινε τα χαρίσματα του και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Κατόπιν, τον έθεσε ηγούμενο 190 αδελφών, για να τους καθοδηγεί. Όταν όμως πέθαναν οι γονείς του, πήγε και εγκαταστάθηκε στη Σικελία, όπου ήλθαν και οί 190 μαθητές του. Μαζί με άλλους εννέα, σχημάτισαν μια ευσεβέστατη αδελφότητα. Και όταν ό ηγεμόνας της Σικελίας διέταξε να αλλαξοπιστήσουν, αυτοί "την αυτήν άγάπην έχοντες, σύμψυχοι. το εν φρονοΰντες"1 δηλαδή, έχοντας όλοι την ίδια αγάπη μεταξύ τους, με μια ψυχή και με το ίδιο φρόνημα, έλαβαν μαρτυρικό θάνατο.
1. προς Φιλιππησίους, 6' 2.


Απολυτίκιο. Ήχος δ , Ταχύ προκατάλαβε.
Νικήσας τον δόλιον, άσκητικαϊς άγωγαϊς, κανών έχρημάτισας, των σων κλεινών φοιτητών, άκρότητι βίου σου· όθεν συν τούτοις άμα, γεγονώς εν τη Δύσει, έδυσας εν άθλήσει, συν αύτοϊς Πάτερ Νίκων, μεθ' ών και κατεφοίτησας αίγλη τη άνωθεν.


Ο ΑΓΙΟΣ ΔΟΜΕΤΙΟΣ
Μαρτύρησε δια ξίφους. (Ή μνήμη του περιττώς επαναλαμβάνεται και την 30ήν Όκτωβρίου).


Ο
 ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ό Άδριανουπολίτης
Γεννήθηκε από τον Αθανάσιο και τη Δομνίτσα στην 'Αδριανούπολη της Θράκης. Σέ ηλικία έξι χρονών έμεινε ορφανός από πατέρα και ή μητέρα του τον παρέδωσε σ' έναν Ζαγοραΐο πραγματευτή, με τον όποιο εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Όταν ήταν 13 χρονών ό Λουκάς, φιλονίκησε μ' ένα τουρκόπουλο έξω από το σπίτι του κυρίου του και το έδειρε. Αυτό το είδαν οι εκεί παρευρισκόμενοι Τούρκοι και όρμησαν με θυμό εναντίον του Χριστιανόπουλου. Ό Λουκάς για ν' αποφύγει την τιμωρία είπε στους Τούρκους: "Αφήστε με και 'γώ θα τουρκέψω". Τότε καταλάγιασε ό θυμός των Τούρκων και τον πήγαν σ' ένα ευγενή Τούρκο, πού πέτυχε τον εξισλαμισμό του. Ελεγχόμενος όμως από τη συνείδηση του, ό Λουκάς ζήτησε τη βοήθεια του κυρίου του από τη Ζαγορά, ό όποιος και προσπάθησε να τον απελευθερώσει με την επέμβαση της Ρωσικής Πρεσβείας. Άλλ' Ή Ρωσική Πρεσβεία, για ν' αποφύγει τυχόν ανωμαλίες, είπε ότι θα δεχόταν τον Λουκά μόνο αν αυτός διέφευγε από το σπίτι του Τούρκου αφέντη του. Πράγματι μετά από λίγες ήμερες ό Λουκάς κατόρθωσε και απόδρασε από το σπίτι του αφέντη του και αφού , επιβιβάστηκε σε πλοίο πήγε στη Σμύρνη, και από 'κεϊ στη Θήρα. Εκεί με τη συμβουλή ενός πνευματικού ήλθε στο Άγιο Όρος, όπου παρέμεινε αρκετά. Εκεί αφού γύρισε διάφορες Σκήτες και Μονές, τελικά έκάρη μοναχός στη Μονή Σταυρονικήτα. Τον κατέλαβε όμως ό πόθος του μαρτυρίου και αναχώρησε για τη Μυτιλήνη κατά τον Μάρτιο του 1802. Λόγω κάποιου γεγονότος, ή Μυτιλήνη εκείνη την εποχή βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή. Ό Λουκάς, με τις ευχές των Πατέρων του Αγίου Όρους, παρουσιάστηκε στον κριτή της πόλης και ομολόγησε με θάρρος τον Χριστό. Παρά τις κολακείες και τους φοβερισμούς των Τούρκων, ό Θρακιώτης μάρτυρας παρέμεινε αμετακίνητος στην πίστη και την απόφαση του να μαρτυρήσει. "Οδηγούμενος προς τον Ναζήρη, στο δρόμο συνάντησε τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης, πού τον πήγαιναν στο κριτήριο, έσκυψε του φίλησε το χέρι και ζήτησε τις προσευχές του. Για την ενέργεια του αυτή, οι συνοδοί Τούρκοι τον έδειραν ανελέητα. Μπροστά στον Ναζήρη, ό Λουκάς με ευτολμία κήρυξε τον Χριστό και κατηγόρησε τη μουσουλμανική θρησκεία. Μετά από τριήμερη προθεσμία, πού εξέπνευσε χωρίς αποτέλεσμα για τους Τούρκους, ό Ναζήρης εξέδωσε καταδικαστική απόφαση. Έτσι στις 23 Μαρτίου 1802, ό Λουκάς άπαγχονίστηκε στη Μυτιλήνη και έλαβε το ένδοξο στεφάνι του μαρτυρίου. Το Άγιο λείψανο του παρέμεινε για τρεις μέρες στην αγχόνη, κατόπιν το έριξαν στη θάλασσα.


ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΡΩΣΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΦΡΑΙΜ ό εν σπηλαίω, ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ό εν της Τοτίμη Μονής του Σωτήρος δομήτωρ και αρχηγός και νεοφανής Θαυματουργός και ΝΙΚΩΝ ηγούμενος του Σπηλαίου


Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΧΩΜΙΟΣ (Ρώσος)
Κτήτωρ Μονής Άγιας Τριάδος

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Δευτέρα 23/3

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Δευτέρα 23/3

Τη Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026 αναμένονται τοπικές βροχές κυρίως στα ορεινά. Θερμοκρασία σε χαμηλά για την εποχή επίπεδα. Άνεμοι έως 6 μποφόρ στο Αιγαίο.

Πιο αναλυτικά, αναμένονται νεφώσεις ενώ τοπικές βροχές θα εκδηλωθούν κυρίως σε ορεινές περιοχές των ηπειρωτικών και της Κρήτης.

Η θερμοκρασία στη Δυτική Μακεδονία θα κυμανθεί από -1 έως 10 βαθμούς Κελσίου, στην υπόλοιπη Μακεδονία, στη Θράκη, στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο από 3 έως 15, στη Στερεά και στην Πελοπόννησο από 4 έως 16, στα νησιά του Ιονίου από 5 έως 14, στα νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου από 6 έως 16, στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα από 10 έως 17 και στην Κρήτη από 9 έως 17 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι στο Αιγαίο θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις 4 έως 6 μποφόρ. Στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από μεταβαλλόμενες διευθύνσεις έως 3 μποφόρ όμως από το απόγευμα θα γίνουν βόρειοι 2 έως 4 μποφόρ.

Στην Αττική αναμένονται νεφώσεις με πιθανότητα πρόσκαιρων και ασθενών βροχών. Οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από βόρειες διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ όμως από το απόγευμα θα γίνουν μεταβαλλόμενοι έως 3 μποφόρ. Η θερμοκρασία στο κέντρο των Αθηνών θα κυμανθεί από 9 έως 16 βαθμούς Κελσίου.

Στον νομό Θεσσαλονίκης αναμένονται νεφώσεις με πιθανότητα πρόσκαιρων και ασθενών βροχών. Οι άνεμοι θα πνέουν από μεταβαλλόμενες διευθύνσεις έως 3 μποφόρ. Η θερμοκρασία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης θα κυμανθεί από 9 έως 13 βαθμούς Κελσίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Κυριακή Δ’ των Νηστειών: Θέλουμε να ανεβούμε την κλίμακα για να συναντήσουμε τον Χριστό;

 

Κυριακή Δ’ των Νηστειών, αγαπητοί μου, και βρισκόμαστε προς το τέλος της Αγίας Τεσσαρακοστής με αποκορύφωμα τα πάθη του Χριστού. Χθες εορτάσαμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου· εκείνο το χαρμόσυνο μήνυμα το οποίο θα γίνει η σωτηρία για όλους τους ανθρώπους και η ταπείνωση της Παναγίας στο θέλημα του Θεού.

Σήμερα, το Ευαγγέλιο μάς αναφέρει το θαύμα με τον σεληνιαζόμενο νέο. Ήταν ένας πατέρας που ο γιος του είχε δαιμόνιο και ήρθε στον Χριστό για να τον θεραπεύσει. Πρώτα, όμως, πήγε στους μαθητές Του, αλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα και λέει ο Χριστός: «ὢ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» («Ω άπιστη γενεά, έως πότε θα είμαι μαζί σας; Έως πότε θα σας βαστάξω;»). Τότε, διέταξε να φέρουν το παιδί κοντά Του. Μόλις είδε τον Χριστό, το δαιμόνιο τράνταξε το παιδί, έπεσε στη γη και κυλιόταν αφρίζοντας. Από τότε που ήταν παιδί απαντάει ο πατέρας στην ερώτηση του Χριστού για τον καιρό με το δαιμόνιο. Στην ευσπλαχνία που ζητάει ο πατέρας από τον Χριστό, λαμβάνει την απάντηση: «εἰ δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι» («Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά για εκείνον που πιστεύει»). «Πιστεύω, Κύριε βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» («Πιστεύω Κύριε· βόηθα με την απιστία»). Με δυνατή κραυγή ο Χριστός διώχνει το δαιμόνιο από το νέο και σηκώνει το νέο υγιή.

Όταν ο Χριστός πήγε στο σπίτι, ρώτησαν οι μαθητές γιατί δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε εμείς, για να λάβουν την απάντηση: «τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστεία» («Τα πονηρά πνεύματα δε βγαίνουν παρά με προσευχή και νηστεία»). Στο τέλος, ο Χριστός διδάσκει στους μαθητές Του ότι θα παραδοθεί στα χέρια των ανθρώπων, θα Τον σκοτώσουν και την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί.

Ας σταθούμε στο γεγονός ότι ο νέος είχε δαιμόνιο από μικρή ηλικία. Τι σημαίνει αυτό;

Από πολύ μικρή ηλικία, μαθαίνουμε το κακό. Γινόμαστε παρατηρητές των κακών και των υλικών πραγμάτων. Έχουμε μία τάση να προσελκυόμαστε από κάθε τι φαντασμαγορικό και ωραίο. Θέλουμε στη ζωή να πετύχουμε καλή δουλειά, καλά λεφτά, να φτιάξουμε καλή οικογένεια, σταδιοδρομία με δόξα και πολλούς φίλους.

Αυτά δεν θέλουμε;

Αν ρωτήσουμε κάποιους ανθρώπους, σίγουρα θα μας πουν κάποια από τα προηγούμενα χαρακτηριστικά για μία πετυχημένη ζωή.

Το πιο θλιβερό, όμως, είναι ότι και κάποιοι χριστιανοί (αυτοί που πηγαίνουν εκκλησία, ακούνε το Ευαγγέλιο και προσπαθούν να έχουν μία πνευματική ζωή) τα παραπάνω χαρακτηριστικά θέλουν στη ζωή τους.

Γιατί;

Γιατί, δεν έχουμε μάθει ποιος είναι ο σκοπός του ανθρώπου. Δεν έχουμε μάθει να εστιάζουμε και στη μετά θάνατον ζωή. Νοιαζόμαστε μόνο για την παρούσα ζωή. Τι θα φάμε και τι θα πιούμε.

Όλοι μας τρέχουμε σε γιατρούς για το σώμα μας. Όταν κάτι προκύψει στο σώμα μας, κάνουμε αλλεπάλληλες εξετάσεις για να βεβαιωθούμε τι είναι αυτό και πώς να το αντιμετωπίσουμε.

Ποιοι από εμάς τρέχουμε για την ψυχή μας;

Ποιοι από εμάς νοιαζόμαστε για τη θεραπεία της ψυχής μας;

Σχεδόν κανένας.

Γιατί νοιαζόμαστε μόνο για τα επίγεια. Όπως και ο νέος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.

Έχουμε το δαιμόνιο -ας μου επιτραπεί η έκφραση- των επιγείων υλικών αγαθών. Τα καλύτερα ρούχα, την καλύτερη διασκέδαση, την καλύτερη δουλειά και τα περισσότερα χρήματα.

Για να καταφέρουμε να προσεγγίσουμε το Χριστό, χρειάζεται να σκαρφαλώσουμε στην κλίμακα -στη σκάλα- των αρετών. Ταπείνωση, υπακοή στον πνευματικό, νηστεία, μετάνοια, συμμετοχή στο Άγιο Ποτήριο. Όλα αυτά μάς οδηγούν πιο κοντά στο Χριστό και στην μετέπειτα αιώνια ζωή.

Το παράδειγμα μάς το δίνει και ο σημερινός εορταζόμενος Άγιος· ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ο οποίος απευθύνεται στον καθένα από εμάς μέσα από το βιβλίο του, την «Κλίμαξ». Είναι ένα πνευματικό βιβλίο το οποίο απευθύνεται σε όλους μας για την ψυχική μας θεραπεία. Μας ανεβάζει από τη γη στον ουρανό.

Το ερώτημα είναι: Θέλουμε να ανεβούμε την κλίμακα για να συναντήσουμε το Χριστό; Θέλουμε να γίνει η επίγεια ζωή μας, οδός προς την αιώνια ζωή;

ΠΗΓΗ

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Στρίγλα μάννα"


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Πῶς τὸ εἶχε πάθει, νὰ καταντήσῃ σχεδὸν τρελός, κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι τοῦ εἶχε προέλθει ἀπὸ ἔρωτα· ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι, ὅταν ὑπηρέτει ὡς κληροῦχος εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου, διὰ μικρὸν πταῖσμα τοῦ εἶχεν ἐπιβάλει ὑπερμέτρως σκληρὰν καὶ βάρβαρον τιμωρίαν· ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι ἡ ἰδία ἡ μάννα του τὸν εἶχε τρελάνει, μὲ τὶς στριγλιὲς καὶ μὲ τὶς βλασφήμιες της.
Ἐπήγαινεν ἀνάμεσα* γιὰ χταπόδια ἢ γιὰ ψάρια μὲ τὶς βάρκες. Ἂν τοῦ ἔδιδαν μερίδιον ἀπὸ τὴν ἄγραν, τὸ ἔπαιρνε, ἂν δὲν τοῦ ἔδιδαν, δὲν ἐζήτει. Ἡ μητέρα του ἔτρεχε μὲ τὶς φωνὲς εἰς τὰ σπίτια τῶν ψαράδων, κ᾽ ἐζητοῦσε διὰ τῆς βίας τὸ μερίδιον· ἐφώναζεν ὅτι ἀδικοῦσαν τὸ παιδί της ― ὁ Θεὸς κ᾽ ἡ γῆς νὰ τοὺς εὕρῃ! Ἡ γυναίκα τοῦ βαρκάρη μὲ ὅρκους διεμαρτύρετο ὅτι δὲν ἔβγαλεν ὁ ἄνδρας της ψάρια· οὔτε γαρίδα! Ἡ μητέρα τοῦ Ζάχου δὲν τὰ ἐπίστευεν αὐτά, ἐπειδὴ πολλάκις εἶχε καῆ ἡ γούνα της!
Αὐτὴ ἡ ἰδία τὸν ἐβίαζε νὰ πηγαίνῃ μὲ τὶς βάρκες· αὐτὴ τὸν ἠνάγκαζε νὰ πάῃ νὰ σκάψῃ τ᾽ ἀμπέλι ― γιατὶ δὲν εἶχε νὰ πληρώσῃ μεροκάματα· αὐτὴ τὸν ὑπεχρέωνε νὰ κάμνῃ ὅλες τὶς δουλειές. Ἐκεῖνος ὑπέκυπτεν εἰς τὴν θέλησίν της τὴν ὑπερτέραν, ὡς νὰ ἦτον ἀκόμη παιδίον. Καὶ ἦτον ὣς εἰκοσιπέντε ἐτῶν.
Τὸν περισσότερον καιρόν, ὅταν δὲν εἶχε δουλειά, ἢ ὅταν δὲν τοῦ εἶχεν εὕρει δουλειὰ ἡ μητέρα του, τὸν ἐπερνοῦσε καθήμενος ἐπάνω εἰς μίαν πεζούλαν, ἀντικρὺ εἰς τὸ παραθυράκι τῆς κουζίνας τοῦ νέου δημάρχου. Ὁ νέος δήμαρχος ἦτον ἄγαμος, καὶ εἶχεν ἀναλάβει ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων του τὴν δασκάλισσαν, ὡς ξένην καὶ ἀπροστάτευτον νέαν, ἥτις ἐκατοικοῦσεν ἀντικρὺ τῆς οἰκίας του ἀπὸ τὸν ἐπάνω δρόμον, παράλληλον τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν ἡ οἰκία τοῦ δημάρχου. Ἐκεῖ, κάτω ἀπὸ τὰ παράθυρα τῆς νεαρᾶς δασκάλας καὶ ἀντικρὺ τῆς δημαρχικῆς οἰκίας, ἐκάθητο ὁ Ζάχος μονοτόνως ἐπὶ ὥρας, κ᾽ ἔπαιζε μονοτόνους ἤχους, σχεδὸν ἄνευ ρυθμοῦ καὶ μέλους, μὲ τὸ μπουζούκι του. Ἐκεῖ, τὸ δειλινὸν θερινῆς ἡμέρας, ἔμελπε τὸ ᾆσμα:
Κρέμετ᾽ ἡ καπότα στὴν ἀλυγαριά·
ντέρτι καὶ μαράζι κι ἀναπαραδιά.
Μὲ τὸ ᾆσμα τοῦτο, καὶ ἂν ἐζήτει νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν τῶν νεαρῶν γειτονισσῶν, ἀκριβῆ συνείδησιν δὲν εἶχε τοῦ πράγματος ἀλλὰ μᾶλλον, Σαοὺλ ἅμα καὶ Δαυῒδ εἰς τὸν ἑαυτόν του, ἐπροσπάθει διὰ τῆς μουσικῆς ταύτης νὰ διασκεδάσῃ τὴν ἰδίαν τρέλαν του.
Πλὴν τότε, καθὼς εἶχεν ἀρχίσει νὰ τονίζῃ τὸ ἄχαρι ᾆσμα, μόλις παρήρχοντο ὀλίγα λεπτά, καὶ ἠκούετο φοβερὰ ὀξεῖα φωνὴ ἀπὸ τὸ πέραν μπαλκόνι, ἀπὸ τὴν ἄκρην τῆς σειρᾶς, πέντε ἢ ἓξ σπίτια πάρα-πέρα, πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος:
―Ἔ! σκασμός!… ἔλα γλήγορα!… Ἡ βάρκα καρτερεῖ…
Ὁ Ζάχος καταρχὰς δὲν ἔδιδε προσοχήν, ἢ μᾶλλον δὲν ἀντελαμβάνετο εὐκρινῶς, κ᾽ ἐξηκολούθει νὰ παίζῃ τὸ μπουζούκι του. Ἦτο δειλινόν, καὶ ἦτον γλυκεῖα δροσίτσα εἰς τὸ μπογάζι ἐκεῖνο τοῦ δρομίσκου. Μὲ τὸ ᾆσμά του ἐβαυκάλιζε τὸν μεσημβρινὸν ὕπνον τῆς δασκάλας, ἥτις εἶχε κάμει ἐξετάσεις καὶ ἀπήλαυε τὴν ἄνεσιν τῶν διακοπῶν, καὶ μὲ τὸ ᾆσμά του, ὡς μὲ κέλευσμα, συνώδευε τὰ πλυσίματα τῶν πιάτων, τὰ σφουγγαρίσματα, καὶ ὅλα τ᾽ ἀνεβοκατεβάσματα τῆς Ἀμέρσας, τῆς θεραπαινίδος τοῦ δημάρχου, ἡ ὁποία ξυπόλυτη, ξεσκούφωτη, ξεκάλτσωτη, ἔκαμνε τὶς δουλειές της, καὶ δὲν ἐφαίνετο νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὸ ᾆσμα καὶ εἰς τὸν τραγουδιστήν. Κατεδέχετο μόνον νὰ γελᾷ ἐνίοτε, ὅταν ἄλλες γειτόνισσες ἐπείραζαν διὰ λόγων τὸν Ζάχον. Αὐτὴ δὲν τοῦ εἶχεν ἀποτείνει ποτὲ τὸν λόγον.
―Ἄχ! Ζάχο μου, Ζάχο! ἔλεγεν ἡ Ἀκρίβω ἡ Ἀνυφαντίνα. «Ὅποιος θέλῃ ν᾽ ἀγαπήσῃ, θέλει νὰ χασομερήσῃ!…» Κ᾽ ἐσένα, ποῦ σ᾽ ἀφήνει νὰ χασομερήσῃς ἡ προκομμένη ἡ μάννα σου!
Δευτέρα φωνὴ ἤρχετο ἀπὸ τὸ πέραν μπαλκόνι. Ἡ Ζωγάρα, ἡ μητέρα τοῦ Ζάχου, ἐξηκολούθει νὰ φωνάζῃ:
― Βρὲ σύ, τίνος τὸ λέω;… Θὰ τσακιστῇς ἀπὸ κεῖ γλήγορα ἢ θὰ ᾽ρθῶ νὰ σοῦ κάμω τὰ μοῦτρά σου… μαῦρα σὰν τὸ μπουζούκι!…
Ὁ Ζάχος εἰς ἀπάντησιν ἐγέλα τὸν γέλωτά του, τὸν σκαιὸν καὶ θλιβερόν. Ἡ φωνὴ τῆς μητρός του δὲν ἐπενήργει ἐπ᾽ αὐτοῦ μακρόθεν. Ἀλλ᾽ ἡ παρουσία της πλησίον ἦτον ἐξόχως ἐπιβάλλουσα.
Ἦτον Αὔγουστος μήν, καιρὸς ποὺ λαμβάνουν τὰ μέτρα τους οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι μιμοῦνται τὸν μύρμηκα, ὄχι τὸν τέττιγα, καὶ θέλουν νὰ ξεχειμωνιάσουν. Ἡ Ζωγάρα εἶχε διαθέσει ἤδη τὸν υἱόν της, τὸν εἶχεν ἐνοικιάσει, τὸν εἶχε βάλει εἰς ἀγώγι. Μεγάλες βάρκες θὰ ἔπλεαν πρὸς ξύλευσιν καὶ μεταφορὰν καυσοξύλων ἀνὰ τὰς ἐρήμους ἀκρογιαλιάς, μακρὰν τοῦ λιμένος, κάτω ἀπὸ τοὺς πευκῶνας καὶ τοὺς δρυμοὺς τῆς νήσου. Εἰς μίαν ἀπ᾽ αὐτὲς τὶς βάρκες ἡ Ζωγάρα εἶχε στρατολογήσει τὸν Ζάχον. Τῆς ἐχρειάζοντο καυσόξυλα διὰ τὸν χειμῶνα.
Σὰν εἶδεν ἡ Ζωγάρα, ὅτι ὁ υἱός της εἶχε κωφεύσει εἰς τὰς δύο προσκλήσεις της, ἐπῆρε μίαν μακρὰν στραβολέκαν* ἢ μαγκούραν τὴν ὁποίαν εἶχε διὰ στήριγμα εἰς τὰς ἐκδρομάς της ἀνὰ τοὺς ἀγρούς ―χρησιμεύουσαν προσέτι καὶ διὰ νὰ φθάνῃ τὰ σῦκα εἰς τὰ ξεκλώναρα τῶν δένδρων, τῶν ἰδικῶν της, καθὼς καὶ τῶν γειτονικῶν, ὅσα εὑρισκόμενα παρὰ τὸ σύνορον ἐσκίαζον τὸ ἀμπέλι τὸ ἰδικόν της― καὶ κατέβη εἰς τὸν δρόμον. Ὀλίγα βήματα, κ᾽ εὑρέθη πλησίον τοῦ Ζάχου.
― Γκρεμοτσακίσου τώρα, κι ἄφησε τὸ μπουζούκι σου!… Νὰ κάθωνται τρεῖς νομᾶτοι νὰ σὲ καρτεροῦν ἐσένα!… Θὰ πᾷς γιὰ ξύλα, τώρα, εἴπαμε!… Αὐτὸ δὰ εἶναι κοντὰ στὸ νοῦ!…
Ὁ Ζάχος, σὰν εἶδε τὴν μητέρα του, εἶδε καὶ τὴν μαγκούραν, ἤκουσε καὶ τὴν φωνήν της πλησίον ἐκεῖ, ἐσηκώθη, ἐπῆρε τὸ μπουζούκι του, κ᾽ ἔφυγε τρέχων. Ἐπῆγε στὸ σπίτι, ἐφόρεσε τὰ ροῦχα «τῆς φωτιᾶς»*, ἐπῆρε τὸ ζεμπίλι του καὶ τὰ ἐφόδια καὶ τὰ σύνεργα, ἀξίνην καὶ κλαδευτήρι κτλ., τὰ ὁποῖα εἶχεν ἕτοιμα ἡ μάννα του, κ᾽ ἐπῆγε νὰ τῆς φέρῃ ξύλα διὰ νὰ ζεσταίνεται τὸν χειμῶνα.
*
* *
Ἔλεγαν πὼς τὸν εἶχε τρελάνει ἡ μάννα του!… Αὐτὸ τὸ παιδὶ τῆς εἶχε μείνει μόνον… Δύο ἄλλοι υἱοί της εἶχον ξενιτευθῆ εἰς τὴν Ἀμερικήν, εἰς τὸν Εἰρηνικὸν Ὠκεανόν, εἰς τὴν Πολυνησίαν… Εἶχε στείλει γράμματα εἰς προξένους καὶ εἰς ἀρχάς, εἰς τὰς ἀστυνομίας τῶν ἀμερικανικῶν πόλεων τοῦ Σικάγου καὶ τῆς Φιλαδελφείας… Δύο ἢ τρεῖς ἄλλοι «σουρτούκηδες», υἱοὶ ἄλλων μητέρων, εἶχον ἀνευρεθῆ ἄλλοτε μὲ τὸν τρόπον αὐτόν. Ἀλλ᾽ οἱ υἱοὶ οἱ δικοί της δὲν ἀνεκαλύφθησαν πουθενά. «Μήτε γράμμα μήτε ἀπηλογιά». Οὔτε φωνὴ οὔτε ἀκρόασις.
Ὁ κόσμος ἔλεγεν, ὅτι αὐτὴ μὲ τὴν ἀστοργίαν της τοὺς εἶχεν ἀποξενώσει, αὐτὴ τοὺς εἶχε κάμει νὰ σουρτουκέψουν. Εἶχε δύο θυγατέρας, καὶ ἦτον χήρα, καὶ οἱ υἱοί της τὴν εἶχαν παραιτήσει, κ᾽ ἔκλαιε καὶ ὠδύρετο, κ᾽ «ἐψήλωνεν ὁ νοῦς* της»!… Πῶς θὰ τὰς ὑπανδρεύσῃ, πῶς θὰ τὰς ἀποκαταστήσῃ!… Καὶ τὰς ἐβλασφήμει, καὶ τὰς κατηρᾶτο, νὰ μὴν εἶχαν ποτὲ γεννηθῆ, νὰ μὴ σώσουν νὰ πᾶνε παραπάνω!…
Καὶ τὰς ὑπάνδρευσε καλά… Τὰς ἐστόλισε καὶ τὰς ἐστεφάνωσε, τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης… καὶ τὰς ἐσκέπασε καὶ τὰς ἐκουκούλωσε μὲ τὸ χῶμα… «Πῆραν τὴν πλάκα πεθερά», πῆραν τὸ μνῆμα προῖκα, τὸ μαῦρο χῶμα σύντροφο!…
Τὰ δύο κορίτσια, ὡς φαίνεται, εἶχαν γίνει φθισικά, καὶ ἀπέθαναν ὅπως εἶχαν γεννηθῆ ἡ μία δεκαοκτὼ μῆνας κατόπιν τῆς ἄλλης… Κ᾽ ἔτσι ἡ μάννα τους δὲν εἶχε πλέον καημόν, πῶς θὰ τὰς ὑπάνδρευεν…
Ἔλεγεν ὁ κόσμος ὅτι αὐτὴ τὰς εἶχε ψωμοφάγει* μὲ τὴν γρίνια, μὲ τὴ στριγλιά της, μὲ τὶς βλασφημίες καὶ τὶς κατάρες… Κ᾽ αἱ δύο κόραι ἐτάκησαν κ᾽ ἐμαράνθησαν, κ᾽ ἐκοιμήθησαν βαθιὰ εἰς τὸν τάφον, καὶ δὲν ἦτο φόβος πλέον νὰ τῆς ζητήσουν προικιά!… Κι αὐτὴ τὰς ἐμακάριζε, διότι ἐπῆγαν, ἀθῷες, εἰς τὸν Παράδεισον.
Τῆς εἶχε μείνει μόνον αὐτὸς ὁ υἱός, ὁ Ζάχος, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ὠνόμαζεν «ὁ ζουρλός, ὁ ἀχαΐρευτος!» Καὶ τὸν ἔστελλε διὰ νὰ κάμνῃ ὅλας τὰς ἀγγαρείας, καὶ νὰ τῆς φέρῃ καὶ ξύλα.
Ἄ! αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ τῆς ἐζήτει προικιά.
Ἡ μόνη προῖκά του ἦτον αὐτὸ τὸ μπουζούκι, μὲ τὸ ὁποῖον, μελαγχολικὸς Σαούλ, ἄχαρις Δαυΐδ, διεσκέδαζε τὴν τρέλαν του… Πλιὰ αὐτὸ τὸ ἔρμο τὸ μπουζούκι ἡ μάννα του τὸ εἶχεν «ἀγκάθι στὰ μάτια της», κ᾽ ἐσκέπτετο καμμίαν ἡμέραν νὰ τοῦ τὸ πετάξῃ, νὰ τὸ σφενδονήσῃ ἐκεῖ πού, ἂν ἤθελε, ἂς ἐπήγαινε νὰ τὸ εὕρισκε!
Ἐπίστευεν ὅτι αὐτὸ ἐμπόδιζε τὸν Ζάχον νὰ εἶναι προκομμένος, καὶ τὸν ἔκαμνε ἀνίκανον νὰ ἐκτελῇ ὅλας τὰς ἀγγαρείας ποὺ ἤθελεν αὐτή.
Τὸ εἶχε κρύψει μίαν φορὰν ἢ δύο. Ἐδίσταζε νὰ τὸ πετάξῃ ὅλως διόλου, ἢ νὰ τὸ σπάσῃ καὶ νὰ τὸ καταστρέψῃ… Ἴσως νὰ ἦτο καλὸν διὰ τὴν Κυριακὴν καὶ τὰς ἑορτάς· ὄχι νὰ κάθεται τὰς καθημερινὰς τὸ δειλινόν, τὴν ὥραν ποὺ ἡ Εὔα ἐκρύβη εἰς τὸν Παράδεισον σὰν ἐκροτίσθη μὲ τ᾽ αὐτιά της ― καὶ νὰ τραγουδῇ τὴν «καπότα στὴν ἀλυγαριὰ» ἀντικρὺ στὰ παράθυρα τοῦ δημάρχου, διὰ νὰ γελοῦν μαζί του ἡ δασκάλισσα, κ᾽ ἡ Ἀκρίβω ἡ Ἀνυφαντίνα, κ᾽ ἡ Ἀμέρσα, κι ὁ ἴδιος ὁ δήμαρχος! Τὸ εἶχε κρύψει, λοιπόν, (διὰ νὰ μὴν τὸ παρακάνῃ) κάτω εἰς τὸ κατώγι τοῦ σπιτιοῦ, τὴν μίαν φορὰν μέσα εἰς ἕνα πιθάρι ἄδειο, μὲ σπασμένον στόμιον, καὶ τὸ στόμιον τὸ ἐκάλυψε μ᾽ ἕνα κόσκινον· τὴν ἄλλην φορὰν ἀνάμεσα εἰς τὰ καυσόξυλα, ὑποκάτω εἰς τὸν σοφάν*, εἰς τὸ σκότος καὶ εἰς τὴν ὑγρασίαν.
Ἀλλὰ καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ὁ Ζάχος ἔψαξε, τὸ ηὗρε, ἐγέλασε μέγαν γέλωτα παράφρονος χαρᾶς· τὸ ἐπῆρε πάλιν, καὶ τῆς ἔφυγε, καὶ ἤρχισε «νὰ τὸ ρίχνῃ ἔξω», καὶ νὰ τραγουδῇ τὴν «καπότα στὴν ἀλυγαριά».
Τέλος τὴν ἡμέραν ἐκείνην κατώρθωσεν αὐτὴ νὰ τὸν φέρῃ εἰς θεογνωσίαν, καὶ τὸν ἐκατάφερε νὰ πάῃ νὰ τῆς κουβαλήσῃ καυσόξυλα, διὰ νὰ ἔχῃ νὰ ζεσταίνεται τὸν χειμῶνα.
*
* *
Σιμὰ εἰς ὅλα τ᾽ ἄλλα, ὁ κόσμος τὴν εἶχε διὰ «γρουσούζα», διὰ «γουρνοπόδαρην»*. Ἦτον ἀπαισία. Ἅμα ἐπρόκειτο ν᾽ ἀποπλεύσῃ καμμία βάρκα ἢ κανένα καΐκι καὶ ὁ καραβοκύρης ἢ οἱ σύντροφοι τὴν συνήντων εἰς τὸν δρόμον, ἐγύριζαν ὀπίσω καὶ ἀνέβαλλον τὴν ἀναχώρησιν.
Ὅταν συνοδία τις ἦτον ἑτοίμη ν᾽ ἀναχωρήσῃ εἰς ἐξοχικὴν ἐκδρομήν, καὶ τὴν εὕρισκε καθ᾽ ὁδόν, ἔμενε, δὲν ἀνεχώρει. Ἐὰν ἐξεκίνει τις δι᾽ ἐμπορικὴν ἢ ἄλλην ἐπιχείρησιν, ἀλλοίμονον ἂν τὴν εὕρισκεν ἐμπρός του!
Ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἀρραβῶνος ἢ γάμου, καὶ ἡ πεθερὰ ἢ ἡ γυναικαδέλφη τὴν εὕρισκε μπροστά της, καὶ αὐτὴ τῆς ηὔχετο «ὧρες καλές!» ὤ! οἱ ὧρες ἐκεῖνες ἐγίνοντο κακὲς ὧρες, κ᾽ ἐσήμαινον ὅτι δὲν ἦτον «κισμέτι»* νὰ γίνῃ τὸ μελετώμενον συνοικέσιον!
Ὅταν μετὰ δύο ἡμέρας ἐπέστρεψεν ὁ Ζάχος ἀπὸ τὰ ξύλα, ἀφοῦ τὰ ἐξεμβαρκάρισαν, κ᾽ ἐκουβάλησε κι αὐτὸς τὸ μερίδιόν του, ―ἡ μητέρα του ἐφρόντισε νὰ εἶναι παροῦσα, καθὼς θὰ ἔλεγεν ἡ γείτων δασκάλα, εἰς ὅλον τὸ ξεμβαρκάρισμα καὶ τὸ μοίρασμα, διὰ νὰ μὴν γελάσουν τὸν Ζάχον καὶ τοῦ δώσουν μισὸ μερδικό― κ᾽ ἐγέμισε τὸ κατώγι τοῦ σπιτιοῦ τῆς μητέρας του, ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναψυχῆς, καὶ «τὸ ἔρριξε» χειρότερα ἔξω, αὐτὸς καὶ τὸ μπουζούκι του.
Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, ὄχι μόνον παρήκουσεν εἰς τὰς διαταγὰς τῆς μητρός του, ἀλλ᾽ οὔτε ἐπαρουσιάσθη εἰς τοὺς ὀφθαλμούς της. Εἶχε δραπετεύσει, εἶχε ξεπέσει εἰς ἄλλην γειτονιάν, ὅπου «δὲν ἔφθανεν ἡ χάρη της». Αὐτὴ τὸν ἐκυνηγοῦσε, καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὸν συμμαζώξῃ, δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὸν ἀνακαλύψῃ. Οὔτε ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν διὰ νὰ κοιμηθῇ τὴν νύκτα. Ἐκοιμᾶτο, αὐτὴ δὲν ἤξευρε ποῦ, εἰς μικροκαπηλεῖα, εἰς τὸν Ἀπάνω Μαχαλᾶ, ἢ εἰς τὸ ὕπαιθρον.
Μερικοὶ εὔθυμοι νέοι, ὁποὺ ἔκαμνον θόρυβον εἰς τὶς γειτονιὲς τὴν νύκτα, τὸν εἶχαν κάμει «παρέα», καὶ τὸν ἔσερναν μαζί τους, διὰ νὰ τοὺς παίζῃ τὴν «καπότα στὴν ἀλυγαριά», καὶ ἄλλα τραγούδια. Ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας καὶ δύο νύκτας αὐτὸς συνδιῃτᾶτο καὶ συνηγελάζετο μαζί τους. Ἐφαίνετο ὅτι ἡ συντροφιὰ ἐκείνη τὸν ἔτρεφε μὲ λωτόν, ὅτι τὸν ἐπότιζε τὸ ὕδωρ τῆς Λήθης κ᾽ ἐξέχασεν, ὁ πτωχός, τὴν μητέρα του.
Τότε ἡ Ζωγάρα ἔγινε σκύλα, ἔγινε Τούρκα, μετενόησε πικρῶς διατὶ νὰ μὴν τὸ ἔχῃ σπάσει, διατὶ νὰ μὴν τὸ ἔχῃ κάψει στὴν ἑστίαν της μίαν ἡμέραν χειμερινὴν τὸ μπουζούκι τοῦ υἱοῦ της, ἀφοῦ τοῦτο, ὡς τῆς ἐφαίνετο, τὸν ἔκαμνε νὰ χάνῃ τὰ μυαλά. Ἐν τῷ θυμῷ της, δὲν ὑπέφερεν αὐτὴ νὰ χολοσκάνῃ καὶ νὰ βράζῃ ἐπὶ πολύ, ὅπως ἄλλαι γυναῖκες, μέσα της, ἀλλὰ προέβη εὐθὺς εἰς γενναίαν ἀπόφασιν.
Τὸ κατάστημα τῆς τότε νεοϊδρύτου στρατιωτικῆς ἀστυνομίας ἐτύγχανε νὰ εἶναι γειτονικόν, πλησίον εἰς τὴν οἰκίαν της. Ἰδοῦσα δύο νεαροὺς χωροφύλακας παρὰ τὴν θύραν τοῦ στρατῶνος, ἐπλησίασε καὶ τοὺς λέγει:
― Δὲν κάνετ᾽ ἕνα ἔλεος, παιδιά, ἔτσι νὰ σᾶς δεχτοῦν μὲ τὸ καλὸ οἱ μαννάδες σας ― νὰ πᾶτε, νὰ βρῆτε κεῖνον τὸ γυιό μου, τὸν παλαβό, νὰ τοῦ πάρετε κεῖνο τὸ μπουζούκι ἀπ᾽ τὰ χέρια του;…
― Τὸ μπουζούκι, εἶπες, κυρά; ἠρώτησεν ὁ ἕνας.
― Κεῖνο τὸ μπουζούκι!… ἔτσι νὰ σᾶς χαροῦν οἱ μαννάδες σας!… Γιατὶ σουρτούκεψε καὶ μουρλάθηκε, κ᾽ ἔχασε τὸ μυαλό του… καὶ δὲν μπορῶ νὰ τὸν μαζώξω!… ὅλο ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ μπουζούκι…
― Καλά, κυρά.
*
* *
Οἱ δύο νεαροὶ χωροφύλακες μόνον ἀφορμὴν ἐζήτουν. Τὸ ν᾽ ἁρπάσουν δύο ἔνοπλοι ἓν πρᾶγμα ἀπὸ τὰς χεῖρας ἑνὸς ἀόπλου, δύο φρόνιμοι ἓν μουσικὸν ὄργανον ἀπὸ τὰς χεῖρας τρελοῦ, ἀκινδύνου μάλιστα τρελοῦ, εἶναι τόσον εὔκολον καὶ τόσον διασκεδαστικόν. ― Κ᾽ ἔτσι τὸ βράδυ ἐκεῖνο ὁ Ζάχος εὑρέθη χωρὶς μπουζούκι…
Ἔχασε τὸ ὄργανόν του ὁ πτωχὸς τρελός, ὁ ὑποχονδριακὸς Σαούλ, ὁ ἀτερπὴς Δαυΐδ, καὶ τώρα κλαίει, ἄνευ ρυθμοῦ καὶ μέλους, κλαίει μέσα του τὴν συμφορά του, τὴν ὁποίαν πικρῶς μισοαισθάνεται.
Δὲν εἶχεν ὑπάγει εἰς τὸν Εἰρηνικὸν Ὠκεανὸν διὰ νὰ εὕρῃ τοὺς δύο ἀδελφούς του, καὶ δὲν κατῆλθεν ὑπὸ τὴν κρύαν πλάκα εἰς τὴν μαύρην γῆν, διὰ νὰ συναντήσῃ τὰς δύο ἀδελφάς του. Ἔμεινε κτῆνος ἄμουσον καὶ ἄχαρι εἰς τὴν ὑπακοὴν τῆς μητρός του, διὰ νὰ τῆς κουβαλῇ ξύλα, ὅσον βαστοῦν οἱ πλάτες του! Καὶ ὣς πόσα θὰ τῆς κουβαλήσῃ ἀκόμα! Καὶ ὣς πόσους χειμῶνας θὰ ζεσταίνεται αὐτή!
Μόνον μίαν ἡμέραν τῆς εἶπε μὲ ἦθος πολὺ ταπεινόν:
― Δὲ λές, μάννα, τῆς Ἀκρίβως, νὰ πῇ τῆς Ἀμέρσας, νὰ πῇ τῆς δασκάλας, νὰ πῇ τοῦ δημάρχου, κι ὁ δήμαρχος νὰ πῇ τοῦ ἀστυνόμου, κι ὁ ἀστυνόμος νὰ διατάξῃ τοὺς χωροφυλάκους, νὰ μοῦ δώσουν τὸ μπουζούκι μου πίσω!
Ἔβλεπε, τάχα, ὡς τρελός, τὴν ἱεραρχικὴν ἅλυσιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐφαίνοντο νὰ εἶναι δεμένοι ὅλοι οἱ φρόνιμοι; Καὶ ᾐσθάνετο ὅτι αὐτὸς δὲν ἦτο ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὴν περίσφιγξιν τῆς ἁλύσεως ταύτης;
Τίς ἔμαθεν ἂν τοῦ ἀπέδωκαν ποτὲ τὸ ἄχαρο μπουζούκι, τὸ ὄργανον τῆς παρηγορίας του;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Μετὰ καιρὸν ἐγνώσθη ὅτι ὁ εἷς τῶν δύο νεαρῶν χωροφυλάκων εἶχε μετατεθῆ καὶ ἔλαβε φύλλον πορείας. Ἐνῷ οὗτος ἔμελλε νὰ ἐπιβιβασθῇ εἰς πλοῖον διὰ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὴν Στερεάν, μεγάλη ἔρις καὶ λογομαχία ἤναψε μεταξὺ τῶν δύο ὁμοσκήνων περὶ τῆς κατοχῆς τοῦ μπουζουκίου. Ὁ φεύγων ἐπέμενε νὰ τὸ πάρῃ μαζί του, ὁ μένων ἤθελε νὰ τὸ κρατήσῃ. Ὁ δεύτερος ἐκράτει τὴν κεφαλὴν τοῦ ὀργάνου, ὁ πρῶτος ἐτράβα τὴν οὐράν. Οὗτος ἦτον λίαν θυμώδης καὶ πείσμων, καὶ σφόδρα ἐξαφθεὶς ἔκραξε:
― Τὸ σπάζω καλύτερα! ἀπ᾽ τὸ παράθυρο τὸ ρίχνω, ὄχι!… θὰ τὸ κρατήσῃς ἐσύ!…
Καὶ ἅμ᾽ ἔπος ἅμ᾽ ἔργον. Ὁ νεαρὸς οὗτος χωροφύλαξ ὡμοίαζε μὲ τοὺς αἱρετικούς, οἵτινες, διότι τοὺς ἐξέφυγεν, ἐπάνω εἰς τὴν σειρὰν τῆς διαλεκτικῆς των, μία κακοδοξία, ἐννοοῦν νὰ ἐμμείνουν μέχρι θανάτου εἰς αὐτήν, διὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν φήμην ὅτι εἶναι ἀλάνθαστοι.
Κατ᾽ ἀρχάς, μᾶλλον ἡμιαστειευόμενος καὶ ἡμιωργισμένος, ἐξέφερε τὴν ἀπειλὴν ταύτην, εἶτα, διὰ νὰ μὴ φανῇ ὅτι ματαίως ἠπείλει, ἠθέλησε νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀπειλήν. Διὰ σφοδροῦ κινήματος, ἀπέσπασε τὸ ὄργανον ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἄλλου, χαλαρωθείσας πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὴν ἀπορίαν μεθ᾽ ἧς ἐκεῖνος ἐκοίταζε τὸν σύντροφόν του, καὶ διὰ τοῦ ἀνοικτοῦ παραθύρου τὸ ἐσφενδόνισεν ἔξω.
Κάτωθεν ἀκριβῶς τοῦ παραθύρου τοῦ πατώματος, ἦτο τὸ σιδηρόφρακτον παράθυρον τοῦ ἰσογείου, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν ὡς κρατητήριον. Μία προβατίνα βαθύμαλλος, μὲ τὰ δύο ἀρνία της, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν ἀνάγκην νὰ δεθοῦν διὰ νὰ μὴ φύγουν, ἦτον δεμένη ἀπὸ τὰ σίδερα τοῦ παραθύρου τούτου, ὁδηγηθεῖσα ἐκεῖ ὑφ᾽ ἑνὸς τῶν ἀγροφυλάκων ἴσως. Τὸ μπουζούκι, καθὼς εἶχεν ἐκσφενδονισθῆ, περιεστράφη ἐπὶ στιγμὴν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ εἶτα ἔπεσεν ἀκριβῶς ἐπάνω εἰς τὴν πολύμαλλον ράχιν τῆς προβατίνας, ἥτις ἐβέλασε θρηνωδῶς. Τὸ ὄργανον, ἐταλαντεύθη πρὸς στιγμὴν ἐκεῖ ἐπάνω, ἠμβλύνθη ἡ ὁρμὴ τῆς πτώσεώς του, κ᾽ ἔπεσεν εἰς τὸ ἔδαφος τόσον μαλακά, ὥστε δὲν ἔπαθε τίποτε.
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἓν δεκαετὲς παιδίον, ὁ μικρὸς Ἀλέξης τῆς Βασῶς, τῆς γειτόνισσας, διήρχετο τρέχον ἔμπροσθεν τοῦ στρατῶνος. Εἶχεν ἀκούσει τὴν ἱστορίαν τοῦ μπουζουκίου καὶ ἠγάπα πολὺ τὸν Ζάχον, ὅστις ἦτο καὶ αὐτὸς ἓν μέγα παιδίον. Καθὼς εἶδε τὸ ὄργανον νὰ πέσῃ, ἐπλησίασεν, ἔκυψε, τὸ ἥρπασεν, ἔτρεξε πάραυτα εἰς τὴν οἰκίαν τῆς Ζωγάρας, κ᾽ ἐφώναξε τὸν Ζάχον.
― Νά!… ἔλα πάρε τὸ μπουζούκι σου!
(1902)


Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 22 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 22ας Μαρτίου 


1821: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με 2.000 άνδρες καταλαμβάνει τους λόφους της Καλαμάτας προς τη Σπάρτη. Ο Παπαφλέσσας με τον Αναγνωσταρά και τον Σταματελόπουλο «πιάνουν» την άλλη πλευρά. Η πόλη βρίσκεται σε ελληνικό κλοιό. Την ίδια μέρα οι επαναστάτες μπαίνουν στην Πάτρα. Ο Ι. Παπαδιαμαντόπουλος και ο Ανδρέας Λόντος υψώνουν επαναστατική σημαία (κόκκινη με μαύρο σταυρό στη μέση). Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κατασκευάζει ξύλινο σταυρό, τον οποίο τοποθετεί στην Πλατεία Αγίου Γεωργίου. Στο σταυρό αυτό ορκίζονται οι επαναστάτες.
1875: Σοβαρά επεισόδια σημειώνονται έξω από το ξενοδοχείο Βυζάντιον στην Πλατεία Συντάγματος, ανάμεσα σε βουλευτές του πρωθυπουργού Δημήτριου Βούλγαρη, τους περίφημους Στηλίτες, και σε πολίτες που τους αποδοκιμάζουν γιατί παραβιάζουν το Σύνταγμα. Μεταξύ των πολιτών είναι και ο Ρόκκος Χοϊδάς, που έρχεται σε συμπλοκή με το βουλευτή Στάικο, με τον οποίο τελικά μονομαχεί και τραυματίζεται.
1930: Απεργία πείνας πραγματοποιούν όλοι οι κρατούμενοι στις φυλακές της Ελλάδας, λόγω κακής διατροφής.
1931: Πραγματοποιούνται τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Θεόδωρου Δηλιγιάννη στον περίβολο της ελληνικής Βουλής.
1935: Σε δίκη στη Νέα Υόρκη χρησιμοποιείται για πρώτη φορά ως αποδεικτικό στοιχείο το τεστ αίματος.
1941: Ηλεκτροδοτείται η Ουάσινγκτον από το υδροηλεκτρικό φράγμα Γκραντ Κούλι Νταμ.
1945: Με προτροπή του τότε Βασιλέως της Αιγύπτου Φαρούκ συστήνεται στο Κάιρο από επτά Αραβικές χώρες ο Αραβικός Σύνδεσμος.
1954: Επαναλειτουργεί η αγορά χρυσού του Λονδίνου, που είχε κλείσει από το 1939.Την ίδια μέρα, στο Μίσιγκαν των ΗΠΑ εγκαινιάζεται το πρώτο εμπορικό κέντρο του κόσμου.
1960: Οι Άρθουρ Σόλου και Τσαρλς Τάουνς πατεντάρουν το λέιζερ.
1963: Στη Βρετανία, ξεσπά το «σκάνδαλο Προφιούμο». Ο υπουργός Πολέμου, Τζον Προφιούμο, κατηγορείται ότι είχε σεξουαλικές σχέσεις με την επαγγελματία του είδους Κριστίν Κέλερ, η οποία διατηρούσε παράλληλο δεσμό με σοβιετικό διπλωμάτη στο Λονδίνο.
1982: Ψηφίζεται στη Βουλή των Ελλήνων νομοσχέδιο για τον πολιτικό γάμο.
1983: Με επιστολή, που φτάνει στη Γενική Ασφάλεια Αθηνών, η τρομοκρατική οργάνωση «Αντιτρομοκρατική Πάλη» αναλαμβάνει την ευθύνη της δολοφονίας του εκδότη της εφημερίδας «Βραδινή» Τζόρτζη Αθανασιάδη. Αλλά την επόμενη μέρα με προκηρύξεις της στην «Αυγή» και στην «Ελευθεροτυπία» η οργάνωση «Αντιστρατιωτική Πάλη» κατήγγειλε ως «προβοκάτσια» την «ανάληψη ευθύνης» και διαχώρισε πλήρως τη θέση της από τη δολοφονία.
1987: Αυτοκτονεί στο κελί του σε ηλικία 75 ετών ο Έλληνας στρατιωτικός Οδυσσέας Αγγελής, πρόσωπο - κλειδί για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Επί του καθεστώτος της Χούντας, διετέλεσε Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων και έλαβε τον τίτλο του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας στο πλαίσιο φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος των Συνταγματαρχών.
1994: Η ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ «η Λίστα του Σίντλερ» κερδίζει επτά βραβεία Οσκαρ.
2004: Νεκρός από πυρά ισραηλινών ελικοπτέρων πέφτει ο σεΐχης Αχμέντ Γιασίν, πνευματικός ηγέτης της Χαμάς, την ώρα που βγαίνει από τέμενος, μετά το τέλος της πρωινής προσευχής. Η κατάσταση που ακολουθεί τη δολοφονία του είναι εκρηκτική. Η διεθνής κοινότητα καταδικάζει την «εξωδικαστική δολοφονία» του Γιασίν, λέγοντας, πως τέτοιες τακτικές δεν αποτελούν λύση, αλλά κλιμακώνουν τη βία
2009: Πεθαίνει από καρκίνο η Τζέιν Γκούντι. Έγινε γνωστή από τη συμμετοχή της στο αγγλικό Big Brother ενώ στη συνέχεια συμμετείχε σε ένα συγκινητικό ντοκιμαντέρ για τη μάχη με την επάρατο νόσο.

Γεννήσεις

1599 - Άντονι βαν Ντάικ, Φλαμανδός ζωγράφος
1868 - Ρόμπερτ Μίλλικαν, Αμερικανός φυσικός, βραβείο Νόμπελ 1923
1909 - Γκαμπριέλ Ρουά, Καναδή συγγραφέας
1912 - Καρλ Μάλντεν, Αμερικανός ηθοποιός
1950 - Γκόραν Μπρέγκοβιτς, σέρβος συνθέτης
1976 - Ρις Γουίδερσπουν, Αμερικανίδα ηθοποιός

Θάνατοι

1758 - Τζόναθαν Έντουαρντς, Αμερικανός θεολόγος
1825 - Ιωάννης Π. Μαυρομιχάλης, αγωνιστής του '21
1832 - Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, Γερμανός ποιητής, πεζογράφος και νομικός
1840 - Ετιέν Μπομπιγιέ, Γάλλος μαθηματικός
1934 - Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, Έλληνας λαϊκός ζωγράφος
1994 - Γουόλτερ Λαντζ, Αμερικανός δημιουργός κινούμενων σχεδίων («Γούντυ ο Τρυποκάρυδος»)
2004 - Αχμέτ Γιασίν, θρησκευτικός ηγέτης των Παλαιστίνιων
2008 - Ισραέλ «Κατσάο» Λόπες, κουβανός μουσικός, που θεωρείται ο δημιουργός της μουσικής μάμπο
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Βασιλείου του Ιερομάρτυρος και Πρεσβυτέρου Άγκυρας.

  


Τη μνήμη του Αγίου Βασιλείου του Ιερομάρτυρος και Πρεσβυτέρου Άγκυρας τιμά σήμερα, 22 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Ο Άγιος Βασίλειος έζησε στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη (360-363). Τον κατήγγειλαν στον έπαρχο Σατουρνίνο, ότι ειρωνευόταν και κατηγορούσε τις ενέργειες του Ιουλιανού κατά της Εκκλησίας.
Τότε διατάχθηκε από τον έπαρχο να δηλώσει δημόσια άρνηση του Ιησού Χριστού. Ο πιστός Ιερέας χαμογέλασε στην απαίτηση αυτή του έπαρχου και δήλωσε ότι ή ζωή του όλη άνηκε στο Ευαγγέλιο και το Σωτήρα των ψυχών.
Όταν ο έπαρχος απείλησε ότι θα τον βασανίσει σκληρά αν δεν αρνηθεί το Χριστό, τότε αυτός απάντησε: «Πώς δε, ενόμισας ότι εγώ θα ήρνούμην τον Χριστόν, αφού και ο τελευταίος εκ των πιστευόντων εις Αυτόν λαϊκών της ενορίας μου, είναι πρόθυμος να χύση το αίμα του δια την αγίαν μας πίστιν;».
Ο Σατουρνίνος, τότε, τον βασάνισε και τον φυλάκισε. Μετά από μερικές ήμερες, πέρασε από την Άγκυρα ο Ιουλιανός. Πληροφορήθηκε για τον πρεσβύτερο Βασίλειο και διέταξε να τον φέρουν μπροστά του.
Άλλα διαπίστωσε ότι η πίστη του χριστιανού Ιερέα ήταν ακόμη ισχυρότερη. Τότε έδωσε διαταγή και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό τρόπο. Έτσι μαρτύρησε ο Άγιος Βασίλειος, το έτος 362 μ.Χ. και έλαβε το αμαράντινο στέφανο της δόξας του Θεού.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.Θείου Πνεύματος, τη επινεύσει, χρίσμα άγιον, ιεροσύνης, επαξίως υπεδέξω Βασίλειε, όθεν ως θύμα βασίλειον έθυσας, τω βασιλεί των αιώνων τους άθλους σου. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 22 Μαρτίου 2026

 

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 22 Μαρτίου 2026 – Ιωάννου Οσίου του συγγραφέως της Κλίμακος(Δ΄ Κυριακή των Νηστειών)

Ευαγγ. Ανάγνωσμα


(ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 17 – 31
)

 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρὸς σέ, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.  καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν.  ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· Ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων.  καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν.  καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ·

Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι.  καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.  ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν.  καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτόν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν.  ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη.  Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτόν κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό.  καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.  Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ·  ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Απόδοση σε απλή γλώσσα:

(ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 17 – 31)

 Καὶ ἀπεκρίθη ἕνας ἀπὸ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ εἶπε· Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τὸν υἱόν μου, ποὺ ἔχει καταληφθῇ ἀπὸ πνεῦμα πονηρόν, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐπῆρε καὶ τὴν λαλιάν.  Καὶ εἰς ὅποιο μέρος τὸν πιάσῃ, τὸν ρίπτει κάτω καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τὰ δόντια του καὶ γίνεται ξηρὸς καὶ ἀναίσθητος. Καὶ εἶπα εἰς τοὺς μαθητάς σου νὰ τὸ βγάλουν καὶ δὲν ἠμπόρεσαν.  Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη εἰς αὐτὸν καὶ εἶπεν· Ὦ γενεά, ποὺ τόσα θαύματα εἶδες καὶ εἶσαι ἀκόμη ἄπιστος, ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θὰ σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε τόν μου ἐδῶ. Καὶ τὸν ἔφεραν εἰς αὐτόν.  Καὶ ὅταν τὸ πονηρὸν πνεῦμα εἶδε τὸν Ἰησοῦν, ἀμέσως ἐτάραξε μὲ σπασμοὺς τὸν νέον, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἔπεσεν ἐπὶ τῆς γῆς, ἐκυλίετο καὶ ἔβγαζεν ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα.  Καὶ ἠρώτησεν ὁ Κύριος τὸν πατέρα του· Πόσος καιρὸς εἶναι ἀφ’ ὅτου τοῦ συνέβη τοῦτο; Ἐκεῖνος δὲ εἶπεν· Ἀπὸ μικρὸ παιδί.  Καὶ πολλὲς φορὲς τὸν ἔρρινε καὶ εἰς φωτιὰ καὶ εἰς νερά, διὰ νὰ τὸν θανατώσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν μπορῇς νὰ κάμῃς τίποτε, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας.  Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε τοῦτο· Ἐὰν ἠμπορῇς σὺ νὰ πιστεύσῃς, ὅλα εἶναι δυνατὰ εἰς ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει.  Καὶ ἀμέσως ἐφώναξεν ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μὲ δάκρυα καὶ εἶπε· Πιστεύω, Κύριε, ὅτι ἔχεις τὴν δύναμιν νὰ μὲ βοηθήσῃς. Βοήθησέ με νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ τὴν ὀλιγοπιστίαν μου καὶ ἀναπλήρωσε σὺ τὴν ἔλλειψιν τῆς πίστεώς μου.  Ὅταν δὲ εἶδεν ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ἔτρεχεν ἐκεῖ καὶ ἐμαζεύετο πολὺς λαός, ἐπέπληξε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον καὶ εἶπεν εἰς αὐτό· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κουφόν, ἐγὼ σὲ διατάσσω, ἔβγα ἀπὸ αὐτὸν καὶ μὴν ἔμβῃς πλέον εἰς αὐτόν.  Καὶ ἀφοῦ ἐφώναξε τὸ πονηρὸν πνεῦμα καὶ τὸν ἐσπάραξε πολύ, ἐβγῆκε. Καὶ ἔγινεν ὁ νέος σὰν νεκρός, ὥστε ἔλεγαν πολλοί, ὅτι ἀπέθανε.  Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἀφοῦ τὸν ἔπιασεν ἀπὸ τὸ χέρι, τὸν ἐσήκωσε καὶ ἐκεῖνος ἐστάθη ὄρθιος.  Καὶ ὅταν ὁ Κύριος ἐμβῆκεν εἰς κάποιο σπίτι, τὸν ἠρώτων ἰδιαιτέρως οἱ μαθηταί του· Διατὶ ἡμεῖς δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ βγάλωμεν τὸ πονηρὸν πνεῦμα;  Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· Αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ δαιμονίου δὲν βγαίνει μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μὲ προσευχὴν συνοδευομένην καὶ μὲ νηστείαν, ὥστε ἡ προσευχὴ νὰ γίνεται μὲ διάνοιαν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφροτέραν καὶ περισσότερον προσηλωμένην εἰς τὸν Θεόν.  Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκαν ἀπ’ ἐκεῖ, ἐπήγαιναν ἀθόρυβα διὰ τῆς Γαλιλαίας ἀκολουθοῦντες τὴν δυτικὴν ὄχθην τοῦ Ἰορδάνου. Καὶ δὲν ἤθελε νὰ τοὺς μάθῃ κανείς, ὅτι διέβαιναν. Τοῦτο δὲ διότι ἤθελε νὰ εἶναι μόνος του μετὰ τῶν μαθητῶν του, τοὺς ὁποίους συστηματικῶς πλέον ἐδίδασκε καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, παραδίδεται μετ’ ὀλίγον εἰς τὰ χέρια ἀνθρώπων, καὶ θὰ τὸν θανατώσουν, καὶ ἀφοῦ θανατωθῇ, τὴν τρίτην ἡμέραν ἀπὸ τοῦ θανάτου του θὰ ἀναστηθῇ.

1. «Ἂν μπορεῖς νὰ πιστέψεις, μπορεῖς τὰ πάντα»

Ἕνα οἰκογενειακὸ δράμα ξετυλίχθηκε μπροστὰ στὰ μάτια μας στὸ σημερινὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα: Ἕνας πατέρας ἔφερε στὸν Κύριο τὸν σεληνιαζόμενο γιό του. Οἱ μαθητὲς δὲν εἶχαν κατορθώσει νὰ τὸν θεραπεύσουν. Ἀπελπισμένος ἀπὸ ὅποια ἄλλη βοήθεια ἀπευθύνεται τώρα σ᾿ Ἐκεῖνον:

–«Εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ᾿ ἡμᾶς». Ἂν μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι, λυπήσου μας καὶ βοήθησέ μας.

«Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάν­τα δυνατὰ τῷ πιστεύον­τι». Ὁ Κύριος τοῦ εἶ­πε τὸν ἑξῆς πο­λὺ σημαν­τι­κὸ καὶ ἀξιομνημόνευτο λόγο:

–Ἂν μπορεῖς ἐσὺ νὰ πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ πιστεύει.

Δηλαδὴ ὁ Κύριος διορθώνει τὸν ὀλιγόπιστο πατέρα. Ὄχι ἂν μπορῶ· ὅλα μπορῶ νὰ τὰ κάνω. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ποιὰ εἶναι ἡ δική μου δύναμη, ἀλλὰ ποιὰ εἶναι ἡ δική σου πίστη, ὥστε νὰ ἐνεργήσει ἡ παντοδυναμία μου στὴ ζωή σου.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξία τῆς πίστεως: «πάν­τα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Ὅποιος πιστεύει, ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ κατορθώσει διὰ τῆς πίστεως. Ἂς ἀνοίξουμε λοιπὸν τὶς καρδιές μας στὸν Κύριο. Ἂς Τοῦ δώσουμε ὅλη τὴν ἐμπιστοσύνη μας. Ἂς μὴ μᾶς χωρίζει καμία ἀμφιβολία, καμία ἐπιφύλαξη ἀπὸ Ἐκεῖνον. Διότι εἶναι ὁ πιὸ ἀξιόπιστος, εἶναι ὁ Θεός μας. Πίστη στὸν Θεό, γιὰ νὰ ζοῦμε τὸ θαῦμα τῆς θείας παρουσίας καὶ τῆς θείας δυνάμεως στὴ ζωή μας.

2. «Βοήθησέ με νὰ πιστέψω»

Τί ἀπάντησε ὁ ταλαίπωρος πατέρας στὸν λόγο τοῦ Κυρίου; Φώναξε μὲ δάκρυα:

–«Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Πιστεύω, Κύριε. Βοήθησέ με, ν᾿ ἀ­παλλαγῶ ἀπὸ τὴν ὀλιγοπιστία μου, καὶ ἀναπλήρωσε Ἐσὺ τὴν ἔλλειψη τῆς πίστεώς μου.

Θαυμάσια ἡ ἐπίκληση τοῦ πο­νεμένου αὐ­τοῦ πατέρα· κραυ­γὴ πίστεως καὶ ὀλιγοπιστίας. Εἶναι ἡ δέηση τοῦ ὀ­λι­γόπιστου ποὺ θέλει νὰ ἔλθει στὴν πίστη· ἡ πιὸ κατάλληλη προσ­ευχὴ γιὰ ὅσους δὲν ἔχουμε δυνατὴ πίστη. Ἔτσι νὰ λέμε κι ἐμεῖς: Ναί, Κύριε, πιστεύω· πιστεύω στὴν ἀγάπη Σου, πιστεύω στὴ δύναμή Σου. Ἀλλὰ ἡ πίστη μου δὲν εἶναι δυνατὴ καὶ ἀκλόνητη. Βοήθησέ με, ἀναπλήρωσε τὸ ἔλλειμμα τῆς πίστεώς μου. Αὔξησέ την, ἐνίσχυσε, στερέωσέ την.

3. Ὁ Κύριος τῶν πάντων

Ὁ Κύριος μετὰ τὴ συγκινητικὴ πατρικὴ ἱκεσία ἐνεργεῖ τὸ θαῦμα:

–Πονηρὸ πνεῦμα ποὺ κατέστησες τὸ παιδὶ κωφάλαλο, «ἐγώ σοι ἐπιτάσσω», βγὲς ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ μὴν ξαναμπεῖς ποτὲ πιὰ σὲ αὐτό.

Τότε τὸ δαιμόνιο, ἀφοῦ ἔβγαλε φοβερὴ κραυγὴ καὶ σπάραξε πολὺ τὸν νέο, βγῆκε ἀπὸ αὐτόν.

«Ἐγώ σοι ἐπιτάσσω». Ποιός διέταξε; Ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Δημιουργὸς καὶ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, τῆς ὁρατῆς καὶ τῆς ἀόρατης Δημιουργίας, στὸ πρόσταγμα τοῦ Ὁποίου κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθεῖ. Αὐτὸς πρόσταξε, καὶ τὸ φοβερὸ δαιμόνιο ἔφριξε καὶ ἐγκατέλειψε τὸν νέο.

Ἂς μὴ μᾶς φοβίζουν λοιπὸν οἱ δυνάμεις τοῦ σκότους, οἱ δαίμονες καὶ τὰ ὄργανά τους. Εἶναι ὄντως ἀπαίσια καὶ ἀποτρόπαια τὰ ἔργα τους καὶ ἔντονη ἡ δραστηριότητά τους μέσα στὴν ἀποστατημένη κοινωνία μας. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀλήθεια ὅτι πάνω ἀπὸ ὅλους βρίσκεται ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ποὺ προνοεῖ γιὰ ὅλους. Ἐὰν καταφεύγουμε σ᾿ Ἐκεῖνον μὲ πίστη, δὲν ἔχουμε νὰ φοβηθοῦμε τίποτε. Τὸν ἑαυτό μας νὰ φοβόμαστε, μήπως μὲ τὴν τυχὸν ἀμέλεια καὶ τὶς ἁμαρτίες μας δώσουμε δικαιώματα στὸν ἐχθρὸ τῆς ψυχῆς μας. Ἐὰν ὅμως ζοῦμε κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἐὰν εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του καὶ παραμένουμε μέσα στὴ μάνδρα τῆς Ἐκκλησίας Του, ὅπου δὲν μποροῦν νὰ μποῦν οἱ νοητοὶ λύκοι δαίμονες, εἴμαστε ἀπόλυτα ἀσφαλεῖς.

4. Προσευχὴ καὶ νηστεία

Ὅταν ἀποσύρθηκε ὁ Κύριος σὲ κάποιο σπίτι, Τὸν ρώτησαν ἰδιαιτέρως οἱ μαθητὲς γιατί οἱ ἴδιοι δὲν μπόρεσαν νὰ βγάλουν τὸ δαιμόνιο. Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε:

–«Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ». Αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ δαιμονίου δὲν βγαίνει μὲ κανέναν ἄλλον τρόπο παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία.

Ἐμεῖς βέβαια δὲν ἔχουμε νὰ βγάλουμε δαιμόνια· ἔχουμε ὅμως πάθη ποὺ πρέπει νὰ νεκρώσουμε. Καὶ ἰδιαίτερα αὐτὴ τὴν περίοδο ποὺ διανύουμε, τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καλούμαστε νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὰ τὰ δύο ὅπλα, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, τὰ ὁποῖα, ὅταν συνδυάζονται, ἔχουν πολὺ μεγαλύτερη δύναμη. Διότι ἡ νηστεία βοηθάει τὴν προσευχή. Μὲ τὴ νηστεία ὁ νοῦς μπορεῖ νὰ συγκεντρωθεῖ πιὸ εὔκολα καὶ νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὸν Θεό. Ἀντίθετα τὰ πολλὰ καὶ ὡραῖα φαγητὰ ἀποχαυνώνουν τὸν ἄνθρωπο, διεγείρουν τὶς κατώτερες ὁρμὲς τοῦ σώματος καὶ σκοτίζουν τὸν νοῦ.

Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ αὐξάνει συνεχῶς τὴν πίστη μας καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ ὁλοκληρώσουμε αἰσίως καὶ καρποφόρως τὸν ἀγώνα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 22 Ἀπριλίου 2026

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ϛ´ 13 – 20)

 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ  λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε·  καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας· ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος·  ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ,  ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος·  ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος,  ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ϛ´ 13 – 20)

 Ὠρισμένως δὲ αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ Θεοῦ θὰ πραγματοποιηθοῦν, διότι ὅταν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τὰς ἐπαγγελίας εἰς τὸν Ἀβραάμ, ὡρκίσθη, ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ ταύτας. Καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε κανένα μεγαλύτερόν του ὁ Θεός, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ὁρκισθῇ, ὡρκίσθη εἰς τὸν ἑαυτόν του  καὶ εἶπε· Ναί, ἀληθῶς θὰ σὲ εὐλογήσω μὲ τὸ παραπάνω καὶ θὰ πληθύνω πάρα πολὺ τοὺς ἀπογόνους σου.  Καὶ ἀφοῦ ἔτσι ἔλαβεν ὑπόσχεσιν ὁ Ἀβραὰμ καὶ ἐπερίμενε μὲ ὑπομονὴν ἐπὶ χρόνους ἀρκετούς, ἐπέτυχε τὴν εὐλογίαν, ποὺ τοῦ ὑπεσχεθη ὁ Θεός, ὅσον ἐσχετίζετο αὕτη πρὸς τὸν ἐπίγειον βίον. Εἶδε δηλαδὴ ὁ Ἀβραὰμ ἀπόγονον ἐκ τῆς Σάρρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐπληθύνθησαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ πατριάρχου εἰς ἔθνος μέγα.  Καὶ ὡρκίσθη ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἑαυτόν του, διότι οἰ μὲν ἄνθρωποι ὁρκίζονται εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους καὶ ὁ ὅρκος γίνεται ἀπὸ αὐτούς, διὰ νὰ δοθῇ τέλος καὶ παῦσις εἰς πᾶσαν μεταξύ των ἀντιλογίαν καὶ ἀμφισβήτησιν πρὸς βεβαίωσιν τῶν λεγομένων.  Δι’ αὐτό, ἐπειδὴ μὲ τὸν ὅρκον ἀποκλείεται κάθε ἀμφιβολία καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ δείξῃ καθαρὰ καὶ μὲ μεγαλυτέραν βεβαιότητα εἰς ἐκείνους, ποὺ θὰ ἐκληρονόμουν τὰς ἐπαγγελίας, ὅτι ἦτο ἀμετάκλητος καὶ ἀμετάθετος ἡ ἀπόφασίς του νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα ὑπεσχέθη, ἐδέχθη ἀπὸ ἄκραν συγκατάβασιν καὶ ἀγαθότητα νὰ μεσολαβήσῃ ὅρκος εἰς τοὺς λόγους του.  Καὶ ἐδέχθη τὴν μεσολάβησιν τοῦ ὅρκου, ὥστε μὲ δύο πράγματα στερεὰ καὶ ἀμετακίνητα, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόσχεσίν του καὶ μὲ τὸν ὅρκον του, εὶς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ψευσθῇ ὁ Θεός, νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς ποὺ κατεφύγαμεν εἰς αὐτόν, μεγάλην ἐνθάρρυνσιν καὶ προτροπὴν καὶ στήριγμα διὰ νὰ κρατήσωμεν τὴν ἐλπίδα, ποὺ εὑρίσκεται ἐμπρός μας.  Ταύτην τὴν ἐλπίδα ἔχομεν σὰν ἄγκυραν τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς κινδύνους καὶ εἶναι βεβαία καὶ ἀμετακίνητος καὶ εἰσέρχεται εἰς τὸν οὐρανόν, τὸν ὁποῖον εἰκονίζει ὁ ἱερὸς τόπος τῆς σκηνῆς καὶ τοῦ ναοῦ, ποὺ ἐξετείνετο πάρα μέσα ἀπὸ τὸ καταπέτασμα καὶ ἐλέγετο Ἅγια Ἁγίων.  Ἐκεῖ, εἰς τὸν οὐρανὸν πρόδρομος χάριν ἠμῶν, διὰ νὰ μᾶς ἀνοίξῃ τὸν δρόμον καὶ μᾶς ἑτοιμάσῃ τόπον, ἐμβῆκεν ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη Ἀρχιερεὺς ὄχι προσωρινός, ἀλλ’ αἰώνιος κατὰ τὴν τάξιν τοῦ Μελχισεδέκ.

1. Ο ΑΒΡΑΑΜ

Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς μεταφέρει στὴν συγκλονιστικὴ ἐκείνη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔδωσε τὶς μεγάλες ὑποσχέσεις του στὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ εἶπε: Θὰ σὲ εὐλογήσω πλούσια, θὰ πληθύνω τοὺς ἀπογόνους σου σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης καὶ θὰ σοῦ χαρίσω τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν Παλαιστίνη. Καὶ γιὰ νὰ τὸν βεβαιώσῃ γι’ αὐτὲς τὶς ἐπαγγελίες ἔδωσε ὅρκο ὅτι θὰ τὶς πραγματοποιήσῃ. Κι ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε τίποτε μεγαλύτερο στὸ ὁποῖο νὰ ὁρκισθῇ, ὡρκίσθηκε στὸν ἑαυτό του.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἄκουσε τὶς ἔνορκες θεϊκὲς ὑποσχέσεις ὁ Ἀβραὰμ περίμενε χρόνια πολλὰ μὲ ὑπομονὴ νὰ τὶς δῆ νὰ ἐκπληρώνωνται. Καὶ δοκιμάσθηκε πολὺ σκληρά. Περίμενε, καὶ ἐκπλήρωσι δὲν ἔβλεπε. Ὅμως δὲν ἔχανε τὴν πίστι του. Πίστευε ἀκλόνητα στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα σημάδι ἐλπίδος. Ἀντίθετα ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, φαινόταν ἀδύνατο αὐτὲς νὰ ἐκπληρωθοῦν. Τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἡ Σάρρα, ποὺ ἦταν στεῖρα, εἶχε γίνει πλέον γερόντισσα. Καὶ καθὼς δὲν ἀποκτοῦσε παιδιά, οἱ ὑποσχέσεις γιὰ ἀπογόνους φαίνονταν οὐτοπικὲς καὶ οἱ ἐλπίδες ἀνεκπλήρωτες. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀρ-γότερα στὰ γεράματά του ὁ Ἀβραὰμ εἶδε τὴν ἀρχὴ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν θείων ἐπαγγελίων, καθὼς γεννήθηκε ὁ Ἰσαάκ, ἡ πίστι του δοκιμάσθηκε πολὺ περισσότερο. Διότι τὸν κάλεσε ὁ Θεὸς νὰ θυσιάσῃ αὐτὸ τὸ μονάκριβο γυιό τους. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ὑπάκουσε καὶ προχώρησε στὴν θυσία ἔχοντας ἀκράδαντη βεβαιότητα στὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ ἀποδείκνυε αὐτὸ σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Διότι ἐνῶ ἦταν πολὺ πλούσιος, δὲν ἔμενε σὲ παλάτια ἀλλὰ σὲ σκηνές, ἀναμένοντας τὴν ἐκπλήρωσι τῶν ἐπαγγελιῶν, καὶ αὐτῶν ποὺ ἀφοροῦσαν τὰ ἐπίγεια καὶ αὐτῶν ποὺ ἀφοροῦσαν τὰ ἐπουράνια.

Ὁ Ἀβραὰμ κάποτε ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ δὲν εἶδε τὴν ἐκπλήρωσι ὅλων τῶν θείων ὑποσχέσεων. Κατὰ τὸ διάστημα ὅμως τῆς προσμονῆς φανέρωσε μιὰ πίστι ἀξιοθαύμαστη καὶ πρωτοφανῆ. Καὶ μᾶς διδάσκει νὰ μάθουμε κι ἐμεῖς κατὰ τὶς δύσκολες περιόδους τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσουμε ἀσφαλῶς στὴ ζωή μας, νὰ μὴ χάνουμε τὴν πίστι μας. Νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δίπλα μας καὶ θὰ μᾶς δώσῃ κατὰ τὸ θέλημά του αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε στὴν κατάλληλη στιγμὴ ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε. Μόνον μὲ τέτοια πίστι καὶ ὑπομονὴ θὰ δοῦμε τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐκπληρώνωνται καὶ στὴ δική μας ζωή.

2. Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ

Ὁ θεῖος Παῦλος κατόπιν μᾶς λέγει ὅτι οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ δὲν δόθηκαν μόνο στὸν Ἀβραὰμ καὶ στοὺς ἀπογόνους του, τοὺς Ἰσραηλῖτες, ἀλλὰ καὶ στὸν νέο Ἰσραήλ, ὅλους δηλαδὴ τοὺς Χριστιανούς. Κληρονόμοι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ ἦταν γιὰ τὰ ἐπίγεια ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅμως γιὰ τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ αἰώνια ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὅλοι οἱ πιστοὶ ποὺ γεννηθήκαμε σὲ νέα ζωὴ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα γίναμε παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ κληρονόμοι τῶν οὐρανίων ἐπαγγελιῶν. Ὁ Θεὸς ὑπόσχεται πλέον στὸν καθένα μας ὄχι τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ἀλλὰ τὴν ἐπουράνια γῆ, τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ θεῖος Παῦλος μᾶς καλεῖ νὰ κρατήσουμε σταθερὰ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ τοῦ Παραδείσου. Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα, λέγει, τὴν ἔχουμε σὰν ἀμετακίνητη ἄγκυρα τῆς ψυχῆς μας, διότι δὲν εἶναι στερεωμένη σὲ κάποιο πυθμένα τῆς θάλασσας ἀλλὰ στὸν οὐρανό. Τί ὅμως σημαίνει αὐτό;

Ὅλοι οἱ πιστοὶ στὸν κόσμο αὐτὸ βρισκόμαστε σὰν πλοῖα μέσα στὸν ὠκεανὸ καὶ πορευόμαστε γιὰ τὸ αἰώνιο λιμάνι τοῦ οὐρανοῦ. Ὅμως ἡ θάλασσα τῆς ζωῆς αὐτῆς εἶναι τόσο φουρτουνιασμένη ποὺ ὧρες – ὧρες αἰσθανόμαστε τὴν τρικυμία νὰ κλυδωνίζῃ καὶ νὰ ἀναταράσσῃ τὸ σκάφος τῆς ζωῆς μας. Κι ἐμεῖς ἀπὸ τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων τρέμουμε μὴ ναυαγήσουμε, μὴ διαλυθοῦμε πάνω στὰ βράχια, μὴ χάσουμε τὴν ψυχή μας, μὴ χάσουμε τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ δὲν βουλιάζουμε, δὲν ναυαγοῦμε, διότι ἔχουμε ἄγκυρα ἐλπίδας. Καὶ ἡ ἄγκυρά μας αὐτὴ δὲν κρατιέται σὲ ἀμμώδη βυθὸ τῆς θάλασσας. Ἀλλὰ ἔχει ριφθῆ καὶ στερεωθῆ στὸν πλέον ἀδιάσειστο βράχο. Εἶναι στερεωμένη ἀκλόνητα στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Διότι ὁ Χριστός μας εἰσῆλθε μὲ τὴν Ἀνάληψί του ἐκεῖ στὸ οὐράνιο λιμάνι πρῶτος γιὰ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐμᾶς ποὺ θὰ ἀκολουθήσουμε. Δὲν εἴμαστε λοιπὸν πλοῖα ἀκυβέρνητα. Ἔχουμε κυβερνήτη τῆς ζωῆς μας τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ καταποντισθοῦμε· πηδαλιουχεῖ τὴν ζωή μας καὶ θὰ μᾶς πάρη κι ἐμᾶς μαζί του στὴν Βασιλεία του.

Μὴ φοβώμαστε λοιπόν. Μπορεῖ νὰ βρισκώμαστε ἀκόμη στὴ θάλασσα τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἔχουμε ὅμως μέσα στὸ οὐράνιο λιμάνι τὴν ἄγκυρά μας. Ὅσοι ἄνεμοι κι ἂν μᾶς ἀπειλοῦν καὶ μᾶς θαλασσοδέρνουν, ὁ Χριστὸς κρατάει καλὰ στερεωμένη τὴν ἄγκυρά μας στὸν οὐρανό. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι νὰ κρατοῦμε κι ἐμεῖς γερὰ αὐτὴν τὴν ἄγκυρα σ’ ὅλη τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, νὰ τὴν ἔχουμε δεμένη στὸ πλοιάριο τῆς ζωῆς μας, ὥστε νὰ μὴ μᾶς φύγῃ καὶ τὴν χάσουμε. Διότι αὐτὴ θὰ πλοηγήσῃ καὶ τὸ πλοιάριο τῆς ζωῆς μας στὸ οὐράνιο λιμάνι.

πηγή: ο Σωτήρ

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτάζοντες την 22αν του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  22αν του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ιερομάρτυρας Πρεσβύτερος Άγκυρας

  • Η ΑΓΙΑ ΔΡΟΣΙΔΑ και οι μαζί μ' αυτήν πέντε ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ

  • ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΗ (και κατ' άλλους Καλλίνικος) και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ο Πελοποννήσιος

 

 

 

Αναλυτικά

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ιερομάρτυρας Πρεσβύτερος Άγκυρας
Έζησε στα χρόνια του Ιουλιανού του Παραβάτη (360-363). Τον κατήγγειλαν στον έπαρχο Σατουρνίνο, ότι κατηγορούσε τις ενέργειες του Ιουλιανού κατά της Εκκλησίας. Τότε διατάχθηκε από τον έπαρχο να δηλώσει δημόσια άρνηση του Ιησού Χριστού. ο πιστός Ιερέας χαμογέλασε στην απαίτηση αυτή του έπαρχου και δήλωσε ότι ή ζωή του όλη άνηκε στο Ευαγγέλιο και το Σωτήρα των ψυχών. Όταν ο έπαρχος απείλησε ότι θα τον βασανίσει σκληρά αν δεν αρνηθεί το Χριστό, τότε αυτός απάντησε: "Πώς δε, ενόμισας ότι εγώ θα ήρνούμην τον Χριστόν, αφού και ο τελευταίος εκ των πιστευόντων εις Αυτόν λαϊκών της ενορίας μου, είναι πρόθυμος να χύση το αίμα του δια την αγίαΝ μας πίστιν;". Ο Σατουρνίνος, τότε, τον βασάνισε και τον φυλάκισε. Μετά από μερικές ήμερες, πέρασε από την Άγκυρα ο Ιουλιανός. Πληροφορήθηκε για τον πρεσβύτερο Βασίλειο και διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Άλλα διαπίστωσε ότι ή πίστη του χριστιανού Ιερέα ήταν ακόμη ισχυρότερη. Τότε έδωσε διαταγή και τον θανάτωσαν με μαρτυρικό τρόπο.


Απολυτίκιο. Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, τη έπινεύσει, χρίσμα άγιον, ιεροσύνης, επαξίως ύπεδέξω Βασίλειε· όθεν ως θύμα βασίλειον έθυσας, τω βασιλεί των αιώνων τους άθλους σου. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημιν το μέγα έλεος.


Η ΑΓΙΑ ΔΡΟΣΙΔΑ και οί μαζί μ' αυτήν πέντε ΚΑΝΟΝΙΚΕΣ
Στο τέλος της προς Φιλιππησίους επιστολής του, ο Παύλος στέλνει εν Χριστώ ασπασμούς και από τους εκ της Καισαρος οικίας. Φαίνεται απ' αυτό ότι κατά την πρώτη διαμονή του στη Ρώμη, κατόρθωσε να φέρει στη χριστιανική πίστη και από το προσωπικό των ανακτόρων. Αυτή τη γνώμη έχει ο Λατίνος Ιερώνυμος, και το ρωμαϊκό μαρτυρολόγιο αναφέρει μάρτυρες και από το περιβάλλον των Καισάρων. Κάτι τέτοιο έγινε και επί αυτοκράτορας Τραϊανού (99-117 μ.Χ.). Ένας όμιλος πέντε Κανονικών, δηλαδή παρθένων αφιερωμένων στο Χριστό δια εκκλησιαστικής κούρας, μπόρεσαν να φέρουν στη χριστιανική πίστη και τη θυγατέρα του Τραϊανού, Δροσίδα. Και οι μεν Κανονικές πέθαναν με μαρτυρικό θάνατο, τη δε Δροσίδα, αφού έφυγε νύκτα από τα ανάκτορα, την έκρυψαν χριστιανοί, και ή ψυχή της πήγε στο Θεό, ενώ προσευχόταν, μετά οκτώ ήμερες.


ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΗ (και κατ' άλλους Καλλίνικος) και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Ό Σ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ στο ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ του επί λέξει, γράφει: ΟΙ έντυποι Συναξαρισταί και τα Μηναία και πολλοί των Κωδίκων κατά την 2αν (και 21ην) Μαρτίου σημειούσι* "τη αύτη ήμερα αϊ άγιοι μάρτυρες Καλλίνικη και Βασίλισσα ξίφει τελειοϋνται", άνευ τινός σχετικού υπομνήματος άλλ' οι Κώδικες της Πετρουπόλεως (200), του Όξονίου (Τ. III, 16), της Βιέννης (Theol.gr. 300) και ο της Λαύρας Ι 70 Καλλίνικον όνομάζουσι την Καλλινίκην: "τη αύτη ήμερα άθλησις των αγίων μαρτύρων Καλλινίκου και Βασιλίσσης". ο δε της Λαύρας Ι 70 συνοδεύει (αυτός και μόνος) την μνήμην αυτών και δι' υπομνήματος, το όποιον παραθέτω ως έχει: "Ούτοι δια την του Χριστού όμολογίαν παρέστησαν τω άρχοντι της πόλεως και τον Χριστόν Θεόν είναι ώμολόγησαν ο δε άρχων κολακευτικοΐς τισι ρήμασι τούτους μεταβαλεΐν από της αυτών πίστεως μετεχειρίζετο· ως ούν άνένδοτον αυτόν έώρα τόν άγιον Καλλίνικον, πρώτον ράβδοις τύψας και εν ξύλω μετεωρίσας έπεχείρει ξέειν αυτού τάς σάρκας· ή δε Βασίλισσα απελθούσα, του αίματος τάς ρανίδας άπολαβούσα κατησπάζετο' ο δε άρχων και ταύτην κελεύσας συνδεθήναι μετά του αγίου Καλλινίκου μυρίοις ποιναΐς και βασάνοις αυτούς έκδέδωκεν είτα εν είρκτη κατακλείει αυτούς, ένθα έπιστάς θείος άγγελος τροφήν αύτοίς ούράνιον προσήνεγκε, οι και ηύφράνθησαν τα μέγιστα· τη [δε] έώθεν καθήσας ο άρχων εξήγαγε τους αγίους από της φυλακής και μη πεισθέντας προσελθείν τω αυτού θελήματι ξίφει τάς κεφάλας αυτών άπέτεμε και ούτως έπληρώθη αυτών ή μαρτυρία".
Καλλινίκην τέμνουσι συν Βαοιλίσση τάς καλλινίκους και πόλου βασιλίδας.
[Προφανώς ο ποιήσας το δίστιχον είχεν ύπ' όψιν την Καλλινίκην μάρτυρα ως και το δίστιχον άρχεται: Καλλινίκην τέμνουσι συν Βασιλίσση. Εν τω Βιενναίω Κωδ. (Theol.gr.300) ή μνήμη κατά την 21ην Μαρτίου].

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ο Πελοποννήσιος
Καταγόταν από πλούσια οικογένεια της Δημητσάνας και ονομαζόταν Ελευθέριος. Εκπαιδεύτηκε στη σχολή της πόλης του και συμπλήρωσε με τον αδελφό του Ιωάννη τίς σπουδές του στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης, και έπειτα πήγαν μαζί στο Ιάσιο, όπου βρισκόταν ο πατέρας τους μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια τους Γεώργιο και Χρήστο. Εκεί ο Ελευθέριος αποφάσισε να πάει στο Άγιο Όρος για να γίνει μοναχός, επειδή όμως δεν μπόρεσε λόγω ειδικών συνθηκών, πήγε στο Βουκουρέστι, όπου παρέμεινε κοντά σ' έναν Γάλλο πρόξενο και κατόπιν κοντά σ' έναν Ρώσο ανώτερο υπάλληλο. Αργότερα προσκολλήθηκε κοντά σε κάποιους Τούρκους και στο δρόμο για την Κων/πολη, εξισλαμίστηκε και ονομάστηκε Ρεσίτης. Αμέσως μετά την περιτομή, ο Ελευθέριος κατάλαβε το άνοσιούργημά του και ζητούσε την ευκαιρία να επανέλθει στην πατρώα πίστη. Στην Κων/πολη, ή Ρώσικη πρεσβεία τον διευκόλυνε να φύγει στο Άγιο Όρος, όπου συνάντησε τον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε' , στον όποιο και εξομολογήθηκε την αποστασία του. Με μετάνοια και μετά από πολλή νηστεία, αγρυπνία και προσευχή, εκάρη μοναχός με το όνομα Ευθύμιος. Αργότερα με τη συνοδεία του μοναχού Γρηγορίου, στις 19 Μαρτίου 1814, ήλθε στον Γαλατά της Κων/πολης. Αφού μετάλαβε, έβγαλε τη μοναχική ενδυμασία, έβαλε τούρκικη και με την ευχή του συνοδού του Γρηγορίου, βάδισε για το μαρτύριο. Αυτά έγιναν την Κυριακή των Βαΐων. Παρουσιάστηκε στον Βεζίρη Ρουσούτ πασά και αφού καταπάτησε μπροστά του το τούρκικο φέσι του, ομολόγησε ότι είναι Χριστιανός και ότι ή θρησκεία του Μωάμεθ είναι μια μεγάλη απάτη. Τότε βασανίστηκε φρικτά και κλείστηκε στη φυλακή. Δύο φορές ακόμα οδηγήθηκε μπροστά στον κριτή, μήπως και αλλάξει γνώμη, ο Ευθύμιος όμως στάθηκε σταθερός και αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε στις 22 Μαρτίου 1814 τον αποκεφάλισαν. 01 συμπατριώτες του, για να τον τιμήσουν, έκαναν ναό στο όνομα του μαζί με αυτό του εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε' στη Δημητσάνα.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα