Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Νύσταξες άστρο μου...φεγγάρι μου.

 



Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ..."Τῆς Δασκάλας τὰ μάτια".


 Μικρά διηγήματα

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Μεγάλο θάμα ἔγινε, εἰς ὅλη τὴ γειτονιά ―καὶ εἰς ὅλο τὸ χωριὸ μάλιστα― ἕνα Σάββατον πρωί, καθὼς ἐπῆγεν ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, συνοδευομένη καὶ ἀπὸ τὴν μικρὰν ὑπασπιστίναν της, τὸ Οὐρανιώ, τὸ θυγάτριον τοῦ Παναγῆ τοῦ Κυραντώνη, διὰ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρταν τοῦ Σχολειοῦ· ἡ μικρὰ ὑπασπίστρια ἐπροπορεύετο κρατοῦσα ἕνα κομψὸν κουτί, καὶ δύο τυλιγμένα ἐργόχειρα, ἔκαμνε χαριτωμένους μορφασμοὺς καὶ τσακίσματα, εἶχε τὴν ξανθὴν πλεξίδα της λοξὰ πρὸς τὸ ἕνα αὐτί, κ᾿ ἦτον ὅλη μειδίαμα καὶ χάρις, ὥστε ἡ μὲν μυτίτσα της ἐγίνετο πλακαρὴ* καὶ σχεδὸν ἐξηλείφετο ἀπὸ τοὺς δύο μορφασμοὺς καὶ τ᾿ αὐλακάκια τὰ σχηματιζόμενα ἑκατέρωθεν, ἀπὸ τὸ πτερύγιον τῆς ρινὸς ἕως τὰ κάτω βλέφαρα, καὶ τὰ ματάκια της μισοκλεισμένα ἐτόξευαν ὑγρὸν σπινθῆρα· ἡ δασκάλισσα, χλωμή, μὲ παιδικὸν πρόσωπον, λευκοφορεμένη, καθὼς καὶ ἡ μικρὰ συνοδός της, ἀναδεδεμένη τὸν στέφανον τῆς πλουσίας κόμης της, ἄμεμπτος εἰς τὰ τῆς μόδας· ἀλήθεια, τὰ κορίτσια τοῦ Σχολειοῦ, εἶχαν μάθει καλοὺς πολιτισμένους τρόπους ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς δασκάλες· ἐμάθαιναν γράμματα καὶ χειροτεχνήματα, ἔκαμναν ὡς καὶ γυμναστικήν, ἓν-δύο-τρία, εἰς τὸ προπύλαιον τοῦ Σχολείου· ἡ κόρη τοῦ Ντάκου εἶχε μάθει πῶς νὰ χτενίζῃ τὰ ἀχυρόχροα μαλλιά της, ξέπλεκα, ἁπλωμένα ἐπὶ τῶν νώτων, μέχρι τῆς μέσης, λευκοφοροῦσα ὡσὰν ἀνεράιδα τοῦ βουνοῦ· αἱ παιδίσκαι τοῦ Στόιου καὶ τοῦ Λεγαντῆ εἶχον μάθει μπλὲ μαρέν, καὶ καρρέ, ἀκόμη καὶ τρανσπαράν· καὶ τὸ θυγάτριον τοῦ Σταμάτη τοῦ Μπλατσίνη εἶχε μάθει εἰς ἕνα μονότονον, ἀχρωμάτιστον ἦχον διάφορα ἀνόητα τραγουδάκια· ὅσον ἀφορᾷ τὴν ξανθὴν πλεξίδα λοξὴν πρὸς τὸ αὐτί, ὅλαι σχεδὸν αἱ μαθήτριαι τὴν εἶχον ἀναπετάσει ἐσχάτως· ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸ αὐτὶ ἐβγῆκε τὸ μυαλὸ τῆς δασκάλας καὶ τῶν κοριτσιῶν, ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἐξητμίσθη ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς κεφαλῆς, διὰ μέσου τῶν ριζῶν ἑκάστης τριχός, καὶ ἄλλοι ἔλεγον ὅτι εἶχε φύγει ἀπ᾿ ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὀροφὴν τοῦ Σχολείου· πλὴν ταῦτα ἦσαν λόγια τῶν γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς, τῶν γλωσσαλγῶν, ὁποὺ μεταχειρίζονται τὴν ρόκαν μόνον ὡς συνόδευμα τῶν κινήσεων τῆς γλώσσης, ἢ ἔχουν τὴν κακολογίαν οἱονεὶ ὡς κέλευσμα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ κόπου τῆς ρόκας. Ὁ κόσμος θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε νὰ βαδίζῃ ἐμπρός, πότε κούτσα-κούτσα, πότε σήκω-πέσε· μὲ σκιρτήματα μονοπόδαρα, μὲ σκοντάμματα, ἢ μὲ βήματα καρκίνου· καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ὅσοι ἐγήρασαν, κ᾿ ἐκουράσθησαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσουν· εἰς ὅσους «ἐπαλαιώθησαν, καὶ ἐχώλαναν ἀπὸ τῶν τρίβων αὑτῶν».
*
* *
Λοιπὸν ἐκείνην τὴν πρωίαν Σαββάτου, περὶ τὰς ἀρχὰς Μαΐου, καθὼς ἠνοίχθη ἡ πόρτα, καὶ εἰσῆλθεν ἡ Εὐανθία, ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, δὲν ἐπέρασαν δύο λεπτά, καὶ ἡ μικρὰ ἀκόλουθός της, τὸ Οὐρανιώ, ἀφῆκε βαθεῖαν κραυγὴν ἐκπλήξεως.
― Κυρία, κυρία!
― Τί εἶναι;
―Ἰδέτ᾿ ἐδῶ!… ἔλα νὰ ἰδῇς.
Ἡ νεᾶνις ἔκαμε τρία βήματα πρὸς τὸ μέρος ὅπου τὴν ἐκάλει ἡ παιδίσκη. Δίπλα εἰς τὴν μεγάλην τράπεζαν τῆς δασκαλοκαθέδρας, ὅπου ἀπετίθεντο συνήθως οἱ ἔλεγχοι καὶ κατάλογοι, ὡς καὶ τὰ τετράδια τῶν μαθητριῶν, ἐπὶ τοῦ μικροῦ τραπεζίου τοῦ χρησιμεύοντος διὰ τὴν διδασκαλίαν καὶ ἐξάσκησιν τῶν χειροτεχνημάτων, ἔκειντο φύρδην μίγδην μερικὰ ἀντικείμενα ξένα ὅλως πρὸς τὸ Σχολεῖον, τὰ ὁποῖα ἦτο ὅλως ἄπορον πῶς εὑρέθησαν ἐκεῖ. Ἐν πρώτοις χόρτα τινὰ καὶ ἄγρια ἄνθη, παπαροῦνες καὶ σταχυοειδῆ, λυσοχόρταρα*, μαϊόχορτα, καὶ ὀλίγαι κλωσταὶ καννάβιναι καὶ ἐκ καραβοσχοίνου, μακραὶ τρίχες γυναικεῖαι μαῦραι, ἄλλαι τρίχες φοράδας κόκκινες, μικρὰ κόκκαλα ἀπὸ τὸ Κοιμητήρι, καὶ τέλος ἓν κρανίον ἀνθρώπινον. Τί ἦσαν ὅλ᾿ αὐτά; Καὶ τί ἤθελαν ἐκεῖ; Βεβαίως μάγια· ἐχθροὶ τὰ εἶχαν ρίξει τῆς δασκάλας.
Τῆς μικρᾶς παιδίσκης ἐξηλείφθη ὁ μορφασμός της, τὸ χαμόγελόν της ἔσβησε, καὶ ἡ μυτίτσα της ἡ πλακαρὴ ἐσχηματίσθη εἰς προεξοχήν. Ἡ νεαρὰ δασκάλισσα ἐγέλασε. Δὲν ἐφαίνετο νὰ πιστεύῃ τὰ μάγια.
Ἡ Οὐρανιὼ συνέπλεξε τὰς χεῖρας ἐν ἀδημονίᾳ.
― Μάγια σᾶς κάμανε, κυρία, μάγια!…
― Δὲν εἶναι τίποτε, Οὐρανία· μάζωξέ τα νὰ τὰ πετάξῃς ἔξω.
―Ἐγώ, κυρία, νὰ τὰ πιάσω μὲ τὰ χεράκια μου!;
― Κάμε αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω, διέταξεν ἐν ἀνυπομονησίᾳ ἡ δασκάλισσα· δὲν εἶναι τίποτε… πρὶν ἔλθῃ κ᾿ ἡ ἄλλη, καὶ τὰ ἰδῇ· καὶ τότε τὸ μικρὸ γίνεται μεγάλο.
Ἔτι λαλούσης αὐτῆς, εἰσῆλθεν ἡ Εὐθαλία, ἡ δευτέρα δασκάλισσα, συνοδευομένη καὶ ἀπὸ τὴν μητέρα της. Ἦτο στρογγυλοτέρα ὀλίγον τὸ ἀνάστημα, ὅπως ἡ ἄλλη ἦτο λιγνή, παχουλή, ὅσον ἰσχνὴ ἐκείνη, μὲ παιδικὸν πρόσωπον, ὅπως ἡ πρώτη, ὀλιγώτερον κομψή, ἀλλὰ συμπαθὴς τὴν ἔκφρασιν. Εἶχεν ἔλθει ἐφέτος πρώτην φορὰν εἰς τὸν τόπον, καθὼς εἶχε λάβει τὸ δίπλωμά της ἀπὸ τὸ ἐν Ἀθήναις Ἀρσάκειον, ὅπου ὅλαι, ὡς γνωστόν, ἀριστεύουν, ἐνῷ ἡ πρώτη ἦγε τὸν τρίτον χρόνον ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ της. Ἡ Εὐθαλία ἠκολουθεῖτο ἀπὸ τὴν μητέρα της· ἦτο αὕτη καλὴ γερόντισσα, εὐσεβής, καταγομένη ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον, καὶ ἐλέγετο ὅτι ἦτο ἐκ μιᾶς τῶν καλυτέρων οἰκογενειῶν τῆς πατρίδος της.
Διευθύνθησαν πρὸς τὸ μέρος τῆς δασκαλοκαθέδρας, πρὸς τὸ ἐσώτερον δυτικὸν πλάτος τοῦ ἰσογείου, ἀπὸ τὴν θύραν τὴν νοτιανατολικήν. Ἡ Εὐανθία, ὡς τὰς εἶδεν, ἔρριψε βλέμμα ἀνήσυχον πρὸς τὰ μαγικὰ ἀντικείμενα, ὁποὺ δὲν ἦτο καιρὸς πλέον νὰ τὰ κρύψῃ ἢ νὰ τὰ κάμῃ ἄφαντα, καὶ ἐν σπουδῇ, προχείρως ἀνεσήκωσε τὸ ἴδιον τραπεζομάνδηλον, καὶ μὲ αὐτὸ ἐδοκίμασε νὰ τὰ σκεπάσῃ. Ἀλλὰ δὲν ἔφθανεν ἡ ποδιὰ τοῦ ὀθονίου διὰ νὰ συγκαλύψῃ ὅλα τὰ μαγικά, καθὼς ἔκειντο σκόρπια ἐπὶ τῆς μικρᾶς τραπέζης, ὅθεν βιαίως ἐτράβηξε τὸ τραπεζομάνδηλον πρὸς τὸ μέρος της, διὰ νὰ κάμῃ μακροτέραν τὴν κρεμαμένην ἄκραν· πλὴν τότε ἔγινε μικρὸς θόρυβος, τὰ σκληρὰ ἀντικείμενα ἐκρότησαν, καὶ δύο πεθαμένα κόκκαλα σπρωχθέντα ἀποτόμως, ἔπεσαν μετὰ κρότου εἰς τὸ σανίδινον πάτωμα.
Ἡ Εὐανθία ἐμόρφασεν ὀργίλως, θυμωμένη κατὰ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ της· ἀφῆκε μικρὰν κραυγὴν ἐκπλήξεως, ὡς ν᾿ ἀνεκάλυψεν αἴφνης ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἦτον ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια της, καὶ ὅμως δὲν τὸ ἔβλεπεν ἕως τότε· καὶ ταχεῖα, ἔλυσεν ἐξόπισθεν τὴν ἰδίαν λευκὴν ποδιάν της, καὶ τὴν ἐφήπλωσεν ἐπὶ τοῦ τραπεζίου.
Ἡ Εὐθαλία καὶ ἡ γερόντισσα, ἐν τῷ μεταξύ, ἀργοπατοῦσαι, καὶ συνομιλοῦσαι, μόλις ἔφθασαν πλησίον τῆς πρώτης δασκάλας, καὶ τὴν ἐκαλημέρισαν. Πλὴν ἡ μία ἄκρα τῆς λευκῆς ἐμπροσθέλας ἔπεσεν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ νεκρικοῦ κρανίου, καὶ μόνον κατὰ τὰ δύο τρίτα τὸ ἐσκέπασε. Τὸ πρόσωπον, τὸ στόμα, καὶ τὸ χάσμα τῆς φαγωμένης ρινὸς τοῦ κρανίου, ἔμειναν ὁρατά, πρὸς τὸ μέρος ὁπόθεν ἤρχοντο αἱ δύο γυναῖκες.
Ἡ γραῖα ἀφῆκε κραυγὴν θάμβους καὶ φόβου.
― Μπά!… τ᾿ εἶν᾿ αὐτό, πουλάκι μ᾿;
Ἐδείκνυε τὰ ἀραιὰ διαλείποντα ὀδόντια, καὶ τὰ χάσματα τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κρανίου.
*
* *
Ἡ Εὐανθία ἐκάλεσεν εἰς ἐπικουρίαν ὅλην τὴν ἑτοιμότητα τοῦ πνεύματός της.
― Ἐμᾶς, κυρία, ὁ καθηγητής μας ὁ Β., μᾶς ἐδίδασκεν ἀνθρωπολογίαν, ὡς καὶ ἀνατομίαν… μᾶς ἐσυνήθισε νὰ μελετᾶμε τοὺς σκελετοὺς τῶν ἀποθαμένων, καὶ νὰ μὴν ἔχουμε προλήψεις.
Ἡ ἀγαθὴ γραῖα τὴν ἐκοίταξεν ὡς νὰ μὴ ἐννόει.
― Παρήγγειλα νὰ μοῦ φέρουν αὐτὸ τὸ κεφάλι καὶ τὰ κόκκαλα, διὰ νὰ διδάξω τὰς μαθητρίας ἀπὸ ποῦ καὶ πῶς εἴμεθα φτιασμένοι.
Ἡ γραῖα ἀνεσήκωσε τὴν ἄκραν τῆς ποδιᾶς, κ᾿ ἐξήτασε διὰ τοῦ βλέμματος ὅλα τ᾿ ἀντικείμενα.
―Ἄ! θὰ τὶς μάθῃς οὗλα τὰ πάντα, μαθές, εἶπεν ἀφελῶς, εἰς τρόπον ὥστε δὲν ἦτο πολὺ σαφὲς ἂν εἶχε πεισθῆ ἢ ἂν εἰρωνεύετο· καὶ γιὰ ταῦτο* ἔφερες, πουλάκι μ᾿, οὗλα τὰ σκέλεθρα αὐτὰ ἀπ᾿ τὰ Μνημούρια… καὶ τὶς κανναβένιες κλωστές, καὶ τὶς τρίχες τὶς ἀλογίσιες, καὶ τὶς παπαροῦνες, καὶ τὰ μαϊολούλουδα;
― Καιρὸς εἶναι νὰ λάβουν τὰ κορίτσια μίαν ἰδέαν γι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶπεν ἡ δασκάλα· κοντεύουν οἱ ἐξετάσεις, καὶ πῶς θὰ κάμουμε κ᾿ ἡμεῖς φιγούρα;
*
* *
Ὅταν εἶχαν φθάσει τὴν πρώτην στιγμὴν ἡ Εὐανθία καὶ ἡ μικρὰ συνοδεύτριά της εἰς τὸ σχολεῖον, ἔξω εἰς τὸ προαύλιον ἦσαν πέντε ἢ ἓξ μαθήτριαι, μὲ τὰ τετράδιά των καὶ μὲ τὰ ἐργόχειρα, περιμένουσαι. Αὗται εἶχαν εἰσέλθει ἤδη, κ᾿ ἐπῆγαν εἰς τὰ θρανία των. Ἄλλαι δέκα ἕως δεκαπέντε ἔφθασαν εὐθὺς κατόπιν. Τὸ Σχολεῖον ἐγέμιζεν ἤδη ἀπὸ κορίτσια. Δύο ἢ τρεῖς κορασίδες, εἶτα ἑπτὰ ἢ ὀκτώ, ὕστερον ὅλαι ὅσαι ἤρχοντο, ἀφῆκαν τὶς σάκκες ἐπὶ τῶν θρανίων των, καὶ κατευθύνθησαν πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἵσταντο αἱ τρεῖς γυναῖκες. Ἡ μία εἶπε τῆς Οὐρανίας:
―Ἀρή, τί εἶναι;
― Μάγια, εἶπε μὲ μορφασμὸν τὸ Οὐρανιώ.
Ἤδη τῆς εἶχε περάσει ὁ φόβος, καὶ τῆς ἐπανήρχετο ἡ συνήθης εὐθυμία της.
― Μάγια; ἠρώτησεν ἡ Σινιωρίτσα τοῦ Μυτιληνιοῦ.
― Μάγια; ἐπανέλαβεν ἡ Ματούλα τοῦ Καλοειδῆ.
― Μάγια· ἐβεβαίωσεν τὸ Ὀρσάκι τοῦ Ζαχαριάδη.
― Μάγια· ἐπεκύρωσεν ἡ Φλωροὺ τοῦ Λαμιαίου.
Τὰ κορίτσια εἶχαν περικυκλώσει τὴν μικρὰν τράπεζαν, κ᾿ ἐκοίταζαν μὲ μεγάλα μάτια καὶ μὲ ἀνοικτὰ στόματα τ᾿ ἀξιοπερίεργα ἀντικείμενα.
― Τί θέλετ᾿ ἐδῶ; ἔκραξε μὲ αὐστηρότητα ἡ Εὐανθία. Γλήγορα στὰ θρανία σας… στὰς θέσεις σας!
Ἔδραξε τὴν βέργαν, κ᾿ ἐφοβέρισε τὰς μαθητρίας.
Ἡ γραῖα Μονεβασιά, ἡ μητέρα τῆς δευτέρας δασκάλας, συνέπλεξε τὰς χεῖρας, κ᾿ ἔκραξε:
― Τώρα, τί νὰ κάμουμε; Τ᾿ ἦταν αὐτό;… Μὴ λές, πουλάκι μ᾿, πὼς τὰ εἶχες παραγγελιά, γιὰ νὰ μάθῃς τὰ κορίτσια κατὰ πῶς εἴμαστε φτιασμένοι, οὗλα τὰ πάντα. Μάγια σᾶς ρίξανε· ἀκοῦς τὰ κορίτσια τί λένε;
― Ξέρουν τὰ κορίτσια τί τοὺς γίνεται; εἶπεν ἡ Εὐανθία.
― Τώρα χρειάζεται ἁγιασμὸς νὰ ψαλῇ ἐδῶ… ξορκισμοὶ νὰ διαβαστοῦνε… Μὴν ἀρχινᾶτε, πουλάκι μ᾿, τὸ μάθημα, πρὶν ξορκισθῇ ὁ ἐχτρὸς ἀποδῶ μέσα.
Ἐκάλεσε τὴν μικρὰν Ματούλαν, κόρην τοῦ Παπαγληγόρη.
― Πᾷς, πουλάκι μ᾿, νὰ πῇς τ᾿ παπᾶ σ᾿, νὰ πάρῃ τὸ πετραχήλι του νά ᾽ρθῃ ἐδῶ;… Νὰ πάρῃ πές, καὶ τὸ Εὐχολόγιο μαζί του… ξορκισμοὺς πρέπει νὰ διαβάσῃ.
Ἡ μικρὰ δὲν ἐπερίμενε νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν διαταγὴν ἡ δασκάλισσα. Πάραυτα ἔτρεξε πρὸς τὴν θύραν. Ἡ Εὐανθία, ὡς ναρκωμένη, δὲν εἶπε τίποτε. Μόνον ὅταν ἡ παιδίσκη ἐξῆλθεν, ἐστράφη πρὸς τὴν γερόντισσαν καὶ τῆς εἶπε:
― Τί θέλεις, σταυρομάννα*· γιὰ νὰ μᾶς ἀκούουν κι ἄλλοι;
― Αὐτό, πουλάκι μ᾿, δὲν εἶναι πρᾶμα ποὺ νὰ κρυφθῇ, μαθές, εἶπεν ἡ γραῖα· ὁ παπὰς ποὺ θά ᾽ρθῃ δὲν θὰ τὸ κοινολογήσῃ;… Ἔχεις ψαλίδι γιὰ νὰ κόψῃς τὶς γλῶσσες ὅλων τῶν κοριτσιῶν;
Ἡ Εὐανθία ἔσεισε τοὺς ὤμους.
― Κὶ νὰ τὶς κόψῃς, πουλάκι μ᾿, ἄλλες θὰ φυτρώσουνε· μιὰ θὰ κόφτῃς, δυό, τρεῖς, τέσσερες θὰ βγαίνουνε… Δὲν ἔχουν παιδεμὸ τῶν γυναικῶν οἱ γλῶσσες.
*
* *
Ἡ Εὐανθία ἐν ἀνίᾳ περιήρχετο περὶ τὰς δύο τραπέζας καὶ τὰ πρῶτα θρανία. Ἡ γραῖα Μονεβασιὰ ἐπλησίασε πρὸς τὰ μάγια, καὶ ἤρχισε νὰ θεωρῇ μετὰ προσοχῆς τὸ νεκρικὸν κρανίον.
― Νά, ἐδῶ εἶναι τὰ γράμματα, ποὺ γράφουν τὴ μοῖρά μας, εἶπε δεικνύουσα τὰ ἱερογλυφικὰ ἐκεῖνα σημεῖα τῆς συναρμογῆς τοῦ μετώπου· ἐδῶ εἶναι γραμμένο ὅλο τὸ ριζικό μας. Ἔπαθα τά ᾽παθα, τά πάθω μέλλω;
― Τί θὰ πῇ αὐτό, μητέρα; ἠρώτησεν ἡ Εὐθαλία.
― Αὐτὸ θὰ πῇ, κορίτσι μ᾿, ξέρουμε τὰ ὅσα πάθαμε, μὰ δὲν ξέρουμε τί μᾶς μέλλει ἀκόμα. Ἦτον μιὰ ζηλιάρα, καὶ σὰν εἶδε ποὺ ὁ ἄνδρας της εἶχε ἕνα γυναίκειο καύκαλο κλειδωμένο μὲς στὸ ἀρμάρι του, ἀπ᾿ τὴ μανία της τὸ ἔρριξε στὸ φοῦρνο καὶ τό ᾽καψε· κι ὁ ἄνδρας της τὸ εἶχε φυλάξει ἀπὸ περιέργεια, ἐπειδὴ ἦτον μάντις, κ᾿ ἐγνώριζε νὰ διαβάζῃ τὰ μυστικὰ γράμματα τοῦ ριζικοῦ, κι ἀπόρησε· σὰν τί ἔμελλε νὰ πάθῃ ἀκόμα αὐτὸ τὸ κούτελο· κ᾿ ἐκείνη ἀπ᾿ τὴ ζήλεια της ἐπίστεψε πὼς ἦτον τῆς παλιᾶς ἀγαπητικιᾶς του· καὶ σὰν τὸ εἶδ᾿ ἐκεῖνος ὕστερα ποὺ κάηκε, ἐκατάλαβε γιατί ἐπάνω στὸ κούτελο ἦτον γραμμένο: «ἔπαθα τά ᾽παθα· τά πάθω μέλλω;»
Ἡ Εὐθαλία ἠκροᾶτο ἐν σιωπῇ. Ἡ μήτηρ της ἐπανέλαβε.
― Κι αὐτὸ ἐδῶ, πουλάκι μ᾿, φαίνεται νὰ εἶναι γυναίκειο κούτελο· καὶ σ᾿ αὐτὸ ἐπάνω κάτι τέτοιο θὰ εἶναι γραμμένο.
*
* *
Τέλος ἔφθασεν ὁ παπα-Γληγόρης. Ἐφόρεσε τὸ πετραχήλι του, ἤνοιξε τὸ Εὐχολόγιον, καὶ ἤρχισε νὰ διαβάζῃ μὲ ψίθυρον καὶ βόμβον φωνῆς.
«Ἐπιτιμᾷ σοι Κύριος, διάβολε… φύγε, δραπέτευσον, ἀναχώρησον, δαιμόνιον ἀκάθαρτον καὶ ἐναγές, καταχθόνιον, βύθιον, ἀπατηλόν, ἄμορφον, ἢ αὐτὸς εἶ ὁ Βεελζεβούλ, ἢ κατασείων, ἢ δρακοντοειδής, ἢ θηριοπρόσωπος, ἢ ὡς ἀτμίς, ἢ ὡς καπνός, ἢ ὡς ἄρρεν, ἢ ὡς θῆλυ, ἢ ὡς ἑρπετόν, ἢ ὡς πετεινόν, ἢ νυκτολάλον, ἢ κωφόν, ἢ ἄλαλον… ἢ λάγνον, ἢ δυσῶδες, ἢ φαρμακόφιλον, ἢ ἐρωτομανές, ἢ ἀστρομαγικόν, ἢ φιλόνικον, ἢ ἀκατάστατον· ἢ ὀρθρινόν, ἢ μεσημβρινόν, ἢ μεσονυκτικόν, ἢ ἀωρίας τινός, ἢ αὐγῆς… ἢ κρημνῶν, ἢ ἐκ λάκκου, ἢ καλαμῶνος, ἢ λίμνης ἢ ἐκ στέγης λουτροῦ, ἢ ἐκ μνήματος εἰδωλικοῦ, ἢ ὅθεν ἴσμεν, καὶ οὐκ ἴσμεν… φιμώθητι, φοβήθητι, φύγε, μὴ ὑποστρέψῃς, μηδὲ ὑποκρυβῇς, ἀλλ᾿ ἄπελθε εἰς γῆν ἄνυδρον, ἔρημον, ἀγεώργητον, ἣν ἄνθρωπος οὐκ οἰκεῖ, Θεὸς μόνος ἐπισκοπεῖ, ὁ σειραῖς ζόφου ταρταρώσας σὲ πάντων τῶν κακῶν τὸν ἐφευρετὴν διάβολον· ὅτι μέγας ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, καὶ μεγάλη ἡ δόξα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
*
* *
Ὅλην τὴν ἡμέραν ἡ Εὐανθία, οὔτε τὰς μαθητρίας ἀπέπεμψεν, οὔτε μάθημα εἶχεν ὄρεξιν νὰ κάμῃ· ἀλλ᾿ αὐτοσχεδίασε προχείρως ἀνακρίσεις, καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ τὰ κοράσια ἂν ἐγνώριζον τίποτε ὡς πρὸς τὰ μαγικὰ ἀντικείμενα τὰ εὑρεθέντα εἰς τὸ Σχολεῖον. Πρὸ πάντων ἦτο ἄπορον: πῶς καὶ πόθεν εἰσῆλθε τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἷχε ρίψει αὐτὰ τὰ περίεργα πράγματα ἐντὸς τοῦ Σχολείου. Ἡ πόρτα ἦτον κλειδωμένη, τὰ παράθυρα ἦσαν ἐφωδιασμένα μὲ δικτυωτά… Ἀπὸ τὴν στέγην τάχα, καθὼς ἔλεγαν οἱ ἐξορκισμοί, κατῆλθεν ὁ ἐχθρός, ἢ κάτωθεν ἀπὸ τὸ ἰσόγειον δάπεδον τοῦ κτιρίου ἀνῆλθε τὸ καταχθόνιον δαιμόνιον;
Τέλος, ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, μετὰ πολλὰς προσπαθείας, ἀνεκάλυψεν ἓν ἴχνος, πραγματικὸν ἢ ἀπατηλόν. Καὶ τὴν ἑσπέραν, ὅταν ἐσχόλασαν τὰ κορίτσια, ἐγνώσθη ὅτι αἱ δύο μαθήτριαι, αἵτινες εἶχον κρατήσει τὰ κλειδιά, διὰ νὰ σκουπίσουν τὴν προλαβοῦσαν ἑσπέραν, εἶχαν ἔλθει εἰς συγκοινωνίαν μὲ μίαν πρῴην μαθήτριαν, τὴν Ἀρετὼ Καλκατζάκη, καὶ μ᾿ ἕνα κορίτσι τοῦ δρόμου, τὴν Μαχὼ τῆς Τσούναινας. Αὐταὶ αἱ δύο εἶχαν κάμει τάχα τὰ μάγια;
(1909)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...14 Ιανουαρίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 14ης Ιανουαρίου


1129: Στο συμβούλιο της Τρουά ο Ποντίφικας Ονόριος ο 2ος αναγνωρίζει επίσημα τους Ιππότες του Ναού (Ναΐτες).
1514: Ο Πάπας Λέων Ι' εκδίδει παπική βούλα εναντίον της δουλείας.
1539: Η Ισπανία προσαρτά την Κούβα.
1639: Υιοθετείται στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ το πρώτο Σύνταγμα στην ιστορία των αμερικανικών αποικιών, που ονομάστηκε "Θεμελιώδεις Αρχές".
1690: O γερμανός οργανοποιός Γιόχαν Ντένερ από το Νυρεμβέργη κατασκευάζει το πρώτο κλαρινέτο.
1761: Η τρίτη μάχη του Πανιπάλ μεταξύ Ινδών και Αφγανών. Η νίκη των Αφγανών εξασθενίζει σημαντικά την Ινδία και καθιστά δυνατή την κατάληψή της από τους Βρετανούς αργότερα.
1784: Επικυρώνεται από το αμερικανικό Κογκρέσο η συνθήκη των Παρισίων, η οποία θέτει επίσημα τέλος στην Αμερικανική Επανάσταση.
1814: Συνθήκη του Κιέλου: Η Δανία παραχωρεί τη Νορβηγία στη Σουηδία και λαμβάνει τμήμα της Πομερανίας.
1822: Ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κυριεύουν την Ακροκόρινθο. Οι Τούρκοι παραδίδονται στον Κολοκοτρώνη, ο οποίος παίρνει την ελληνική σημαία, σταυρώνει με αυτή την πύλη και μπαίνει στο φρούριο.
1858: Ο ιταλός επαναστάτης Φελίτσε Ορσίνι αποπειράται να δολοφονήσει το γάλλο αυτοκράτορα, Ναπολέοντα Γ'. Επιτίθεται με 3 βόμβες στη βασιλική άμαξα. 8 άνθρωποι σκοτώνονται, 142 τραυματίζονται, αλλά ο αυτοκράτορας διασώζεται.
1878: Ο Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ επιδεικνύει το τηλέφωνο στη βασίλισσα Βικτωρία.
1900: Η όπερα Τόσκα του Τζιάκομο Πουτσίνι κάνει πρεμιέρα στο θέατρο Κοντσάντσι της Ρώμης, παρουσία όλης της καλής κοινωνίας.
1907: Ισχυρός σεισμός 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ στο Κίνγκστον της Τζαμάικα προκαλεί το θάνατο 1000 ατόμων.
1913: Οι ελληνικές δυνάμεις συντρίβουν τους Τούρκους στο Μπιζάνι.
1914: Ο Χένρι Φορντ ανακοινώνει καινοτομίες στη γραμμή παραγωγής αυτοκινήτων της εταιρείας του. Ένα αυτοκίνητο χρειάζεται τώρα 93 λεπτά για να κατασκευασθεί από 12 ώρες προηγουμένως.
1920: Το Ανώτατο Συμβούλιο της Συνδιάσκεψης στο Παρίσι αποδέχεται το σύμφωνο Τιτόνι - Βενιζέλου, με το οποίο η Βόρεια Ήπειρος παραχωρείται στην Ελλάδα.
1938: Ο έλληνας πυγμάχος Αντώνης Χριστοφορίδης κατακτά τον πολυπόθητο τίτλο του πρωταθλητή Ευρώπης, νικώντας τον γερμανό πρωτοπυγμάχο Γκούσταβ Έντερ.
1943: Συναντούνται μυστικά στην Καζαμπλάνκα ο βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ και ο αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούσβελτ, μαζί με στρατιωτικούς ειδήμονες, για το θέμα της ανάπτυξης ενός δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη. Η διάσκεψη διαρκεί έντεκα μέρες και αποφασίζεται ο πόλεμος να τελειώσει μόνο με την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας, ενώ προγραμματίζεται και η απόβαση στη Σικελία.
1950: Ο Νικόλαος Πλαστήρας σε συνεργασία με τον Εμμανουήλ Τσουδερό ιδρύει την Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ).
1953: Ο στρατάρχης Τίτο εκλέγεται Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας.
1954: Η Μέριλιν Μονρόε παντρεύεται τον θρύλο του Τζο Ντι Μάτζιο στο Δημαρχείο του Σαν Φρανσίσκο. Ο γάμος τους, ο δεύτερος και για τους δύο, θα κρατήσει μόνο 9 μήνες.
1965: Συναντώνται στο Μπέλφαστ για πρώτη φορά μέσα σε 43 χρόνια οι πρωθυπουργοί της Βόρειας Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας.
1969: Έκρηξη σημειώνεται στο αεροπλανοφόρο «Εντεπράιζ», που βρίσκεται στον Ειρηνικό Ωκεανό. 27 ναύτες χάνουν τη ζωή τους και 314 τραυματίζονται σοβαρά. 15 αεροπλάνα καταστρέφονται αλλά το «Εντεπράιζ» δεν απειλείται.
1975: Προφυλακίζονται οι πραξικοπηματίες Ιωαννίδης, Παττακός, Μακαρέζος, Παπαδόπουλος, Λαδάς και Ρουφογάλης, μετά τις απολογίες τους στον εφέτη-ανακριτή Βολτή, που διενεργεί την τακτική ανάκριση για τον καταλογισμό ευθυνών για το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου.
1979: Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζίμι Κάρτερ προτείνει να καθιερωθεί ως επίσημη αργία η ημερομηνία γέννησης του υπέρμαχου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
1985: Η Μαρτίνα Ναβρατίλοβα κατακτά το 100ό της τουρνουά τένις και ισοφαρίζει το ρεκόρ του Τζίμι Κόνορς και της Κρις Έβερτ.
1989: Χίλιοι μουσουλμάνοι συγκεντρώνονται στο Μπράντφορντ της Αγγλίας και ρίχνουν στην πυρά αντίτυπα του βιβλίου του Σαλμάν Ρουσντί «Σατανικοί Στίχοι», θεωρώντας ότι προσβάλλει το Ισλάμ.
1994: Οι Πρόεδροι των ΗΠΑ, της Ρωσίας και της Ουκρανίας υπογράφουν στο Κρεμλίνο ιστορική συμφωνία για την καταστροφή του πυρηνικού οπλοστασίου της Ουκρανίας.
2001: Τραγικές διαστάσεις λαμβάνει η κακοκαιρία που πλήττει την Ελλάδα. Ελικόπτερο του ΕΚΑΒ, το οποίο μεταφέρει ασθενή από την Πάτμο στην Αθήνα, με πέντε επιβαίνοντες καταπέφτει και συντρίβεται στη θαλάσσια περιοχή νότια του Σουνίου. Στο ελικόπτερο επιβαίνουν δύο πιλότοι, η γιατρός, ο νοσηλευτής και ο ασθενής.
2004: Η σημαία της Γεωργίας με τους πέντε σταυρούς καθιερώνεται ως επίσημη σημαία της χώρας.
2011: Μετά από ένα μήνα βίαιων επεισοδίων σε ολόκληρη την επικράτεια, που άφησαν πίσω τους δεκάδες νεκρούς κι εκατοντάδες συλληφθέντες, ο πρόεδρος Ζιν Ελ Αμπιντίν Μπεν Αλι εγκαταλείπει τη χώρα προς άγνωστη κατεύθυνση, τερματίζοντας έτσι 23 χρόνια αυταρχικής διακυβέρνησης.

Γεννήσεις

83 π.Χ. - ο ρωμαίος στρατηγός και πολιτικός, Μάρκος Αντώνιος
1883 - η γαλλοϊταλίδα σχεδιάστρια μόδας, Νίνα Ρίτσι
1919 - ο ιταλός δημοσιογράφος, συγγραφέας και Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός, Τζούλιο Αντρεότι, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός τρεις φορές
1941 - η αμερικανίδα ηθοποιός, Φέι Ντάναγουεϊ
1963 - ο αμερικανός σκηνοθέτης, Στίβεν Σόντεμπεργκ
1971 - ο διεθνής τερματοφύλακας, Αντώνης Νικοπολίδης\

Θάνατοι

1742 - ο βρετανός αστρονόμος και μαθηματικός, Έντμουντ Χάλεϊ, που υπολόγισε τη τροχιά ενός κομήτη και του έδωσε το όνομά του (Kομήτης του Χάλεϊ)
1898 - ο άγγλος συγγραφέας, μαθηματικός και φωτογράφος, Λιούις Κάρολ (Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων)
1951 - ο ζακυνθινός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και συγγραφέας θεατρικών έργων, Γρηγόριος Ξενόπουλος
1957 - ο αμερικανός ηθοποιός, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ,. (Καζαμπλάνκα, Το γεράκι της Μάλτας)
1977 - ο βρετανός πολιτικός και πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας, Άντονι Ίντεν
- η γαλλίδα συγγραφέας, Αναΐς Νιν
2001 -  ο ηθοποιός, Κώστας Ρηγόπουλος
2007 - ο ζωγράφος, σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνογράφος, Βασίλης Φωτόπουλος που κέρδισε το Όσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης για την ταινία «Ζορμπάς ο Έλληνας».
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή της Αγίας και Ισαποστόλου Νίνας.

 

 

Τη μνήμη της Αγίας και Ισαποστόλου Νίνας τιμά σήμερα, 14 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας βρίσκονται στον Ιερό Ναό Αγίας Μαρίνης Θεσσαλονίκης και στη Μονή Κύκκου Κύπρου.
Η Αγία Νίνα (ή Νίνω) γεννήθηκε στην Καππαδοκία, όπου κατοικούσαν πολλοί Γεωργιανοί και φέρεται ως συγγενείς του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου του Τροπαιοφόρου.
Ο πατέρας της, Ζαβουλών, ευσεβής και φημισμένος στρατιωτικός, πριν ακόμα νυμφευθεί, είχε φύγει από την πατρίδα του Καππαδοκία, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αυτοκράτορα Μαξιμιανό. Η μητέρα της, Σωσάννα, ήταν αδελφή του Επισκόπου Ιεροσολύμων Ιουβεναλίου. Ο πατέρας της, φλεγόμενος από αγάπη προς τον Θεό, έγινε, με την συγκατάθεση της συζύγου του, μοναχός στην έρημο του Ιορδάνη. Η μητέρα της Αγίας Νίνας τοποθετήθηκε ως διακόνισσα στο Ναό της Αναστάσεως. Την Αγία Νίνα την παρέδωσαν στην ευλαβέστατη Γερόντισσα Νιοφόρα, για να την αναθρέψει.
Όταν η Αγία Νίνα μελετούσε το Ευαγγέλιο και έφθασε στο κεφάλαιο που έγραφε για την σταύρωση του Κυρίου, ο λογισμός της σταμάτησε στον χιτώνα του Χριστού. Αναρωτήθηκε που αν βρίσκεται άραγε η επίγεια πορφύρα του Υιού του Θεού. Της είπαν, λοιπόν, ότι κατά την παράδοση, αυτή φυλασσόταν στην πόλη Μιτσχέτη της Ιβηρίας (Γεωργίας). Τη μετέφερε εκεί ο ραβίνος της πόλεως που ονομαζόταν Ελιόζ, ο οποίος την είχε παραλάβει από το στρατιώτη που την κέρδισε στην κλήρωση κάτω από τον Σταυρό. Τα λόγια αυτά χαράχτηκαν βαθιά στην καρδιά της.
Και παρακάλεσε την Θεοτόκο να την αξιώσει να πάει στην Χώρα των Ιβήρων, για να προσκυνήσει τον χιτώνα του Υιού και Θεού της. Η Παναγία άκουσε την προσευχή της και εμφανίσθηκε στον ύπνο της Αγίας. Την προέτρεψε να πάει στην Ιβηρία να κηρύξει το Ευαγγέλιο του Χριστού και της πρόσφερε ένα Σταυρό από κληματόβεργες, που θα ήταν η ασπίδα και ο φύλακάς της. Η Αγία ξύπνησε και είδε στα χέρια της το θαυμαστό Σταυρό. Τον ασπάσθηκε, έκοψε μια κοτσίδα από τα μαλλιά της, την έπλεξε στον Σταυρό και πήγε να συναντήσει αμέσως το θείο της Επίσκοπο Ιουβενάλιο. Εκείνος διέκρινε το θέλημα του Θεού και της έδωσε την ευχή του. Έτσι μετά από εντολή της Θεοτόκου, κήρυξε το Ευαγγέλιο στη Γεωργία, περί τον 3ο Αιώνα μ.Χ. Η αποστολική της δράση και το χάρισμα της θαυματουργίας οδήγησαν τους βασιλείς της Γεωργίας Μιριάν (265-342 μ.Χ.) και Νάνα στην αλήθεια του Χριστού.
Η Αγία βρήκε τον τόπο, όπου είχε εναποτεθεί ο χιτώνας του Χριστού, στον κήπο των ανακτόρων και εκεί ανήγειρε το Ναό του Αγίου Στύλου.
Η Αγία Νίνα κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη και ο Θεός την δόξασε διατηρώντας το τίμιο λείψανό της άφθαρτο.
Απολυτίκιον
Ηχος πλ α' . Τον συνάναρχον λόγον
Ως ωραίοι οι πόδες σου οι ζηλώσαντες ακολουθήσαι ταίς τρίβοις των αποστόλων Χριστού, Νίνα σκεύος Παρακλήτου παμφαέστατον’ όθεν τιμώντες σε πιστώς, Γεωργίας φρυκτωρέ φωτόλαμπρε, σε αιτούμεν’ ημών τα σκότη λιταίς σου της αγνωσίας πόρρω σκέδασον.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τετάρτη 14 Ιανουαρίου.

 


ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τετάρτη 14/1

Ηλιοφάνεια και περαιτέρω άνοδος της θερμοκρασίας σε ολόκληρη τη χώρα. Βορειοδυτικοί άνεμοι με εντάσεις έως 4 μποφόρ. Παγετός τη νύχτα και νωρίς το πρωί στα ηπειρωτικά. Περιορισμένη ορατότητα και ομίχλες σε πολλές περιοχές κατά τις πρωινές και κυρίως κατά τις βραδινές ώρες.

Πιο αναλυτικά, την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου σε ολόκληρη τη χώρα αναμένεται ηλιοφάνεια. Λίγες νεφώσεις θα αναπτυχθούν στη Θράκη, στο Αιγαίο και στα ηπειρωτικά ορεινά. Τη νύχτα και νωρίς τα πρωί στα ηπειρωτικά θα εκδηλωθεί παγετός. Κατά τις πρωινές και κυρίως κατά τις βραδινές ώρες η ορατότητα σε πολλές περιοχές θα είναι περιορισμένη και θα σχηματιστούν ομίχλες.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία από -8 έως 8 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από -4 έως 10-12 με εξαίρεση το οροπέδιο του Νευροκοπίου όπου οι ελάχιστες θα κυμανθούν κοντά στους -10 βαθμούς, στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο από -3 έως 11-13 βαθμούς, στα υπόλοιπα ηπειρωτικά από -2 έως 12-15 βαθμούς, στα Επτάνησα από 0 έως 12-14, στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου από 1 έως 12 βαθμούς και στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου και στην Κρήτη από 5 έως 14-16 βαθμούς Κελσίου.

Τόσο στο Αιγαίο, όσο και στο Ιόνιο, θα πνέουν άνεμοι βορειοδυτικών διευθύνσεων με εντάσεις που δε θα ξεπερνούν τα 4 μποφόρ.

Στο νομό Αττικής και στην πόλη της Αθήνας περιμένουμε ηλιοφάνεια. Τις βραδινές ώρες η ορατότητα θα είναι περιορισμένη και ενδέχεται να σχηματιστούν ομίχλες. Οι άνεμοι θα είναι δυτικοί με εντάσεις 2-3 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 5 έως 14 βαθμούς, αλλά στα βόρεια οι ελάχιστες θα είναι 2-3 βαθμούς χαμηλότερες.

Στη Θεσσαλονίκη περιμένουμε ηλιοφάνεια. Τη νύχτα και νωρίς το πρωί η ορατότητα θα είναι περιορισμένη, ενώ το βράδυ ενδέχεται να σχηματιστεί ομίχλη. Οι άνεμοι θα είναι βορειοδυτικοί με εντάσεις 2-3 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 2 έως 11 βαθμούς, αλλά περιφερειακά της πόλης οι ελάχιστες θα είναι 3-4 βαθμούς χαμηλότερες.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτάζοντες την 14ην του μηνός Ιανουαρίου

 Εορτάζοντες την  14ην του μηνός  Ιανουαρίου


 

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ 38 ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΝ ΣΙΝΑ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΕΣ & ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΡΕΙΣ (33) ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΝ ΡΑΪΘΩ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΕΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ υιός του οσίου Νείλου

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ κτήτωρ της Μονής Χηνολάκκου

  • Η ΑΓΙΑ ΑΓΝΗ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ πρώτος Αρχιεπίσκοπος Σερβίας κτήτωρ ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου

  • Ο ΟΣΙΟΣ (κατ άλλους όσιομάρτυρας) ΑΔΑΜ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΝΑΣ (κατ' άλλους ΝΙΝΑ)

 

Αναλυτικά

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ 38 ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΝ ΣΙΝΑ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΕΣ & ΑΠΟΔΟΣΙΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

Αυτοί ζούσαν μέσα στις σπηλιές του όρους Σινά την αγία μοναχική ζωή (κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ.). Άλλ' ή ευσεβής ζωή τους ταράζεται ξαφνικά μια μέρα, με τρόπο άγριο και αιματηρό. Στίφη βαρβάρων, πού λυσσούσαν κατά της χριστιανικής πίστης, φάνηκαν στις κατοικίες των χριστιανών αναχωρητών. Στην εμφάνιση αυτή οι Άγιοι ταράζονται στην αρχή. Συνέρχονται, όμως, αμέσως και μπροστά στη σφαγή και το θάνατο δείχνουν θαυμαστή ανδρεία και αφοβία. Δεν αρνείται κανένας την πίστη του. Οι βάρβαροι τους σφάζουν μέσα στις καλύβες και τους κήπους τους και αυτοί πεθαίνουν προσευχόμενοι, ψάλλοντας ύμνους, δοξολογίες και ευχαριστίες στο θεό. Και όπως θα έλεγε ο θεοκίνητος Απ. Παύλος, "τον καλό αγώνα της πίστης αγωνίστηκαν, το δρόμο τους τελείωσαν και την πίστη τους μέχρι θανάτου έτήρησαν" Άπ' όλους τους αδελφούς λίγοι σώθηκαν. Αυτοί, αφού οι βάρβαροι έφυγαν, μάζεψαν τα λείψανα των σφαγιασθέντων και τα έθαψαν με μεγάλη σεμνότητα. (Αρκετά από τα ονόματα των πιο πάνω Οσιομαρτύρων Πατέρων βλέπε και 4η Διακαινησίμου στο Συναξάρι του Πεντηκοσταρίου).

1. Β' προς Τιμόθεον, δ' 7.

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΤΡΕΙΣ (33) ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΝ ΡΑΪΘΩ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΕΣ

Δύο μέρες μακριά από το όρος Σινά, προς την Ερυθρά θάλασσα, ήταν ή έρημος της Ραϊθού, στο εσωτερικό της οποίας ζούσαν χριστιανοί αναχωρητές. Ηταν δε συγκεντρωμένοι πάνω σ' ένα όρος. 'Αλλά την ίδια μέρα (κατ' άλλους την 22α Δεκεμβρίου), πού έγινε ή σφαγή των πατέρων στο όρος Σινά, οι βάρβαροι αποφάσισαν να εξολοθρεύσουν και τους πατέρες πού βρίσκονταν στην έρημο της Ραϊθού. ο ηγούμενος της Μονής, Παύλος, μόλις είδε τον κίνδυνο, συγκέντρωσε τους αδελφούς όλους μέσα στο ναό και τους απηύθυνε λόγια γενναία και συγκινητικά. Τους θύμισε ότι σκοπός της ζωής τους είναι ο Χριστός και ή Βασιλεία Του. Οτι γι'αύτήν ήταν όλες οι προσευχές, οι μελέτες, οί πόθοι και τα έργα τους. Και ότι τώρα τους παρουσιάζεται λαμπρότατη ευκαιρία ν' αποκτήσουν τα ωραιότερα στεφάνια, χύνοντας και αυτό το αίμα τους για τον μισθαποδότη Κύριο τους. Τους παρεκίνησε επίσης να ευχηθούν, ακόμα και γι αυτούς τους δυστυχισμένους πού θα τους σκότωναν. Οι πατέρες συμφώνησαν με τα λόγια αυτά, και όλοι μαζί προσευχήθηκαν. Μόλις τελείωσαν την προσευχή τους, μπήκαν στο μοναστήρι οί βάρβαροι και έσπειραν παντού το θάνατο. Ή δε Εκκλησία κατέταξε στους Αγίους της και τους εργάτες αυτούς του Ευαγγελίου, πού σφράγισαν την πίστη τους με το αίμα τους.

 

Απολυτίκιον. Ηχος δ'. ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Ως άγιόλεκτος του Λόγου χορεία, εν τω Σινά και Ραϊθώ οί Αββάδες, άγγελικώς ήρίστευσαν άγώσιν ιεροίς ίδρώσι γαρ ασκήσεως, των αιμάτων τούς όμβρους, μυστικώς κεράσαντες, χαρισμάτων κρατήρα, πνευματικώς προτίθενται ημίν, εξ ου τρυφώντες, αυτούς μακαρίσωμεν.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ υιός του οσίου Νείλου

Ό όσιος αυτός, νέος στην ηλικία, ήταν από τους αναχωρητές του Ορους Σινά, πού τη σφαγή τους αναφέραμε προηγουμένως. Αυτός όμως αιχμαλωτίσθηκε από τους βαρβάρους και σύρθηκε δέσμιος στις σκηνές τους. Στήν αρχή θέλησαν να τον σκοτώσουν. 'Αλλά κατόπιν τον πούλησαν και τον αγόρασε ο επίτροπος της Λούζης, ο όποιος και του απέδωσε την ελευθερία του. Κατόπιν ο Θεόδουλος συναντήθηκε με τον πατέρα του όσιο Νείλο, πού είχε διαφύγει από τη σφαγή των πατέρων του Σινά, και πήγε μαζί του σε ερημικό αναχωρητήριο. Εκεί χρησιμοποίησαν τη ζωή τους, όχι μόνο για την ατομική τους σωτηρία, αλλά και για τη συγγραφή λόγων και επιστολών, όπου βρίσκονται θησαυρισμένες πολύτιμες συμβουλές για τον τρόπο, με τον όποιο οφείλουν να ζουν οι χριστιανοί αναχωρητές, για να πετύχουν τον άγιο σκοπό τους. Απεβίωσαν και οί δύο ειρηνικά. Τα άγια λείψανα τους, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Ιουστινιανός, τα έφεραν στην Κων/πολη, όπου και τα κατέθεσαν στον Ναό των Άγιων Αποστόλων.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ κτήτωρ της Μονής Χηνολάκκου

Καταγόταν από ευγενική οικογένεια (ίσως από την Καππαδοκία), πού τον ανέθρεψε με μεγάλη ευσέβεια. Όταν μεγάλωσε, θέλησε να περιηγηθεί τα φημισμένα μοναστηριακά κέντρα, για να δει από κοντά τη ζωή τους και να συμπληρώσει εκεί τις εκκλησιαστικές και θεολογικές μελέτες του. Πήγε λοιπόν στα Μοναστήρια κοντά στον Ιορδάνη και στα έρημητήρια του αγίου Ευθυμίου, του αγίου Σάββα και Θεοδοσίου. Αργότερα αναχώρησε για την Κων/πολη (710) στα χρόνια του Λέοντα Ίσαύρου, του είκονομάχου. ο τότε Πατριάρχης Γερμανός, εκτίμησε πολύ τον Στέφανο και τον παρακίνησε να κτίσει Μοναστήρι και να εφαρμόσει τη μοναχική τάξη και ζωή, σύμφωνα με τα σπουδαία διδάγματα πού του έδωσε ή πολύχρονη πείρα του. Πράγματι ο Στέφανος ίδρυσε τη Μονή του Χηνολάκκου λεγόμενη, πού βρισκόταν βορειοανατολικά της Τριγλίας (κοντά στα Μουδανιά της Μ. Ασίας) οπού προσήλθαν πολλοί μοναχοί ελκυσμένοι από την αρετή του. Εκεί λοιπόν ο όσιος Στέφανος διακρίθηκε για την πατρική του διοίκηση και για την ηθική επιβολή του στους μοναχούς. Έτσι άγια αφού κυβέρνησε το Μοναστήρι, ειρηνικά απεβίωσε.

 

Η ΑΓΙΑ ΑΓΝΗ

Μαρτύρησε αφού κλείστηκε μέσα σε σκοτεινή απομόνωση φυλακής.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ πρώτος Αρχιεπίσκοπος Σερβίας κτήτωρ ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου

Έζησε στα τέλη του 12ου αιώνα και στις αρχές του 13ου αιώνα μ.Χ. Ήταν δευτερότοκος γιος του βασιλιά της Σερβίας Συμεών. Από μικρό παιδί είχε μεγάλη συμπάθεια στις χριστιανικές αρετές και σε ηλικία 17 χρονών πήγε στο Άγιο Όρος, όπου με συγκατάθεση του βασιλιά πατέρα του έγινε μοναχός στη Μονή Βατοπεδίου και μετονομάστηκε Σάββας. Αργότερα, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ήλθε εκεί και ο βασιλιάς πατέρας του, Συμεών. Το βασιλικό παράδειγμα ακολούθησαν και άλλοι Σέρβοι ιδιώτες. Έτσι κτίστηκε ή Σέρβικη Μονή Χιλιανδαρίου, με πρωτοβουλία του οσίου Σάββα. Στην εποχή του βασιλιά Θεοδώρου Λασκάρεως, ο όσιος Σάββας εστάλη από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους στη Νίκαια για σπουδαίες υποθέσεις της. Τα προσωπικά όμως χαρίσματα του Όσιου έκαναν μεγάλη εντύπωση στον βασιλιά και τον Πατριάρχη, και τον ανάγκασαν να δεχτεί το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου Σερβίας. Οι Σέρβοι τον υποδέχτηκαν με μεγάλη χαρά. Πράγματι ο όσιος Σάββας, εκτέλεσε τη διακονία του με θαυμαστό ζήλο. Υπήρξε ελεήμονας, αφιλοχρήματος και ανακούφιζε τους φτωχούς. Αργότερα ξαναπήγε στο Άγιο Όρος, από κει για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, και ξαναεπέστρεψε στη Σερβία για να στηρίξει την πίστη των ομοεθνών του. Έτσι άγια τελείωσε το θεάρεστο έργο του και ειρηνικά παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό.

 

Ο ΟΣΙΟΣ (κατ άλλους οσιομάρτυρας) ΑΔΑΜ

Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για τη ζωή του. Ίσως είναι ένας από τους 33 εν Ραϊθώ οσιομάρτυρες.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΙΝΑΣ (κατ' άλλους ΝΙΝΑ)

Φωτιστής Ιβηρίας, Ισαπόστολος (+ 335)

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Δήμος Βοϊου..."Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΟΛΙΣΤΙΚΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ" : Σάββατο ώρα 17:00 στο Δημοτικό Κατάστημα Τσοτυλίου.


 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Ανέκδοτο...

 

Ένας άνεργος μηχανικός σκέφθηκε να ανοίξει μια κλινική για να βγάζει λεφτά. Μια ταμπέλα απέξω έγραφε:
Θεραπευθείτε για τα πάντα με 50 €.

Αν δεν θεραπευθείτε σας επιστρέφουμε εμείς €100.
Ένας γιατρός νομίζοντας ότι είναι μια καλή ευκαιρία να βγάλει ένα 100ρικο πάει επίσκεψη.
Γιατρός (ως ασθενής): «Γιατρέ έχω χάσει τη αίσθηση της γεύσης.»

Μηχανικός (ως γιατρός): -«Αδελφή φέρτε παρακαλώ το φάρμακο Νο 22 και ρίξτε 3 σταγόνες στο στόμα του ασθενούς.»
Ο γιατρός-ασθενής φτύνει το φάρμακο και λέει: -«Μα αυτό δεν είναι φάρμακο. Είναι πετρέλαιο.»
 
Ο μηχανικός-γιατρός: -«Συγχαρητήρια. Η γεύση σας επέστρεψε. 50 ευρώ παρακαλώ.»
Ο δήθεν ασθενής γιατρός φεύγει τσατισμένος αλλά δεν το βάζει κάτω και επιστρέφει σε μερικές μέρες αποφασισμένος να πάρει πίσω τα χρήματά του.
Ο ασθενής-γιατρός: -«Γιατρέ έχασα τη μνήμη μου και δεν θυμάμαι πια τίποτα.»
Μηχανικός-γιατρός: -«Αδελφή φέρτε παρακαλώ το φάρμακο Νο 22 και ρίξτε 3 σταγόνες στο στόμα του ασθενούς.»
Ο γιατρός-ασθενής πανικόβλητος: -«Μα αυτό το φάρμακο είναι για τη θεραπεία της γεύσης.»
Μηχανικός: -«Συγχαρητήρια. Η μνήμη σας επανήλθε. 50 ευρώ παρακαλώ.»
Ο γιατρός φεύγει εξαγριωμένος με τον εαυτό του.
Αμετανόητος μετά μερικές μέρες επιστρέφει.
«Γιατρέ η όρασή μου έχει αδυνατίσει πολύ. Μπορείτε να κάνετε κάτι?»
Μηχανικός: «Δυστυχώς κύριε δεν έχουμε φάρμακο γι αυτό. Παρακαλώ πάρτε αυτό το 100ρικο.»
«Μα αυτό είναι 50ρικο.»
-«Συγχαρητήρια. Η όρασή σας επανήλθε. 50 ευρώ παρακαλώ.»
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ – "ΤΟ ΖΟΥΔΙΟ".


 Μικρά διηγήματα από τα «Διηγήματα τοῦ γυλιοῦ»

Κατὰ τὸν περασμένο Ὀκτώβριο ἐβγῆκα μία ἡμέρα εἰς τὸ κυνήγι. Εἶχε βρέξει καὶ τὸ χῶμα ἦτο μαλακὸ καὶ ἐβούλιαζε εἰς τὸ πάτημα ὡς παχύμαλλο καινούργιο ταπέτο. Αἱ πρῶται πνοαὶ τοῦ φθινοπώρου εἶχαν ἔλθει καὶ τὰ δέντρα ἤρχισαν νὰ χάνουν τὰ φύλλα τους, τὰ ὁποῖα κίτρινα ὑπεχώρουν εἰς τὸ παραμικρὸν φύσημα τοῦ ἀνέμου. Τ᾿ ἀμπέλια ἦσαν ἔρημα. Κανεὶς δὲν ἐγύριζε νὰ τὰ ἰδῇ τώρα ποὺ ἔχασαν τὸν γλυκόχυμον καρπόν τους, ὅπως μία μαραμένην καλλονήν. Ὁ μοῦστος ἔβραζεν εἰς τὰ βαρέλια καὶ ἐπερίμενε τὸν Ἅϊ-Δημήτρη διὰ νὰ χυθῇ εἰς τὰ ποτήρια καὶ νὰ δροσίσῃ τὰ διψασμένα χείλη κάθε κρασοπατέρα.
Ἀφοῦ ἐπλανήθην ἐπὶ πολὺ καὶ ἔκαυσα τὴν μπαρούτη ἀνωφελῶς, ἐκάθισα τὸ μεσημέρι κοπιασμένος κάτω ἀπὸ μίαν λεύκαν, κοντὰ εἰς τὸ χεῖλος διαυγοῦς ρυακίου. Ἔβγαλα ἀπὸ τὴν τσάντα μου ὀλίγον ψωμὶ καὶ τυρί, ἔριξα τὸ ἀνάλογο μερίδιον εἰς τὰ σκυλιὰ καὶ ἔφαγα τὸ ὑπόλοιπον μὲ μεγάλη ὄρεξη. Μετὰ ἐξηπλώθην εἰς τὸν ἴσκιο τῆς λεύκας καὶ ἀφοῦ ἐσκέπασα μὲ τὴν ψάθα τὸ πρόσωπόν μου προσεπάθουν νὰ κοιμηθῶ.
Φαίνεται ὅμως ὅτι δὲν ἦτο πεπρωμένον νὰ κοιμηθῶ, διότι μόλις ἤρχισε νὰ μὲ κυριεύῃ ἡ νάρκη, ἡ προηγουμένη τοῦ ὕπνου, τὰ σκυλιὰ ἤρχισαν νὰ γαυγίζουν δυνατά. Ἐσήκωσα τὸ κεφάλι καὶ εἶδα ἐρχόμενον πρὸς ἐμὲ μὲ τὸ ὅπλον ἐπ᾿ ὤμου τὸν ἀγροφύλακα. Τὸν ἐγνώρισα ἀπὸ τὸν μαῦρον στεμματοφόρον σκοῦφον του.
– Γειὰ χαρά· εἶπε πλησιάζων καὶ στηρίζων κατὰ γῆς τὸ ὅπλον του.
– Καλῶς τόνε.
– Βάρεσες τίποτε;
– Ὄχι… δὲ βρῆκα.
– Ἔχεις καπνό; Ἔχω ἀπὸ προχτὲς νὰ πάω στὸ χωριὸ καὶ κάηκα γιὰ τσιγάρο.
– Ἔχω· πάρε· τοῦ εἶπα, καὶ τοῦ ἔδωσα φύλλον σιγαροχάρτου.
– Δὲ θέλω χαρτί· φουμάρω μὲ πούσι. Καὶ ἔδειξε μικρὸν καὶ λεπτὸν φύλλον ἀραβοσίτου ποὺ μεταχειρίζονται ἀντὶ σιγαροχάρτου γιὰ οἰκονομίαν οἱ περισσότεροι χωρικοί.
Τοῦ ἔδωκα καπνὸ καὶ ἔκαμε τσιγάρο. Ἀλλὰ παρετήρησα ὅτι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐσήκωνε τὰ μάτια καὶ μὲ κοίταζε μὲ κάποια περιέργεια καὶ ἀνησυχία.
– Ἔλα κάτσε· τοῦ εἶπα. Γιατί στέκεσαι καὶ σὲ βαρεῖ ὁ ἥλιος;
– Ὄχι! μοῦ εἶπε χαμογελώντας. Σ᾿ αὐτὸ τὸ δέντρο δὲν κάθουνται οἱ ἄνθρωποι.
– Γιατί;
Ἀντὶ νὰ ἀπαντήσῃ ἅπλωσε τὸ χέρι καὶ μοῦ ἔδειξε τὴν ρίζαν τοῦ δέντρου. Γύρω εἰς τὸν κορμὸν τῆς λεύκας τὸ χῶμα ἦτο σκαμμένο καὶ ἀπάνω του ἀφημένο ἕνα σκουριασμένο τσεκούρι. Εἰς τὴν ρίζαν τοῦ κορμοῦ ἦσαν ἀνοιγμένοι τέσσερες λάκκοι καὶ μέσα εἰς αὐτοὺς εἶχαν ἐμπηχθεῖ τέσσερα χοντρὰ καὶ μεγάλα καρφιά. Ἐγύρισα καὶ κοίταξα μὲ ἀπορία τὸν ἀγροφύλακα.
– Πᾶμε ἐκεῖ κάτω καὶ σοῦ λέω· μοῦ ἀπάντησε. Ἐσηκώθην καὶ τὸν ἠκολούθησα κάτω ἀπὸ μικρὰν ἀχυρίνην καλύβα. Ἐκεῖ μοῦ διηγήθη τὰ ἀκόλουθα:
Ἐσεῖς οἱ γραμματισμένοι θαρρεῖτε πὼς τὰ ξέρετε οὖλα· μὰ τίποτα δὲν ξέρετε μὲ συμπάθιο. Τί τὸ ὄφελος σὰν ξέρεις γράμματα καὶ δὲν ξέρεις νὰ φυλάξῃς τὴ ζωή σου;
Ὁ ὀξωμάχος γνωρίζει καλύτερ᾿ ἀπὸ σένα πὼς ἡ καρυδιὰ λόγου χάριν ἢ ἡ καστανιὰ ἔχουν βαρὺν ἴσκιο καὶ δὲν πάει νὰ κάτσῃ ἀπὸ κάτω της. Πόσοι δὲν τὸ ᾿παθαν τὸ κακό! Ἄλλος ξύπνησε πιασμένος· ἄλλος στραβός, ἄλλος ἄλαλος κι ἄλλος μὲ ξυλιασμένα πόδια. Ἂμ τί; ὅσα φέρν᾿ ἡ ὥρα δὲν τὰ φέρν᾿ οὖλος ὁ χρόνος.
Μὲ τοῦτο θέλω νὰ σοῦ εἰπῶ, πὼς τὸ δέντρο ποὺ ἔγειρες νὰ κοιμηθῇς εἶναι στοιχειωμένο. Εἶδες τὰ περόνια καὶ τὸ τσεκούρι: Ἐδῶ καὶ δέκα χρόνια κάρφωσε ὁ Ζούδιαρης ἐκεῖ τὸ Ζούδιο τοῦ κατακαημένου του Ἀντώνη… Πῆγε ἀπ᾿ ἀγάπη τὸ δυστυχισμένο τὸ παιδί. Καὶ τί παιδί! μάλαμα! Σταλιὰ νερὸ δὲ θόλωνε ποτέ του. Τὴν Κυριακὴ σὰ νύφη περπάταγε στὸ παζάρι· τὴν καθημερινὴ δούλευε σὰ σκυλί. Κοίταζε ὅπως ὅπως νὰ οἰκονομήσῃ τὶς δόλιές του ἀδερφάδες. Ὁ πατέρας του ἦταν ἀρρωστιάρης· ποτὲ δὲν ἔβλεπε γειά. Μία λυκοφαμελιὰ καὶ ὅλοι ἀπὸ τὸν Ἀντώνη κρεμόσαντε.
Μὰ εἶδες ποὺ λέει: κάθε φτωχὸς κι ἡ Μοίρα του. Δὲν ἔσωναν τὰ τόσα ποὺ τράβαγε, πῆγε ν᾿ ἀγαπήσῃ κιόλα. Καὶ ποιὰ ν᾿ ἀγαπήσῃ; Μία ποὺ δὲν ἦταν γιὰ δαύτονε. Ἦταν πλούσια ἡ κόρη, μὲ γράμματα καὶ μὲ καλὰ πιθέματα. Ἔπειτα ἦταν καὶ ξένη. Ἐγὼ – τί νὰ σοῦ εἰπῶ – τὶς ξένες δὲν τὶς χωνεύω. Ἀλλιῶς εἶναι μαθημένες κι ἀλλιῶς βρίσκουν: Παπούτσι ἀπ᾿ τὸν τόπο σου κι ἂς εἶναι μπαλωμένο.
Ξέχωρ᾿ ἀπ᾿ αὐτὸ ἡ κόρη ἦταν παιγνιδιάρα ἀλαφαλοῦ. Ἤξερε, ποὺ λές, πὼς τὸν πλούσιο ὅ,τι κι ἂν τὸν ποῦν δὲν τὸν φτάνουν τὰ λόγια. Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἶναι νὰ στεκόμαστε μὴ στάξῃ καὶ μὴ βρέξῃ. Κάλλιο νὰ βγῇ τὸ μάτι σου παρὰ τ᾿ ὄνομά σου.
Ὁ Ἀντώνης ἦταν ὄμορφος, πολὺ ὄμορφος νέος. Ἤξερε κάτι γραμματάκια, ἔλεγε κάποτε καὶ τὸν Ἀπόστολο στὴν ἐκκλησία. Θὲς ἀπὸ δῶ, θὲς ἀπὸ κεῖ ἔπιασαν τὴν ἀγάπη.
Ἐδῶ στὰ δικά μας τὰ χωριὰ τό ᾿χουμε. Κάθε νιὸς δουλευτής, τὰ πρῶτα λεφτὰ ποὺ θὰ πάρει ἀπὸ τὴ δουλειά του, θὰ κάμει μία ἀλλαξιὰ ροῦχα. Ἔπειτα δὲν τὸν γνοιάζει πιά· τὰ δίνει ὅλα στὸ σπίτι. Ἒμ καρολόγος εἶναι, ἒμ τσαγκάρης, ἒμ σκαφτιᾶς, τὴ γιορτὴ θὰ εἶναι φριγγί.
Ἔτσι κι ὁ Ἀντώνης. Μὰ τώρα τὸ παράκανε. Γιορτὴ καθημερνὴ ἕνα τὸ εἶχε: Καθισιὸ κι ἀναπαὴ κι ἀπὸ καιροῦ καζάντι. Στὸ σπίτι του ἄρχισαν νὰ πεινᾶνε.
– Γιατί, παιδί μου, δὲν πιάνεις δουλειά; τὸν ρώταγε ἡ κακομοίρα ἡ μάνα του.
Δὲν ἔχει δουλειά· ἔλεγ᾿ ἐκεῖνος, βάζοντας τὸ κεφάλι κάτου.
Κι ἔφευγε· μὰ ὅποιος τὸν ἔβλεπε ἔνοιωθε μὲ τί ντροπὴ ἔλεγε τὸ λόγο. Ὤχ! κλαῖγε τον ὅποιος πιαστῇ σὲ ἀγάπη. Τοῦ πουλιοῦ ὁ νοῦς στὸ κεχρὶ κρέμεται.
Σὲ λίγο ἐμαθεύτηκε στὸ χωριὸ πὼς ὁ Ἀντώνης ἀγάπαγε τὴ Φροσύνη – ἔτσι τὴν ἔλεγαν τὴ νιά. Ὁ κόσμος, καθὼς ξέρεις, καὶ στὴν ἀγάπη ἀκόμα δὲν κατηγορεῖ παρὰ τὸ φτωχότερο. Ὁ πλούσιος ὅ,τι κι ἂν κάμῃ εἶναι καλὰ καμωμένα: Τοῦ φτωχοῦ εἶναι καρύδια καὶ βροντᾶνε· τοῦ πλούσιου εἶναι σύκα καὶ δὲν ἀκούγονται. Σὰ νὰ λέμε ὁ φτωχὸς δὲν πρέπει νά ῾χῃ καρδιά· δὲν πρέπει ν᾿ ἀγαπάῃ!
Πολλοὶ τοῦ τὸ εἶπαν τοῦ παιδιοῦ. – Ὅπου δὲν φτάνῃ τὸ χέρι σου μὴν ἁπλώνῃς.
Ἡ μάνα του ἡ ἄμοιρη σὰν τ᾿ ἄκουσε τὴν ἔπιασε ὁ χτύπος – ἦταν ἀρρωστιάρα ἡ δόλια – κι ἔμεινε τρεῖς ὧρες ξερή. Ὄχι πὼς δὲν τὸ ἤθελε ἡ γριὰ νὰ πάρῃ ὁ γιός της τὴ Φροσύνη. Θὲς στραβὲ τὰ μάτια σου; μαγάρι νὰ εἶχα τό ᾿να. Ποιὸς δὲ θέλει τὸ καλό; Μὰ ἔνοιωθε πὼς ἦταν δύσκολο νὰ γένῃ καὶ φοβότανε μὴ χάσῃ τὸ παιδί της. – Τὸ παιδί μου δὲν πάει τὸν ἴσιο δρόμο! ἔλεγε κουνώντας τὸ κεφάλι.
– Τ᾿ εἶν᾿ τὸ κακὸ ποὺ σὲ συγκολλήθηκε παιδί μου. Βγάλ᾿ το νὰ μὴ σὲ φάῃ καὶ χαθοῦμε. Ἡ κοπέλα δὲν εἶναι γιὰ τὸ φτωχικό μας.
Ψηλὰ τὴ χτίζεις τὴ φωλιὰ
καὶ θὰ λυγίσῃ ὁ κλῶνος
καὶ θὰ σοῦ φύγῃ τὸ πουλὶ
καὶ θὰ σοῦ μείνῃ ὁ πόνος!
Μὰ ποῦ νὰ ἰδῇ, ποῦ ν᾿ ἀκούσῃ ὁ Ἀντώνης.
– Μ᾿ ἀγαπάει· ἔλεγε.
Κι ἔτσι μὲ τὴν ἐλπίδα ζοῦσε.
Πέρασαν κάμποσα χρόνια- ἡ Φροσύνη ἦταν στὸν καιρό της· δεκαεφτὰ χρονῶν κορίτσι.
Ἐδῶ στὰ χωριά μας ὅτι εἶναι νὰ γένῃ πρῶτα-πρῶτα θὰ τὸ μάθουν οἱ γυναῖκες. Τὴν ἡμέρα ἔξω, στὶς ἀργατιὲς καὶ τὸ βράδυ-βράδυ στὶς αὐλές τους κάθουνται καὶ τὰ ξομπλιάζουν ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη.
-Τά ῾μαθες κυρα-Γιάννενα: Τὸς καὶ τὸς ὁ τάδε μὲ τὴν τάδε.
– Τί λὲς καλότυχη; ἀλήθεια!
– Ναί, ναί· μὰ τὴν ψυχούλα μου τὴν ἁμαρτωλή! Ἂμ ἐγὼ τὰ μυρίστηκα ἀπὸ καιροῦ, ἀδερφὴ δὲν τὰ ᾿λεγα:… Κι εἶναι – ποῦ εἶσαι – εἶναι κι ἡ ἄλλη δουλειά· ἄκουγε μὲ μένα.
– Θέ μου γλύτωνε ποῦ καταντήσαμε!
Καὶ μαγουλοτραβιόνται τάχα.
Ἔτσι ἐμαθεύτηκε σὲ λίγο πὼς τὴ Φροσύνη τὴν παίρνει ἕνας ἔμπορος ἀπὸ τὴν Πάτρα.
Ὁ Ἀντώνης τὸ ᾿μαθε. – Εἶναι ψέμα! εἶπε. Κι εἶχε δίκιο νὰ εἰπῇ πὼς εἶναι ψέμα τὸ παιδί, ἀφοῦ ἡ κόρη τοῦ ἔκανε νοήματα ἀκόμη.
Σὲ λίγο γίνηκαν καὶ οἱ ἀρρεβῶνες. Ξέρεις πὼς γένονται οἱ ἀρρεβῶνες ἐδῶ. Δύο τρεῖς πᾶνε τὴ νύχτα μὲ τὸ γαμπρὸ καὶ τὸν παπᾶ στὸ σπίτι τῆς νύφης, ἀλλάζουν τὸ δαχτυλίδι καὶ τελειώνει ἡ δουλειά.
Ὁ Ἀντώνης ποῦ ν᾿ ἀκούσῃ, ποῦ νὰ πιστέψῃ τέτοιο πράμα! Βλέπεις ἡ ἀγάπη στραβώνει.
* * *
Ἔπειτ᾿ ἀπὸ λίγο ἔφτασε ὁ κόμπος στὸ χτένι. Ὁ γαμπρὸς ἦρθε καὶ ὁ γάμος θὰ γινότανε τὴν Κυριακή.
Ἀπὸ τότες ἔπαψε καὶ ἡ κόρη νὰ κάνῃ νοήματα τοῦ Ἀντώνη. Ὅπου τὸν ἔβλεπε τοῦ γύριζε τὶς πλάτες… Ἄ! δὲ θέλεις ἄλλο ψευτότερο πράμα ἀπὸ τὴ γυναίκα. Σήμερα μπορεῖ νὰ σοῦ λέῃ πὼς πεθαίνει κι αὔριο νὰ σοῦ κουνάῃ κλαρί. Κάπου μ᾿ εἶδες, κάπου σ᾿ εἶδα.
Ὁ Ἀντώνης ἦταν παιδὶ μὲ καρδιά· δὲν εἶπε τίποτα. Μάλιστα πῆγε μαζὶ μὲ τὸ συμπεθεριὸ στὴν ἐκκλησία, φίλησε καὶ τὰ στεφάνια… Ἐγὼ ἤμουν σ᾿ ἕνα στασίδι ἀντίκρυ καὶ τὸν κοίταζα. Ἦταν κίτρινος σὰν τὸ θειαφοκέρι· τὰ χείλη του μαραμένα ἔτρεμαν. Πῆγε σιγά, φίλησε τὰ στεφάνια, ἔπειτα γύρισε καὶ ἀκούμπησε σὲ μία κολώνα. Ἔβγαλε τὸ μαντήλι καὶ τό ᾿βαλε στὰ χείλη του. Τὸ μαντήλι μάτωσε.
Ἀπὸ τότε τὸ κατάλαβα.
– Κρίμα στὸ νιό! εἶπα μέσα μου.
* * *
Ὅταν γύρισε στὸ σπίτι ὁ Ἀντώνης ηὖρε τὴ μάνα του στὴ γωνιὰ νὰ κλαίῃ… Τὴν ἔτρωγαν τὰ φίδια.
– Σώπα, καημένη μάνα, ποὺ κλαῖς! εἶπε τῆς γριᾶς νὰ τὴν παρηγορήσῃ. Ἔτσι ἦταν γραφτό. Ἐγὼ τὸ ξέρω· πάντα ἄτυχος θὰ εἶμαι.
Κι ἔπεσε στὴ δουλειὰ μὲ τὰ μοῦτρα. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ καῖνε τὰ καμίνια γιὰ κεραμίδια. Μπῆκε σύντροφος σ᾿ ἕνα καμίνι κι ἔβγαζε παράδες. Δέκα δραχμὲς τὸ μεροκάματο τοῦ ἐρχότανε.
Ἡ κακομοίρα ἡ μάνα του πέταγε ἀπὸ τὴ χαρά της.
Πάει τὸ παιδί μου, ξέχασε! ἔλεγε. Ὁ Θεὸς μὲ λυπήθηκε.
Μὰ δὲν τὸ χάρηκε πολύ. Μία βδομάδα ἦταν ὅλη ἡ προκοπὴ τοῦ Ἀντώνη. Ἔπειτα παράτησε τὸ καμίνι κι ἔτρεχε δῶθε κεῖθε στὶς ἐξοχές· οὖλο τ᾿ ἀπόσκια ἔπιανε.
Μία φορὰ ἔλειψε κάμποσες ἡμέρες ἀπὸ τὸ σπίτι. Ἡ μάνα του ὑποψιάστηκε.
– Τί νὰ ἔγινε τὸ παιδί μου; εἶπε.
Κι ἐπῆρε τὶς ἀργατιὲς ρωτώντας τοὺς στρατολάτες, καὶ μοιρολογώντας ἀδιάκοπα. Ποῦ δὲν ἐπῆγε: ποιὸν δὲν ἐρώτησε: Τὰ πόδια της ἔβγαλαν νερὸ ἀπὸ τὶς στράτες· τὰ φουστάνια της ἐκουρελιάστηκαν ἀπὸ τ᾿ ἀγκάθια. Τὸ ηὖρε τέλος μέσα σ᾿ ἕναν τράφο καὶ μαυλίζοντάς το σὰν σκυλάκι τὸ ἔφερε στὸ σπίτι της. Μὰ πῶς τὸ ἔχασε, πῶς τὸ ηὖρε! Ὅλοι τὸ ἔνοιωσαν πὼς ἔπαθε ἀπ᾿ ἀγέρι. Κάποιος εἶπε πὼς τὸ εἶδε νὰ ξεμεσημεριάζεται κάτω ἀπὸ μίαν ἀγριλιὰ – ξέρεις ἡ ἀγριλιὰ ἔχει βαρὺν ἴσκιο.
Ἡ γριὰ ἔπεσε στοῦ Θεοῦ τὰ χέρια. Ἔταζε λαμπάδες, ἔκανε παρακλῆσες, ἐπῆγε μὲ τὰ γόνατα στὴν Παναγία· μὰ τὸ παιδὶ ὅλο στὸ χειρότερο. Κάθε Κυριακὴ τὸ ἔφερναν στὴν ἐκκλησιὰ καὶ τὸ ἀπόθεταν σωρὸ κουβάρι μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη. Ἐκαθόταν ὡς τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἔβγαιναν τ᾿ Ἅγια ἥσυχο καὶ ἀκίνητο σὰν ζωντόβολο. Μὰ μόλις ἀκουγόταν ἀπὸ μέσα ἡ φωνὴ τοῦ παπᾶ «τὰς θύρας… τὰς θύρας!…» ἔβανε κάτι ἀγριοφωνὲς ποὺ ἔτριζαν τὰ γυαλιὰ τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ ἵδρωναν τὰ εἰκονίσματα. Ἵδρωναν τὰ εἰκονίσματα κι ἐτρόμαζε ὁ λαὸς ἀπὸ τὰ λόγια του. Κατιτὶ λάγνο καὶ κάτι βρομερὸ ἐμόλυνε γιὰ μιᾶς του ναοῦ τ᾿ ἄδυτα, ἔφερνε τὴ ντροπὴ καὶ στῶν γερόντων τὰ πρόσωπα. Καὶ ποιὸς νὰ τὸ κρατήσῃ, ποιὸς νὰ τὸ συμμαζέψῃ τότε; Ἔκοβε τὰ σχοινιά, ἐχτύπαε τὶς ἁλυσίδες, ὅσο ποὺ ἔπεφτε λιποθυμισμένο στὶς πλάκες.
Εἶδαν κι ἀπόειδαν ἔστειλαν νὰ φέρουν τὸ Ζούδιαρη ἀπὸ τὸ Ἰμὰμ Τσαούση.
– Ἔχει τὸν Ἀνάποδο μέσα του· εἶπε ὁ Ζούδιαρης ἅμα εἶδε τὸ παιδί.
Ὁ Ἀνάποδος – θὰ ἔχεις ἀκουστὰ – εἶναι ἕνας διαβολάκος τόσος δά, μία πιθαμή. Ὅπου γίνεται τραπέζι, ὅπου φιλονικοῦν, ὅπου χαρτοπαίζουν ἐκεῖ βρίσκεται. Ἂν τύχῃ καὶ βλαστημήσῃ κάποιος τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἄλλος πίνει ἢ χασμουριέται, μπαίνει μέσα του καὶ τοῦ βυζαίνει τὸ αἷμα… Γιὰ κεῖνο – ἄκου ποὺ στὸ λέω – ἅμα ἀκοῦς καὶ βλαστημᾶν νὰ φτῇς… Μὴ γελᾶς· δὲν ξέρω, μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι τίποτα· κάνε τὸ ἐσύ: Τὸ καλὸ πάντα καλὸ εἶναι.
Τὸ παιδὶ σὰν ἀντίκρισε τὸ μάτι τοῦ Ζούδιαρη ἔπαψε τὶς φωνὲς καὶ λάϊασε. Ηὖρε τὸ μάστορή του εἶδες ποὺ λέει.
* * *
Ὁ Ζούδιαρης εἶπε σὲ καμιὰ δεκαριὰ ἀνθρώπους νὰ πάρουν τὰ ντουφέκια τους καὶ νὰ πᾶνε κοντά του.
Ἐγὼ – εἴμαστε μία πόρτα μὲ τὸν Ἀντώνη – εἶδες ποὺ λέει: ὁ Θεὸς κι ὁ γείτονας· πρῶτα θὰ ἰδῇς τὸ γείτονά σου κι ἔπειτα τὸν ἥλιο – πῆρα τὸ ντουφέκι μου, τὸ γιόμισα μὲ τὸ ζερβὶ χέρι – ἔτσι μᾶς εἶπε ὁ Ζούδιαρης καὶ πῆγα κοντά. Σὲ λίγο ἤμαστε ὄξω ἀπὸ τὸ χωριό. Μπροστὰ πήγαινε τὸ παιδὶ ἥσυχο σὰν ἀρνάκι. Πίσω πήγαινε ὁ Ζούδιαρης μὲ τὰ περόνια καὶ τὸ τσεκούρι στὰ χέρια· καὶ παραπίσω ἐμεῖς.
– Νά ῾τος! βαρεῖτε του! μᾶς λέει ὁ Ζούδιαρης σὰν εἶδε ἕνα δέντρο.
Ἐμεῖς δὲν εἴδαμε τίποτα· ἀπὸ τὸ φόβο μας ρίξαμε στὰ στραβά. Μπάμ! μπούμ! κόσκινο τὸ δέντρο.
– Δὲν τὸν πετύχαμε· λέει ὁ Ζούδιαρης. Νά τος, πέρα πάει…
Καὶ ἄρχισαν τὰ τρεχάματα, μπροστὰ ἐκεῖνος μὲ τὸ παιδὶ καὶ πίσω ἐμεῖς, μέσα στὰ χωράφια καὶ τὶς σταφίδες λαχανιάζοντας. Σὲ κάθε δέντρο ποὺ ἀπαντούσαμε διάταζε ὁ Ζούδιαρης καὶ ἀδειάζαμε τὰ ντουφέκια. – Μπάμ! μπούμ!
Μᾶς παίδεψε ὁ ἀναθεματισμένος. Γυρίσαμε ἀπὸ τὸν Ἅϊ-Θανάση στ᾿ Ἀληκανιωτέικα, τὸ Καταράχι, τὰ Κατσαπέικα, μὰ τίποτα.
Ὁ Ζούδιαρης τὸ εἶχε εἰπωμένο:
– Εἶναι δυσκολοβάρετος ὁ Ἀνάποδος.
* * *
Νὰ μὴν τὰ πολυλογῶ, φτάσαμε καὶ στὴ λεύκα ποὺ ἔγειρες νὰ κοιμηθῇς. Καθὼς βλέπεις, ἄλλο δέντρο μεγάλο δὲν εἶναι ἐδῶ πέρα.
– Σταθεῖτε· μᾶς λέει ὁ Ζούδιαρης· ἐδῶ θὰ κάτσῃ· ἀλλοῦ δὲν ἔχει νὰ πάῃ. Ἑτοιμάστε τὰ ντουφέκια σας καὶ ἅμα σᾶς πῶ βαρᾶτε.
– Μπὰμ μπούμ! ρίξαμε ἅμα μᾶς εἶπε. -Ἄου! ἄου! ἄου! οὔρλιασε τὸ παιδί.
Τὸ πετύχαμε τὸ ζούδιο. Μὰ ἔννοιά σου κι ἐμεῖς διορθωθήκαμε! Ἀλλουνοῦ ἔσπασε τὸ ντουφέκι· ἄλλος αἱματοκυλίστηκε. Ἐμένα μοῦ φάνηκε πὼς μ᾿ ἔπιασε κάποιος ἀπὸ τὴ μπούκα μ᾿ ἔσπρωξε κι ἔπεσα ἀνάσκελα στὸν τράφο.
Μὰ ὁ Ζούδιαρης κάρφωσε στὸ δέντρο τὸ ξωτικό. Ἄξαφνα νοιώθομε μία μυρουδιὰ σὰν καϋμένη θειάφη κι ἀκοῦμε ἕνα φοβερὸ καὶ παράξενο γέλιο κι ἕνα φρού!… ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας, σὰν ὅταν σηκώνονται ἀπὸ τὴ βοσκὴ μπουλούκι ἀγριόπαπια. Τότε ἔδωκε τὸ στερνὸ χτύπημα κι εἶπε τὸ φοβερότερο ξόρκι ὁ Ζούδιαρης.
– Πάει νὰ χαθεῖ· τὸ καρφώσαμε· εἶπε.
Καὶ ἀπίθωσε τὸ τσεκούρι χάμω γιὰ νὰ τὸ βλέπουν οἱ ὀξωμάχοι νὰ μὴ ζυγώνουν.
Πήγαμε τότε νὰ πάρουμε κι ἐμεῖς τὸ παιδί. Ἦταν χάμου ξαπλωμένο, κατακίτρινο καὶ ξυλιασμένο. Τὸ σηκώσαμε, τὸ πήραμε στὰ χέρια, τὸ πήγαμε στὸ σπίτι καὶ τὸ ξαπλώσαμε στὸ κρεβάτι.
Τὸ δόλιο! δὲν ἦταν γραφτό του νὰ σηκωθῇ. Ὁ Ζούδιαρης ἄργησε νὰ βάλῃ τὸ χέρι του. Τὸ ζούδιο ποὺ φώλιαζε μέσα του, τοῦ εἶχε βυζάξει ὅλο τὸ αἷμα.
Δύο τρεῖς ἡμέρες καὶ πάει χάθηκε τὸ παιδί.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα