Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ- "Ὁ Ἀειπλάνητος".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Τὸν ἔβλεπα πρὸ χρόνων πολλῶν, καὶ τὸν ἐνθυμοῦμαι ὡσὰν ὄνειρον. Ἀλλὰ δὲν εἶχα γνωριμίαν μαζί του. Ἦτον καμαρότος τῆς πρώτης θέσεως εἰς τὰ βαπόρια τῆς «Ἑταιρείας». Ἦτο λίαν μεταδοτικὸς καὶ φιλάδελφος πρὸς ὅσους ἔτυχε νὰ γνωρίζῃ, ἐπιβάτας μάλιστα τῆς κουβέρτας, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐκουβαλοῦσε κρυφὰ ὅ,τι ἐπερίσσευεν ἀπὸ τὴν τράπεζαν, τοὺς ἔφερνε ποτήρια νεροῦ ἀπὸ τὴν πρώτην θέσιν, καὶ πολλὰς ἄλλας ἀνέσεις παρεῖχεν εἰς αὐτούς.
Ἦτον ἀπὸ τότε μὲ ἄσπρα μαλλιά, κ᾽ ἐφαίνετο ὡς γέρων ἤδη. Εἴκοσιν ἔτη ὕστερον, ὅταν ἐσχετίσθην μαζί του, εἶχεν ἀκόμη ἄσπρα μαλλιά, καὶ ἀρρυτίδωτον τὴν ὄψιν. Καθὼς μοῦ εἶπε, δὲν ἦτο παραπάνω ἀπὸ πενῆντα χρόνων.
Εἶχε πάρει σύνταξιν ἀπὸ τὴν «Ἑταιρείαν», δὲν ἠθέλησε «νὰ μβῇ στὸν κόσμο», κ᾽ ἐκοίταζε πῶς νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του· ἐν Ἀθήναις ἐσύχναζεν εἰς τοῦ Μακράκη. Ἐπειδὴ ἔτρεφε κάποιαν ὑπόληψιν εἰς ἐμέ, μὲ ἠρώτησε νὰ τοῦ εἴπω εἰλικρινῶς τί ἐφρόνουν περὶ Μακράκη καὶ Μακρακισμοῦ.
― Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κυρ-Γιάννη, τοῦ εἶπα, ὅτι πολλοὶ τῶν Μακρακιστῶν εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, καὶ ὅτι ὁ Μακράκης θὰ ἦτον πολὺ καλὸς καὶ ὠφέλιμος… Ἀλλά, τί νὰ σοῦ πῶ κ᾽ ἐγώ, «νόμῳ καλόν, νόμῳ κακόν». Ἐάν, παραδείγματος χάριν, τὸ δεῖνα σπίτι ἐκηρύσσετο ἁρμοδίως ὑπὸ τῶν ἰατρῶν χολεριασμένον ἢ βλογιασμένον, θὰ εἶχες ποτὲ τὴν τόλμην νὰ πατήσῃς τὴν καραντίνα καὶ νὰ εἰσέλθῃς, εἰς αὐτό;
―Ὄχι, μοῦ εἶπε.
―Ἄλλο τόσον καὶ περὶ Μακράκη.
Οἱ ἁρμόδιοι, δηλ. ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, τὸν ἐκήρυξε κακόδοξον καὶ αἱρετικόν. Μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, καὶ πρὶν ἀνώτερόν τι δικαστήριον, φέρ᾽ εἰπεῖν ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ τ᾽ ἄλλα Πατριαρχεῖα, ἀκυρώσουν τὴν πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, καὶ κηρύξουν τὸν Μακράκην ὑγιαίνοντα περὶ τὴν πίστιν καὶ ὀρθόδοξον, πᾶς χριστιανὸς ὀφείλει νὰ πειθαρχῇ εἰς τοὺς ὁρατοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἁμαρτωλοὶ εἶναι οὗτοι εἴτε ἅγιοι, καὶ νὰ μὴ πλησιάζῃ εἰς τὸν Μακράκην. Ἄλλως, θὰ ἦτον ἀναρχία καὶ τίποτε ἄλλο.
Ἀκολούθως τὸν συνήντησα κατὰ τὸ θέρος εἰς Σ… ὅπου διέτριψα ἐπ᾽ ὀλίγον. Τρεῖς μῆνας ἔμεινα ἐκεῖ, τρεῖς διατριβὰς ἤλλαξε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὁ κυρ-Γιάννης ὁ Χρυσοβούλλης. Πρῶτον ἦτον πλησίον τοῦ πατρὸς Ἱερεμίου, ἐναρέτου ἀσκητοῦ, εἰς ἓν κάθισμα, ἤτοι μέγα κελλίον, μοναχικὴν κατοικίαν μὲ πολλὰ δωμάτια. Ὁ εἰρημένος ἀσκητὴς ἐλέγετο μακρακίζων, καλῇ τῇ πίστει. Ἐντεῦθεν ἐνόησα ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν μοῦ εἶχε ζητήσει ὁ κὺρ Γιάννης, καὶ ἡ ὑπόληψις τὴν ὁποίαν ἔλεγεν ὅτι ἔτρεφε δι᾽ ἐμὲ ἦτο ὑπὸ τὸν ὅρον… νὰ συμφωνῶ μαζί του.
Ἐν τούτοις δὲν ἔμεινε πολὺν καιρὸν εἰς τὸ οἰκητήριον ἐκεῖνο. Τὸν δεύτερον μῆνα ἐπιάσθη καὶ ἐμάλωσε μ᾽ ἕνα συμπέθερόν του, διεκδικοῦντα κληρονομικὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ κελλίου καὶ τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Τότε μετέβη εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, μονύδριον διαλελυμένον. Εἶτα ἔφυγεν ἐκεῖθεν, κ᾽ ἐπῆγε κ᾽ ἔβαλε μετάνοιαν εἰς τὸν Σωφρόνιον, τὸν τότε ἡγούμενον τοῦ σεμνοπρεποῦς καὶ ὡραίου κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἔμεινεν ἐκεῖ δύο μῆνας.
Εἶτα, ὅταν ἐγὼ ἐπέστρεψα εἰς Ἀθήνας, ἔμαθα ὅτι ὁ κυρ-Γιάννης ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Κοινόβιον κ᾽ ἐπῆγεν εἰς τὴν Κουνίστραν, παλαιὸν μοναστήριον ἀκατοίκητον, κ᾽ ἔμεινεν ἐκεῖ ὁλομόναχος ἐπ᾽ ὀλίγας ἡμέρας.
*
* *
Ἀκολούθως, συνέπεσε νὰ ἐπισκευασθῇ ἕν, γειτονικὸν τῆς Κουνίστρας, παλαιὸν μονύδριον τοῦ Προδρόμου. Τότε ὁ φίλος μας, ἀνήσυχος πάντοτε, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ «κατασταλάξῃ» που, ἐπῆγε καὶ ἐδοκίμασε νὰ μείνῃ ἐπ᾽ ὀλίγον εἰς τὴν ἐρημικὴν καὶ δασώδη ἐκείνην κοιλάδα τοῦ Προδρόμου. Τέλος ἐπανῆλθε καὶ δευτέραν φορὰν πλησίον τοῦ πατρὸς Ἱερεμίου, εἰς τὸ κελλίον τοῦ Προφήτου Ἠλιού.
*
* *
Μετ᾽ ὀλίγον καιρόν, ἐνῷ διέτριβον πάντοτε ἐν Ἀθήναις, αἴφνης καὶ παρὰ προσδοκίαν, συναντῶ τὸν φίλον μου καθ᾽ ὁδὸν πλησίον εἰς τοῦ Καλαμιώτη.
― Καλημέρα, μοῦ λέγει.
―Ἔ! ποῦ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο, κὺρ Γιάννη;… Ἐγὼ σὲ εἶχα πὼς βρίσκεσαι ἀκόμα στὴ Σ…, στὸ Κοινόβιο.
― Οὔ! εἶναι μῆνες ποὺ δὲν εἶμαι στὸ Κοινόβιο, εἶπε. Σ᾽ αὐτὸ τὸ διάστημα, καθὼς ἔφυγες τουλόγου σου ἀπ᾽ τὴν πατρίδα, ἄλλαξα δυὸ-τρία λημέρια.
― Ποιὸ καὶ ποιό;
― Σὰν ἔφυγα ἀπ᾽ τὸν Εὐαγγελισμό, ἐπῆγα στὴν Παναγιὰ τὴν Κουνίστρα, καὶ ἐκάθισα ἐκεῖ κάμποσον καιρό, ὕστερα πῆγα στὸν Πρόδρομο στὸν Ἀσέληνο. Ὕστερα ξαναγύρισα πάλι στὸν πάτερ Ἱερεμία, μὰ πάλι ξαναμάλωσα μὲ τὸν Δημήτρη, κ᾽ ἔφυγα…
― Μὲ ποιόνε Δημήτρη;
― Τὸν συμπέθερό μου· δὲν τὸν ξέρεις;… Ἅμα μ᾽ ἔβλεπε νὰ δίνω δυὸ κρομμυδάκια, ἢ λίγο μαϊδανό, ἢ κανένα μαρούλι, σὲ κανένα φτωχὸν διαβάτη, ἐσκύλιαζε ἀπ᾽ τὸ κακό του. Ἐγὼ τοῦ εἶπα, καὶ νὰ πεθάνῃ, δὲν θὰ τὰ πάρῃ μαζί του, καὶ νὰ ζήσῃ, θὰ τοῦ πέσουν παραπολλὰ στὸ στομάχι του… Τότ᾽ ἐκεῖνος αὐθαδίασε καὶ μοῦ εἶπε, μὲ παροιμίες, καθὼς συνηθίζει, «ξένο βιό, καλολογάριαστο», καὶ «δὲν εἶναι γύφτικο μνημόσυνο ἐδῶ» καὶ «μὲ ξένα κόλλυβα νὰ μὴ γυρεύω νὰ μνημονέψω». Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν κάπα μου κ᾽ ἔφυγα.
― Κ᾽ ἦρθες κατ᾽ εὐθεῖαν γιὰ τὴν Ἀθήνα;
―Ὄχι, ξαναπῆγα καὶ δεύτερη φορὰ στὸ Κοινόβιο, δὲν σοῦ εἶπα… Καλὰ τὸ εἶπες… Ἐπῆγα ἐκεῖ, κι ὁ ἡγούμενος μ᾽ ἔβαλε μάγειρα… Ὕστερα, ὁ πάτερ Μελέτιος, ὁ οἰκονόμος, μ᾽ ἐμάλωσε νὰ μὴ δίνω κομμάτια ψωμὶ καὶ γαβαθάκια μὲ κολοκύθια ἢ μελιτζάνες στοὺς διαβάτες… Τότ᾽ ἐσηκώθηκα κ᾽ ἐγώ, ἔβαλα μετάνοια στὸν ἡγούμενο, κ᾽ ἔφυγα.
― Κ᾽ ἔρχεσαι κατ᾽ εὐθεῖαν ἀπ᾽ ἐκεῖ;
―Ὄχι· ἐπῆγα στὸν Βόλο, νὰ ἰδῶ τὴν ἀδελφή μου μὲ τὸν γαμβρό μου, καὶ τὴ φαμίλια τους. Ἐκεῖ ἔμαθα πὼς εἶναι κοντὰ κάπου ἐκεῖ ἕνα καλὸ μοναστήρι, ὁ Ἁι-Γιάννης… Ἐπῆγα καμπόσες μέρες νὰ δοκιμάσω, μὰ τὰ ηὗρα κ᾽ ἐκεῖ κάπως χειρότερα, ἐπῆρα τὴν ράβδο μου, κ᾽ ἔφυγα.
― Κ᾽ ἔρχεσαι ἀπ᾽ ἐκεῖ τώρα;
―Ὄχι· ἐπῆγα στὸν Ἁρμυρό· ἐκάθισα ὀλίγες μέρες ἐκεῖ κοντὰ σ᾽ ἕνα μοναστήρι…
― Κι ἀπὸ κεῖ;…
― Τὰ ηὗρα ἐκεῖ σκοῦρα… ἐπῆγα πεζὸς ὣς τὴ Λαμία. Ἐκεῖ ἄκουσα πὼς εἶναι δυὸ-τρία μοναστήρια πολὺ καλά. Ἐπῆγα στεριὰ πολλὲς ὧρες δρόμο, στὸν Ἁι-Κωνσταντῖνο, καθὼς καὶ στὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Μαλεσίνας… Κι ἀπὸ κεῖ ἔφυγα.
― Τότε θὰ κάμῃς καλά, τοῦ εἶπα ἐγώ, νὰ πάρῃς ἕνα «Συνταγμάτιον» νὰ διαβάσῃς πόσα μοναστήρια εἶναι στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Τουρκία, γιὰ νὰ ξέρῃς…
― Καὶ ποῦ βρίσκεται αὐτὸ τὸ Συντομάτιον;
― Δὲν ξέρω ἂν βρίσκεται στὰ βιβλιοπωλεῖα. Στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη νὰ πᾷς, θὰ τὸ εὕρῃς. Καὶ δὲν μοῦ λὲς ἕνα πρᾶγμα, κὺρ Γιάννη; Πῶς δὲν σοῦ ἦρθε ἡ ἰδέα νὰ πᾷς στὸ Ἅγιον Ὄρος;
―Ἐπῆγα ἄλλοτε κ᾽ ἐπροσκύνησα. Μὰ ἐκεῖ δὲν εἶναι γιὰ μᾶς. Εἴμαστε ἀλλοιῶς μαθημένοι.
― Γιατί;
― Εἶναι αὐστηρότης μεγάλη… Εἶναι καὶ κόμματα… Ρῶσοι πολλοί.
― Καὶ τώρα γιὰ ποῦ εἶσαι, νά ᾽χουμε καλὸ ρώτημα;
― Εἶμαι γιὰ τὴν Πάτρα. Θὰ πάω εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη νὰ προσκυνήσω τὰ μεγάλα μοναστήρια ποὺ εἶναι πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὴν Ἁγία Λαύρα, τοὺς Ταξιάρχας, τὸ Μέγα Σπήλαιο.
― Καὶ θὰ κάμῃς πολὺν καιρὸ ἐκεῖ;
― Ὤ, ἐκεῖ θὰ μείνω ὁριστικῶς πλέον. Σωθήκανε τὰ ψέματα…
Μετὰ τρεῖς μῆνας, ἕνα πρωί, συναντῶ πάλιν τὸν κὺρ Γιάννην ἐν Ἀθήναις εἰς τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς.
― Τὰ μάτια μου κάνουνε;… Ἐσὺ εἶσαι, κὺρ Γιάννη;
―Ἐγὼ ὁλάκερος. Καλῶς σᾶς ηὗρα.
―Ἔρχεσαι ἀπ᾽ τὸ Μέγα Σπήλαιον;
―Ἀπ᾽ τὸ Μέγα Σπήλαιο, ἀπ᾽ τὴν Ἁγία Λαύρα, ἀπ᾽ τοὺς Ταξιάρχας καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη.
― Καὶ δὲν μπόρεσες νὰ κάμῃς οὔτ᾽ ἐκεῖ;
― Δὲν μπόρεσα… Τί τὰ θέλεις; Πάει πλέον ἡ καλογερική.
― Τώρα, γιὰ ποῦ εἶσαι;
― Γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Συλλογίσθηκα καλὰ τὸ λόγο ποὺ μοῦ εἶπες τὴν ἄλλη φορά… Θὰ σ᾽ ἀκούσω…
*
* *
Εἶχα μείνει διαρκῶς ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὰς Ἀθήνας. Τὸ ἄλλο θέρος ἐπῆγα εἰς τὴν πατρίδα μου.
Ἤμην ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἐκεῖ· ἕνα δειλινὸ μία βρατσέρα ἄραξε πλησίον τῆς ἀποβάθρας εἰς τὸν λιμένα.
Ἤρχετο ἐξ Ἁγίου Ὄρους. Μεταξὺ τῶν ἀποβιβασθέντων βλέπω τὸν κὺρ Γιάννην.
― Καλῶς ὥρισες, τῷ εἶπα.
― Πάντα μὲ τὸ καλό, μοῦ λέγει μειδιῶν… Ἐπῆγα καὶ στ᾽ Ἅγιον Ὄρος δευτέραν φοράν… Θὰ δώσω μεγάλον κόπον εἰς τὸν Ἄγγελόν μου.
― Γιατί;
― Γιατὶ θὰ ἔχῃ νὰ περιφέρῃ τὴν ψυχήν μου εἰς παραπολλοὺς τόπους… Κι ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἀπελπισθῇ νὰ μὲ πηγαίνῃ ἀπὸ δύο καὶ τρεῖς φορὰς εἰς κάθε τόπον… Ἐπειδὴ εἰς τὸν κάθε τόπον ἔχω διατρίψει δύο καὶ τρεῖς φοράς.
― Πῶς πέρασες λοιπόν;
― Παραέγιναν κ᾽ ἐκεῖ τὰ πράγματα… Καλὰ κι ἄξια εἶναι… Ἄξια χώματα!… Πολλοὶ σεβάσμιοι πατέρες, κοινοβιῶται, ἀσκηταὶ κ᾽ ἐρημῖτες ἀκόμη καὶ ἰδιορρυθμῖτες καὶ κελλιῶτες βρίσκονται, ἅγιοι ἄνθρωποι… Μὰ ὡστόσο… εἶναι Ροῦσοι, Ροῦσοι παραπολλοί… καὶ πίνουν καὶ πολὺ ρακί… Φιλεύουν καὶ πίττες ψωμί, καὶ καπίκια ἀσημένια. Δὲν σοῦ λέγω… καὶ στὸν Ἁι-Παντελέημονα κ᾽ εἰς τ᾽ ἄλλα μέρη… μὰ καλύτερα νὰ ἔλειπαν κι αὐτοὶ καὶ τὰ καπίκια τους καὶ τὰ ψωμιά τους τ᾽ ἄσχημα, τὰ κακοζυμωμένα, τ᾽ ἀχώνευτα… Ἔπειτα κ᾽ οἱ ἰδικοί μας ἔχουν κόμματα… δὲν σ᾽ ἀμπαρώνουν εὔκολα μὲς στὰ μοναστήρια… ἄλλα μοῦτρα ἔχουν οἱ Τουρκομερῖτες, ἄλλα οἱ Ἑλλαδῖτες.
― Καὶ τώρα γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός;
―Ἔχω σκοπὸ νὰ πάω ὣς τὰ Μετέωρα. Ἂς δοῦμε κι ἐκεῖ.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ φθινοπώρου, ἐνῷ πρὸ μικροῦ εἶχα ἐπιστρέψει εἰς Ἀθήνας, συναντῶ τὸν κὺρ Γιάννην εἰς τὸν περίπατον, παρὰ τοὺς Στύλους.
― Χὸζ γκελντίν! (Καλῶς ὥρισες), τοῦ εἶπα.
― Σὲ ηὗρα, τέλος πάντων! μοῦ λέγει. Δὲν ἤξευρα κατὰ ποῦ νὰ σὲ ζητήσω… Αὐτὴ τὴ φορὰ ἐλπίζω νὰ τὰ λέμε συχνὰ μαζί.
― Πῶς; μένεις στὴν Ἀθήνα;
―Ἀπ᾽ ἔξω ἀπ᾽ τὴν πόλιν… εἶν᾽ ἕνα μικρὸ μετοχάκι μὲ μιὰ ἐκκλησούλα καὶ δυὸ κελλιά, ποὺ τὸ ἔχει κτίσει ὁ πάτερ Ἱερώνυμος… ποὺ ἦτον χρόνια ἐφημέριος στὴν Βουδαπέστη, στὴν Οὑγγαρία… Ἐκεῖ, κοντά του, βρίσκομαι… Ἐδῶ ἔξω, κατὰ τὴν Ζωοδόχο Πηγή… (μοῦ ἔδειξε πρὸς τὸ μέρος τοῦ Ὑμηττοῦ). Ἐκεῖ ἔχω ὡραῖα κηπάρια καὶ καταγίνομαι νὰ καλλιεργῶ… Νὰ σὲ ἰδοῦμε καμμιὰ μέρα… Θὰ σὲ φιλέψω σαρακοστιανὸ φαῒ ἀπὸ ζερζαβάτι, ὅλο ἀπ᾽ τὸ χέρι μου καλλιεργημένο καὶ μαγερεμένο…
― Καὶ πῶς δὲν ἔκαμες στὰ Μετέωρα;
―Ὤ! ἐκεῖ ἀνεβάζουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἀπόχη, σὰν ἀχινούς, μὲ τὸν γάντζο, σὰν χταπόδια… Λοιπὸν θὰ ἔρθῃς καμμιὰ μέρα;
― Βεβαίως… χαῖρε!
*
* *
Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον ἔτυχε νὰ διέρχωμαι ἀπὸ τὰ Κεράδικα, παρὰ τὴν ὁδὸν Καπνικαρέας. Βλέπω τὸν κὺρ Γιάννην εἰς τὴν θύραν ἑνὸς τῶν μαγαζείων τούτων, καὶ μ᾽ ἔκραξεν:
―Ἔλα νὰ σὲ ἰδοῦμε.
― Τί γίνεσαι, κὺρ Γιάννη;
―Ὁρίστε, καθίστε.
― Δὲν ἔχω καιρόν… Θὰ ἦρθες, πιστεύω, νὰ ψωνίσῃς κηριὰ γιὰ τὴν ἐκκλησούλα, γιὰ τὸ μετοχάκι σου.
―Ὤ! δὲν βρίσκομαι πλέον ἐκεῖ… δὲν μπόρεσα νὰ πολυκάμω κοντὰ στὸν πάτερ Ἱερώνυμο.
― Καὶ ποῦ βρίσκεσαι;
― Μά, στὸ κηράδικο, ἐδῶ…
― Εἶσαι κηροποιός; Γνωρίζεις κι ἀπ᾽ αὐτὴν τὴν τέχνη;
―Ἀκοῦς, λέει… Βοηθῶ, ὅσο μπορῶ, τὸν φίλον μου ἐδῶ… Μὰ νὰ περνᾷς νὰ σὲ βλέπουμε.
― Εὐχαρίστως.
*
* *
Μετὰ μίαν ἑβδομάδα, διηρχόμην τὴν ἑσπέραν ἕνα δρομίσκον τῆς Πλάκας. Γνώριμος φωνὴ μὲ κράζει ὀνομαστί. Στρέφομαι· βλέπω τὸν κὺρ Γιάννην.
― Τί γίνεσαι, ἀδερφέ ;
―Ὤ! μὲ συγχωρεῖς…, δὲν ἦρθα καμμιὰ μέρα στὸ κηράδικο.
―Ὤ! τώρα κατὰ τὸ παρόν, βρίσκομ᾽ ἐδῶ, στὴν Πλάκα… σ᾽ ἐκεῖνο τὸ φαρμακεῖο ἐκεῖ.
Καὶ μοῦ ἔδειξε πέραν τοῦ πεζοδρομίου, εἰς μίαν καμπὴν τῆς ὁδοῦ.
― Τί, δὲν εἶσαι πλέον στὸ κηράδικο;
― Προσωρινῶς ἐβοηθοῦσα τὸν κὺρ Προκόπην… Τώρα βοηθῶ τὸν φίλον μου τὸν σπετσιέρην, ἐκεῖ… ἔλα καμμιὰ φορὰ νὰ τὰ λέμε. Περνᾷ κανεὶς πολὺ καλὰ τὴν ὥρα στὸ φαρμακεῖο… εἶναι τὸ καφενεῖο ἐκείνων ποὺ δὲν πατοῦν ποτὲ εἰς καφενεῖον.
― Καὶ γνωρίζεις ἀπὸ γιατρικά;
―Ἄ! αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς παλιὲς τέχνες μου… ὅ,τι μπορεῖ κάνει τινάς. Θά ᾽ρχεσαι κάποτε;
― Εὐχαρίστως… θὰ ᾽ρθῶ καμμιὰ μέρα.
Ἔκτοτε δὲν συνέβη νὰ ξαναϊδῶ πλέον τὸν φίλον μου, τὸν κὺρ Γιάννην. Ἀλλὰ τάχιστα ἐλπίζω νὰ τὸν συναντήσω ἢ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἢ ἀλλοῦ.
(1903)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 15 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 15ης Μαρτίου


44 π.X.: Ρωμαίοι Δημοκρατικοί, έχοντας επικεφαλής τον Βρούτο και τον Κάσιο, δολοφονούν στα σκαλοπάτια της Γερουσίας τον Γάιο Ιούλιο Καίσαρα. Η δημοκρατία θα επιζήσει δεκατρία ακόμη χρόνια, μέχρι την ήττα του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας από τον Οκταβιανό το 31 π.Χ.
1892: Στην Αγγλία, ιδρύεται η ποδοσφαιρική ομάδα της Λίβερπουλ.
1905: Οι επαναστάτες στην Κρήτη κηρύσσουν την ένωση της νήσου με την Ελλάδα.
1907: Εκλέγονται στη Φινλανδία οι πρώτες βουλευτίνες. Είναι 19 και αναλαμβάνουν τα καθήκοντα τους στις 23 Μαΐου.
1926: Ο δικτάτωρ Θεόδωρος Πάγκαλος εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας, χωρίς αντίπαλο.
1935: Στη Γερμανία, ο υπουργός Προπαγάνδας, Γιόζεφ Γκέμπελς, απαγορεύει την κυκλοφορία τεσσάρων εφημερίδων του Βερολίνου.
1937: Δημιουργείται η πρώτη τράπεζα αίματος στον κόσμο για μεταγγίσεις στο νοσοκομείο Κουκ Κάουντι, στο Σικάγο των ΗΠΑ.
1939: Τα χιτλερικά στρατεύματα εισβάλουν στην Τσεχοσλοβακία, την οποία καταλαμβάνουν αναίμακτα. Ο Πρόεδρος Χάτσα, μετά από καρδιακό επεισόδιο, που υπέστη κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων, διατάσσει να μην υπάρξει αντίσταση κατά των γερμανικών στρατευμάτων. Ο Χίτλερ μετατρέπει τη Μοραβία και τη Βοημία σε προτεκτοράτα.
1943: Αναχωρεί από τη Θεσσαλονίκη ο πρώτος συρμός με ελληνες Εβραίους με προορισμό το Αουσβιτς. Συνολικά πάνω από 48.000 Ελληνοεβραίοι εκτοπίστηκαν στο Αουσβιτς, στο Μπιργκενάου και στο Μπέργκεν-Μπέλσεν. Μόνο 2.000 θα επιστρέψουν στην Ελλάδα μετά το τέλος του πολέμου.
1945: Απελευθερώνονται τα Δωδεκάνησα και ζητούν να ενωθούν με την Ελλάδα.
1964:Παντρεύονται στο Μόντρεαλ του Καναδά η Ελίζαμπεθ Τέιλορ και ο Ρίτσαρντ Μπάρτον.
1974: Στις ΗΠΑ, ομοσπονδιακό δικαστήριο αποφαίνεται ότι ο Πρόεδρος, Ρίτσαρντ Νίξον, συμμετείχε σε συνωμοσία με σκοπό να καλυφθεί ο ρόλος του Λευκού Οίκου στην παραβίαση των γραφείων του Δημοκρατικού Κόμματος (υπόθεση Γουοτεργκέιτ).
1975: Πεθαίνει σε ηλικία 69 ετών στο Παρίσι ο μεγιστάνας Αριστοτέλης Ωνάσης. Ο Έλληνας μεγιστάνας ήρθε το 1922 ήρθε ως πρόσφυγας στην Ελλάδα και έπειτα από λίγο μετανάστευσε στην Αργεντινή. Το 1932 αγόρασε το πρώτο του πλοίο, το οποίο ονόμασε Καλλιρόη προς τιμήν της αδελφής του. Το 1946 παντρεύτηκε την κόρη του εφοπλιστή Σταύρου Λιβανού Αθηνά-Τίνα και απέκτησε μαζί της δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο και τη Χριστίνα. Περίπου δέκα χρόνια αργότερα, ο Ωνάσης και η Τίνα Λιβανού χώρισαν. Πολύ γρήγορα ο Ωνάσης, χάρη στο ιδιοφυές επιχειρηματικό του ταλέντο, αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους εφοπλιστές του κόσμου. Το όνομά του έγινε συνώνυμο του μύθου όχι μόνο στους οικονομικούς κύκλους της παγκόσμιας κοινότητας αλλά και μεταξύ των απλών ανθρώπων.
1989: Παραιτείται από την Κυβέρνηση για λόγους «ευθιξίας», εξαιτίας της ανάμιξής του ονόματός του στο σκάνδαλο Κοσκωτά, ο Μένιος Κουτσόγιωργας.
1990: Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ εκλέγεται ο πρώτος πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης.
1995: Τρομοκρατική επίθεση με δύο ρουκέτες σημειώνεται κατά των εγκαταστάσεων του «Mega Channel» στην Παιανία, την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη το κεντρικό δελτίο ειδήσεων των 20.30, χωρίς να υπάρξουν τραυματισμοί, παρά μόνο υλικές ζημιές.
1997: Το γκαζάδικο «Ευγενία» γίνεται ενέδρα θανάτου για τους μεταλλεργάτες της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης Περάματος. Ο απολογισμός της τρομακτικής έκρηξης που ταράζει το μεσημέρι της 15ης Μαρτίου το Πέραμα είναι τρεις νεκροί και αρκετοί τραυματίες. Το «Ευγενία» σκίστηκε στα δύο από την έκρηξη, ενώ τα κορμιά των θυμάτων είχαν εκτοξευτεί σε απόσταση ακόμη και 100 μέτρων από το πλοίο.
2002: Αποχωρούν οι ισραηλινές δυνάμεις από τέσσερις παλαιστινιακές πόλεις. Αναπτερώνονται οι ελπίδες για επίτευξη εκεχειρίας.
2003: Πόλεμος στο Ιράκ. Τα πρώτα πολεμικά πλοία περνούν τη διώρυγα του Σουέζ, ενώ έντονη κινητικότητα υπάρχει και στη Μεσόγειο.
2007: Η Ελλάδα, η Ρωσία και η Βουλγαρία υπογράφουν τη συμφωνία για την κατασκευή του πετρελαιαγωγού Μπουργκάς - Αλεξανδρούπολη, έπειτα από 14 χρόνια διαπραγματεύσεων.
2011: Ξεκινά η επανάσταση στη Συρία.

Γεννήσεις

938 - Ρωμανός Β', Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
1767 - Άντριου Τζάκσον, ο έβδομος πρόεδρος των ΗΠΑ
1821 - Γιόζεφ Λόσμιντ, Αυστριακός επιστήμονας
1884 - Άγγελος Σικελιανός, Έλληνας ποιητής
1952 - Γουίλι Πάτσερ, Αυστριακός φωτογράφος, καλλιτέχνης, ζωγράφος και συγγραφέας
1983 - Κώστας Καϊμακόγλου, Έλληνας μπασκετμπολίστας
1984 - Κώστας Βασιλειάδης, Έλληνας μπασκετμπολίστας

Θάνατοι

44 π.Χ. - Ιούλιος Καίσαρας, Ρωμαίος αυτοκράτορας
963 - Ρωμανός Β', Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
1938 - Νικολάι Μπουχάριν, ηγετικό στέλεχος των Μπολσεβίκων, που εκτελέστηκε με διαταγή του Στάλιν για αντεπαναστατικές ενέργειες
1951 - Ιωάννης Παρασκευόπουλος, Έλληνας αστρονόμος με καριέρα στην Νότια Αφρική. Ένας κρατήρας στη Σελήνη φέρει το όνομά του (Paraskevopoulos crater).
1945 - Πιερ Ντριε Λα Ροσέλ, Γάλλος συγγραφέας
1975 - Αριστοτέλης Ωνάσης
1998 - Μπένζαμιν Σποκ, δίδαξε ότι η ανατροφή των παιδιών πρέπει να είναι διασκέδαση.
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Αγαπίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων.

 Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή του Αγίου Αγαπίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων

Τη μνήμη του Αγίου Αγαπίου και των συν αυτώ Μαρτυρησάντων τιμά σήμερα, 15 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Εζησαν και κέρδισαν τα αθάνατα βραβεία, κατά το διωγμό του Διοκλητιανού (284-304) εναντίον της Εκκλησίας.
Ο Αγάπιος ήταν από τη Γάζα της Παλαιστίνης, ο Τιμόλαος από τη Μαύρη Θάλασσα, οι δύο Διονύσιοι από την Τρίπολη της Φοινίκης, ο Ρωμύλος -υποδιάκονος- από τη Λύδδα ή Διόσπολη, ο Πλήσιος και οι δύο Αλέξανδροι από την Αίγυπτο.
Κατηγορήθηκαν ότι είναι χριστιανοί και οδηγήθηκαν μπροστά στον έπαρχο της Καισαρείας Ουρβανό, όπου με παρρησία ομολόγησαν το Χριστό. Μάταιες απόπειρες έκανε εκείνος για να τους δελεάσει ή και να τους εκφοβίσει.
Διότι στο μυαλό όλων επικρατούσε ο λόγος του Θεού: «Τον φόβον αυτών μη φοβηθήτε μηδέ ταραχθήτε» (Α'επιστολή Πέτρου, γ' 14). Δηλαδή, μη φοβηθείτε το φόβο με τον οποίο ζητούν οι άπιστοι να σας πτοήσουν και μη ταραχθείτε καθόλου απ' αυτόν.
Πέθαναν όλοι μαρτυρικά με αποκεφαλισμό, δίνοντας σ' όλους τους αγωνιστές χριστιανούς μήνυμα θάρρους και ελπίδας.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Αγάπη του Κτίσαντος, πεπυρσευμένος τον νούν, χορείαν συνήθροισας, πανευκλεών Αθλητών, Αγάπιε ένδοξε, όθεν συν τούτοις Μάρτυς, αριστεύσας νομίμως, ξίφει τον σον αυχένα, συν αυτοίς απετμήθης, μεθ' ων εκδυσώπει, δούναι ημίν άφεσιν.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 15 Μαρτίου 2026

 

Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής 15 Μαρτίου 2026 – Σταυροπροσκυνήσεως (Γ΄ Κυριακή των Νηστειών)

Ευαγγ. Ανάγνωσμα– η θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ

(ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Η´ 34 – 38)

 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι.  ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.  τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;  ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;  ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

(ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 1 – 1)

 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Απόδοση σε απλή γλώσσα:

(ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Η´ 34 – 38)

 Καὶ ἀφοῦ προσεκάλεσε τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του, εἶπεν εἰς αὐτούς· Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ γίνῃ ὀπαδός μου καὶ νὰ μὲ ἀκολουθῇ ὡς μαθητής μου, ἂς διακόψῃ κάθε φιλίαν καὶ σχέσιν πρὸς τὸν διεφθαρμένον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας ἑαυτόν του καὶ ἀς λάβῃ τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ ὑποστῇ δ’ ἐμὲ ὄχι μόνον πᾶσαν θλῖψιν καὶ δοκιμασίαν, ἀλλὰ καὶ θάνατον σταυρικὸν ἀκόμη, καὶ τότε ἂς μὲ ἀκολουθῇ μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου.  Μὴ διστάσῃ δὲ κανεὶς νὰ κάμῃ τὰς θυσίας αὐτάς. Διότι, ὅποιος θέλει νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του, θὰ χάσῃ τὴν πνευματικὴν καὶ μακαρίαν καὶ αἰωνίαν ζωήν. Ὅποιος ὅμως χάσῃ καὶ θυσιάσῃ τὴν ζωήν του διὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ ὑπακοήν του εἰς ἐμὲ καὶ τὸ εὐαγγέλιόν μου, αὐτὸς θὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του ἐν τῷ μέλλοντι βίῳ, ὅπου θὰ κερδήσῃ τὴν αἰωνίαν μακαριότητα.  Ἐκείνη δὲ ἡ σωτηρία εἶναι τὸ πᾶν. Διότι τί θὰ ὠφελήσῃ τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ ὅλον αὐτὸν τὸν ὑλικὸν κόσμον, καὶ εἰς τὸ τέλος χάσῃ τὴν ψυχήν του, ἡ ὁποία ὡς πνευματικὴ καὶ αἰώνια δὲν συγκρίνεται μὲ κανὲν ἀπὸ τὰ ὑλικὰ τοῦ φθαρτοῦ κόσμου ἀγαθά;  Ἢ ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος χάσῃ τὴν ψυχήν του, τί θὰ δώσῃ ὡς ἀντάλλαγμα, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἑξαγοράσῃ αὐτὴν ἀπὸ τὴν αἰωνίαν ἀπώλειαν;  Ὁρισμένως δὲ θὰ χάσῃ τὴν ψυχήν του ἐκεῖνος, ποὺ δὲν θὰ ὑποστῇ δ’ ἐμὲ τὰς θυσίας αὐτάς. Διότι ὁποιοσδήποτε ἐντραπῇ ἐμὲ καὶ τοὺς λόγους μου ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τὰς περιφρονήσεις καὶ τοὺς χλευασμοὺς τῶν ἀνθρώπων τῆς γενεᾶς αὐτῆς, ποὺ ἀπεστάτησεν ἀπὸ τὸν πνευματικόν της νυμφίον καὶ εἶναι ἁμαρτωλός, αὐτὸν θὰ τὸν ἐντραπῇ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ θὰ τὸν ἀποκηρύξῃ ὡς μὴ ἰδικόν του, ὅταν θὰ ἔλθῃ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους περιβεβλημένος τὴν δόξαν τοῦ Πατρός του.

(ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 1 – 1)

 Καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· Σᾶς λέγω ἀληθινά, ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτούς, ποὺ στέκονται ἔδω, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δοκιμάσουν θάνατον, προτοῦ νὰ ἴδουν, μετὰ τὴν κάθοδον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νὰ καταλύεται, μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τοῦ ναοῦ των καὶ μὲ τὸν διασκορπισμὸν τοῦ Ἰσραήλ, ἡ Παλαιὰ θεία τάξις καὶ διαθήκη διὰ νὰ θεμελιωθῇ μὲ δύναμιν ἀκαταγώνιστον καὶ ὑπερφυσικὴν ἡ Νέα θεία τάξις ἐν τῷ κόσμῳ, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκπροσωπῇ ἡ Ἐκκλησία ὡς ἄλλη βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς.

1. Τὸ φρόνημα τῆς τέλειας αὐταπαρνήσεως

Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Ἡ ψυχή μας σήμερα πάλλεται ἀπὸ συγ­κίνηση, καθὼς προσκυνοῦμε τὸν Τίμιο Σταυρὸ γιὰ νὰ συνεχίσουμε ἀνανεωμένοι τὸν ἱερὸ ἀγώνα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ἀκούσαμε τὰ λόγια τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Πίστεώς μας: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει ὡς μαθητής μου, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό του “καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ” – ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του – καὶ ἂς μὲ ἀκολουθεῖ μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου».

«Ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Σήμερα ὅταν λέμε «αὐτὸς σηκώνει σταυρό», ἐννοοῦμε ὅτι περνᾶ δοκιμασία· ἢ ὅταν λέμε «σηκώνει τὸν σταυρό του», ἐννοοῦμε ὅτι ἀντιμετωπίζει μὲ πίστη καὶ ὑπομονὴ τὴ δοκιμασία ποὺ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὴ ζωή του. Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Κυρίου «ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» ἔχει ἄλλη σημασία. Σημαίνει: ἂς σηκώνει τὸν σταυρὸ μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐκτελεσθεῖ. Διότι οἱ κατάδικοι ἦταν ὑποχρεωμένοι νὰ κουβαλοῦν τὸν σταυρὸ στὸν ὁποῖο θὰ σταυρώνον­ταν μέχρι τὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως.

Ὁ σταυρὸς ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων ἦταν ὄργανο φρικτῆς καταδίκης, τὸ σκληρότερο εἶδος θανατικῆς ἐκτελέσεως. Λέει λοιπὸν ὁ Κύριος: Ὅποιος θέλει νὰ γίνει μαθητής μου, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό του σὲ τέλειο βαθμό, ἂς εἶναι ἀποφασισμένος νὰ ὑποστεῖ κάθε θυσία, ἀκόμη καὶ τὸν πιὸ βασανιστικὸ θάνατο, τὸν σταυρικό. Αὐτὸ εἶναι τὸ φρόνημα τοῦ ἀληθινοῦ μαθητῆ τοῦ Κυρίου.

Δηλαδὴ εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ὅταν ἡ καρδιά μας λέει: «Θέλω νὰ καθαρισθῶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὅ,τι κι ἂν μοῦ κοστίσει» ἤ· «καλύτερα νὰ πεθάνω παρὰ νὰ ἁμαρτήσω»! Ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ πλησιάζουμε συνεχῶς σ᾿ αὐτὸ τὸ φρόνημα.

2. Πόθος γιὰ ζωὴ

Ἀλλὰ γιατί ὁ Κύριος εἶναι τόσο ἀπόλυτος; Μᾶς τὸ ἐξηγεῖ ἀμέσως παρακάτω: «Τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο, ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι κερδίσει ὅλο αὐτὸν τὸν ὑλικὸ κόσμο, ἀλλὰ χάσει τὴν ψυχή του, ἡ ὁποία ὡς πνευματικὴ καὶ αἰώνια εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπὸ αὐτόν; Ἢ τί θὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς του γιὰ νὰ τὴν ἐξαγοράσει ἀπὸ τὴν αἰώνια ἀπώλεια;».

Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἀληθινὴ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται στὴ σωτηρία τῆς ψυ­χῆς του. Ἡ ψυχὴ σώζεται ὅταν εἶναι ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸ ποὺ τὴν χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἁμαρτία. Στὴν παρούσα σύντομη ζωὴ ὁ ἄνθρωπος διαλέγει ἂν θὰ ζήσει κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἢ κατὰ τὸ δικό του ἐγωιστικὸ θέλημα.

Ἐπίγεια δόξα, πλοῦτος καὶ ἡδονή: Αὐτὰ ἐπιδιώκει καὶ θεοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας. Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι πρόσκαιρα, καὶ ἡ ἀπόλαυσή τους προσωρινή. Ἡ ψυχὴ ἀντίθετα εἶναι αἰώνια, καὶ ἡ ζημία της ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἔχει αἰώνιες συνέπειες. Καὶ δὲν συμφέρει νὰ βλάψουμε τὴν ψυχή μας γιὰ χάρη ὁποιουδήποτε ἀγαθοῦ αὐτοῦ τοῦ κόσμου ἢ καὶ ὅλων μαζί.

Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ γιὰ τὸν ὁλοένα στενότερο σύνδεσμό μας μὲ τὸν Κύριο. Κι αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν τέλεια ὑπακοή μας στὸ θέλημά Του, μὲ ὁποιοδήποτε τίμημα. Γι᾿ αὐτὴ τὴν ὑπακοὴ συμφέρει κάθε θυσία. Εἶναι λοιπὸν πολὺ λογικὸ καὶ ἀληθινὸ τὸ προσ­κλητήριο τῆς αὐταπαρνήσεως ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Κύριος. Τὸ φρόνημα τῆς τέλειας αὐταπαρνήσεως, ποὺ μᾶς ζητᾶ, εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ στέρεη ἀπόφαση καὶ ὁ εἰλικρινὴς πόθος γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴν αἰώνια.

3. Ἀπόφαση ὁμολογίας

Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ βρεθεῖ στὴν ἀνάγκη νὰ διαχωρίσει φανερὰ τὴ θέση του ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του· νὰ ὁμολογήσει τὴν πίστη του. Διότι «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α´ Ἰω. ε´ 19). Ὅλος ὁ κόσμος, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ τὴν ἐπίδραση τοῦ πονηροῦ πνεύματος.

Ὁ πιστὸς βέβαια δὲν προκαλεῖ, δὲν κάνει ἐπίδειξη τῆς εὐσέβειάς του, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρυφτεῖ. Ἡ φανέρωση ὅμως τῆς εὐσεβοῦς ζωῆς του συχνὰ προκαλεῖ τὸ μίσος τοῦ κόσμου, τῶν ἀν­θρώπων ποὺ ὄχι ἀπὸ ἄγνοια ἀλλὰ συν­ειδητὰ ἀκολουθοῦν τὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, διότι ἀποτελεῖ ἔλεγχο τῆς δικῆς τους ἀσέβειας. Μόνο ὅποιος ἔχει τέλεια αὐταπάρνηση, αὐτός, ἐνδυναμούμενος ἀπὸ τὸν Κύριο, δὲν θὰ ντραπεῖ νὰ ὁμολογήσει Ἐκεῖνον καὶ τὴ διδασκαλία Του μὲ λόγια καὶ μὲ πράξεις στὴ σύγχρονή του ἀποστατημένη γενιὰ τῶν ἀνθρώπων…

Ὁ Σταυρὸς δείχνει τὸν δρόμο τῆς ἀκριβοῦς πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ ἀκολούθησαν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Ἀπὸ ποῦ ἀντλοῦσαν δύναμη καὶ ἄντεξαν ὅλοι αὐτοί; Ἀπὸ τὸν Σταυρό. Λοιπὸν ἂς μελετοῦμε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ. Ἂς τὸν φέρουμε πάντοτε στὸν λαιμό μας, ἂς τὸν σημειώνουμε συχνὰ μὲ εὐλάβεια πάνω στὸ σῶμα μας, γιὰ νὰ μᾶς προστατεύει καὶ νὰ μᾶς ἁγιάζει. Πρωτίστως ὅμως ἂς τὸν ἔχουμε ὡς φρόνημα καὶ τρόπο ζωῆς, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Ο Απόστολος της Κυριακής 15 Μαρτίου 2026

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Δ´ 14 – 16)

 Ἔχοντες οὖν ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας.  οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας.  προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν.

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ε´ 1 – 6)

 Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν,  μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν·  καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ Ἀαρών.  οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε·  καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.

Απόδοση σε απλή γλώσσα:

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Δ´ 14 – 16)

Ἀφοῦ λοιπόν, σύμφωνα καὶ μὲ ὅσα εἴπομεν, ἔχομεν μεγάλον Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἔχει πλέον περάσει ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὴν αἰωνίαν κατάπαυσιν, ὅπου μᾶς περιμένει, τὸν Ἰησοῦν δηλαδή, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς κρατῶμεν καλὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς πίστεώς μας πρὸς αὐτόν.  Μὴ περάσῃ δὲ ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν μας, ὅτι ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι τώρα εἰς τοὺς οὐρανούς, δὲν θὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον δι’ ἠμᾶς. Διότι δὲν ἔχομεν Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ δὲν γνωρίζει τὰ ὅσα μᾶς συμβαίνουν, ἢ ἐπειδὴ ὑψώθη τόσον πολὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπαθήσῃ εἰς τὰς ἠθικὰς καὶ φυσικὰς ἀδυναμίας μας. Ἀλλ’ ἔχομεν Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἔχει πειρασθῆ καθ’ ὅλους τοὺς τρόπους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἀνθρωπίνη φύσις δύναται νὰ πειρασθῇ. Ἔχει πειρασθῆ ἐξ ὁλοκλήρου ὅμοια πρὸς ἡμᾶς, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποπέσῃ εἰς καμμίαν ἁμαρτίαν.  Ἀφοῦ δὲ τέτοιος εἶναι ὁ Ἀρχιερεύς μας, ἂς πλησιάζωμεν λοιπὸν μὲ θάρρος καὶ ἄφοβον πεποίθησιν πρὸς τὸν βασιλικὸν θρόνον του, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐκπηγάζει ἡ χάρις, διὰ νὰ λάβωμεν συγχώρησιν διὰ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ διὰ νὰ εὕρωμεν εὔνοιαν καὶ δωρεάς, ποὺ θὰ μᾶς δώσουν βοήθειαν ἐπίκαιρον εἰς κάθε κρίσιμον ὥραν πειρασμοῦ.

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ε´ 1 – 6)

 Θὰ εὕρωμεν δὲ ἔλεος καὶ χάριν καὶ βοήθειαν ἀπὸ τὸν μεγάλον καὶ συμπαθῆ Ἀρχιερέα μας, διότι κάθε ἀρχιερεὺς εἰς τὴν λευϊτικὴν ἱερωσύνην τῶν Ἰουδαίων ξεχωρίζεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐγκαθίσταται ἀρχιερεὺς πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἀνθρώπων εἰς τὰ ἔργα τῆς λατρείας, ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ προσφέρῃ καὶ δῶρα καὶ θυσίας πρὸς συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ.  Καὶ δύναται οὗτος νὰ συμπαθῇ εἰς τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐξ ἀγνοίας καὶ πλάνης, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ὡς ἄνθρωπος φέρει ἐπάνω του ἠθικὴν ἀσθένειαν καὶ ἀδυναμίας. Καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀσθενείας καὶ ἐνοχῆς του αὐτῆς ὀφείλει σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καθὼς προσφέρει ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἔτσι νὰ προσφέρῃ θυσίαν καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του, διὰ νὰ συγχωρηθοῦν αἱ ἁμαρτίαι του.  Καὶ κανεὶς δὲν λαμβάνει μόνος του καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του τὴν ὑψηλὴν τιμὴν τῆς ἀρχιερωσύνης, ἀλλὰ λαμβάνει αὐτήν, ὅταν καλῆται ἀπὸ τὸν Θεόν, καθὼς ἐκλήθη εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὁ Ἀαρών. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἐδόξασε μόνος του τὸν ἑαυτόν του εἰς τὸ νὰ γίνῃ Ἀρχιερεύς, ἀλλὰ τὸν ἐδόξασεν ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐλάλησε πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπεν· Υἱός μου εἶσαι σύ· Ἐγὼ σὲ ἐγέννησα σήμερον, ὅτε σοῦ ἔδωκα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ ἐδόξασα αὐτὴν διὰ τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς ἐκ δεξιῶν μου καθέδρας.  Καθὼς καὶ εἰς ἄλλο μέρος τῆς Γραφῆς λέγει· Σὺ εἶσαι ἱερεὺς αἰώνιος σὰν τὸν Μελχισεδέκ, τοῦ ὁποίου παρασιωπᾶται ἐξεπίτηδες εἰς τὴν Γραφὴν ἡ γενεαλογία καὶ ὁ θάνατος, διὰ νὰ εἶναι σύμβολον καὶ προτύπωσις τῆς παντοτινῆς βασιλείας καὶ ἱερωσύνης σου.

Ο Αρχιερεύς του ελέους

Μας κατανοεί

Σήμερα Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως η αγία μας Εκκλησία προβάλλει εμπρός μας τον Τίμιο Σταυρό, πάνω στον οποίο ο Κύριός μας πρόσφερε τη μοναδική και ατίμητη θυσία, που μας άνοιξε το δρόμο προς τον ουρανό. Εκεί στο Γολγοθά ο Χριστός προσφέροντας τη φοβερή εκείνη θυσία του, αποκαλύφθηκε σε μας ως ο μόνος αληθινός αρχιερεύς. Γι’ αυτό και το αποστολικό Ανάγνωσμα αναφέρεται στο μεγάλο αυτό μυστήριο της αρχιερωσύνης του σταυρωθέντος Κυρίου μας.

Έχουμε μεγάλο Αρχιερέα, μας λέει ο απόστολος Παύλος. Αυτός μετά τη σταυρική του θυσία, τον θάνατο, την Ανάσταση και την Ανάληψή του, έχει πλέον εισέλθει στους ουρανούς κι έφθασε στο θρόνο του Θεού. Εκεί μας περιμένει, διότι δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά είναι ο Υιός του Θεού. Γι’ αυτό ας κρατάμε γερά την πίστη μας σ’ Αυτόν κι ας την ομολογούμε πάντοτε. Και μην περάσει ποτέ από το νου μας ότι, αφού Αυτός είναι τώρα στους ουρανούς, δεν θα δείξει ενδιαφέρον για μας. Διότι δεν έχουμε αρχιερέα που δείχνει ασυμπάθεια στις αδυναμίες μας. Αντίθετα, ενώ υψώθηκε τόσο πολύ ως άνθρωπος, δεν αδιαφορεί για μας, αλλά γνωρίζει όλα όσα μας συμβαίνουν. Άλλωστε και ο Ίδιος ως άνθρωπος εδώ στη γη αντιμετώπισε κάθε είδους πειρασμό. Έχει δοκιμασθεί με κάθε τρόπο, χωρίς όμως να διαπράξει καμία αμαρτία. Γι’ αυτό μας παροτρύνει ο απόστολος Παύλος να πλησιάζουμε με θάρρος και εμπιστοσύνη στο βασιλικό θρόνο της Χάριτός του για να λάβουμε συγχώρηση για τις αμαρτίες μας και να βρούμε έλεος και χάρη και άμεση βοήθεια σε κάθε κρίσιμη ώρα του πειρασμού.

Από το θρόνο του ο εσταυρωμένος Κύριος θα μας δωρίσει πλούσιο το έλεός του. Διότι και ο Ίδιος έχει δεχθεί κάθε δοκιμασία, είναι «πεπειρασμένος κατά πάντα». Σ’ όλη του τη ζωή πόσες δοκιμασίες, περιφρονήσεις και κατατρεγμούς δεν πέρασε! Ιδιαιτέρως όμως όταν πρόσφερε την αρχιερατική του θυσία επάνω στο Σταυρό, δέχθηκε όλα εκείνα τα φρικτά μαρτύρια. Εκείνη τη φοβερή ώρα του υποφέροντας μεγάλους πόνους όχι μόνο από το μαρτύριο αλλά ασυγκρίτως περισσότερο από τις αμαρτίες των παιδιών του, που βάσταζε σαν να ήταν κακούργος.

Γνωρίζει λοιπόν ο Κύριος από δοκιμασίες, γνωρίζει τι θα πει πόνος. Ο αναμάρτητος δέχθηκε τόσους πειρασμούς. Γι’ αυτό δείχνει κατανόηση στις αδυναμίες μας, τους πειρασμούς μας και τις δοκιμασίες μας. Μας καταλαβαίνει, μας συμπονά, μας αγαπά. Και μας περιμένει στο θρόνο της Χάριτός του, στον Τίμιο Σταυρό του, να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας, που μας τσακίζουν και μας απογοητεύουν. Μας περιμένει στο Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως να μας ξεκουράσει και να μας ειρηνεύσει. Μας περιμένει στην Αγία Τράπεζα να μας μεταγγίσει ζωή και σωτηρία.

Θα μας δοξάσει

Στη συνέχεια ο άγιος Απόστολος μας λέει ότι κάθε αρχιερέας στην ιερωσύνη των Ιουδαίων επιτελεί το ιερό αυτό έργο του για την ωφέλεια των ανθρώπων στην τέλεση της λατρείας· για να προσφέρει θυσίες για τη συγχώρηση των αμαρτιών του λαού. Και μπορεί να δείχνει συμπάθεια σ’ όσους αμαρτάνουν, επειδή κι αυτός ως άνθρωπος έχει ανθρώπινες αδυναμίες. Και γι’ αυτό ο Νόμος του επιβάλλει να προσφέρει θυσία όχι μόνο για τις αμαρτίες του λαού του, αλλά και μία ακόμη θυσία για τις δικές του αμαρτίες.

Και συνεχίζει ο Απόστολος λέγοντας ότι κανείς δεν παίρνει μόνος του την υψηλή τιμή της αρχιερωσύνης, αλλά όταν τον καλέσει ο Θεός, όπως κάλεσε στο αξίωμα αυτό και τον Ααρών. Έτσι και ο Χριστός «οὐχ ἑαυτόν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ’ ὁ λαλήσας πρός αὐτόν», δεν δόξασε μόνος του τον Εαυτό του με το να γίνει Αρχιερεύς, αλλά Τον δόξασε ο Θεός Πατήρ, ο Οποίος Του είπε: Εσύ είσαι ο Υιός μου· εγώ Σε γέννησα σήμερα, όταν Σου έδωσα την ανθρώπινη φύση και την δόξασα με την Ανάσταση και την ενθρόνισή σου εκ δεξιών μου. Και σ’ άλλο μέρος της Αγίας Γραφής λέει: Εσύ είσαι ιερέας αιώνιος, που Σε προτύπωνε ο Μελχισεδέκ.

Ο Κύριός μας λοιπόν δοξάστηκε και ως άνθρωπος με θεϊκή δόξα από τον Θεό Πατέρα του. Αυτός που τόσο πολύ ταπεινώθηκε ως άνθρωπος, πολύ περισσότερο υψώθηκε. Επειδή ακριβώς έδειξε υπακοή μέχρι θανάτου. Γι’ αυτό ακριβώς ο Θεός Πατήρ στεφάνωσε τον Κύριό μας ως άνθρωπο με θεϊκή δόξα και τιμή. Και Του έδωσε εξουσία στα επουράνια, τα επίγεια και τα καταχθόνια. Ώστε όλα τα λογικά όντα να αναγνωρίσουν ότι Αυτός είναι ο Κύριος του ουρανού και της γης.

Αυτός ο δρόμος από τη θυσία στην ύψωση, από την ταπείνωση στη δόξα είναι και ο δρόμος όλων των πιστών. Στον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά βρίσκεται η αληθινή ύψωση. Στο δρόμο της θυσίας και της ταπεινώσεως. Όταν υπομένουμε πειρασμούς, περιφρονήσεις, αδικίες. Όταν μένουμε στο περιθώριο. Όταν υπομένουμε δίπλα μας ανθρώπους δύσκολους και μένουμε ειρηνικοί απέναντί τους. Όταν όσους μας αδικούν ή μας αντιπαθούν, τους συγχωρούμε, τους δείχνουμε αγάπη. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο. Με τη βοήθεια όμως του Θεού είναι κατορθωτό. Ας πάρουμε λοιπόν κι εμείς με προθυμία τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά. Για να οδηγηθούμε από την ταπείνωση στο δόξα, την αληθινή και αιώνια.

Περιοδικό «Ο Σωτήρ»

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτάζοντες την 15ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την 15ην του μηνός Μαρτίου


 

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΓΑΠΙΟΣ, ΠΛΗΣΙΟΣ, ΡΩΜΥΛΟΣ, ΤΙΜΟΛΑΟΣ, δύο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΙ και δύο ΔΙΟΝΥΣΙΟΙ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ επίσκοπος Βρετανίας

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ ο εν Αιγύπτου

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΝΟΥΗΛ από τα Σφακιά.

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ο εν τω φρέατι

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΑΓΑΠΙΟΣ ο εν Σκήτη, Κολιτζοϋ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ Νεομάρτυρας,

 

Αναλυτικά

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΓΑΠΙΟΣ, ΠΛΗΣΙΟΣ, ΡΩΜΥΛΟΣ, ΤΙΜΟΛΑΟΣ, δύο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΙ και δύο ΔΙΟΝΥΣΙΟΙ
Έζησαν και κέρδισαν τα αθάνατα βραβεία, κατά το διωγμό του Διοκλητιανού (284-304)' εναντίον της Εκκλησίας. ο Αγάπιος ήταν από τη Γάζα της Παλαιστίνης, ο Τιμόλαος από τη Μαύρη Θάλασσα, οι δύο Διονύσιοι από την Τρίπολη της Φοινίκης, ο Ρωμύλος -ύποδιάκονος- από τη Λύδδα ή Διόσπολη, ο Πλήσιος και οι δύο Αλέξανδροι από την Αίγυπτο. Κατηγορήθηκαν ότι είναι χριστιανοί και οδηγήθηκαν μπροστά στον έπαρχο της Καισαρείας Ούρβανό, όπου με παρρησία ομολόγησαν το Χριστό. Μάταιες απόπειρες έκανε εκείνος για να τους δελεάσει ή και να τους έκφοβίσει. Διότι στο μυαλό όλων επικρατούσε ο λόγος του Θεού: "Τον φόβον αυτών μη φοβηθήτε μηδέ ταραχθήτε"1. Δηλαδή, μη φοβηθείτε το φόβο με τον οποίο ζητούν οι άπιστοι να σας πτοήσουν και μη ταραχθείτε καθόλου άπ' αυτόν. Πέθαναν όλοι μαρτυρικά με αποκεφαλισμό, δίνοντας σ' όλους τους αγωνιστές χριστιανούς μήνυμα θάρρους και ελπίδας.
1.Α'επιστολή Πέτρου, γ' 14.


Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Αγάπη του Κτίσαντος, πεπυρσευμένος τον νουν, χορείαν συνήθροισας, πανευκλεών Αθλητών, Άγάπιε ένδοξε· όθεν συν τούτοις Μάρτυς, αριστεύσας νομίμως, ξίφει τον σον αυχένα, συν αύτοίς άπετμήθης· μεθ' ων έκδυσώπει, δούναι ήμίν άφεσιν.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ επίσκοπος Βρετανίας
Άνηκε στο χορό των 70 αποστόλων και ακολούθησε σε μερικές περιοδείες τον απόστολο Παύλο. Εκτιμώντας δε αυτός τη διδακτική Ικανότητα του Αριστόβουλου, καθώς και τα διοικητικά του χαρίσματα πού συνοδεύονταν με γνήσιο ζήλο για την πίστη, τον έκανε επίσκοπο της Βρετανίας. ΟΊ τότε κάτοικοι της ήταν εντελώς απολίτιστοι και βάρβαροι, προσκολλημένοι τυφλά στις χυδαίες και ανόητες δεισιδαιμονίες τους. Γι΄ αυτό το έργο του Αριστόβουλου, συνάντησε μεγάλη αντίσταση. Πολλές φορές κινδύνευσε ή ζωή του, υπέφερε δε αμέτρητα βάσανα και θλίψεις. 'Αλλ' ή θεία χάρη, δεν άφησε χωρίς αποτέλεσμα τις προσπάθειες του. Αρκετοί από τους κατοίκους πίστεψαν στο Χριστό, και στα άγρια εκείνα μέρη ιδρύθηκε χριστιανική Εκκλησία. Αυτή καλλιεργώντας με άγρυπνη επιμέλεια και επεκτείνοντας με ακούραστη φιλοπονία πέθανε ο άγιος Αριστόβουλος, σ' όλα αντάξιος του αδελφού του και Αποστόλου επίσης Βαρνάβα. (Ή μνήμη του επαναλαμβάνεται και την 31η "Οκτωβρίου, μαζί με άλλους αποστόλους εκ των 70).


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ ο εν Αιγύπτου
Έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανου (284-305). Θερμός ζηλωτής της πίστης, θαύμαζε με όλη του την ψυχή εκείνους, πού έχυναν γι' αυτήν το αίμα τους. Και όσες φορές μάθαινε τον θάνατο μαρτύρων, πήγαινε επί τόπου, παραλάμβανε τα "Αγια λείψανα τους και τα έθαβε καταβρέχοντας αυτά με τα δάκρυα του. Στην εκτέλεση του ιερού αυτού έργου συνελήφθη και δικάστηκε. Επειδή όμως έμεινε πιστός στην ομολογία του Χριστού, καταδικάστηκε σε σκληρότατο θάνατο. Με διαταγή του τυράννου, έγδαραν το δέρμα του και έπειτα το έκαψαν με αναμμένες λαμπάδες.


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΝΟΥΗΛ από τα Σφακιά.
Ό νεομάρτυρας αυτός γεννήθηκε στα Σφακιά της Κρήτης, από γονείς ευσεβείς. Σε μικρή ηλικία αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους, με τη βία εξισλαμίστηκε και στη συνέχεια παρέμεινε στην υπηρεσία τους. Βρήκε όμως την ευκαιρία και δραπέτευσε από το σπίτι των κυρίων του, και πήγε στη Μύκονο, όπου εξομολογήθηκε και ζούσε με χριστιανοπρέπεια. Εκεί παντρεύτηκε και απόκτησε έξι παιδιά. Επειδή όμως ή σύζυγος του πρόδωσε την συζυγική της τιμή, μετακόμισε αυτός με τα έξι παιδιά του σε άλλο σπίτι χωρίς να τη διαπομπεύσει. 'Αλλ' ο αδελφός της άπιστης συζύγου του, πού υπηρετούσε στον Τούρκικο στόλο, κατάγγειλε τον Μανουήλ στον Τούρκο πλοίαρχο ότι, ενώ είχε γίνει μουσουλμάνος επανήλθε στη χριστιανική θρησκεία. Όταν συνελήφθη από τον Τούρκο πλοίαρχο, ο Μανουήλ με θάρρος ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Μετά από πολλά βασανιστήρια, παραδόθηκε στον Τούρκο Ναύαρχο, πού βρισκόταν στη Χίο. Αυτός τον ανέκρινε και εξέδωσε θανατική απόφαση. Όποτε οι υπηρέτες του Ναυάρχου, πήραν τον Μανουήλ και τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης, πού ονομαζόταν Παλαιά Βρύση. Και ενώ ο μάρτυρας έσκυψε το κεφάλι του, ο δήμιος, πού είχε ορισθεί να τον εκτελέσει, δείλιασε, πέταξε το σπαθί και απομακρύνθηκε. Τότε άρπαξε το σπαθί κάποιος υπαξιωματικός, ο όποιος αφού δεν μπόρεσε μετά από πολλά κτυπήματα στο λαιμό του μάρτυρα να τον αποκεφαλίσει, τον έριξε κάτω και τον έσφαξε με τον πιο φρικτό τρόπο σαν πρόβατο. Όλα αυτά έγιναν στη Χίο, στις 15 Μαρτίου 1792, ήμερα Δευτέρα και ώρα τέσσερις μ.μ. Το δε τίμιο λείψανο του, οι Τούρκοι, αφού το έδεσαν με ογκόλιθους το έριξαν στη θάλασσα. Χειρόγραφο μαρτύριο του Αγίου αυτού, βρίσκεται στη βιβλιοθήκη της Μονής Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.


Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ο εν τω φρέατι
Βλέπε βιογραφία του την 30ή Μαρτίου


Ο ΟΣΙΟΣ ΑΓΑΠΙΟΣ ο εν Σκήτη, Κολιτζοϋ


Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ Νεομάρτυρας,

Διάκονος εν Διδυμότειχο) (+ 18ος αι.).

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Κυριακή 15 Μαρτίου.

 

Λίγες βροχές στο Ιόνιο ηπειρωτικά ορεινά και την Κρήτη τις θερμές ώρες της ημέρας. Ισχυροί νότιοι άνεμοι στο Ιόνιο.

Πιο αναλυτικά, την Κυριακή 15 Μαρτίου αναμένονται νεφώσεις κατά διαστήματα αυξημένες με τοπικές βροχές στο Ιόνιο και το το μεσημέρι και το απόγευμα στα ηπειρωτικά ορεινά και την Κρήτη. Η ορατότητα θα είναι κατά τόπους περιορισμένη στα ηπειρωτικά τις πρωινές και τις βραδινές ώρες.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία 1 έως 14 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 2 έως 15-16, στην Ήπειρο από 1 έως 17-18 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 1 έως 17, στη Στερεά από 2 έως 17-18, στην Εύβοια από 4 έως 17-18 βαθμούς, στην Πελοπόννησο από 0 έως 17-18 βαθμούς, στα Επτάνησα από 7 έως 17-18, στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου από 6 έως 15 και στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου από 7 έως 16, στην Κρήτη από 7 έως 17 και τα Δωδεκάνησα έως 18 βαθμούς.

Οι άνεμοι θα πνέουν στα δυτικά από νοτιοανατολικές διευθύνσεις 4 με 6 μποφόρ, στα ανατολικά από βόρειες διευθύνσεις 3 με 5 και τοπικά στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο 6 μποφόρ.

Στην Αττική προβλέπεται αίθριος καιρός με νεφώσεις από το απόγευμα . Οι άνεμοι θα είναι μεταβλητοί 2 με 4 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 5 έως 16 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη ο καιρός θα είναι αίθριος με λίγη συννεφιά. Οι άνεμοι μεταβλητοί ασθενείς. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 5 έως 14 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ... Ἄλλος τύπος".


 Μικρά δηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ἦτο πρῴην ἐμποροπλοίαρχος, εἶχε ναυαγήσει δύο φορὰς εἰς τὴν Μεσόγειον, εἶχεν ὑποφέρει δεινῶς εἰς τὸν Ὠκεανόν, καὶ μίαν φορὰν εἶχε ξεπαγιάσει εἰς τὸν Εὔξεινον. Τώρα ἦτο πτωχὸς καὶ παρηγκωνισμένος. Ἔλεγεν ὅτι συγγενεύει μὲ ὀνόματα καὶ οἰκογενείας ἱστορικὰς εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του. Μίαν φορὰν εἶχε διατελέσει ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος εἰς Ἀθήνας.
Εἰς τὸν Πειραιᾶ, περὶ τὰ 189… μὴ ἔχων ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ, ἐκοιμᾶτο μέσα εἰς ἓν καφενεῖον, ἐκεῖθεν τοῦ Τελωνείου, δυτικομεσημβρινῶς τοῦ Ἁγ. Νικολάου, 〈καὶ〉 ἐξοικονόμει τὰ πρὸς τὸ ζῆν διδάσκων ναυτικὰ τοὺς ὑποψηφίους, ὅσοι ἡτοιμάζοντο νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις ὅπως λάβωσι δίπλωμα.
Τοὺς ἐμάνθανε πῶς νὰ «παίρνουν θεωρία», πῶς νὰ εὑρίσκουν τὸ βόρειον πλάτος καὶ τὸ ἀνατολικὸν μῆκος, καὶ πῶς νὰ ἐφελκύουν τὰς ψήφους τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ ἴδιος δὲν ἔλειπε νὰ ἐπισκέπτεται τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀνερχόμενος πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας· ἔλεγεν ὅτι εἶχε γράψει σύγγραμμα περὶ ναυτικῆς πολὺ ἀξιόλογον, ἐμπεριέχον μάλιστα σπουδαίας ἀνακαλύψεις. Δυστυχῶς δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ τὸ τυπώσῃ.
*
* *
Εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅταν ἤρχετο, ἐσύχναζε καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ἦτο εὐλαβής πολύ, καὶ δὲν ἔλειπεν ἀπὸ τοὺς ναούς. Ἐπήγαινε συχνὰ εἰς ἕνα ναΐσκον ὅπου, κατὰ τὰς ἑορτάς, ἐγίνοντο θρησκευτικαὶ παννυχίδες. Ἐθύμωνεν ἂν ἡ λειτουργία ἐτελείωνε γρήγορα. Ἤθελε νὰ ἔλθῃ ἴσα-ἴσα μὲ τὴν ἡμέραν διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ πεζὸς καὶ πάλιν εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἐπέπληττε τοὺς ψάλτας, τὸν τυπικάρην, καὶ αὐτὸν τὸν λειτουργὸν ἱερέα.
― Ἑσπερίδες κάνετ᾽ ἐδῶ; ἔλεγε.
Ἐπρότεινεν ὡς ἐπιχείρημα: «Οἱ γυναῖκες πῶς θὰ πᾶνε στὰ σπίτια τους νύχτα;» Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλαὶ ἀπ᾽ αὐτὰς τὰς γραίας τὰς εὐλαβεῖς, ὅσαι ἐσύχναζον εἰς τὴν ἀγρυπνίαν, τὸν παρεκάλουν νὰ τὰς συνοδεύσῃ ἕως τὴν οἰκίαν των.
― Μπαρμπα-Μᾶρκο! δὲν ἔρχεσαι νὰ πᾶμε μαζὶ ὣς τὸ σπίτι;
Καὶ τότε ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος προθύμως συνώδευεν ἕνα κοπάδι, ἐπειδὴ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν συνέβαινε νὰ εἶναι γειτόνισσαι ἀπὸ τὴν αὐτὴν συνοικίαν, καὶ γνώριμοι πρὸς ἀλλήλας.
Ἦτον παραπάνω ἀπὸ ἑξῆντα χρόνων, ἀλλὰ τοῦ ἐβαστοῦσαν τὰ κότσια, μ᾽ ὅλον τὸ ξεπάγιασμα τοῦ Δουνάβεως καὶ τὴν κακοπάθειαν τοῦ ὑπερωκεανείου πλοῦ. Ἦτο κοντός, κυρτὸς καὶ μονόπλευρος, κ᾽ ἐπήγαινεν ὡς βάρκα ταχύπλους εἰς τὸν δρόμον. Ὅλην τὴν νύκτα, εἰς τὸν ναΐσκον, δὲν ἐκάθητο εἰς τὸ στασίδιον, ἀλλ᾽ ἵστατο ὄρθιος ὡς ναύτης. Ὅταν νεώτερός τις ἐξέφραζε θαυμασμὸν ἐπὶ τούτῳ, αὐτὸς ἀπήντα:
―Ἄχ! ὅταν ἔχῃ ταξιδέψει κανεὶς στὸν Ὠκεανόν!… Τί εἶναι νὰ στέκεται κανεὶς ζεστός, χωρὶς κίνδυνον, χωρὶς ἔννοια, μὲς στὸ στασίδι;… Καὶ ποῦ νὰ βρίσκεσαι σὲ μιὰ σκάφη μεσάνυχτα, νὰ σὲ χορεύ᾽ ἡ θάλασσα, νὰ σὲ δέρν᾽ ἡ μπόρα, νὰ στάζῃς ἅρμη κ᾽ ἵδρωτα κι ἀφρό, καὶ νά ᾽χῃς τὴν ψυχὴ στὰ δόντια!… Ἐκεῖ σὲ θέλω… Ἄχ! εἶδα τὸν Ἁι-Νικόλα…
Ἄρχιζε νὰ διηγῆται τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχε συμβῆ ποτε, ἀλλὰ συνήθως τὴν διέκοπτε… Διηγήθη ποτὲ ὅτι εἶχεν ἰδεῖ μεσάνυκτα τὸν Ἁι-Νικόλα νὰ κρατῇ τὸ τιμόνι ἐν ὥρᾳ τρικυμίας εἰς τὸ πέλαγος…
― Γιὰ νὰ μὴ μὲ λένε ἀγύρτη, δὲν τὸ λέγω, εἶπε.
Καὶ πλέον δὲν τὸ διηγήθη ἄλλην φοράν.
Ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰς συνάξεις τοῦ μικροῦ ναΐσκου, ἔλεγε τὸν Ἑξάψαλμον, τὸ Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τὸ Πιστεύω κτλ. Ἀπήγγελλε ἀργά, μὲ μετρίαν ἔμφασιν, μὲ φαινομένην κατάνυξιν καὶ συντριβήν. Ἀπεῖχεν ὅμως πολὺ τοῦ γνησίου, τοῦ ἁπλοῦ καὶ ἀπερίττου ἐκκλησιαστικοῦ ὕφους ―ὕφους ἀρχαιοπρεποῦς καὶ ἐνθυμίζοντος τὴν ἀρχαίαν ἑλληνικὴν ἁπλότητα― ὁποῖον μόνον εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καλλιεργεῖται. Διὰ τοῦτο ἤρεσκεν εἰς τοὺς πολλοὺς καὶ ὄχι εἰς τοὺς ὀλίγους.
*
* *
Μετά τινα χρόνον, αἱ ἐργασίαι του εἰς τὸν Πειραιᾶ ἐναυάγησαν καὶ εἰς τὴν ξηράν, ὅπως εἶχαν ναυαγήσει εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ τότε, ἐκ θρησκευτικοῦ ζήλου καὶ φιλαδελφίας, ἡ μήτηρ Ὀλυμπιάς, ἡ σεβασμία ἰδιοκτήτρια τοῦ ναΐσκου καὶ τελετάρχις τῶν παννυχίδων, τὸν ἐκάλεσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν της.
Τοῦτο ἦτο λίαν εὔκολον πρᾶγμα. Ὁ καπετὰν Μᾶρκος δὲν εἶχε πολλὰ «τσόλια»* οὔτε «σκουτιὰ» νὰ κουβαλήσῃ. Δὲν ἐχρειάσθη μάλιστα οὔτε κάρον, οὔτε σούσταν, οὔτε σιδηρόδρομον. Εἰς τὸ μαγειρεῖον, ὑποκάτω τῆς σκάλας τῆς ἀναγούσης εἰς τὸ ὑπερῷον καὶ τὸ ἡλιακωτόν, ἐκεῖ ἱδρύθη ἡ κλίνη τοῦ μπαρμπα-Μάρκου. Εἰς τὸ ὑπερῷον ἔμενε πρὸς καιρὸν συνήθως κάποιος παρεπιδημῶν Ἁγιορείτης προηγούμενος, ἢ κάποιος Δεσπότης ἐξόριστος ἐκ Τουρκίας. Τὴν σκάλαν τὴν ἀνέβαινε διαρκῶς ἡ ὑπηρέτρια πότε διὰ ν᾽ ἁπλώσῃ πότε διὰ νὰ μαζώξῃ ἀπ᾽ τὴν ταράτσαν τὰ ροῦχα· καὶ τὰ πλυσίματα καὶ τ᾽ ἁπλωσίματα τελειωμὸν δὲν εἶχαν, ἐπειδὴ ὑπῆρχον ἀνήλικα παιδιὰ εἰς τὴν οἰκίαν. Τὸν μέσα θάλαμον τὸν κατεῖχεν ἡ σεβασμία οἰκοδέσποινα ― ὅστις ὡμοίαζε πολὺ μ᾽ ἐκκλησίαν χωρὶς τέμπλον καὶ ἱερόν. Ὑπῆρχον ἐπὶ τῶν δύο τοίχων, ὅλου τοῦ ἀνατολικοῦ καὶ τοῦ ἡμίσεος βορείου, ὑπὲρ τὰ τριάκοντα εἰκονίσματα Ἁγίων μεγάλα, μικρά, ἀσημωμένα, ἁπλᾶ, παλαιᾶς καὶ νέας ζωγραφικῆς. Τρεῖς κανδῆλαι ἔκαιον ἀκοίμητοι ἡμέραν καὶ νύκτα, μεταξωταὶ ποδιαί, κεντημέναι, ὑπὸ τὰς εἰκόνας ἐκρέμαντο. Ἦσαν ὀκτὼ ἢ ἐννέα Παναγίαι, ἀντίγραφα ὀνομαστῶν εἰκόνων· ἡ Ὁδηγήτρια τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἡ Εὐαγγελίστρια τῆς Τήνου, ἡ Γοργο-ὑπήκοος τῆς Μονῆς τοῦ Δοχειαρείου, ἡ Πορταΐτισσα τῶν Ἰβήρων, ἡ Παναγία τῆς Κύκκου ἡ ἐν Κύπρῳ, κτλ. Μέγας Ἐσταυρωμένος, πίνακες δεσποτικῶν ἢ θεομητορικῶν ἑορτῶν ―Εὐαγγελισμός, Γέννησις, Βάπτισις, Μεταμόρφωσις, Ἀνάληψις, Πεντηκοστή, Κοίμησις, κτλ.― Εἶτα τὸ Τριμόρφι (Χριστός, Παναγία καὶ Πρόδρομος), Πέτρος καὶ Παῦλος, Τρεῖς Ἱεράρχαι, Ἅγιος Νικόλαος, Ἅγ. Γεώργιος, Ἅγ. Δημήτριος, Ἅγ. Παντελεήμων, καὶ ἄλλοι. Ἐκεῖ, πρὸ τοῦ πλουσίου ἐκείνου εἰκονοστασίου, ἐτέλει τὰς προσευχάς της ἡ μήτηρ Ὀλυμπιάς.
Τὴν σάλαν, τὸ σαλόνι, κ᾽ ἕνα θάλαμον κατεῖχε τὸ ἀνδρόγυνον. Ἡ ἀνεψιὰ τῆς Ὀλυμπιάδος, υἱοθετημένη παρ᾽ αὐτῆς, χήρας καὶ ἀτέκνου, εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ὀκταετίας τὸν κὺρ Γιώργην τὸν Μαγκούδην, βιομήχανον. Τέσσαρα τέκνα ἐπέζων ἐκ τοῦ γάμου τούτου, καὶ δύο ἄλλα εἶχον προαποσταλῆ, ὡς δῶρα, εἰς τὸν Παράδεισον.
Εἰς τὴν μικρὰν σάλαν ἐγίνοντο συχνὰ δεῖπνα ξενίας, ἀγάπης χριστιανικῆς.
Ἡ Ὀλυμπιὰς ἦτο ἐπιδέξιος μαγείρισσα, τὴν δὲ τέχνην ταύτην εἶχε διδάξει καλῶς καὶ εἰς τὴν ἀνεψιάν της. Ἐκεῖ ἐφιλεύοντο πολλάκις καὶ ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος καὶ ἄλλοι φιλόθρησκοι.
Δυστυχῶς, ὁ καπετὰν Μᾶρκος εἶχεν ἓν κακὸν ἐλάττωμα· τὴν πείσμονα ἀντιλογίαν, τὴν γεροντικὴν παραξενιάν. Ἔφθανε μέχρι ἀσυνειδησίας… μάλιστα μέχρι ἀσεβείας. Τίς θὰ τὸ ἐπίστευεν; Αὐτός, ὅστις διηγεῖτο ὅτι εἶχεν ἰδεῖ τὸν Ἅγ. Νικόλαον ἰθύνοντα τὸ πηδάλιον τοῦ πλοίου, ἐν καιρῷ τρικυμίας!… Καὶ νὰ παρεκτρέπεται, νὰ σκανδαλίζῃ τοὺς νεωτέρους λέγων ὅτι ἡ δεῖνα πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύει, ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ἑβδόμη ἐντολή, δὲν εἶναι ἁμάρτημα!… καὶ ὅτι «ὅλα οἱ καλόγεροι τὰ ἔκαμαν!»
Δὲν ἀντέλεγεν μόνον ὅταν ἡ ὁμιλία ἦτο κοινοτοπία ἀδιάφορος, ἢ περὶ τῶν πολιτικῶν τῆς ἡμέρας, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἦτο θρησκευτικὸν τὸ θέμα. Ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος ἐφαίνετο ὅτι ἐφόρει τὴν εὐσέβειαν ὡς εἶδος μοναχικοῦ μανδύου ἢ κουκουλίου εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ὅταν ἐξήρχετο, ἀπέβαλλε τὸ ἔνδυμα κ᾽ ἐγίνετο αἱρετικός… σχεδὸν προτεστάντης. Ἐσατύριζεν ὄχι μόνον τὸν κλῆρον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἔθιμα, οἷον προσφοράς, μνημόσυνα καὶ τὰ τοιαῦτα.
Μίαν ἑσπέραν ἐσκανδάλισε τοὺς φίλους του εἰς ἓν καφενεῖον, παρὰ τὸ Μοναστηράκι, διηγηθείς, ὅ,τι τοῦ εἶχε συμβεῖ.
― Ηὗρα σήμερα στὸ δρόμο τὴν παλιάν μου φιλενάδα, τὴν πρώτη μου ἀγάπη… Ἐκείνην ποὺ μὲ εἶχε μάθει τὸν ἔρωτα, ὅταν ἐγὼ ἤμουν μικρὸ παιδί, κ᾽ ἐκείνη ἦτον ὣς δύο-τρία χρόνια μεγαλύτερη ἀπὸ μένα. Εἶχα πολλὰ χρόνια νὰ τὴν ἰδῶ. Τὴν συνώδευε στὸ δρόμο ὁ γυιός της, ἕνας ὣς σαράντα χρόνων… Σὰν μὲ εἶδε, ἐσήκωσε τὸ χέρι καὶ μ᾽ ἐχάδεψε στὰ γένεια. «Καλὰ πᾷς· βαστιέσαι ἀκόμα», μοῦ λέει. «Καὶ σὺ καλὰ κρατιέσαι» τῆς λέω ᾽γώ. Γυάλιζε, ἀλήθεια, τὸ μάγουλό της… Ὣς τόσον ντροπιάστηκα ποὺ μοῦ χάδεψε τὰ γένεια μπροστὰ στὸ γυιό της. «Γνωριζόμαστε ἀπὸ μικρὰ παιδιά», τοῦ λέω τότ᾽ ἐγώ. «Ἤμαστε γειτόνοι ἕναν καιρὸ στὴν πατρίδα… ὅταν ἤμαστε ἀθῷα παιδάκια» ἐπρόσθεσα. Τί νὰ πῶ, κ᾽ ἐγὼ δὲν ἤξευρα.
*
* *
Ὅπως ὅλα εἰς τὸν κόσμον, οὕτως ἔμελλε νὰ ἔχῃ τέλος καὶ ἡ ξενία τῆς ἀδελφῆς Ὀλυμπιάδος. Ὅσον γέρων καὶ ἂν ἦτο ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος, τίς οἶδεν ἂν ἦτο τερπνὸν δι᾽ αὐτὸν νὰ κοιμᾶται ὑπὸ τὴν σκάλαν τοῦ ὑπερῴου εἰς τὸ μαγειρεῖον, καὶ ν᾽ ἀκούῃ τὰ σκαλοπάτια τρίζοντα ὑπὸ τοὺς γυμνοὺς λευκοὺς πόδας τῆς φερωνύμου Εὐμορφούλας, ἥτις ἀνέβαινεν εἰς τὸ λιακωτὸν διὰ ν᾽ ἁπλώσῃ τὰ ροῦχα. Ἐπανήρχετο τότε εἰς τὴν γεροντικὴν φαντασίαν τοῦ νυστάζοντος ἡ οἰχομένη νεότης, θορυβοῦσα, τρίζουσα καὶ βομβοῦσα. Καὶ ἂν ἀργοῦσεν ἐνίοτε τὸ πρωί, καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ὁ ἥλιος, τὸ ὅραμα θὰ ἤρχετο εἰς τὸν νυσταλέον νοῦν του ἐν εἴδει «βέλους πετομένου ἡμέρας…». Καὶ ἂν μόλις εἶχε κατακλιθῆ τὴν ἑσπέραν, καὶ ἡ νεαρὰ ὑπηρέτρια ἐξηκολούθει νὰ φέρνῃ γύρους ἀκόμα, καὶ νὰ μπαινοβγαίνῃ καὶ ν᾽ ἀνεβοκατεβαίνῃ, τότε τὸ ὄνειρον ἐλάμβανε μίαν ὄψιν «ὡς πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου». Καὶ ἂν συνέβαινεν ἐνίοτε νὰ δοκιμάσῃ νὰ πάρῃ ἕνα ὕπνον τὸ μεσημέρι ―πρᾶγμα σπάνιον, διότι συνήθως ἐσυστέλλετο νὰ παρουσιασθῇ τὴν ἡμέραν εἰς τὴν οἰκίαν, διὰ νὰ μὴ δίδῃ βάρος περισσόν, ἂν καὶ πολλάκις τοῦ παρεπονοῦντο διατί τὴν ἡμέραν δὲν φαίνεται― τότε τὸ ὄνειρον ἦτο ἐν μορφῇ «συμπτώματος καὶ δαιμονίου μεσημβρινοῦ».
*
* *
Λοιπὸν ὁ καπετὰν Μᾶρκος, ὅστις δὲν ἐχάριζε ποτὲ λόγια, εἶχε κάμει κατάχρησιν, ἂν ὄχι τῆς ξενίας, ἀλλὰ τῆς ἀντιλογίας. Ἐφιλονίκησε πολλάκις μὲ τὸν γαμβρὸν τῆς Ὀλυμπιάδος διὰ τὰ πολιτικά. Ἐκτὸς τούτου ἡ οἰκογένεια τοῦ γαμβροῦ ηὔξανε κάθε χρόνον εἰς πλῆθος, καὶ κάθε μῆνα καὶ ἑβδομάδα, κάθε ἡμέραν, εἰς μέγεθος. Οἱ ἔκτακτοι καὶ συχνοὶ μουσαφιραῖοι δὲν ἔλειπον.
Καλόγηροι ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, Ἀνατολῖται προσκυνηταὶ ἀπὸ τὴν Τῆνον, ἐπισκεπτόμενοι τὰς Ἀθήνας τὸ Πάσχα, γυναῖκες συγγενεῖς, πολλάκις καὶ ὁλόκληροι οἰκογένειαι ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ καὶ τὰς νήσους, ἐρχόμεναι περιοδικῶς εἰς Ἀθήνας.
Μίαν ἡμέραν τὸ εἶχε παρακάμει ὁ γερο-Μᾶρκος. Ἐπάνω εἰς μίαν λογομαχίαν, ὡμίλησεν ἀπρεπῶς καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Ὀλυμπιάδα, εἰπὼν ὅτι: «Τὰ πολλὰ εἰκονίσματα, κ᾽ οἱ σταυροὶ κ᾽ οἱ μετάνοιες δὲν τὴν ὠφελοῦν».
Τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἐντρεπόμενος ὁ ἴδιος, ἐπῆρε τὴν μικρὰν δέσμην μὲ τὰ ροῦχά του κ᾽ ἔφυγεν.
*
* *
Ἐπί τινα καιρὸν ἐκοιμᾶτο εἰς μικρὰ καφενεῖα κ᾽ εἰς ταβέρνες. Κατόπιν εὗρε σωτήριον λιμένα εἰς τὴν οἰκίαν ἑνὸς παπᾶ.
Ὁ παπὰς ἦτον εὐλαβής, ἐνάρετος. Ὁ γερο-Μᾶρκος τὸν ἐπῄνει διὰ τὰς ἀρετάς του, ἀλλὰ τοῦ εὕρισκεν ἓν ἐλάττωμα, τὸ ὅτι ἦτο φιλοχρήματος. Ἀλλ᾽ ὁ γέρων ἐξεθείαζεν ἀνεπιφυλάκτως τὴν παπαδιά.
Ὁ παπα-Γρηγόρης, ὅστις δὲν ἔπαυεν ὅλον τὸν χρόνον νὰ ἔχῃ ἀγρυπνίας εἰς τὰ πολυάριθμα ἐξωκκλήσια τῶν περιχώρων τῆς πόλεως, ἠγείρετο πρωί, τρεῖς ὥρας πρὶν φέξῃ, κ᾽ ἐδιάβαζεν ὅλην τὴν Ἀκολουθίαν κατ᾽ οἶκον, ἀπὸ τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, μέχρι τῶν Ὡρῶν, ἐνώπιον τοῦ εἰκονοστασίου περιμένων νὰ φανῇ τὸ πρῶτον γλυκοχάραγμα τῆς αὐγῆς, διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ λειτουργήσῃ εἰς ἐξωκκλήσιον. Ἡ παπαδιὰ τοῦ ἔλεγε:
― Τί σὲ ὠφελοῦν, παπά μου, τὰ διαβάσματα τὰ πολλά;… Φιλαδελφία νὰ ἔχῃς! Χρήματα νὰ μὴ προσκυνᾷς, καὶ δὲν πειράζει ἂν εἰπῇς μιὰ δόξα Ψαλτηριοῦ ὀλιγώτερο, ἢ ἂν ἀφήσῃς ὀλίγα τροπαράκια ἀπὸ τὴν Παρακλητικὴν ἢ τὸ Μηναῖον.
Ὁ γερο-Μᾶρκος ἐνθουσιάζετο μὲ τὰ αἰσθήματα ταῦτα τῆς παπαδιᾶς. Καὶ αὐτὴ πολὺ τὸν ἐπεριποιεῖτο. Κάθε Σάββατον βράδυ, ἀποκάτω ἀπὸ τὸ προσκεφάλαιόν του, εὕρισκε τὴν ἀλλαξιάν του, χωρὶς αὐτὸς νὰ ἔχῃ φροντίσει περὶ τούτου. Συχνὰ τὸν παρεκάλει νὰ μένῃ εἰς τὸ γεῦμα, ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος ἐσυστέλλετο νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ξενίας.
Ὁ παπὰς εἶχεν ἐντὸς τῆς αὐλῆς του δύο ἢ τρία ἰσόγεια δωμάτια ἐνοικιασμένα εἰς πτωχὰς οἰκογενείας. Ὁ γερο-Μᾶρκος συνέβαινεν ἐνίοτε νὰ συνάπτῃ ὁμιλίαν μὲ τὰς γυναῖκας ἐκείνας τοῦ λαοῦ. Ἀλλ᾽ ἰδού, ἐνῷ ἐξηκολούθει νὰ συχνάζῃ τακτικὰ εἰς τὰς θρησκευτικὰς παννυχίδας, νὰ λέγῃ τὸν Ἑξάψαλμον, νὰ κάμνῃ σταυροὺς καὶ συχνὰς ὑποκλίσεις καὶ νὰ δέεται ἐνθέρμως, ἡ παραξενιά του, ἡ μανία τῆς ἀντιλογίας, δὲν ἤθελε νὰ τὸν ἀφήσῃ.
Ἂν ἔβλεπε μίαν τῶν πτωχῶν νὰ ἑτοιμάζῃ πρόσφορον, κόλλυβα ἢ κεριά, ἄρχιζε ἀμέσως:
― Μὰ τί τὰ θέλετε τὰ πρόσφορα; Τί ὠφελοῦν τοὺς πεθαμένους οἱ λειτουργίες; Τί μποροῦν νὰ κάμουν τὰ κόλλυβα; «Ἐν τῷ Ἅδῃ οὐκ ἔστι μετάνοια».
Ἡ παπαδιὰ τὸν ἤκουσεν, ἐγέλασεν, ἀλλ᾽ ἐάν τις τὴν παρετήρει προσεκτικῶς, θὰ ἔβλεπεν ὅτι κάπως «ἔβαψε». Ἴσως νὰ εἶπε μέσα της: ― «Πάρ᾽ τον στὸ γάμο σου», κτλ. Ἀγνοεῖται ὅμως ἂν διηγήθη τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν παπάν.
Ἄλλοτε πάλιν, πρὸς μίαν γραῖαν, ἥτις ἦτο γνωστὴ ὅτι ἐβάστα τρίμερο ―παλαιὸν ἔθιμον― δηλαδὴ ἐπετήδευε νὰ μένῃ ἄσιτος μέχρι τρίτης ἡμέρας κατὰ τὴν πρώτην, τὴν μεσαίαν, καὶ τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα τῆς Σαρακοστῆς:
― Τρίμερο λέει;… Μ᾽ αὐτὰ θὰ σωθῇς χριστιανή μου;… Ἡ γλῶσσά σου νὰ μὴ λέῃ, καὶ κακὸ νὰ μὴ θέλῃς στὸν πλησίον σου… Καλύτερα, φάε κρέας τὴ Σαρακοστὴ καὶ κακὸ νὰ μὴν κάμῃς, μήτε κακὸ νὰ πῇς γιὰ μιὰν ἄλλην…
― «Καὶ τοῦτο ποιῆσαι, κἀκεῖνο μὴ ἀφιέναι»… εἶπεν ὁ παπα-Γρηγόρης, ὅστις ἔτυχε ν᾽ ἀκούσῃ τὸν γερο-Μᾶρκον, εἰσελθὼν τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὸν αὐλόγυρον.
Καὶ ἄρχισεν ἐκ τοῦ προχείρου ν᾽ ἀναπτύσσῃ τότε, συντόμως καὶ πρακτικῶς, πρὸς τοὺς πτωχοὺς ἀκροατάς του πῶς ἡ κοιλία εἶναι ἡ ρίζα τῶν κακῶν, καὶ πῶς ἡ ἐγκράτεια εἶναι ἡ ἀποκοπὴ τῆς ρίζης ταύτης· καὶ πῶς ὁ μὲν ἐγκρατὴς ἄνθρωπος εὐκολώτερον γίνεται καὶ εὐεργετικὸς καὶ πρᾷος καὶ ἐλεήμων, ὁ δὲ λαίμαργος ἀποθηριοῦται, καὶ γίνεται πλεονέκτης, καὶ ὀργίλος, καὶ λάγνος καὶ φονεύς. Προσέτι εἶπεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁμοιάζει μὲ τὴν φιλόστοργον μητέρα, ἥτις γνωρίζουσα καλῶς ὅτι τὰ ἀνήλικα παιδιὰ δὲν ἔχουν ποτὲ χορτασμόν, ἐν τῷ δικαιώματί της, κλειδώνει εἰς τὸ ἐρμάριον τὰ γλυκὰ καὶ τὰ φροῦτα, σώζουσα τὰ παιδία ἀπὸ στομάχιασμα καὶ πυρετούς. Παρομοίως πράττει ἡ Ἐκκλησία, κλειδώνουσα μὲ πνευματικὰς κλεῖδας τὰ κρέατα καὶ ὅλα τὰ λιπαρὰ βρώματα, ἐπειδὴ ἡμεῖς ὅλοι, ὁ λαός, εἴμεθα ἠθικῶς καὶ πνευματικῶς ὡς νήπια.
*
* *
Μετ᾽ ὀλίγον, ὁ παπὰς ἄρχισε νὰ δυσφορῇ. Νὰ διεγείρῃ οὕτω πως ὁ γηραιὸς ξένος του τὶς χριστιανές, νὰ δυσφημῇ τὴν νηστείαν, νὰ τὰς παρακινῇ νὰ μὴ κάνουν λειτουργίας καὶ κόλλυβα!
Λίαν πρωί, ὁ παπάς, ἐνῷ ἐπέστρεφεν ἀπὸ ἓν ἐξωκκλήσι, συνήντησεν ἕνα γνώριμον.
― Κακὸς πειρασμὸς μοῦ ἐπενέβηκε, ἀδελφέ, τοῦ λέγει. Κεῖνος ὁ γερο-Μᾶρκος, πῶς τὸν ἔχεις;… Σωστὸς Καΐρης, Λουθηροκαλβῖνος, Μακεδόνιος… Ἄρειος!
― Τί λές, παπά μου; Δὲν τὸ πίστευα ποτέ!
― Μὰ φαντάσου… ἐκεῖνες τὶς φτωχοῦλες ποὺ ἔχω νοικάρισσες στὴν αὐλή μου, νὰ μὴν τὶς ἀφήνῃ νὰ κάμουν οὔτ᾽ ἕνα πρόσφορο!… Ἐνῷ τὸν ἔχω τόσον καιρὸ τώρα στὸ σπίτι… Ἐγώ, τί νὰ σοῦ πῶ! ἔγινα ἄλλος ἐξ ἄλλου. Τοῦ εἶπα νὰ βρῇ κάμερα, νὰ κουβαληθῇ. Στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
*
* *
Ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος ἐμάζωξε τὰ ροῦχά του, κ᾽ ἐπῆγε πάλιν προσωρινῶς εἰς μίαν ταβέρναν ἑνὸς φίλου του πρῴην ναυτικοῦ ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ, ὅστις εἶχε ξεπέσει νὰ γίνῃ κάπηλος εἰς τὰς Ἀθήνας.
Ἡ παπαδιὰ εἶχε κάμει καυγάν… νὰ μὴ φύγῃ ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος. Καθὼς οὗτος ἐσήκωσε τὰ ροῦχα, κ᾽ ἐξήρχετο πρὸς τὴν αὐλήν, ἐκείνη δὲν εἶχεν εἰπεῖ τίποτε εἰμὴ μόνον:
―Ἄ! θὰ φύγῃς μπαρμπα-Μᾶρκο;
Ὅταν ὁ γέρων ἔφθασεν εἰς τὴν αὐλόπορταν φέρων τὴν ἀγκαλίδα τῆς μικρᾶς ἀποσκευῆς του, ἕτοιμος νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν δρόμον, τότε ἡ παπαδιά, μακρόθεν, ἀπὸ τὴν θύραν της, ἐφώναξε:
― Μά, μὴν τὸν ἀκοῦς, τὸν παπά, μπαρμπα-Μᾶρκο!… Ὁ παπὰς ἔτσ᾽ εἶναι· εὔκολα θυμώνει, καὶ πάλι ξεθυμώνει… θὰ τοῦ περάσῃ… Ἡσύχασε… Καλὰ τοῦ ἔλεγα ἐγὼ νὰ μὴ κάνῃ πολλὰ διαβάσματα, νὰ μὴ κυνηγᾷ πολὺ τὰ λεφτά, καὶ νὰ λυπᾶται τὴ φτώχεια. Κάθισε μπαρμπα-Μᾶρκο. Ἄφησε τὰ ροῦχά σου· θὰ τοῦ περάσῃ τοῦ παπᾶ.
Ὁ γερο-Μᾶρκος εἶχε πεισμώσει πλέον· κ᾽ ἔπειτα ἐντρέπετο νὰ γυρίσῃ ὀπίσω.
― Εὐχαριστῶ, ἐφώναξε, κυρα-παπαδιά… θὰ πάω τώρα… Ἄλλη φορὰ πάλι, ποιὸς ξεύρει… «Βουνὸ μὲ βουνὸ δὲν σμίγει…»
― Στὸ καλό, μπαρμπα-Μᾶρκο! κ᾽ ἔκλεισε τὴν θύραν της.
*
* *
Ὕστερ᾽ ἀπ᾽ ὀλίγον καιρόν, τῷ ὄντι, ὁ παράξενος γέρων ἐφιλιώθη πάλιν μὲ τὸν παπα-Γρηγόρην. Καθὼς διηγήθη ὁ ἴδιος, ἐσυμφώνησαν νὰ τοῦ δίδῃ πέντε δραχμὰς ἐνοίκιον, καὶ νὰ ἐπανέλθῃ νὰ κοιμᾶται εἰς τὸ παπαδόσπιτον.
Περιχαρής, ἔτρεξε ν᾽ ἀναγγείλῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν πρεσβυτέραν.
― Τά ᾽μαθες, παπαδιά;… Τὰ σιάξαμε μὲ τὸν παπά… θὰ σᾶς ἔρθω πάλι… Δὲν εἶπα ἐγὼ «βουνὸ μὲ βουνό…»; Τώρα, πάω νὰ φέρω τὰ ροῦχά μου.
Ἡ παπαδιά ―ὅπως διηγεῖτο ἀργότερα ὁ γερο-Μᾶρκος― «ἐνέκρωσε, κέρωσε κι ἀπόμεινε».
― Θά ᾽ρθῃς πάλι… ἐψέλλισε.
Ὁ μπαρμπα-Μᾶρκος ἐστράφη πρὸς τὸ εἰκονοστάσιον, ἔκαμεν αὐτομάτως σχεδὸν τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ κ᾽ ἔφυγε.
Ἔμεινε καὶ μένει ἀκόμη στὴν ταβέρνα.
―Ἄ! οἱ γυναῖκες! ἔλεγεν ἀργότερα, ὅταν διηγεῖτο τὸ πρᾶγμα… Καλὰ ποὺ δὲν ἀξιώθηκα κ᾽ ἐγὼ νὰ ᾽μβῶ στὸν κόσμο… Βάρδα ἀπὸ γυναῖκες, παιδιά!
(1903)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα