Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Σαν σήμερα...21 Ιανουαρίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 21ης Ιανουαρίου 


1189: Ο Φίλιππος Αύγουστος Β' της Γαλλίας και ο Ερρίκος Β' της Αγγλίας ξεκινούν τη συγκέντρωση των στρατευμάτων τους για την Γ' Σταυροφορία.
1525: Ιδρύεται στη Ζυρίχη το κίνημα των Ελβετών Αναβαπτιστών, όταν μία ομάδα πιστών βαπτίζει ο ένας τον άλλο σπάζοντας μία παράδοση χιλίων ετών ένωσης Κράτους-Εκκλησίας.
1789: Τυπώνεται στη Βοστώνη η πρώτη αμερικανική νουβέλα, με τίτλο «The Power of Sympathy: or the Triumph of Nature Founded in Truth».
1830: Υπογράφεται στο Λονδίνο μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας πρωτόκολλο με το οποίο η Ελλάδα ανακηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος.
1878: Ο ελληνικός στρατός εισβάλλει στη τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία υπό τις διαταγές του Αντιστράτηγου Σκαρλάτου Σούτσου.
1898: Η Ελλάδα τίθεται υπό διεθνή οικονομικό έλεγχο.
1911: Διεξάγεται για πρώτη φορά στο Μόντε Κάρλο το ράλι αυτοκινήτων της ομώνυμης πόλης.
1919: Ξεκινά τις εργασίες της στο Δουβλίνο η Ιρλανδική Συντακτική Συνέλευση. Η Ιρλανδία ανακηρύσσεται ανεξάρτητη Δημοκρατία.
1924: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος προαναγγέλλει δημοψήφισμα για το πολιτειακό.
1925: Το κοινοβούλιο της Αλβανίας ανακηρύσσει τη χώρα σε Δημοκρατία. Πρώτος πρόεδρος της είναι ο Αχμέτ Ζόγου.
1942: Ο αμερικανός ζωγράφος Έντουαρντ Χόπερ ολοκληρώνει τον περίφημο πίνακά του Nighthawks.
1946: Το ΚΚΕ ζητά την αποχώρηση των Άγγλων από την Ελλάδα. Την ίδια μέρα, οι Σοβιετικοί καταγγέλλουν στον ΟΗΕ την παρατεταμένη παραμονή των αγγλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.
1963: Πεθαίνει στις φυλακές Ιτζεδίν ο Γιώργης Ερυθριάδης, πρώην μέλος του ΠΓ και τότε μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.
1975: Οι πρωτεργάτες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου, μετά την ολοκλήρωση της ανάκρισης, οδηγούνται στις φυλακές Κορυδαλλού.
1976: Πραγματοποιείται η πρώτη εμπορική πτήση με επιβάτες του υπερηχητικού αεροπλάνου Concorde.
1996: Στην Ελλάδα σχηματίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Σημίτη.
2010: Δημοσιεύεται η απόφαση του Αρείου Πάγου για επανάληψη της Δίκης των 6, που έγινε το 1922 και οδήγησε έξι στρατιωτικούς και πολιτικούς στο εκτελεστικό απόσπασμα ως υπαίτιους για τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Γεννήσεις

1867 - Λούντβιχ Τόμα, Γερμανός δραματουργός
1895 - Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα, Ισπανός σχεδιαστής μόδας
1905 - Κριστιάν Ντιόρ, Γάλλος σχεδιαστής μόδας
1922 - Αριστοτέλης Σαβάλας (Telly Savalas) - Ελληνοαμερικανός ηθοποιός
1939 - Φαίδων Γεωργίτσης - Έλληνας ηθοποιός
1956 - Τζίνα Ντέιβις - Αμερικανίδα ηθοποιός

Θάνατοι

1924 - Βλαντιμίρ Λένιν, Ρώσος πολιτικός, ηγέτης της Ρωσικής Επανάστασης
1950 - Τζορτζ Όργουελ, Βρετανός συγγραφέας και δημοσιογράφος
1984 - Γιάννης Σκαρίμπας, Έλληνας λογοτέχνης
2006 - Ιμπραήμ Ρουγκόβα, Αλβανός πολιτικός από το Κοσσυφοπέδιο
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητή.

 

Τη μνήμη του Οσίου Μαξίμου του Ομολογητή τιμά σήμερα, 21 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας,
Άχειρ, άγλωττος, χείρα και γλώτταν φύεις
Καί χερσί Θεού, Μάξιμε, ψυχήν δίδως.
Εικάδι πρώτη πότμος Μαξίμου οσσ’ εκάλυψεν.
Ο Όσιος Μάξιμος ο Ομολογιτής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 580 μ.Χ. από πλούσιους και ευγενείς γονείς. Πραγματοποίησε λαμπρές θεολογικές, φιλολογικές και φιλοσοφικές σπουδές. Για τα πνευματικά αλλά και τα διοικητικά του χαρίσματα προσλαμβάνεται ως αρχιγραμματέας του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Παραιτήθηκε όμως γρήγορα για να υπερασπισθεί τις αλήθειες της πίστεώς του από την αίρεση των Μονοθελητών. Γίνεται μοναχός και αρχίζει ένα σκληρό και ανελέητο αγώνα κατά των αιρετικών.
Στον αγώνα του αυτό συναντά πολλά εμπόδια, κυρίως από τον αυτοκράτορα Κώνστα, ο οποίος ήταν υπέρμαχος των Μονοθελητών και έφθασε στο σημείο να συγκαλέσει ψευδο-σύνοδο, η οποία καταδίκασε και αναθεμάτισε τον όσιο και τέλος τον παρέδωσε στον έπαρχο της πόλης για να τιμωρηθεί. Μαστιγώνεται και τέλος του κόβουν τη γλώσσα και το δεξί του χέρι. Το ακρωτηριασμένο του σώμα άντεξε με θαυματουργικό τρόπο τρία χρόνια στην υπηρεσία της υγείας της ψυχής και ήταν η πιο εύγλωττη μαρτυρία της πίστεως και της αφοσιώσεώς του στο Θεό.
Μετά από ολιγοήμερη ασθένεια αφήνει τη μακάριά του ψυχή στον τόπο της εξορίας του (Λαζική του Πόντου, στο φρούριο Σχίμαρις) το 662 μ.Χ. Το τίμιο λείψανό του ενταφιάσθηκε στη μονή του Αγίου Αρσενίου, στη χώρα των Λαζών. Από τον τάφο του έβγαινε φως κάθε νύχτα και φώτιζε την περιοχή, γεγονός που πιστοποιούσε την αγιότητά του.
Σημείωση: Η Ανακομιδή και μετάθεση του Λειψάνου του Οσίου Μάξιμου του Ομολογητή εορτάζεται στις 13 Αυγούστου, ενώ η μνήμη του επαναλαμβάνεται στις 20 Σεπτεμβρίου.
Απολυτίκιον
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, τη επομβρία, ρείθρα έβλυσας, τη Εκκλησία, υπερκοσμίων δογμάτων πανεύφημε, θεολόγων δε του Λόγου την κένωσιν, ομολογίας αγώσι διέλαμψας. Πάτερ Μάξιμε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθσι ημίν το μέγα έλεος.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τετάρτη 21 Ιανουαρίου.

 


ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τετάρτη 21/1

Βροχές, τοπικά ισχυρές καταιγίδες και χιονοπτώσεις σε ορεινά ημιορεινά, αλλά και σε χαμηλότερα υψόμετρα. Ισχυροί ανατολικοί άνεμοι.

Πιο αναλυτικά, προβλέπονται τοπικές βροχές στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας και καταιγίδες στα δυτικά, τα κεντρικά και τα νότια ηπειρωτικά, τις Σποράδες, την Εύβοια και τις Κυκλάδες, οι οποίες θα είναι κατά τόπους ισχυρές στην Ανατολική και Νότια Πελοπόννησο, την Ανατολική Στερεά, τη Θεσσαλία, την Εύβοια, τις Σποράδες και τις βραδινές ώρες στις Κυκλάδες. Χιονοπτώσεις θα σημειωθούν στα ορεινά ημιορεινά της ηπειρωτικής χώρας και του Βορείου Αιγαίου, αλλά και σε πεδινές περιοχές της Θεσσαλίας , της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας και πρόσκαιρα ασθενείς χιονοπτώσεις σε χαμηλά υψόμετρα της Ανατολικής Μακεδονίας της Θράκης. Ακόμα, χιονοπτώσεις προβλέπονται στα ορεινά της Εύβοιας και των Σποράδων.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία από -4 έως 0 βαθμoύς, στην υπόλοιπη Μακεδονία από -3 έως 6, στη Θράκη από -5 έως 6, στην Ήπειρο από 0 έως 8 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 1 έως 8, στη Στερεά από 4 έως 11 βαθμούς, στην Πελοπόννησο από 1 έως 11 βαθμούς, στα Επτάνησα από 7 έως 10, στα νησιά του Βόρειου Αιγαίου από 2 έως 7 βαθμούς, στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου από 10 έως 15 βαθμούς, στα Δωδεκάνησα από 11 έως 13 βαθμούς και στην Κρήτη από 11 έως 16 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι θα πνέουν από ανατολικές διευθύνσεις τα δυτικά 6 με 8 μποφόρ με εξασθένιση από το μεσημέρι. Στα ανατολικά από ανατολικές βορειοανατολικές διευθύνσεις 4 με 6, στα νότια και τα νοτιοανατολικά από νοτιοανατολικές 6 με 8 μποφόρ.

Στην Αττική προβλέπονται βροχές και καταιγίδες κατά τόπους ισχυρές από το μεσημέρι και χιονοπτώσεις στα ορεινά. Οι άνεμοι βορειοανατολικοί και βαθμιαία νοτιοανατολικοί 4 με 6 και στα νότια 7 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 4 έως 12 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη προβλέπονται τοπικές βροχές ή χιονόνερο και στα ορεινά ημιορεινά χιονοπτώσεις. Οι άνεμοι βορειοδυτικοί 2 με 4 και στο Θερμαϊκό 5 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από -1 έως 5 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτάζοντες την 21ην του μηνός Ιανουαρίου

 

Εορτάζοντες την  21ην του μηνός  Ιανουαρίου


 

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ο ομολογητής

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΖΩΣΙΜΟΣ επίσκοπος Συρακουσών

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΕΥΓΕΝΙΟΣ, ΟΥΑΛΕΡΙΑΝΟΣ, ΚΑΝΔΙΔΟΣ και ΑΚΥΛΑΣ οι εκ Τραπεζούντας

  • Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

  • Η ΑΓΙΑ ΑΓΝΗ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ Προσμονάριος της Μονής Βατοπαιδίου

  • [Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ] ΜΝΗΜΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ο Αναχωρητής

 

Αναλυτικά

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ο ομολογητής

Ός άν ομολογήσει ότι Ιησούς έστιν ο υιός του Θεού, ο Θεός εν αύτω μένει και αυτός εν τω Θεώ"

1. Δηλαδή, όποιος ομολογήσει με όλες του τις δυνάμεις ότι ο Ιησούς είναι ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού, ο Θεός μένει μέσα σ' αυτόν και αυτός μέσα στη χάρη του Θεού. Ένας τέτοιος όμολογητής υπήρξε και ο όσιος Μάξιμος, πού πραγματικά είχε τη χάρη του Θεού επάνω του. Ήταν ευγενικής καταγωγής και γεννήθηκε στην Κων/πολη το 580 μ. Χ. Έκανε λαμπρές σπουδές στη θεολογία, αλλά και στη φιλοσοφία. Μάλιστα, έκανε ιδιαίτερος γραμματέας του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Τότε προόδευε ή αίρεση των Μονοθελητών. ο Μάξιμος αφήνει τις λαμπρότητες των ανακτόρων και γίνεται μοναχός, πολεμώντας παντοιοτρόπως τη σατανική αυτή αίρεση. Στόν αγώνα του αυτό βρίσκει πολλά εμπόδια. Κυρίως, τον αυτοκράτορα Κώνστα, πού υποστήριζε τους Μονοθελητές. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο με μια ψευτοσύνοδο να καταδικάσει(Ι) τον όσιο, να τον άναθεματίσει(!), και τον παρέδωσε στον έπαρχο της πόλης για να τιμωρηθεί. Μαστιγώνεται σκληρά και του κόβουν τη γλώσσα και το δεξί χέρι. Ή θέα, όμως, του άγλωσσου, πλέον, στόματος, θα ήταν ή εύγλωττότερη και φλογερώτερη υπόμνηση της αφοσίωσης πού χρωστούν όλοι να έχουν στην Ιερή αλήθεια της Ορθοδοξίας. Πεθαίνει εξόριστος στη Λαζική το 662 μ.Χ.

1. Α' επιστολή Ιωάννου, δ' 15 .

 

Απολυτίκιο. Ήχος γ'. Θείας πίστεως.

Θείου Πνεύματος, τη έπομβρία, ρείθρα έβλυσας, τη Εκκλησία, ύπερκοσμίων δογμάτων πανεύφημε' θεολόγων δε του Λόγου την κένωσιν, ομολογίας άγώσι διέλαμψας. Πάτερ Μάξιμε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθσι ήμίν το μέγα έλεος.

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ

Γεννήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας από γονείς ευσεβείς, τον Θεόδωρο και τη Φλωρεντία, επί βασιλέως Διοκλητιανού (284-304). Σε νεαρή ηλικία κατέφυγε στον Όλυμπο και ζούσε ασκητικά μέσα σε μια σπηλιά. Από τον Όλυμπο επανήλθε στη Νίκαια, όπου επισκέφθηκε τους γονείς του, και κατόπιν πάλι επέστρεψε στον Όλυμπο. Ή ζωή του υπήρξε πολύ πνευματική. Εκείνο τον καιρό όμως, οι διώκτες του Χριστιανισμού Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, έστειλαν στην επαρχία της Βιθυνίας έναν θηριώδη άρχοντα ,τον Μάξιμο. Αυτός κομμάτιαζε τους χριστιανούς με τον πιο απάνθρωπο τρόπο. Τότε άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον Νεόφυτο και του είπε να πάει στη Νίκαια για να μαρτυρήσει. Έτσι ώστε με τον τρόπο αυτό να ενισχύσει ψυχικά τους χριστιανούς. Πράγματι ο Νεόφυτος παρουσιάστηκε στον Μάξιμο και με πρωτοφανές θάρρος τον ήλεγξε. Τότε ο άγριος άρχοντας διέταξε και τον έδειραν σκληρά. Κατόπιν τον έριξαν μέσα σε καζάνι με βραστό νερό, έπειτα στα θηρία και στο τέλος τον σκότωσαν με ξίφος. Το μαρτύριο του, όμως, εμψύχωσε σε μεγάλο βαθμό τους χριστιανούς του τόπου εκείνου.

 

Απολυτίκιο. Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον

Εκ σπάργανων έπλήσθης της θείας χάριτος, ώσπερ νεόφυτοι έρνος χαρϊτωθείς την ψυχήν, και θαυμάτων αυτουργός ξένων γενόμενος, ήνδρανάθησας στερρώς, δι αγώνων Ιερών, Νεόφυτε Αθλοφόρε. Άλλα μη παύση πρεσβεύων, έλεηθήναι τάς ψυχάς ήμών.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΖΩΣΙΜΟΣ επίσκοπος Συρακουσών

Καταγόταν από τη Σικελία. Οι ευσεβείς γονείς του είχαν ένα κτήμα κοντά σ' ένα μοναστήρι, και ο μικρός γιος τους γρήγορα αγαπήθηκε από τους εκεί μοναχούς για την αφοσίωση του στα θεία. ο ηγούμενος μάλιστα του μοναστηρίου φρόντισε ο μικρός να μάθει γράμματα και όταν μεγάλωσε, ο ίδιος πλέον δίδασκε τα θεολογικά γράμματα. Μετά τον θάνατο του ηγουμένου έγινε αυτός διάδοχος του, διότι θεωρήθηκε από τον επίσκοπο Συρακουσών αξιότερος όλων. Υπήρξε τόσο μεγάλη ή ευσεβής δράση του, ώστε μετά τον θάνατο του επισκόπου Συρακουσών, ή φωνή του λάου τον έφερε στο επισκοπικό αξίωμα. Από τη νέα του θέση, υπηρέτησε λαμπρά τη διδασκαλία του θείου λόγου καθώς και όλα τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Και έτσι άγια αφού έζησε, απεβίωσε ειρηνικά.

 

0Ι ΑΓΙΟΙ ΕΥΓΕΝΙΟΣ, ΟΥΑΛΕΡΙΑΝΟΣ, ΚΑΝΔΙΔΟΣ και ΑΚΥΛΑΣ οι εκ Τραπεζούντας

Κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού ζήτησαν να προφυλαχθούν στα όρη. Συνελήφθησαν όμως και διατάχθηκαν ν' αρνηθούν το Χριστό. Εκείνοι απάντησαν γενναία, Ότι δεν Τον αρνούνται, και τότε τους εξόρισαν στο φρούριο της Πιτυούντος των Λάζων. Ή φυλακή δεν μπόρεσε να δαμάσει το φρόνημα τους. Τους έφεραν λοιπόν και πάλι στην Τραπεζούντα, όπου με υποσχέσεις και απειλές, προσπάθησαν να τους σύρουν στην ειδωλολατρεία. Ή αποτυχία, όμως, εξόργισε τον έπαρχο Λυσία και διέταξε να τους βασανίσουν σκληρά. Πρώτα τους γύμνωσαν, και άνδρες δυνατοί με μαστίγια από νεύρα βοδιών, καταξέσχισαν τις σάρκες τους. Έπειτα έμπηξαν σιδερένια νύχια στα σώματα τους και άνοιξαν βαθειές πληγές στα πλευρά τους. Κατόπιν με αναμμένες λαμπάδες, έκαψαν τις ματωμένες πληγές τους. Τελικά θανατώθηκαν με αποκεφαλισμό, αφού έμειναν άσειστοι και νικηφόροι στην πίστη τους.

(Στο τυπικό της Μονής Καρακάλου, αριθ. 25 φ. 123 σημειώνεται: "τη 24η Ιουνίου τελείται και ή γέννησις του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρας Ευγενίου").

 

Η ΣΥΝΑΞΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

στην εκκλησία πού βρίσκεται προς τη θάλασσα Αυτή Ίσως είναι ή εκκλησία πού έκτισε ο Άγιος Μαρκιανός (+ 10 Ιανουαρίου), ο οικονόμος της Μεγάλης Εκκλησίας. Διότι αυτός έκτισε έναν ναό της Αγίας Ειρήνης προς τη θάλασσα. Και σ' άλλα μέρη των Συναξαριστών αναφέρεται αυτή ή Αγία Ειρήνη προς τη θάλασσα.

 

Η ΑΓΙΑ ΑΓΝΗ

Ήταν κόρη οικογενείας ευγενών από την Ρώμη.

Οι δραστηριότητες της Αγνής ήταν να φέρνει ψυχές στη Χριστιανική πίστη και οι επιτυχίες της ήταν μεγάλες. Καταγγέλθηκε στον άρχοντα και διατάχτηκε να αρνηθεί τον Χριστό.

Ή Αγνή επέμενε να τον ομολογεί.

Τότε ο σκληρός άρχοντας την έριξε σε πορνείο για να σπιλώσει την τιμή της.

Άλλ' ή Αγνή δια της προσευχής έφερε πραγματικό σεισμό μέσα στο πορνείο, και όσους διεφθαρμένους τόλμησαν να την πλησιάσουν τους έριξε κάτω νεκρους.

Αμέσως τότε οι διεφθαρμένες γυναίκες την έβγαλαν από το πορνείο και ο άρχοντας από την μανία την έριξε στην φωτιά.

Έτσι η ψυχή της στεφανηφόρα πέταξε προς τον Θεό.

Ευσεβείς χριστιανοί παρέλαβαν τα απανθρακωμένα λείψανά της και τα έθαψαν με μεγάλη ευλάβεια (η μνήμη της περιττώς επαναλαμβάνεται και την 5ην Ιουλίου).

 

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Μαρτύρησαν δια ξίφους στην Τύρο.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ Προσμονάριος της Μονής Βατοπαιδίου

Άκουσε τη φωνή της Ύπεραγίας Θεοτόκου, από το στόμα της αγίας της εικόνας. Απεβίωσε ειρηνικά.

 

[Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΑΤΡΟΚΛΟΣ] ΜΝΗΜΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

πού μαρτύρησαν από το χρόνο του πρωτομάρτυρα Στεφάνου μέχρι σήμερα* Ή μνήμη τους συναντάται στο Ίεροσολυμιτικό Κανονάριο {σελ. 30). Ή δε πανήγυρη τους γινόταν στον ναό του αγίου Στεφάνου των Ιεροσολύμων, πού έκτισε ή βασίλισσα Ευδοκία (+ 460), σύζυγος του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού.

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ

Γεννήθηκε στην Άρτα το 1470, αλλά ή καταγωγή του ήταν από τον Μωρία και το κοσμικότου όνομα ήταν Μιχαήλ Τριβώλης. Μαθήτευσε κοντά στον Ιωάννη Μόσχο και όλοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιταλία. Επίσης, μαθήτευσε στην Ελληνική σχολή της Βενετίας και κατόπιν σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Πάδοβας, της Φλωρεντίας και του Μιλάνου έχοντας επιφανείς Έλληνες δασκάλους, όπως ο Ιανός Λάσκαρης, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κ.ά. Το 1505-6 πήγε στο Αγιον Ορος, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος. Αργότερα ο Άγιος, μετά από παράκληση του τσάρου της Ρωσίας Βασιλείου Ίβάνοβιτς, το 1516, πήγε στη Ρωσία προκειμένου να μεταφράσει διάφορα λειτουργικά και θεολογικά βιβλία στη σλαβωνική. Εκεί όμως συκοφαντήθηκε άγρια από τον ισχυρό ηγούμενο της Μονής Βολοκαλάμσκ Δανιήλ και έτσι ο Μάξιμος ταλαιπωρήθηκε επί σειρά ετών με εξορίες, στέρηση θείας κοινωνίας, φυλακίσεις σιδηροδέσμιος και άλλα βάσανα. Τελικά το 1551 μεταφέρθηκε ατή Λαύρα του Αγίου Σεργίου, όπου ο ηγούμενος τον περιέβαλε με πολλή αγάπη, εκτιμώντας το πνευματικό του έργο. Εδώ άφησε και την τελευταία του πνοή στις 21 Ιανουαρίου του 1556, αφού συνέγραψε πολλά απολογητικά και ερμηνευτικά έργα. Αγιοποιήθηκε στις 31 Μαίου 1988.

 

Απολυτίκιο. Ήχος α .

Του λίθου σφραγισθέντος Λακεδαιμονίων τον γόνον, και της Αρτης το καύχημα, τον φωστήρα των Ρώσων και του Άθω αγλάισμα, τιμήσωμεν συμφώνως οι πιστοί, βοώντες προς αυτόν ειλικρινώς, δόξα τώ δεδωκότι σοι ϊσχύν, δόξα τω σέ στεφανώσαντι, δόξα των Όρθοδόξων το νέον καύχημα.

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ο Αναχωρητής

(+4ος αι.)

 
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΝΕΚΔΟΤΟ.


 



Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Τ᾿ Ἀστεράκι".


 Μικρά διηγήματα

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ἐντρυφῶ νὰ κοιτάζω ἀντικρύ μου τὸ μικρὸν μέλαθρον ―ὁποὺ αἱ δοκοὶ τῆς στέγης του, γυμναὶ φατνώματος, φαίνονται ὅλαι καπνισμέναι καὶ μελανωμέναι ἀπὸ τὴν λαμπὴν τῆς μικρᾶς ἑστίας εἰς τὴν γωνίαν, τῆς καιούσης τὸν χειμῶνα― ταπεινὸν ἀνώγειον, μὲ τὸν ἐξώστην τὸν σκεπαστόν, καὶ μὲ τὴν πετρίνην σκάλαν ἀπ᾿ ἔξω, ὅπου ὁ μαστρο-Κυριάκος κρημνίζεται τακτικὰ πᾶσαν Κυριακὴν τὸ βράδυ, ὅταν ἐπιστρέφῃ ἀργὰ εἰς τὴν κατοικίαν. Καθημερινὴ μέθη δι᾿ ἐμὲ εἶναι νὰ κάθωμαι τὸ δειλινόν, ἐπὶ ὥρας, ἕως τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου καὶ τὴν πρώτην ἀμφιλύκην, ἔξω ἀπὸ τὸ μικρὸν καπηλεῖον, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ χωρίου, εἰς τὴν σκιὰν καὶ τὴν δρόσον τῶν δύο πελωρίων βαθυφύλλων μορεῶν, ὁπόθεν βλέπω ὅλους τοὺς διαβάτας χωρὶς νὰ κοιτάζω κανένα, ἢ νὰ προμνηστεύω τὴν καλησπέραν κανενός, καὶ θεωρῶ μόνον τὸ μικρὸν ἀνώγειον καλύβι, ὅπου βλέπω ὡς δύο σμαραγδίνας φλόγας νὰ λάμπουν, καὶ δύο σειρὰς μαργαριτῶν νὰ μειδιοῦν, καὶ δύο χρυσαυγεῖς πλοκάμους νὰ κυμαίνωνται, ὡς μετάφρενα περιστερᾶς, κατὰ τὸν Ψαλμῳδόν…
Ἔβλεπα τέως ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὀνειρώδεις θησαυροὺς εἰς τὸν πενιχρὸν ἐξώστην, καὶ εἰς τὸ χάσμα τῶν σαθρῶν παραθυροφύλλων, καὶ στὴν πόρταν τοῦ κατωγιοῦ, ἐξαρθρωμένην, καὶ εἰς τὸ στενὸν τὸ διπλανόν, τὸ χωρίζον τὴν οἰκίαν ἀπὸ τῆς τοῦ Δήμου Μποροδήμου, ἴσης καὶ ὁμοίας κατὰ τὴν ὄψιν. Ἔμβαινεν, ἔβγαινεν, ἀνέβαινε, κατέβαινεν, ἡ μικρὴ Πούλια μὲ τοὺς πλοκάμους τοῦ ἀπέφθου χρυσοῦ· εἰσέδυεν εἰς τὸ κατώγι, διὰ νὰ ταΐσει τὰς ὄρνιθας, εἰσεχώρει εἰς τὸ στενόν, ὅπου εἶχεν ἀναμμένην φωτιάν, πρὸς τὴν δείλην θερινῆς ἡμέρας, διὰ νὰ μαγειρεύσῃ τὸ λιτὸν δεῖπνον διὰ τὸν πατέρα της, ὅστις θὰ ἤρχετο κατακουρασμένος τὸ βράδυ ἀπὸ τὸ μεροκάματον. Ἐμάλωνε τὴν μικρὰν ἀδελφήν της, παιδίσκην ὁμοίαν μὲ σεισουρίδα, τὴν Γαρουφαλιώ, ἥτις ἔτρεχε κ᾿ ἔκαμνε χιλίας τρέλας εἰς τὸ πρόθυρον κ᾿ εἰς ὅλην τὴν γειτονιάν, φοροῦσα κοκκίνην φανέλαν ἀμερικάνικην, τὴν ὁποίαν τῆς εἶχε στείλει ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν ὁ μονάκριβος ἀδελφός των, καὶ ἦτον ὅλη μορφασμὸς καὶ μειδίαμα. Τὰ δύο χείλη της δὲν ἔσμιγαν ποτέ, τόσον διαρκῶς ἐγέλα. Τρία ἦσαν ὅλα τ᾿ ἀδέρφια, ὁ Στράτος εἰς τὸν Νέον Κόσμον, εἰκοσαέτης ἤδη, εἶχε παρασυρθῆ ἀπὸ τὸ ἀκράτητον ρεῦμα τῆς μεταναστεύσεως, καὶ ἡ Πούλια, δεκαὲξ ἐτῶν, ἐφύλαγε τὸ νοικοκυριὸ στὸ σπίτι, καὶ ἡ Γαρουφαλιὰ δέκα ἐτῶν ἔκαμνε τρέλας καὶ ἀταξίας εἰς τὴν γειτονιάν. Ὁ μαστρο-Κυριάκος εἶχε χηρεύσει πρὸ ὀκταετίας ἤδη, καὶ κατώρθωσε νὰ μὴ ξαναϋπανδρευθῇ ― ἴσως διότι δὲν τὸν ἤθελαν.
Εἶχεν ἐμβῆ τὸ φθινόπωρον, ἦτο ἰσημερία ἤδη, κ᾿ ἐγὼ ἐνύχτωνα ἀκόμη νὰ κάθωμαι κάθε βράδυ ὑποκάτω εἰς τὴν μορέαν. Ἡ Πούλια κάθε δειλινὸν ἐμαγείρευε τὸ φαγὶ ἐντὸς τοῦ στενοῦ, ὑπὸ τὰ σμίγοντα γεῖσα τῶν δύο γειτονικῶν πενιχρῶν οἰκίσκων. Ἔσκυφτεν εἰς τὸ πῦρ, ἐφύσα μὲ τὸ στόμα της, ἐκοκκίνιζον ὡς ὑπὸ πυρετοῦ τὰ μάγουλά της, κ᾿ οἱ δύο πλόκαμοί της οἱ χρυσοῖ ἐκρέμαντο κυμαινόμενοι εἰς τὰ νῶτά της, ἕως τὴν ὀσφύν της τὴν λιγνήν. Ὅταν εἶχα ἀναχωρήσει πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἀπὸ τὸν τόπον ― τότε ἦτο μικρὴ ἀκόμη, κ᾿ ἐφόρει ὡσὰν φοῦστες, ἤτοι ξενικὰ φορέματα. Τότε ἦτο μία ἐντρύφησις, ἀδάπανος καὶ ἀτίμητος, νὰ τὴν συναντᾷ τις καὶ εἰς τὸν δρόμον, καὶ εἰς τὴν βρύσιν, καὶ παντοῦ, καὶ ὁ ἄπεφθος χρυσὸς ἦτον ἀκάλυπτος εἰς τὴν κοινὴν θέαν, καὶ αὐτὴ δὲν ὑπώπτευε τὴν ἀξίαν του, καὶ δὲν τὸν ἔκρυπτε. Τώρα ποὺ εἶχε μεγαλώσει, ἢ αὐτὴ τὸ ἠθέλησεν, ἢ μία θεία της, ἡ Κρυσταλλιώ, τὴν εἶχε συμβουλεύσει, κ᾿ ἐφόρεσεν ἡ κόρη ἐντόπια. Ἡ θεία της αὐτή, ἀδελφὴ τοῦ πατρός της, χήρα καὶ ἄκληρη τώρα, εἶχε πηδήσει, ὡς ἔλεγαν, πολλὰ εἰς τὰ νιᾶτά της, καὶ διὰ τοῦτο ἦτο πολὺ αὐστηρὰ ὡς πρὸς τὴν ἀνεψιάν της. Ὅθεν οἱ πλόκαμοι τοῦ χρυσοῦ δὲν ἐφαίνοντο τώρα ὅσον τὸ πάλαι, μισοκρυμμένοι ὑπὸ τὴν μανδήλαν.
Μίαν ἑσπέραν, παρ᾿ ἐλπίδα, δὲν ἐφάνη ἡ ξανθὴ Πούλια. Ἐκάθισα ὥρας ὑπὸ τὸ φύλλωμα τῆς μορέας· τίποτα. Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ ἦτον ἀνοικτή, ὁμοίως καὶ τὸ παράθυρον. Ἡ φωτιὰ δὲν ἐκάπνιζεν ―ἴσως ἦτο σβεστή― κάτω εἰς τὸ στενόν. Ἴσως ἡ κόρη ἔπλεκεν ἢ ἐμβάλωνε, καθημένη κάτω εἰς τὸ πάτωμα ― ἐπειδὴ ἦτον τελεία οἰκοκυρά, ὁδηγουμένη καὶ ἀπὸ τὴν θείαν της, τὴν Κρυστάλλω. Ἐκρύβη ὁ ἥλιος εἰς τὴν Πευκόρραχην ἀντικρύ, στὸ βουνόν, ἐμούχρωσεν, ἐσουρούπωσεν, ἤρχισε νὰ σκοτεινιάζῃ. Τότε, διὰ τοῦ ἀνοικτοῦ παραθύρου εἶδα ἓν ἄστρον νὰ λάμπῃ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς μικρᾶς οἰκίας. Ἦτο ἄστρον πραγματικόν, δὲν διέφερεν ἀπὸ τ᾿ ἄλλα ἄστρα, τὰ ὁποῖα ἀρτίως εἶχον ἀρχίσει νὰ διασπείρωνται ἀνὰ τὸ στερέωμα. Ἔλαμπεν ὑψηλὰ πρὸς τὴν ὀροφήν, ὑπὸ τὰς καπνισμένας δοκοὺς τοῦ μελάθρου. Τί ἦτον; Ἴσως τὸ κανδήλι τὸ καῖον ἐμπρὸς εἰς τὰ Εἰκονίσματα τῆς οἰκίας. Ἀλλὰ δὲν ἦτο κανδήλι, διότι τὸ ἄστρον ἐφαίνετο πολὺ ὑψηλὰ εἰς τὸν ὄροφον, κ᾿ ἐκτὸς τούτου ἦτο πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος, ἐνῷ τὰ Εἰκονοστάσια, ὡς γνωστόν, τίθενται πρὸς τὸ ἀνατολικὸν μέρος, ἢ μικρὸν παρεκκλίνουν εἴτε πρὸς βορρᾶν εἴτε πρὸς νότον, πάσης Ἑλληνικῆς ὀρθοδόξου οἰκίας. Ἔπειτα, διὰ νὰ εἶναι κανδήλι κάποιος θὰ τὸ εἶχεν ἀνάψει πρὸ μικροῦ, καὶ βεβαίως θὰ ἔβλεπα εἰς τὴν σκιὰν τὸ εὔκαμπτον, ὡς βλαστὸν μυρσίνης, ἀνάστημα τῆς Πούλιας, ἴσως θὰ ἤκουα καὶ τὸν λυγμὸν τῆς τροχαλίας, τὸν μικρὸν λεῖον κρότον τὸν ὁποῖον κάμνει προστριβόμενον τὸ σχοινίον, δι᾿ οὗ ἀναβιβάζεται τὸ κανδήλι πρὸς τὰς ἱερὰς Εἰκόνας. ― Θὰ ὑπέθετε πᾶς πραγματιστὴς καὶ θετικὸς ἄνθρωπος ὅτι διά τινος ὀπῆς εἰς τὴν στέγην τοῦ μικροῦ μελάθρου ἔφεγγε μικρά τις γωνία οὐρανοῦ, τὴν ὥραν τῆς δύσεως πρὸ τῆς ἀμφιλύκης, κ᾿ ἐσχηματίζετο τὸ ἀστεράκι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο κρεμάμενον εἰς τὸν ὄροφον τῆς οἰκίας. Διότι ὁ μαστρο-Κυριάκος ἔφτιανε ἢ ἐξανάσυρνε* τὰ σπίτια τῶν ἄλλων, καὶ ἴσως δὲν ηὐκαίρει νὰ ἐπισκευάσῃ τὸ ἰδικόν του. Πλὴν δὲν μοῦ ἤρεσκεν ἐμὲ νὰ ἐκφράσω τοιαύτην ὑποψίαν, ἢ νὰ διατυπώσω τοιοῦτον συμπέρασμα.
*
* *
Τέλος, μίαν ἑσπέραν Κυριακῆς, ἐπειδὴ ἦτο ψῦχος, κ᾿ ἐνύκτωσεν ἤδη, εἰσῆλθα εἰς τὸ μικρὸν καπηλεῖον. Ἐκεῖ ἦτον ὁ μαστρο-Κυριάκος, κι ὁ Γιάννης τῆς Μιχάλαινας, κι ὁ Δῆμος Μποροδῆμος. Ὁ Κυριάκος ἐγίνετο ἐλευθέριος πᾶσαν Κυριακὴν ἑσπέρας, ὕστερον ἐξεχνοῦσε τὸν λογαριασμὸν κ᾿ ἐμάλωνε μὲ τὸν οἰνοπώλην. Ὁ Δῆμος ὁ Μποροδῆμος ἔλεγε πλεῖστα ἄκαιρα, ἄωρα ἀστεῖα.Ὁ Γιάννης τῆς Μιχάλαινας, σοβαρός, ἐκάθητο, ἔπινε κ᾿ ἐσιώπα. Καὶ οἱ τρεῖς ἦσαν μέλη τῆς ἰδίας συντεχνίας.
―Ἀραδιάζεις ἕναν τροχό*, ἐξάδερφε; μοῦ λέγει ὁ Κυριάκος ἅμα μὲ εἶδεν εἰσελθόντα.
Μ᾿ ἐκάλει ἐξάδελφον, ἐπειδὴ ὁ μακαρίτης ὁ πατήρ του ἦτό ποτε ψυχογυιὸς ἑνὸς ἀειμνήστου θείου μου, ἔχοντος πολλὰ κτήματα, συγγάμβρου τοῦ πατρός μου.
―Ἂς εἶναι, ἀραδιάζω*, εἶπα. Ἔχετε πολὺ ἀραδιασμένο ἐσεῖς;
―Ὄχι, λιγοστό, εἶπεν ὁ Κυριάκος.
Ἡ φράσις εἶναι τῆς ἰδιαιτέρας συνθηματικῆς γλώσσης τῶν οἰκοδόμων, σημαίνει δὲ τὸ νὰ πίνῃ τις κρασί. Συνέκρουσα τὰ ποτήρια μαζί τους, κ᾿ ἔπια.
― Τά ᾽μαθες τὰ νέα, κὺρ Ἀλέξη; μοῦ λέγει ὁ Δῆμος ὁ Μποροδῆμος, ἐγερθεὶς σοβαρὸς καὶ φουσκώνων τὸ στῆθός του μὲ κωμικὸν τρόπον.
― Τί τρέχει, Δῆμο; εἶπα.
― Θὰ γίνω διάκος.
― Διάκος; Ἀλήθεια;
― Ναί, τώρα περιμένω τὸν Δεσπότη νὰ ἔλθῃ. Μαζεύω ἀναφοράς. Δὲ μοῦ λές, κὺρ Ἀλέξη, ἐσὺ θὰ ξέρῃς… Ὣς πόσα ψιλὰ χρειάζεται νὰ δώσω τοῦ Δεσπότη;
― Δὲν ἠξεύρω, Δῆμο.
Εἶχεν ἔλθει τότε, πρὸ ὀλίγου καιροῦ, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν τόπον, περιοδεύων, ὁ νεοχειροτόνητος Δεσπότης, ὅστις, καθὼς ἐκακογλωσσοῦσαν πολλοί, εἶχε καταρτίσει τιμολόγιον, πρὶ φίξ*, διὰ τὰς χειροτονίας τῶν κληρικῶν. Εἶχε δὲ ἐκφρασθῆ ὁ ἴδιος, ὡς ἔλεγαν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ «τὰ κουφέτα», ὅσα εἶχεν ἐξοδεύσει διὰ τὰ συγχαρητήρια τῆς ἀρχιερωσύνης του.
Δὲν εἶχα καθίσει, καὶ ἤμην ἕτοιμος νὰ φύγω. Ὁ Κυριάκος, ὅστις ἐσυνήθιζεν εἰς τὰς ὥρας αὐτὰς νὰ φλυαρῇ πολλὰ ἐμπιστευτικά, ἐσηκώθη καὶ μὲ προέπεμπε, λέγων ἂν ἤθελα νὰ μείνω ἀκόμη «ν᾿ ἀραδιάσω τροχό». Εἶτα, καθὼς μὲ ἠκολούθησεν ἔξω τοῦ μαγαζείου, ἤρχισε νὰ μοῦ λέγῃ ἂν ἤθελα νὰ τοῦ κάμω αὔριον ἕνα γράμμα πρὸς τὸν υἱόν του τὸν Στράτον εἰς τὴν Ἀμερικήν, νὰ τὸν συμβουλεύσω νὰ ἔχῃ τὸν νοῦν του, κτλ. Εἶτα μοῦ εἶπε διὰ τὰς δύο κόρας του, μακαρίζων τὸν ἑαυτόν του ὅτι ἔχει ἕνα κορίτσι τζουβαΐρι*, τεφαρίκι*, τὴν Πούλιαν, καὶ μίαν λαίμαργον ψευδολόγον μικράν, τὴν Γαρουφαλιώ.
― Ξέρεις τίποτα; μοῦ λέγει. Τὴν Πούλια μοῦ τὴν γυρεύουν ἀπὸ τώρα, χωρὶς προικιά.
― Χαρὰ σ᾿ ἐσένα, τοῦ εἶπα. Καὶ δὲν τὴν δίνεις; Τί κάθεσαι;
― Μά… γιὰ νὰ σ᾿ πῶ… ν᾿ ἀξίζῃ καὶ τὸ μέρος!
Καὶ μοῦ ὠνόμασεν ἓν πρόσωπον. Ἐγὼ ἔσεισα τοὺς ὤμους.
― Λοιπόν, θὰ ᾽ρθῇς; μοῦ λέγει. Θ᾿ ἀραδιάσουμε ἕνα ἀκόμα;
― Δὲν πίνω, τοῦ λέγω, καὶ σὺ νὰ μὴ πιῇς ἄλλο. Δευτέρα αὔριο, ἔχεις δουλειά. Σῦρε νὰ μαζωχθῇς στὸ σπιτάκι σου.
― Θὰ πάω, μοῦ λέγει. Δὲ θυμοῦμαι, εἶπα καληνύχτα στὴν παρέα;
― Καὶ νὰ μὴν εἶπες, δὲν πειράζει. Τράβα καλύτερα νὰ μὴ ξαναμπλέξῃς.
Μοῦ ἔλαβε τὸν βραχίονα, μισοζαλισμένος, καθὼς τὸν ἐκτύπησε τ᾿ ἀέρι τοῦ ὑπαίθρου, καὶ μ᾿ ἔσυρε κατὰ τὸν δρόμον, ψιθυρίζων διάφορα ἀσυνάρτητα, οἰκογενειακά. Ἐπλησιάσαμεν πρὸς τὸ γωνιαῖον σπίτι, τὸ ὁποῖον ἀντίκρυζε μὲ τὸν οἰκίσκον τὸν ἰδικόν του. Ὁ Κυριάκος μ᾿ ἔσυρε κατὰ τὸν δρόμον, ἐγὼ τὸν ἔσυρα κατὰ τὸ σπίτι. Μ᾿ ἐσταμάτησε πλησίον εἰς τὴν γωνίαν τοῦ οἰκίσκου του πρὸς τὸν δρόμον, ὄχι μακρὰν ἀπὸ τὴν θύραν τοῦ κατωγείου καὶ ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ ἐξώστου, κ᾿ ἤρχισε νὰ μοῦ λέγῃ ἀτελείωτα.
Ἤκουσα τριγμὸν τοῦ παραθύρου. Δὲν ἐπρόλαβα νὰ κοιτάξω, καὶ τὸ παραθυρόφυλλον ὑπανοιχθὲν πάλιν ἔκλεισε. Ἄλλον κρότον ἤκουσα, ν᾿ ἀνοίγῃ ἡ θύρα τοῦ ἀνωγείου, καὶ ἀμυδρὸν φῶς λυχναρίου ἔφεξε τὸν δρόμον.
Ἦτον ἡ Πούλια. Ἐγνώρισε τὴν φωνὴν τοῦ πατρός της, τὸν ὁποῖον ἐπερίμενεν ἐναγωνίως πότε νὰ ἔλθῃ τὴν νύκτα πάσης Κυριακῆς. Ἐσηκώθη, ἐπῆρε τὸν λύχνον διὰ νὰ φέξῃ ―ἴσως προνοοῦσα, διὰ νὰ μὴν πέσῃ καὶ πάλιν ὁ μαστρο-Κυριάκος εἰς τὴν σκάλαν, καὶ μωλωπίσῃ τὸ πρόσωπόν του ὡς ἄλλοτε― ἤνοιξε τὴν θύραν, καὶ μᾶς ἔφεγγε.
Εἶπα μέσα μου: «Κισμέτι*, διὰ νὰ ἰδῶ τ᾿ ἀστεράκι». Ἠκολούθησα τὸν Κυριάκον ― χωρὶς οὗτος νὰ μοῦ εἴπῃ νὰ τὸν συνοδεύσω. Ἀλλὰ καὶ πάλιν οὔτε τὴν χεῖρά μου ἄφηνεν, οὔτε καληνύχτα μοῦ ἔλεγεν. Ἴσως θὰ ἐπροτίμα νὰ διανυκτερεύσωμεν ἐκεῖ εἰς τὸ ὕπαιθρον, παρὰ τὴν γωνίαν. Ἐγώ, ἐπειδὴ δὲν μὲ ἄφηνε, τὸν ὥθησα πρὸς τὴν οἰκίαν, καὶ τὸν ὑπεστήριξα διὰ νὰ ἀναβῇ. Ἡ Πούλια μοῦ ἐμειδίασε πολὺ γλυκά, καὶ εἶπε:
― Καλησπέρα, μπάρμπα… Κόπιασε στὸ φτωχικό μας.
Ἐκράτει τὸν λύχνον κ᾿ ἔλαμπεν ὅλη, αὐτή, καὶ τὰ μάτια της τὰ βαθυγάλανα, καὶ τὰ δόντια της τὰ μαργαριταρένια, καὶ τὰ πλούσια μαλλιά της τὰ χρυσόξανθα. Κ᾿ ἡ ἐλιὰ ποὺ εἶχεν εἰς τὸ ἀριστερὸν μάγουλον, ὁποὺ τὴν ἐνθυμούμην ἀπὸ τότε ποὺ ἦτον μικρὴ ἀκόμη, κι αὐτὴ ἔλαμπε πλησίον εἰς τὸν μικρὸν λακκίσκον τοῦ μειδιάματός της.
Ἡ μικρὰ Γαρουφαλιά, ὁποὺ εἶχε χορτάσει τὰ παιγνίδια ὁλημέρα τὴν Κυριακήν, ἐπειδὴ δὲν εἶχε σχολεῖον, καὶ εἶχε φάγει πολλὰ κυδώνια τὰ ὁποῖα τὴν ἐφίλευσαν οἱ γειτόνισσες, ἐρρογχάλιζεν εἰς μίαν γωνίαν. Εἰς τὴν ἑστίαν εἶχεν ἀνάψει ἡ Πούλια μικρὸν πῦρ, ἂν καὶ δὲν ἦτο χειμὼν ἀκόμη, διὰ νὰ ζεστάνῃ τὸ φαγὶ τοῦ πατρός της, ὅ,τι εἶχε μείνει ἀπὸ τὸ μεσημβρινὸν γεῦμα. Ὁ Κυριάκος ἐκάθισεν ἢ ἔπεσεν εἰς τὸ πάτωμα καὶ δὲν μοῦ ἔλεγε νὰ μείνω ἢ νὰ φύγω.
Ἐγὼ δὲν ἐνθυμήθην πλέον νὰ κοιτάξω διὰ νὰ ἰδῶ τὸ ἀστεράκι, τὸ ὁποῖον εἶχα ἰδεῖ πρὸ ἡμερῶν νὰ φέγγῃ ὑπὸ τὴν στέγην ἐντὸς τῆς οἰκίας, ἂν καὶ εἶχα αἰσθανθῆ μεγάλην περιέργειαν καὶ ἐπιθυμίαν πρὸς λύσιν τῆς ἀπορίας μου. Ἱστάμην ὀρθός, ἀκίνητος, καὶ δὲν ἐχόρταινα νὰ βλέπω τὴν μικρὰν Πούλιαν, κ᾿ ἔλεγα μέσα μου: «Ἄ! χωρὶς προικιά, καὶ μὲ προικιά… ὤ! μὴ τὴν πωλῇς, εἶναι κρῖμα…»
― Δὲν κάθεσαι, μπάρμπα; κόπιασε, νὰ καθίσῃς σιμὰ στὸν πατέρα μου! μ᾿ ἐξύπνησεν ἡ φωνὴ τῆς Πούλιας ἀπὸ τ᾿ ὄνειρον, ὅπου μὲ εἶχε βυθίσει ἡ μορφή της.
― Δὲν κάθομαι, κορίτσι μου. Ἔτσι ἔτυχε ν᾿ ἀνεβῶ.
Εἶπα καληνύχτα, κ᾿ ἔφυγα.
(1909)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 20 Ιανουαρίου.

 


Τα σημαντικότερα γεγονότα της 20ης Ιανουαρίου 


250: Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Δέκιος εξαπολύει ευρύτατο διωγμό κατά των Χριστιανών στη Ρώμη. Μεταξύ των θυμάτων είναι και ο Πάπας Φαβιανός
1649: Ο Κάρολος Α' της Αγγλίας προσάγεται σε δίκη για προδοσία
1827: Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κάνει νυχτερινή επίθεση εναντίον ενός Τουρκικού στρατοπέδου στη Βελίτσα Φθιώτιδας
1833: Ο βασιλιάς Οθωνας φτάνει στο Ναύπλιο με την Αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη»
1878: Επανάσταση του Πηλίου κατά των Τούρκων
1919: Αποβιβάζονται στην Οδησσό τα πρώτα τμήματα της ελληνικής 2ης Μεραρχίας στην Εκστρατεία της Κριμαίας
1921: Ψηφίζεται το πρώτο σύνταγμα της Τουρκίας από την εθνοσυνέλευση του Ερζερούμ
1930: Η Διάσκεψη της Χάγης για τις πολεμικές επανορθώσεις εγκρίνει το σχέδιο Γιανγκ, το οποίο θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην οικονομική και στρατιωτική ανάκαμψη της Γερμανίας.
1936: Ο Εδουάρδος Η΄ ανέρχεται στο θρόνο του Ηνωμένου Βασιλείου
1942: Σε ναζιστική διάσκεψη στο προάστιο Βάνζεε του Βερολίνου αποφασίζεται η λεγόμενη τελική λύση, δηλαδή η εξολόθρευση όλων των Εβραίων της Ευρώπης.
1949: Ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος αναλαμβάνει την αρχηγία στο πόλεμο κατά του ΔΣΕ
1982: Γεννιέται το πρώτο παιδί του σωλήνα στην Ελλάδα
1993: Ο Μπιλ Κλίντον ορκίζεται ως ο 42ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών
1996: Ο Γιασέρ Αραφάτ εκλέγεται πρόεδρος της Παλαιστινιακής αρχής
2001: Ο Τζωρτζ Ο. Μπους δίνει τον Προεδρικό όρκο ενώπιον του Δικαστή Ρένκουιστ κατά τη τελετή ανάληψης καθηκόντων του
2009: Ο Μπαράκ Ομπάμα δίνει τον Προεδρικό όρκο ως πρώτος Αφροαμερικανός (και γενικά ο 44ος) πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ.

Γεννήσεις

225 - Γορδιανός Γ', Ρωμαίος αυτοκράτορας
1716 - Κάρολος Γ', βασιλιάς της Ισπανίας
1775 - Αντρέ Μαρί Αμπέρ, Γάλλος φυσικός
1834 - Ντμίτρι Μεντελέγιεφ, Ρώσος χημικός, δημιουργός του περιοδικού πίνακα των στοιχείων
1920 - Φεντερίκο Φελίνι, Ιταλός σκηνοθέτης
1921 - Ζακ Φερρόν, Γαλλοκαναδός συγγραφέας
1926 - Πατρίσια Νιλ, Αμερικανίδα ηθοποιός
1946 - Ντέιβιντ Λιντς, Αμερικανός σκηνοθέτης
1951 - Πολ Στάνλεϊ,Αμερικανός μουσικός,ιδρυτικό μέλος των KISS

Θάνατοι

250 - Πάπας Φαβιανός
1666 - Άννα η Αυστριακή, Βασίλισσα της Γαλλίας
1988 - Δώρα Στράτου, χορογράφος
1990 - Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Αμερικανίδα ηθοποιός
1993 - Όντρεϊ Χέπμπορν, ηθοποιός αγγλικής και ολλανδικής καταγωγής.
2012 - Έτα Τζέιμς, Αμερικανίδα τραγουδίστρια
2014 - Κλάουντιο Αμπάντο, ιταλός διευθυντής ορχήστρας
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Οσίου Ευθυμίου.

 

Τη μνήμη του Οσίου Ευθυμίου τιμά σήμερα, 20 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας γεννήθηκε στη Μελιτηνή της Αρμενίας το έτος 377 μ.Χ. κατά τους χρόνους της βασιλείας του Γρατιανού (375 - 383 μ.Χ.). Οι γονείς του Παύλος και Διονυσία, ανήκαν σε επίσημη γενιά. Άτεκνοι όντες, αξιώθηκαν να αποκτήσουν παιδί, το οποίο αφιέρωσαν στη διακονία του Θεού στο οποίο και κατά θεία επιταγή έδωσαν το όνομα Ευθύμιος, αφού με την γέννησή του τους χάρισε την ευθυμία, τη χαρά και την αγαλλίαση.

Σε ηλικία μόλις τριών ετών ο Ευθύμιος έχασε τον πατέρα του. Τότε η χήρα μητέρα του τον παρέδωσε στον ευλαβή Επίσκοπο της Μελιτηνής Ευτρώιο, ο οποίος, μαζί με τους αναγνώστες Ακάκιο και Συνόδιο που έγιναν αργότερα Επίσκοποι Μελιτηνής, τον εκπαίδευσε καλώς και, αφού τον κατέταξε στον ιερό κλήρο, τον τοποθέτησε έξαρχο των μοναστηρίων.

Από τη Μελιτηνή ο Όσιος μετέβη, περί το 406 μ.Χ., στα Ιεροσόλυμα και κλείσθηκε στο σπήλαιο του Αγίου Θεοκτίστου, όπου και ασκήτευε με αυστηρότητα και αναδείχθηκε μοναζόντων κανόνας και καύχημα. Τόσο δε πολύ πρόκοψε στην αρετή, ώστε πολλοί πίστεψαν στον Χριστό. Τα μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα γρήγορα τον ανέδειξαν και η φήμη του ως Αγίου απλώθηκε παντού. Γύρω του συγκεντρώθηκαν πάμπολλοι μοναχοί, οι οποίοι τον εξέλεξαν ηγούμενό τους.

Ο Μέγας Ευθύμιος με την αγιότητα του βίου του συνετέλεσε στο να επιστρέψουν στην πατρώα ευσέβεια πολυάριθμοι αιρετικοί, όπως Μανιχαίοι, Νεστοριανοί και Ευτυχιανοί, που απέρριπταν τις αποφάσεις της Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Παντού, στην Αίγυπτο και τη Συρία, επικρατούσαν οι Μονοφυσίτες. Στην Παλαιστίνη όμως, χάρη στην παρουσία του Αγίου Ευθυμίου και των μαθητών του, επικράτησε η Ορθοδοξία. Και όταν ο Όσιος συνάντησε την βασίλισσα Ευδοκία (βλέπε 13 Αυγούστου), η οποία είχε περιπλακεί στα δίκτυα της αιρέσεως των Μονοφυσιτών, τόσο πειστικά και ακαταμάχητα μίλησε προς αυτήν, ώστε την απέδωκε στα ορθόδοξα δόγματα.

Ο Όσιος Ευθύμιος ο Μέγας είχε λάβει από τον Θεό το προορατικό χάρισμα και τη δύναμη της θαυματουργίας. Με ελάχιστα ψωμιά κατόρθωσε να χορτάσει τετρακόσιους ανθρώπους, που κάποτε την ίδια μέρα τον επισκέφθηκαν στο κελί του. Πολλές γυναίκες που ήταν στείρες, όπως και η δική του μητέρα, με τις προσευχές του Αγίου απέκτησαν παιδί και έζησαν την χαρά της τεκνογονίας. Και όπως ο Προφήτης Ηλίας, έτσι και αυτός προσευχήθηκε στον Θεό και άνοιξε τις πύλες του ουρανού και πότισε με πολύ βροχή τη διψασμένη γη, η οποία και αναζωογονήθηκε και έδωσε πλούσιους τους καρπούς της.

Ενώ κάποτε τελούσε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, οι πιστοί είδαν μία δέσμη φωτός που ξεκινούσε από τον ουρανό και κατερχόταν μέχρι τον Άγιο. Το ουράνιο αυτό φως, παρέμεινε μέχρι που τελείωσε η Θεία Λειτουργία και δήλωνε την εσωτερική καθαρότητα και λαμπρότητα του Αγίου. Επίσης, σημάδι της αγνότητας και της αγιότητάς του αποτελούσε και το γεγονός ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος προσερχόταν να κοινωνήσει με καθαρή ή σπιλωμένη συνείδηση.

Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 473 μ.Χ., σε ηλικία 97 ετών, επί βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου 

Η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Εορτάζοντες την 20ην του μηνός Ιανουαρίου

 Εορτάζοντες την  20ην του μηνός  Ιανουαρίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ο Μέγας

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΒΑΣΣΟΣ, ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ΕΥΤΥΧΙΟΣ και ΒΑΣΙΛΕΙΔΗΣ

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΝΝΑΣ, ΠΙΝΝΑΣ και ΡΙΜΜΑΣ

  • Ό μακάριος ΠΕΤΡΟΣ ο τελώνης

  • 0Ι ΑΓΙΟΙ ΘΥΡΣΟΣ και ΑΓΝΗ Μάρτυρες,

  • Ο ΕΥΣΕΒΗΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΕΩΝ ο Μέγας ο Θράξ

  • Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ νεομάρτυρας εξ΄Αρτης

  • ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ο Ησυχαστής και ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ο Έγκλειστος

 

Αναλυτικά

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ο Μέγας

Γεννήθηκε από γονείς πού είχαν μεγάλη πίστη και θεάρεστη ζωή, τον Παύλο και τη Διονυσία, το 377 στη Μελιτηνή της Αρμενίας. Σέ ηλικία τριών χρόνων χάνει τον πατέρα του, αλλά ή μητέρα του ήταν από εκείνες τις χήρες γυναίκες πού διατήρησαν όλη την ψυχική τους δύναμη και μπόρεσαν να αναδείξουν μεγάλα τα παιδιά τους. ο επίσκοπος Εύτρώϊος διέκρινε τα χαρίσματα του παιδιού και το προστάτευσε. Αφού σπούδασε ο Ευθύμιος, χειροτονείται διάκονος, και, κατόπιν, Ιερέας και μάλιστα, κρίνεται κατάλληλος να διευθύνει το μοναστήρι της Μελιτηνής. Πόθος του, όμως, ήταν να πάει στους Αγίους Τόπους. Πράγματι, το 406 ο Θεός τον αξιώνει και πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα. Τα μεγάλα πνευματικά και ηθικά χαρίσματα του γρήγορα τον ανέδειξαν και εκεί. Στο ησυχαστήριο του συγκεντρώνονται πολλοί ζηλωτές μοναχοί και τον εκλέγουν ηγούμενο. Το νέο του αξίωμα ο Ευθύμιος το διαχειρίζεται σωστά και αρχίζει συστηματική Ιεραποστολική εργασία χριστιανικού φωτισμού μεταξύ των αραβικών πληθυσμών, φέρνοντας πολλούς "Αραβες στη χριστιανική πίστη. "Ετσι, ο Ευθύμιος "θέρισε" πολλές ψυχές στον πνευματικό αγρό του Χριστού. Και σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου μας, "Ό θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αίώνιον"1. Δηλαδή, εκείνος πού ελκύει ψυχές στη σωτηρία παίρνει μισθό και αποθηκεύει καρπό για την αιώνια ζωή. ο Ευθύμιος πάνω από 90 ετών, (κατ' άλλους πέθανε το 473 σε ηλικία 97 ετών), παραδίδει το πνεύμα του στον Κύριο, αφού τον υπηρέτησε μέχρι τέλους, και δίκαια ονομάστηκε Μέγας.

(Στόν Πατμιακό Κώδικα 266, κατά την 7η του μηνός Μαΐου φέρεται "ή μετάθεσις των λειψάνων του οσίου πατρός ημών Ευθυμίου του Μεγάλου". Στόν δε Συναξαριστή Delehage σελ. 406, αναφέρεται κατά την 19η Ιανουαρίου, "επάνοδος του λειψάνου του εν άγίοις πατρός ημών Ευθυμίου"). 1. Ευαγγέλιο Ιωάννη δ' 36.

 

Απολυτίκιο. Ηχος δ'.

Εύφραίνου έρημος ή ου τίκτουσα, εύθύμησον ή ουκ ώδίνουσα ότι έπλήθυνέ σοι τέκνα, ονήρ επιθυμιών των του Πνεύματος,εύσεβείς φυτεύσας, εγκράτεια, έκθρέψας, εις αρετών τελειότητα. Ταις αυτού ικεσίας, Χριστέ ο Θεός, σώσον τάς ψυχάς ημών.

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΒΑΣΣΟΣ, ΕΥΣΕΒΙΟΣ, ΕΥΤΥΧΙΟΣ και ΒΑΣΙΛΕΙΔΗΣ

Ήταν πλούσιοι και συγκλητικοί. Μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανοϋ, στις αρχές του 4ου αιώνα. Ενώ πριν ήταν ειδωλολάτρες, πήραν αφορμή να μελετήσουν τη χριστιανική θρησκεία και να προσέλθουν σ' αυτή, όταν παρακολούθησαν το μαρτύριο του επισκόπου Θεοπέμπτου. Και τη γνήσια και όλόθερμη πίστη τους, επικύρωσαν με το μαρτυρικό τους τέλος. Καταγγέλθηκαν σα χριστιανοί, δεν το αρνήθηκαν, άφοβοι δε και πρόθυμοι βάδισαν στο στάδιο του μαρτυρίου. Στήν αρχή τους αφαίρεσαν τις επίσημες ζώνες τους, εμβλήματα των συγκλητικών αξιωμάτων τους, διότι τάχα ήταν ανάξιοι να τις φέρουν. Άλλα εκείνοι χαίρονταν, διότι πίστευαν ότι είχαν γίνει συμπολίτες των Αγίων και θα γίνονταν και στεφανηφόροι του Χρίστου. "Ετσι υπέστησαν γενναιότατα το μαρτυρικό θάνατο ως έξης: τον μεν Βάσσο, άφοϋ τον έβαλαν μέχρι τα γόνατα μέσα σε βόθρο, κατόπιν του έκοψαν τα χέρια και στη συνέχεια διαμέλισαν όλο το σώμα του. Τους δε Εύσέβιο και Ευτύχιο, άφοϋ τους κρέμασαν ανάποδα, κατόπιν τους διαμέλισαν με τσεκούρια. Και τέλος τον Βασιλείδη τον θανάτωσαν, άφοϋ του διέρρηξαν την κοιλιά με μαχαίρι.

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΝΝΑΣ, ΠΙΝΝΑΣ και ΡΙΜΜΑΣ

Κατάγονταν από τον Βορρά και ονομάστηκαν κρυστάλλινοι, μαρτύρησαν άφού τους έβαλαν, δεμένους οέ ξύλο και σε καιρό τρομερής παγωνιάς, μέσα σε παγωμένο ποτάμι. Φοβεροί και ανηπόφοροι ήταν οι πόνοι που δοκίμασε εκεί η ολόγυμνη σάρκα τους. Άλλ΄ η ψυχή τους δεν απέβαλε τίποτα από την θερμή ευσέβειά τους. Και έτσι πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου.

 

Ό μακάριος ΠΕΤΡΟΣ ο τελώνης

Ήταν Πατρίκιος στο αξίωμα και διορισμένος επί αυτοκράτορας Ιουστινιανού διοικητής στην Αφρική. Δυστυχώς κατείχε ένα θανάσιμο ελάττωμα, την πλεονεξία. Κάποτε όμως έπεσε στα χέρια του το ιερό Ευαγγέλιο και από περιέργεια το διάβασε. Το θαύμα έγινε! άνοιξαν τα μάτια του και είδε όλη την ασχήμια της ζωής του. Και μετά από ένα σημαδιακό όνειρο, μετάνιωσε ειλικρινά, μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς, παραιτήθηκε από το επικίνδυνο επάγγελμα ταυ και ζούσε βοηθώντας με κάθε τρόπο τους πάσχοντες. Έφτασε μάλιστα στο σημείο και να πουληθεί ακόμα σαν δούλος για να βοηθήσει μια οικογένεια πού υπέφερε. Αργότερα πήγε στην Ιερουσαλήμ, προσκύνησε τους αγίους Τόπους και έπειτα πήγε στην Κων/πολη, όπου απεβίωσε φτωχός, αλλά πλούσιος σε ουράνιους θησαυρούς.

 

0Ι ΑΓΙΟΙ ΘΥΡΣΟΣ και ΑΓΝΗ Μάρτυρες,

πού ή σύναξη τους τελείται κοντά στις Έλενιανές.

 

Ο ΕΥΣΕΒΗΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΛΕΩΝ ο Μέγας ο Θράξ

Ό βασιλεύς ούτος Λέων έγινε μετά τον εύσεβέστατον βασιλέα Μαρκιανόν. Την εις τον θρόνον άνάρρησιν προεΐπεν εις αυτόν ή Θεοτόκος, ότε ήτο εισέτι απλούς ιδιώτης. Τριπλούν δε τότε θαϋμα έγένετο1 ήτοι α) ή άκουσθεΐσα φωνή της Θεοτόκου ή άποκαλύψασα είς τον Λέοντα το άγιασμα της Ζωοδόχου Πηγής (Μπαλουκλή), β) ή πρόρρησις ότι ο Λέων θα γίνη βασιλεύς και γ) ή δια του Λέοντος θεραπεία του τυφλού. Έφύλαττε δε ο Λέων ούτος πολύ την Όρθόδοξον πίστιν, βεβαιώσας άπαντα τα κηρυχθέντα υπό των προκατόχων του βασιλέων κατά των αιρετικών διατάγματα και προ πάντων τα της εν Χαλκηδόνι Άγιας Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου θεσπίσματα-όθεν ή Εκκλησία επί της εποχής του ήτο εν άνθηρφ καταστάσει. Έθέσπισεν επίσης νόμον δι' ου άπηγορεύετο το πωλείν, το άγοράζειν και το όρχεΐσθαι εν ήμερα Κυριακή. Ούτος ανήγειρε και τον Ναόν της Ζωοδόχου Πηγής, είς τον τόπον είς όν άνέβλυσε το άγιασμα. Ζήσας δε έτη δέκα επτά επί του βασιλικού θρόνου, έξεδήμησε προς Κύριον εν έτει υοδ' (474), προσβληθείς υπό υπερβολικής δυσεντερίας, εκ της οποίας έγινε το λείψανόν του ως φανός. Εις τον Άγιο τούτον βασιλέα Λέοντα εποίησε πλήρη Άκολουθίαν ο Υμνογράφος της Μεγάλης Εκκλησίας Πατήρ Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.

 

Η ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ

Μαρτύρησε στη Ρώμη.

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ νεομάρτυρας εξ Άρτης

Ο νεομάρτυρας αυτός καταγόταν από τα μέρη της Άρτας. Σε μικρή ηλικία εξισλαμίστηκε και αργότερα έφυγε στην παλιά Πάτρα, όπου έκανε την τέχνη του γουναρά. Σέ κάποια στιγμή όμως μετάνιωσε ειλικρινά, βρήκε πνευματικό, εξομολογήθηκε το αμάρτημα της έξωμοσίας του και ζήτησε την άδεια να μαρτυρήσει. ο πνευματικός όμως, φοβούμενος μήπως αποκάμει ο μάρτυρας στη διάρκεια των βασανιστηρίων, τον απέτρεπε λέγοντας του ότι, απ' τη στιγμή πού ήρθαν οι Αρβανίτες στον Μοριά έμαθαν στους ντόπιους Τούρκους τόσους και τέτοιους τρόπους βασανιστηρίων, πού μπροστά τους ωχριούν αυτά των πρώτων χριστιανών. ο Άγιος αποκρίθηκε τότε στον πνευματικό λέγοντας του ότι έχει τόση δίψα να βασανιστεί για τον Χριστό, πού για να τον ξεδιψάσουν δεν φτάνουν ούτε αυτά τα βασανιστήρια των Αρβανιτών. Μπροστά στα λόγια αυτά της πίστης και της αγάπης προς τον Χριστό, ο πνευματικός μετέδωσε τα άχραντα μυστήρια στον Άγιο και τον ευλόγησε. Τότε ο Ζαχαρίας αφού πήγε στο εργαστήρι του, πούλησε όλα τα υπάρχοντα του και τα έδωσε ελεημοσύνη στους φτωχούς. Έπειτα παρουσιάστηκε στον κριτή και με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό. Επειδή ο Κριτής δεν μπόρεσε να τον μεταπείσει ούτε με κολακείες, ούτε με φοβέρες, τον έστειλε στον εξουσιαστή της πόλης. Αυτός, μαζί με τους αγάδες, αποφάσισε να τον ρίξουν στη φυλακή και τρεις φορές την ημέρα να τον χτυπάνε δυνατά, έτσι ώστε ή να επανέλθει στην πίστη τους ή να ξεψυχήσει χωρίς να χυθεί αίμα από το σώμα του. Έτσι ο Άγιος βασανίστηκε για πολλές ήμερες και με αξιοθαύμαστη καρτερία υπέμεινε τα φρικτά βασανιστήρια. Παρέδωσε το πνεύμα του στίς 20 Ιανουαρίου 1782 στην Πάτρα. Εικόνα του Αγίου σώζεται στην Ιερά Μονή "Κάτω Παναγιάς" Άρτας.

 

Απολυτίκιο. Ηχος δ .

Ταχύ προκατάλαβε Της ΄Αρτης αγλάισμα, και Νεομάρτυς κλεινός, εν Πάτραις ώς ήθλησας, υπέρ Χριστού του Θεοϋ, έδείχθης μακάριε· ου γαρ τον τρώσοντά σε, καθελών δι 'άγώνων, γέρας έδέξω θείον, Άθλητά Ζαχαρία, πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών των εύφημούντων σε.

 

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ο Ησυχαστής και ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ο Έγκλειστος

στη Λαύρα του Κιέβου (Ρώσοι, 13ος-14ος αϊ.)

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τρίτη 20 Ιανουαρίου.

 


ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τρίτη 20/1

Τοπικές βροχές και χιόνια σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας. Θυελλώδεις ανατολικοί άνεμοι 9 με 10 μποφόρ στα νοτιοδυτικά.

Πιο αναλυτικά, την Τρίτη 20/01 προβλέπονται στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τη Στερεά, την Πελοπόννησο τοπικές βροχές και στα ορεινά και ημιορεινά χιονοπτώσεις. Στην Εύβοια, τις Σποράδες, την Κρήτη, τις Νότιες Κυκλάδες, το Νότιο Ιόνιο, τα Κύθηρα βροχές και στα ορεινά της Εύβοιας και της Κρήτης χιονοπτώσεις. Στην υπόλοιπη χώρα προβλέπονται νεφώσεις.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία από -9 έως 2 βαθμoύς, στην υπόλοιπη Μακεδονία από -6 έως 7, στη Θράκη από -6 έως 4, στην Ήπειρο από -1 έως 9 βαθμούς, στη Θεσσαλία από -1 έως 6, στη Στερεά από 2 έως 8 βαθμούς, στην Πελοπόννησο από -1 έως 8 βαθμούς, στα Επτάνησα από 5 έως 9, στα νησιά του Βόρειου Αιγαίου από 1 έως 7 βαθμούς, στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου από 5 έως 12 βαθμούς, στα Δωδεκάνησα από 7 έως 12 βαθμούς και στην Κρήτη από 9 έως 15 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι θα πνέουν από ανατολικές νοτιοανατολικές διευθύνσεις στα δυτικά 6 με 8 και στα νοτιοδυτικά 9 τοπικά 10 μποφόρ. Στα ανατολικά ανατολικοί βορειοανατολικοί 4 με 6, στο Νότιο Αιγαίο και το Λιβυκό Πέλαγος 7-8 μποφόρ.

Στην Αττική προβλέπονται αυξημένες νεφώσεις με τοπικές βροχές ή χιονόνερο στα βόρεια και ασθενείς χιονοπτώσεις στα βόρεια ορεινά. Οι άνεμοι βορειοανατολικοί 3 με 6 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 4 έως 10 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη προβλέπονται νεφώσεις κατά διαστήματα αυξημένες. Οι άνεμοι μεταβλητοί 2 με 4 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από -2 έως 6 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ- "ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ".


 Μικρά διηγήματα από τα «Διηγήματα τοῦ γυλιοῦ»

– Ἔλα συχάστε, διαβολάκια!
– Γιαννάκη Γιαννακάκη – κομάτι κρεατάκι…
Εἰς μεγάλην στενοχωρίαν εὑρίσκετο ὁ Γιαννάκης, ὁ γιὸς τοῦ κὺρ-Νικόλα τοῦ μυλωνᾶ. Ὅπου ἐγύριζε τὰ μάτια του, ὅπου ἅπλωνε τὰ χέρια του δὲν ἐπίανε ἄλλο ἀπὸ Καλικαντζάρους. Ἦταν τόσοι δὰ κοντοί, σὰν ἕνα καρύδι καὶ εἶχαν τὰ γένια μακριὰ καὶ τὰ πόδια τους τράγινα καὶ ἕνα μυτερὸ ψηλὸ σκοῦφο εἰς τὸ κεφάλι τους. Ἐσκέπαζαν ὅλο τὸ πάτωμα τοῦ μύλου· βελόνι νὰ ἔριχνες δὲν θὰ ἔπεφτε χάμω.
Ὁ γιὸς τοῦ μυλωνᾶ ἔψηνε εἰς τὴν σούβλα χοιρινὸ καὶ ξίγκι καθὼς ἔσταζε εἰς τὰ κάρβουνα ἔβγαζε καπνὸ καὶ πεντοβολοῦσε, ποὺ ἦταν νὰ λιγώνεται κανείς. Τὰ διαβολάκια φυσικὰ λιχούδικα δὲν ἠμποροῦσαν νὰ κρατηθοῦν καὶ τὰ μικρὰ σὰν καρδαμόσπορος μάτια τους, ἄναβαν ὅπως τὰ κάρβουνα τῆς θράκας. Ἐκεῖνα τουλάχιστον ἐρουφοῦσαν τὸ λίπος· μὰ οἱ Καλικάντζαροι;
– Γιαννάκη, Γιαννακάκη – κομμάτι κρεατάκι! ἐζητιάνευαν ἀδιάκοπα, κολλώντας ἀπάνου εἰς τὸν Γιαννάκη σὰν τσιμπούρια.
– Ἔλα, συχᾶστε διαβολάκια· τοὺς ἔλεγε καλοπιαστὰ ἐκεῖνος.
Καὶ κάθε τόσο γιὰ νὰ τὰ ξεφορτώνεται, ἔβγαζε ἀπὸ τὴ σούβλα μισοψημένο κομμάτι κρέας καὶ τὸ ἔριχνε στὸ σωρό! Ἐκεῖνοι χιμοῦσαν, πατεῖς με πατῶ σε ἀπάνω εἰς τὸ κομμάτι, οὔρλιαζαν, ἐχτυπιόνταν, δαγκώνονταν συναμεταξύ τους, ὥσπου τὸ κομμάτι ἐχώνευε εἰς τὴν ἀχόρταγη κοιλιὰ μερικῶν. Οἱ ἄλλοι δυσαρεστημένοι ἐρίχνονταν πάλι εἰς τὸν Γιαννάκη τὸν τσίμπαγαν, τὸν ἔκρυβαν ὁλόκορμον. Καὶ ἐκεῖνος ἐπέταε ἄλλο κομμάτι καὶ ὕστερα ἄλλο ὥσπου ἡ σούβλα ἐκόντευε νὰ μείνῃ δίχως κρέας καὶ ὁ γιὸς τοῦ μυλωνᾶ θεονήστικος.
Ὁ πατέρας του ἀρρώστησε ξαφνικὰ καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ μύλο τὴν αὐγή. Ὁ Γιαννάκης ἔμεινε στὸ πόδι του νὰ τελειώσῃ τ᾿ ἁλέσματα. Κάθε στιγμὴ φόρτωμα ξεφόρτωμα. Ἀπὸ τὶς πλάτες τοῦ γαϊδάρου ἔσερνε τὸ σιτάρι στὴ σκάφη τοῦ μύλου καὶ ἀποκεῖ πάλι, ζεστὸ τὸ ἀλεύρι τὸ ἔριχνε στὸ σακὶ καὶ τὸ ἐφόρτωνε ξανὰ εἰς τὶς πλάτες τοῦ ζώου. Ὅλη τὴν ἡμέρα δὲν ἧβρε μία στιγμὴ νὰ ἡσυχάσῃ τὸ παιδί. Οὔτε νὰ φάῃ καλὰ καλὰ δὲν μπόρεσε ὥσπου νύχτωσε. Καὶ τώρα ποὺ ἐπίστευε πὼς ἐτελείωσαν πιὰ τὰ βάσανά του, πλάκωσαν οἱ Καλικάντζαροι καὶ ἤθελαν παιχνίδια.
Μπρὲ ὄρεξη ποὺ τὴν εἶχαν! Μὰ καὶ γιατί νὰ μὴν ἔχουν; Μήπως δούλεψαν ποτέ τους; Ἐκόπιασαν στὴ ζωή τους γιὰ τὸ καρβέλι; Κάθονται ὅλη τὴν ἡμέρα ξαπλωμένοι στὶς σπηλιές, χορταίνουν μὲ τὶς σαῦρες καὶ τὰ φίδια ποὺ τοὺς στέλνει ἡ τύχη καὶ βγαίνουν τὴ νύχτα νὰ παιγνιδίζουν καὶ νὰ πειράζουν τοὺς ἀνθρώπους. Καλὸ κι αὐτό!
Καὶ ὁ Γιαννάκης ἐβασάνιζε τὸ μυαλό του μὲ τί τρόπο θὰ πείσῃ τὰ διαβολάκια νὰ τὸν ἀφήσουν νὰ φάῃ.
– Νὰ σᾶς πῶ, ρὲ παιδιά· τοὺς εἶπε μαλακά.
– Νὰ μᾶς πῇ ὁ ἄγουρος ὁ κολοκυθομάγουλος!… Νὰ μᾶς πῇ ὁ ἄγουρος ὁ κολοκυθομάγουλος! ἐβάβιζαν ἀμέσως ὁμόφωνα οἱ Καλικάντζαροι.
Καὶ συνάχτηκαν γύρω του, ἀνέβηκαν εἰς τὰ γόνατά του, ἐσκάλωσαν εἰς τοὺς ὤμους του· ἄλλοι κρεμάστηκαν ἀπὸ τὰ μουστάκια καὶ τὸ κοντὸ γουνάκι του, καὶ γιὰ μία στιγμὴ τὸν σκέπασαν ὅλον σὰν ἥμερο γατάκι οἱ ποντικοί. Χαχάνιζαν μεταξύ τους σὰν χῆνες· τὸν τσιμποῦσαν στὰ γυμνὰ τάχα γιὰ νὰ τὸν χαϊδέψουν· τὸν δάγκωναν τάχα γιὰ νὰ τὸν φιλήσουν καὶ τρὶτς πρίτς! τρὶτς πρίτς! τρὶτς πρίτς! ἔτριζαν καὶ πορδοκοποῦσαν ξαδιάντροπα, ποὺ ἔκαμαν τὸ μύλο νὰ βρομάῃ σκορδίλας.
Καὶ παπᾶς θὰ γένεις Κώστα – ἔτσι τὸ φέρε ἡ κατάρα· ἐσκέφτηκε ὁ Γιαννάκης. Ἔτσι ποὺ βρέθηκε ὁλομόναχος μέσα στὸ μύλο, ὅλα ἔπρεπε νὰ τὰ ὑποφέρῃ. Τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ κάμῃ. Ἔπειτα ἤξερε καλὰ πὼς οἱ Καλικάντζαροι, μόνον τὰ Δωδεκαήμερα γυρίζουν εἰς τὴ γῆ καὶ θέλουν νὰ πειράζουν τοὺς ἀνθρώπους. Ὅλον τὸν ἄλλο χρόνο βρίσκονται κάτω εἰς τὰ βαθειὰ καὶ τ᾿ ἄπατα καὶ πριονίζουν τὸ Δέντρο τῆς Ζωῆς ποὺ βαστάῃ τὸν κόσμο, μὲ τὴν κακὴ πρόθεση νὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο. Πριονίζουν πριονίζουν ὡς τὰ Δωδεκαήμερα καὶ δὲν ἀπομένει παρὰ μία φλούδα. Τότε ὅμως τὸ ἀφήνουν καὶ βγαίνουν εἰς τὴ γῆ γιὰ νὰ χαροῦν τὴν ἐλευθερία ποὺ ἔχουν ἀπὸ τὸν Παντοδύναμο νὰ πειράξουν τοὺς ἀνθρώπους. Τὸ ξέρουν πὼς ἅμα γυρίσουν πάλι, θὰ εὕρουν τὸ Δέντρο θρεμμένο καὶ φτοὺ κι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς.
Μὰ τὸ ἀφήνουν· γιατὶ ἡ χαρά τους νὰ πειράζουν τοὺς ἀνθρώπους εἶναι πολὺ μεγάλη. Μὰ πόσο θὰ εἶναι ἡ βασιλεία τους ἀκόμη; συλλογίζεται ὁ Γιαννάκης. Αὔριο θ᾿ ἁγιάσουν τὰ νερὰ καὶ μὲ τὸ χάραμα τὰ δαιμόνια θὰ φύγουν φοβισμένα γιὰ νὰ κρυφτοῦν πάλι εἰς τὶς σπηλιές τους. Ὧρες ἔχουν ἀκόμα. Καὶ αὐτὲς τὶς ὧρες πρέπει νὰ κάμει τρόπο νὰ τὶς περάσῃ ὅσο μπορέσῃ καλύτερα μαζί τους.
– Μὰ ῾συχᾶστε λοιπὸν νὰ σᾶς πῶ! λέει μὲ χαμόγελο, πιάνοντας μερικοὺς ἁπαλὰ γιὰ νὰ τοὺς ξεκολλήσῃ ἀπὸ πάνω του.
– Ἔλα, λέγε…
– Καθίστε πρῶτα χάμου.
Ἀκούστηκε ἕνα δυνατὸ φάπ! σὰ νὰ ἔσκασε καμιὰ φούσκα γεμάτη ἀέρα καὶ ὅλοι οἱ Καλικάντζαροι βρέθηκαν κατάχαμα. Καὶ ἐκεῖ ποὺ περίμεναν περίεργοι νὰ τὸν ἀκούσουν, ὁ γιὸς τοῦ μυλωνᾶ σοβαρὸς ἔβγαζε ἀπὸ τὴ σούβλα τὸ κρέας κι ἔχαφτε ζεστὰ καυτὰ τὰ κομμάτια.
– Ἔλα, θὰ μᾶς πεῖς; εἶπαν πολλοὶ ἀνυπόμονα.
– Μωρὲ θὰ μᾶς πῇς! εἶπε θυμωμένα καὶ ὁ Μπάκακας.
Αὐτὸς ὁ Μπάκακας εἶναι ἕνα γεροντάκι μὲ ἄσπρη γενειάδα, μακριὰ ὅσο δύο ὀργιὲς καὶ ἀπὸ κάθε τρίχα της κρέμεται καὶ ἕνα καλικαντζαρόπουλο, ὅπως εἰς τὰ ψιλὰ κλωνιὰ οἱ κουρμᾶδες. Ὅταν περιπατῇ καὶ σέρνεται ἡ ἄσπρη γενειάδα του εἰς τὸ χῶμα, καθὼς πηδοῦν τὰ Καλικαντζαρόπουλα ἀπάνω, θαρρεῖς πὼς πηδοῦν τὰ ψάρια στὴν ἀπόχη. Κρατοῦσε εἰς τὸ χέρι του ἕνα λιανὸ ραβδὶ – τὸ σκῆπτρο του – καὶ μ᾿ ἐκεῖνο ἐγινόταν σεβαστὸς εἰς τοὺς συντρόφους του. Ὁ Γιαννάκης ἐκατάλαβε πὼς δὲν μποροῦσε νὰ παίξῃ γιὰ πολὺ μὲ τὸν παμπόνηρο Μπάκακα καὶ ἠθέλησε νὰ μιλήσῃ. Μὰ δὲν μπόρεσε γιατ᾿ ἦταν μπουκωμένος καὶ βιαζότανε νὰ καταπιῇ τὸ κρέας ποὺ τοῦ ζεμάτισε τὸ στόμα. Καὶ ὅσο ἐβιαζόταν τόσο ἐκιντύνευε νὰ πνιγῇ καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια του σὰν τάλαρα.
Τὸ γεροντάκι κατάλαβε κι ἔγνεψε μὲ θυμὸ εἰς τὴ συντροφιά. Ἐκεῖνοι χύθηκαν σὰν μανιασμένοι ἀπάνω στὴ σούβλα, ἅρπαξαν τὰ κρέατα, τὰ σκόρπισαν κατάχαμα καὶ ἄρχισαν νὰ τὰ κλωτσοπατοῦν μὲ πεῖσμα.
– Τρίτσι πρίτς… τρίτσι πρὶτς … ἔκαναν κοιτάζοντας μὲ γέλια καὶ χάχανα τὸ Γιαννάκη.
Ὡστόσο ὁ μυλωνᾶς κάτι ἔφαγε καὶ ἂν δὲν ἐχόρτασε κάπως ἐκράτησε τὴν πείνα του. Γιὰ τοῦτο δὲν τὸν ἔμελλε καὶ πολύ. Θύμωσε ὅμως περισσότερο γιὰ τὰ βρομερὰ παιγνίδια τους καὶ ἀπάνω εἰς τὸ θυμό του, ἅρπαξε ἕνα δαυλὶ ἀναμμένο καὶ τὸ ἔριξε ἀπάνω στὰ διαβολάκια.
Τρίτσι πρίτς!… τρίτσι πρίτς!… τρίτσι πρίτς!
Ἐσκόρπισαν ὅλοι ἐδῶ κι ἐκεῖ σὰν κοπάδι πρόβατα ποὺ βλέπουν τὸ λύκο. Οἱ Καλικάντζαροι φοβοῦνται τὴ φωτιά. Δὲν ξέχασαν ἀκόμα τὸ τί τοὺς ἔκαμε ἡ πονηρὴ γριά, λίγο παραμπρὸς σὲ μερικοὺς ἀπ᾿ αὐτούς. Τοὺς ξεγέλασε, τοὺς ἔκλεισε εἰς ἕνα μικρὸ βουτσὶ καὶ τοὺς ἔκαψε ὁλοζώντανους. Καὶ γιατί αὐτό; Γιατὶ τ᾿ ἀναθεματισμένα πῆγαν καὶ ντρόπιασαν τὴν κόρη της στὸν ὕπνο. Τὴν γκάστρωσαν κι ἀπὸ τότε εἶναι τὰ καλικαντζαρόπουλα στὸν κόσμο…
Ὡστόσο ὁ Γιαννάκης ἄρχισε νὰ σκέπτεται εἰς τὰ σοβαρὰ πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπὸ δαύτους. Ἡ νύχτα πῆρε δρόμο· σὲ λίγο θὰ ξημέρωνε παραμονὴ τῶν Φώτων καὶ ἔπρεπε νὰ πάῃ τὸ ἅλεσμα σπίτι του, γιὰ νὰ ζυμώσουν τὰ ψωμιά. Μὰ πῶς νὰ κάμῃ νὰ ξεφύγῃ τὰ δαιμόνια;
– Παιδιά, χορεύουμε; ρώτησε ξαφνικὰ πηδώντας ὀρθός.
– Ναί, χορεύουμε! εἶπαν ὅλοι πρόθυμα.
Καὶ ἄρχισαν νὰ κινοῦν τὰ ἀραχνένια πόδια τους, ἄλλοι νὰ σηκώνουν ψηλὰ τὰ χέρια, νὰ φωνάζουν βραχνά, νὰ σφυρίζουν κι ἕνας μικρὸς ἅρπαξε ἀπὸ κάπου ἕνα κουρέλι καὶ τὸ κουνοῦσε γιὰ μαντίλι τάχα.
– Ὄχι μέσα· εἶπε ὁ Γιαννάκης. Ἔξω, στὸ φεγγαράκι.
– Ναὶ ἔξω! ἐσυμφώνησαν ὅλοι.
Καὶ κοπαδιαστὰ ἐχύθηκαν ἔξω καὶ γέμισαν τὴν αὐλὴ τοῦ μύλου. Τὸ φεγγάρι ἦταν εἰς τὸ μεσουράνημα· τὰ ἄστρα τῆς αὐγῆς ἕνα μὲ τὸ ἄλλο φαίνονταν λαμπρὰ εἰς τὸν ὁρίζοντα. Ὁ ἀγέρας ποὺ ὅλη τὴ νύχτα φυσοῦσε ἄγριος καὶ κουνοῦσε τὰ δέντρα, ἐσάρωσε κάθε σύγνεφο ἀπὸ τὸν οὐρανό. Μακριὰ φαίνονταν τὰ βουνὰ ποὺ ἔκλειαν ὁλόγυρα τὸν πλατὺ κάμπο. Τὰ φύλλα τῶν δέντρων λουσμένα γυάλιζαν μὲ τὴν αὐγινὴ δροσιά.
Οἱ Καλικάντζαροι μὲ τὸ γιὸ τοῦ μυλωνᾶ χόρευαν καὶ χόρευαν. Οἱ στριγκὲς φωνές τους γίνονται ἕνα μὲ τὰ νυχτοπούλια καὶ τὰ τριζόνια.
– Μωρὲ παιδιά· τ᾿ ἄλογο φρουμάζει· εἶπεν ὁ Γιαννάκης ξαφνικά. Νὰ ἰδῶ μία ματιὰ κι ἔφτασα.
Ἐμπῆκε βιαστικὰ εἰς τὸ μύλο, ἐφόρτωσε δύο σακιὰ ἀλεύρι στὸ ἄλογο, μπῆκε σ᾿ ἄλλο σακὶ κι ἔπεσε ἀπανογώμι εἰς τὸ σαμάρι. Ντί! τὸ ζῶο καὶ βγῆκε ἀπὸ τὴν ἄλλη πόρτα, παίρνοντας τὸ δρόμο τοῦ χωριοῦ.
Ὡστόσο οἱ Καλικάτζαροι εἶχαν τόση ὄρεξη γιὰ χορό, ποὺ δὲν ἐπρόσεξαν καθόλου πὼς ἔλειπε ὁ μυλωνᾶς. Ἕνας μὲ τὸν ἄλλον ἔμπαιναν μπροστὰ καὶ χόρευαν διαβολεμένα κι ἐτραγουδοῦσαν δυνατά:
– Χορεύ᾿ ἡ λάσπη κι ἡ σβουνιὰ
κι ἡ γιδοκακαρέτζα·
χορεύει τὸ παλιόσκουτο
μὲ τὴν παλιανδρομίδα!…
– Μωρ᾿ ὁ μυλωνᾶς τί ἔγινε; ἔξαφνα ὁ Μπάκακας.
– Ναί, ὁ μυλωνᾶς! ποῦ εἶν᾿ ὁ μυλωνᾶς! ἐρώτησαν καὶ οἱ ἄλλοι μεταξύ τους.
Μερικοὶ ἔτρεξαν ἀμέσως εἰς τὸ μύλο, ἔφεραν γύρα ὅλα τὰ σακιά, ἔψαξαν εἰς τὴ σκάφη, κοίταξαν τὸ βαρδάρι, χώθηκαν καὶ κάτω ἀπὸ τὴ μυλόπετρα· μὰ πουθενὰ Γιαννάκης.
– Ἔφυγε! εἶπαν κοιτάζοντας ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἀπορία καὶ ὀργή.
– Τί νὰ κάνουμε;
– Νὰ τὸν φτάσουμε· ἐπρόσταξε θυμωμένος ὁ Μπάκακας.
Εἰς τὴν στιγμὴν ἐχάθηκαν ὅλοι σὰν ἀνεμοστρόβιλος ἐμπρός, πατῶντες τὴ λάσπη μὲ φωνὲς καὶ θόρυβο, σὰν κοπάδι τσακάλια ποὺ βαβίζουν. Σὲ λίγο πρόφτασαν τὸ ἄλογο τοῦ Γιαννάκη ποὺ πήγαινε εἰς τὸ χωριὸ μὲ τὸ κανονικὸ βῆμα του. Τριγύρισαν ὅλοι τ᾿ ἄλογο καὶ κοίταξαν ν᾿ ἀνακαλύψουν τὸ μυλωνᾶ.
– Νά τό ᾿να πλευρό, νά καὶ τ᾿ ἄλλο, νά καὶ τ᾿ ἀπονογώμι· μὰ ὁ μυλωνᾶς ποῦ εἶναι; ἐρωτοῦσαν μεταξύ τους ἀγαναχτισμένοι.
– Πίσω θά ᾿μεινε· εἶπε ὁ Μπάκακας. Ἀμέσως τὸ ᾿βαλαν ὅλοι πίσω μὲ σουρητά, τριποδίζοντας σὰν ἄγρια πουλάρια. Ἔψαξαν ὅλο τὸ δρόμο ὡς τὸ μύλο, τοὺς τράφους καὶ τὰ βάτα, σήκωσαν καὶ τὰ λιθάρια ἀκόμη· μὰ δὲν ἀπάντησαν πουθενὰ τὸ Γιαννάκη. Ἐγύρισαν τότε πάλι κοντὰ εἰς τὸ ἄλογο, ποὺ ἐπήγαινε ἥσυχα τὸ δρόμο του καὶ ἄρχισαν μὲ περισσότερο πεῖσμα τὸ ψάξιμο.
– Νά τὸ ᾿να πλευρό, νά καὶ τ᾿ ἄλλο, νά καὶ τ᾿ ἀπονωγόμι· μὰ ὁ κερατᾶς ὁ μυλωνᾶς ποῦ ᾿ναι; ἔλεγαν συναμεταξύ τους.
– Μπροστὰ πάει· φώναξε πάλι θυμωμένος ὁ Μπάκακας.
Τώρα ἔτρεξαν ὅλοι μπροστά, ἔψαξαν ὅλο τὸ δρόμο ὡς τὰ πρῶτα σπίτια τοῦ χωριοῦ.
* * *
Ὡστόσο ὁ Γιαννάκης χωμένος εἰς τὸ σακὶ καὶ μ᾿ ὅλο του τὸ φόβο, δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσῃ τὰ γέλια, ὅσο ἔβλεπε τὰ τρεχάματα τῶν Καλικατζάρων. Κάποτε σήκωνε φοβιχτὰ τὸ κεφάλι καὶ κοίταζε ἀνυπόμονα ἐμπρὸς νὰ ἰδῇ τὸ χωριό του. Τέλος κάτω ἀπὸ τὸ πρῶτο γλυκοχάραμα τὸ εἶδε ἀριστερά, μὲ τὶς πολλὲς μουριές του καὶ τὰ ἄσπρα σπιτάκια του.
– Ξύλα κούτσουρα δαυλιὰ καυμένα! ἐφώναξε ἀμέσως μὲ ὅλη του τὴ δύναμη.
Οἱ Καλικάτζαροι ἐγύρισαν καὶ εἶδαν κι ἐκεῖνοι τὸ χωριό. Κρύος φόβος τοὺς κυρίεψε ἀμέσως καὶ στάθηκαν γιὰ κάμποση ὥρα ἄφωνοι, ἄλαλοι ὅπου βρισκόταν καθένας, σὰν καρφωμένοι. Τὴν ἴδια στιγμὴ ἀκούστηκε ἀπὸ τὸ χωριὸ τὸ πρῶτο λάλημα τοῦ πετεινοῦ – Κουκούκου!…
– Πάμετε! εἶπε πικραμένος ὁ Μπάκακας, ὅταν εἶδε τὸ Γιαννάκη καθισμένον ἀπάνω εἰς τὸ ἄλονό του νὰ τοὺς περιγελᾶ. Δὲν εἶναι πιὰ δουλειὰ στὸν κόσμο. Οἱ ἄνθρωποι μᾶς πέρασαν.
Καὶ σηκώνοντας τὸ ραβδί του ψηλὰ σὰ σημαία μπῆκε μπροστὰ καὶ οἱ ἄλλοι τὸν ἀκολουθοῦσαν φωνάζοντας:
Φεύγετε νὰ φεύγουμε
γιατ᾿ ἔφτασ᾿ ὁ τουρλόπαπας
μὲ τὴν ἁγιαστήρα του
καὶ μὲ τὴν πλαστήρα του.
Μᾶς ἔβρεξε, μᾶς ἅγιασε
καὶ μᾶς καψοκώλιασε!…
Τρὶτς πρίτς! τρὶτς πρίτς! τρὶτς πρίτς!

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα