Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Εoρτάζοντες την 10ην του μηνός Απριλίου

 

Εoρτάζοντες την  10ην του μηνός Απριλίου


 

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΡΕΝΤΙΟΣ. ΑΦΡΙΚΑΝΟΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ, ΠΟΜΠΗΙΟΣ και άλλοι 36

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΑΝΑΞΑΜΕΝΗΣ, ΑΝΑΞΑΝΔΡΟΣ (ή ΑΝΑΞΑΡΧΟΣ), ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ, ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ, ΔΗΜΟΚΛΗΣ, ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ, ΕΤΕΟΚΛΗΣ, ΖΗΝΩΝ, ΗΛΙΑΣ, ΗΡΑΚΛΗΣ, ΗΣΑΪΑΣ, ΗΦΑΙΣΤΙΩΝ, ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, ΘΕΟΔΩΡΟΣ, ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ, ΘΗΣΕΥΣ, ΘΩΜΑΣ, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΛΟΥΚΑΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, ΜΝΗΣΑΡΧΟΣ, ΞΕΝΟΦΩΝ, ΟΜΗΡΟΣ, ΠΑΡΜΕΝΙΩΝ, ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ, ΠΕΡΙΚΛΗΣ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ, ΠΟΛΥΒΙΟΣ, ΠΟΛΥΝΙΚΗΣ, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, ΣΟΦΟΚΛΗΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΤΙΜΟΘΕΟΣ, ΤΙΤΟΣ, ΦΙΛΟΠΟΙΜΗΝ, ΦΩΚΙΩΝ, ΧΡΟΝΗΣ, (ή ΧΡΟΝΙΟΣ) οι 40 έξ' Αφρικής Μάρτυρες (+ 249-251)

  • Η ΠΡΟΦΗΤΙΔΑ ΟΛΔΑ

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΑΚΩΒΟΣ ο Πρεσβύτερος και ΑΖΑΣ ο Διάκονος.

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΚΑΡΙΟΣ, ΖΗΝΩΝ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ και ΘΕΟΔΩΡΟΣ

  • ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΝΤΑΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΟΣ (ή Δημήτριος)

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ο Ξενοφωντινός

Αναλυτικά

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΡΕΝΤΙΟΣ. ΑΦΡΙΚΑΝΟΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ, ΠΟΜΠΗΙΟΣ και άλλοι 36
Ό καυτός άνεμος της Αφρικής δεν άργησε να φέρει τη διαταγή του Δεκίου, πού διέταξε ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών. Ή αφρικάνικη χριστιανική κοινότητα υπέστη φοβερή δοκιμασία. Μπροστά στα φρικτά βασανιστήρια, ένας μετά τον άλλο έπεφταν στην πλάνη της είδωλολατρείας. Μπροστά στο μεγάλο αυτό κίνδυνο, 40 χριστιανοί με επικεφαλής τους Τερέντιο, Αφρικανό, Μάξιμο και Πομπήιο, αποφάσισαν να αντισταθούν στους ειδωλολάτρες και να ενθαρρύνουν, έτσι, τους υπόλοιπους χριστιανούς. Παρουσιάστηκαν, λοιπόν, μπροστά στον ηγεμόνα Φουρτουνάτο και ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό. Χωρίς καθυστέρηση ο ηγεμόνας διέταξε να τους βασανίσουν σκληρά. Τότε ο ένας ενίσχυε τον άλλο με τα λόγια του Κυρίου μας: "Μη φοβηθήτε από των άποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχή ν μη δυναμένων άποκτεϊναι"1. Μη φοβηθείτε, δηλαδή, από εκείνους πού θανατώνουν το σώμα, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να θανατώσουν την ψυχή. Όταν ο ηγεμόνας είδε ότι με τα βασανιστήρια δεν κατάφερνε τίποτα, διέταξε να τους αποκεφαλίσουν. Καί ενώ τους οδηγούσαν στον τόπο της εκτέλεσης, αυτοί έψαλλαν: Έσωσας ημάς, Κύριε, εκ των θλιβόντων ημάς και τους μισούντας ημάς κατήσχυνας"2, πού σημαίνει, μας έσωσες, Κύριε, από αυτούς πού μας θλίβουν και καταντρόπιασες αυτούς πού μας μισούν. (Ή μνήμη τους σε ορισμένους Συναξαριστές περιττώς αναφέρεται στην 23η και28η'Οκτωβρίου).
Ευαγγέλιο Ματθαίου, Γ 28.
Ψαλμός 43ος, στίχος 8.


Απολυτίκιο. Ηχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Στρατός θεοσύλεκτος, πανευκλεών Αθλητών, στερρότητι πίστεως, εξ Αφρικής συνδρομών, γενναίως ήγώνισται  σύμφρονες γαρ τη γνώμη, και τοίς τρόποις όφθέντες, σύναθλοι εν άγώσιν, άνεδείχθησαν πάντες. Καί νυν καθικετεύουσι, σώζεσθαι απαντάς.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΑΝΑΞΑΜΕΝΗΣ, ΑΝΑΞΑΝΔΡΟΣ (ή ΑΝΑΞΑΡΧΟΣ), ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ, ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ, ΔΗΜΟΚΛΗΣ, ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ, ΕΤΕΟΚΛΗΣ, ΖΗΝΩΝ, ΗΛΙΑΣ, ΗΡΑΚΛΗΣ, ΗΣΑΪΑΣ, ΗΦΑΙΣΤΙΩΝ, ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, ΘΕΟΔΩΡΟΣ, ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ, ΘΗΣΕΥΣ, ΘΩΜΑΣ, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΛΟΥΚΑΣ, ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, ΜΝΗΣΑΡΧΟΣ, ΞΕΝΟΦΩΝ, ΟΜΗΡΟΣ, ΠΑΡΜΕΝΙΩΝ, ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ, ΠΕΡΙΚΛΗΣ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ, ΠΟΛΥΒΙΟΣ, ΠΟΛΥΝΙΚΗΣ, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ, ΣΟΦΟΚΛΗΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΤΙΜΟΘΕΟΣ, ΤΙΤΟΣ, ΦΙΛΟΠΟΙΜΗΝ, ΦΩΚΙΩΝ, ΧΡΟΝΗΣ, (ή ΧΡΟΝΙΟΣ) οι 40 έξ' Αφρικής Μάρτυρες (+ 249-251)
Ή μνήμη τους συναντάται επιγραμματικά στο "Μικρόν Εύχολόγιον ή Άγιασματάριον" έκδοση "Αποστολικής Διακονίας" 1959, χωρίς άλλες πληροφορίες. Πουθενά άλλου δεν αναφέρεται ή μνήμη τους. Ίσως να είναι από τους πιο πάνω 36 μάρτυρες, πού μαρτύρησαν μαζί με τους αγίους Τερέντιο, Αφρικανό, Μάξιμο και Πομπήιο.


Η ΠΡΟΦΗΤΙΔΑ ΟΛΔΑ
Ή Αγία Γραφή αναφέρει την Όλδά στο Βιβλίο Δ' Βασιλειών κβ'15-17, έζησε στα χρόνια Ίωσίου και κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ εν τη Μασενά.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΙΑΚΩΒΟΣ ο Πρεσβύτερος και ΑΖΑΣ ο Διάκονος.
Έζησαν και αυτοί επί του χριστιανομάχου βασιλιά των Περσών, Σαπώρ του Β'. ο πρεσβύτερος Ιάκωβος ήταν από το χωριό Φαραθά, και ο διάκονος Άζάς από το χωριό Βιθυκορά. Καταγγέλθηκαν σα χριστιανοί και άνακρίθηκαν μπροστά στον άρχιμάγο Άχοσχαργάν. Επειδή όμως παρέμειναν στην ομολογία του Χριστού, στην αρχή τους κτύπησαν σκληρά και κατόπιν τους άφησαν γυμνούς τη νύκτα, μέσα σε δριμύ και αφόρητο ψύχος. Το πρωΐ, πού μόλις άνέπνεαν, αλλά ή ζωή της πίστης διατηρούσε όλο το σφρίγος και την ακμή της στις ψυχές τους, τους ρώτησαν: - Απαρνείστε επί τέλους τον Ιησού; - Να πεθάνουμε θέλουμε γι' Αυτόν, απάντησαν οι μάρτυρες. Τότε ο άρχοντας, διέταξε και τους αποκεφάλισαν.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΚΑΡΙΟΣ, ΖΗΝΩΝ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ και ΘΕΟΔΩΡΟΣ
Μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251) και ηγεμόνα Φουρτουνάτου στην Αφρική. Μαζί με πολλούς άλλους μάρτυρες (40) αποφάσισαν να αντισταθούν στην προσταγή του ηγεμόνα ν' αρνηθούν τον Χριστό. Συνελήφθησαν και αφού υπέστησαν πολλά και σκληρά βασανιστήρια, στο τέλος τους αποκεφάλισαν την ίδια μέρα με τους Τερέντιο, Αφρικανό, Μάξιμο και Πομπήιο, πού μνημονεύονται αυτή τη μέρα, αλλά και την 28η Όκτωβρίου.


ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΝΤΑΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣ
(Βλέπε βιογραφία τους στους Α.Χ.Ε.Χ.)

Ο ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΟΣ (ή Δημήτριος)
Ό Νεομάρτυρας αυτός καταγόταν από το χωριό Όζουν Κιου-πρού (μακριά γέφυρα) της επαρχίας Άδριανουπόλεως. Έκανε το επάγγελμα του ψαρά και εργαζόταν σε κάποιο ιχθυοτροφείο της Σμύρνης. Ήλθε σε προστριβή με τον Τούρκο ιδιοκτήτη του ιχθυοτροφείου, ο όποιος τον συκοφάντησε ότι δήθεν ο Δήμος ορκίστηκε να γίνει Τούρκος. Όδηγήθηκε με ψευδομάρτυρες στον κριτή και αφού επέμενε σταθερά στην πίστη του, ρίχτηκε στη φυλακή και βασανίστηκε φρικτά με διάφορα ξύλα και άλλα μέσα. Όταν τον έβγαλαν από τη φυλακή (τρεις φορές), ο Δήμος συνεχώς ομολογούσε τον Χριστό. Τότε ο κριτής τον καταδίκασε σε θάνατο με αποκεφαλισμό, γεγονός πού συνέβη στίς 10 Απριλίου 1763, ήμερα Πέμπτη, στη Σμύρνη. Το λείψανο του Άγιου ενταφιάστηκε με τιμές στο Ναό του Αγίου Γεωργίου στη Σμύρνη. ο τάφος του έγινε προσκύνημα των πιστών, πού τους παρείχε πολλά ίάματα.


Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ο Ε' Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Αρκαδίας το 1745 από φτωχούς γονείς, τον Ιωάννη Αγγελόπουλο και την Ασημίνα το γένος Παναγιωτόπουλου. Το πρώτο του όνομα ήταν Γεώργιος. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στη Δημητσάνα από τον διδάσκαλο Ιερομόναχο Μελέτιο, θείο και ανάδοχο αυτού και από τον Ιερομόναχο Αθανάσιο Ρουσόπουλο. Κατόπιν, στα είκοσι του χρόνια, πήγε στην Αθήνα και μαθήτευσε για δύο χρόνια κοντά στον μεγάλο διδάσκαλο Δημήτριο Βόδα. Από την Αθήνα, το 1767, πήγε στη Σμύρνη και παράμεινε κοντά στον θείο του Έκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή. Στη συνέχεια έφυγε για την Πάτμο, όπου άκουσε μαθήματα φιλοσοφικής από τον Δανιήλ τον Κεραμέα. Από την Πάτμο, πήγε για λίγο σε κάποια Μονή των Στροφάδων, όπου έκάρη μοναχός με το όνομα Γρηγόριος και ξαναγύρισε στην Πάτμο. Κατόπιν, ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος (πού ήταν Μεσσήνιος), τον κάλεσε και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του. "Οταν αργότερα έγινε Πρεσβύτερος, ήλθε στη Δημητσάνα και έδωσε δια του διδασκάλου Αγαπίου Λεονάρδου 1500 γρόσια, προκειμένου να γίνουν δωμάτια για τη στέγαση των απόρων σπουδαστών και έπειτα επέστρεψε στη Σμύρνη. Στις 19 Αυγούστου 1785 εκλέχτηκε οικουμενικός Πατριάρχης και ενθρονίστηκε την 9η Μαΐου του ίδιου χρόνου. Στόν Πατριαρχικό Θρόνο έμεινε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1798. Επέδειξε ζήλο και δραστηριότητα για την ανύψωση της παιδείας του Γένους και την παγίωση του θρησκευτικού φρονήματος του. Ανακαινισε τα κτίρια του Πατριαρχείου, ίδρυσε μεγάλο τυπογραφείο, πού εξέδιδε κοινωφελή συγγράμματα, ένα από αυτά και ή Κιβωτός της Ελληνικής Γλώσσας. Θεωρήθηκε από την Πύλη ανίκανος να διατηρήσει την υποταγή των λαών κάτω από τον τούρκικο ζυγό, καθαιρέθηκε τον Δεκέμβριο 1798 και εξορίστηκε στο Άγιο Όρος, όπου παρέμεινε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1806, γενόμενος διδάσκαλος και σύμβουλος των μοναχών. Επί Σουλτάνου Σελήμ, ανακλήθηκε στον Πατρ. Θρόνο (Σεπτέμβριος 1806) και παρέμεινε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1808. Κατά τη δεύτερη Πατριαρχία του, ο Γρηγόριος απελάθηκε και πάλι του Π.Θρόνου. Πήγε στην Πριγκηπόνησο σαν εξόριστος, ασχολήθηκε με διάφορες μελέτες και έπειτα πήγε πάλι στο "Αγιο Όρος. Στίς 14-12-1818 κλήθηκε για τρίτη φορά ο Γρηγόριος στον Οικουμενικό θρόνο, οπού παρέμεινε μέχρι 10 Απριλίου 1821. Κατά την τρίτη αυτή πατριαρχία του, ίδρυσε "κιβώτιον ελέους", αναδιοργάνωσε το Πατριαρχικό τυπογραφείο και μερίμνησε για την ανόρθωση της παιδείας, πού τότε κινδύνευε από νεοτερίζοντα φιλοσοφικά ρεύματα. Μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και τον θάνατο πολλών Ελλήνων επισήμων, και προβλέποντας το δικό του θάνατο να πλησιάζει, ο Γρηγόριος έμενε ατάραχος, απτόητος και πιστός στο ποιμαντικό του καθήκον, αποκρούοντας τις συνεχείς συστάσεις της Ρώσικης πρεσβείας, καθώς και των ομογενών προκρίτων στην Κων/πολή, να δραπετεύσει από ασφαλή δρόμο για το καλό του "Εθνους. Μετά την τέλεση της Πασχαλινής θείας Λειτουργίας, και κατά την 10ή πρωινή, συνελήφθη μέσα στο Πατριαρχείο από τους Τούρκους. ΟΙ δήμιοι τον οδήγησαν στις φυλακές, όπου τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια και τον πίεζαν να δεχτεί τον Ισλαμισμό. ο Πατριάρχης απάντησε: "Μάταια κοπιάζετε. ο Πατριάρχης των Χριστιανών, Χριστιανός γεννήθηκε και Χριστιανός θα πεθάνει". Τότε τον έβγαλαν από τη φυλακή και τον οδήγησαν δεμένο στην αποβάθρα του Φαναριού. Εκεί ο Γρηγόριος γονάτισε, έκανε το σημείο του Σταυρού και περίμενε τον αποκεφαλισμό του. 'Αλλά κάποιος δήμιος τον κλώτσησε, τον σήκωσε επάνω και τον μετέφεραν στις Πύλες του Πατριαρχείου, όπου σε μία άπ' αυτές, με φρικτό τρόπο τον κρέμασαν. Κατόπιν παραδόθηκε στον τούρκικο όχλο, πού αλαλάζοντας τον έσυρε μέχρι την αποβάθρα του Φαναριού. Εκεί τον παρέλαβαν οι δήμιοι, και αφού τρύπησαν όλο το σώμα του, έδεσαν στον λαιμό του ογκόλιθους και τον πέταξαν μέσα στον Κεράτιο κόλπο. Με θεία οικονομία όμως, οι ογκόλιθοι λύθηκαν και το λείψανο του Πατριάρχη εθεάθη κάτω από τις γέφυρες κοντά στον Γαλατά. Το παρέλαβε κρυφά ο πλοίαρχος Ιωάννης Σκλάβος από την Κεφαλλονιά και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου κηδεύτηκε με αυτοκρατορικές τιμές. Το 1871 μεταφέρθηκε στην Αθήνα και εναποτέθηκε με τιμές στο ναΐσκο του Άγιου Ελευθερίου και το επόμενο έτος στον Ναό της Μητροπόλεως Αθηνών μέσα σε μεγαλοπρεπή τύμβο. Στίς 10-4-1921 αυτός ο νέος Ίερομάρτυρας της πίστης μας, διακηρύχθηκε "Αγιος από σύνοδο 25 αρχιερέων στην Αθήνα και παραμένει στη συνείδηση του "Ορθόδοξου Ελληνικού λάου φωτεινό αστέρι αυτοθυσίας για την πίστη και την Πατρίδα.

Για την μαρτυρική μορφή και αυτοθυσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ έχουν γραφεί πλείστα όσα. Εδώ, απλά και συνοπτικά, αναφερόμαστε στη σχέση του με την Εκκλησία της Ζακύνθου. Ο κατά κόσμον Γεώργιος Αγγελόπουλος, φτωχόπαιδο από τη Δημητσάνα σε νεαρή ηλικία φτάνει στη Μονή των Στροφάδων όπου κείρεται Μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα Γρηγόριος. Ένα χρόνο μετά τον απαγχονισμό ανήμερα του Πάσχα το 1821, τον εξευτελισμό και τη μεταφορά του Λειψάνου Του στην Οδησσό, ο Ζακυνθινός ιερωμένος Οικονόμος Νικόλαος Κοκκίνης (μετέπειτα Μητροπολίτης Ζακύνθου), εφημέριος τότε του παλαίφατου Ναού της Οδηγήτριας στο Τζάντε και φλογερότατος Φιλικός, συνθέτει Ακολουθία προς τιμήν του νέου Ιερομάρτυρα. Το 1871 ο λόγιος Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Κατραμής συμμετέχει στην Επιτροπή για τη μετακομιδή του ιερού Του Λειψάνου στην Αθήνα από την Οδησσό. Πριν την αναχώρηση ο Κατραμής εκφωνεί λογύδριο, κατ' απαίτησιν των Ομογενών. Την ίδια χρονιά, ένα άλλο μέλος της Συνοδικής εκείνης Επιτροπής για τη Μετακομιδή, ο Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λαμπίρης εκδίδει στην Αθήνα για λειτουργική χρήση την Ακολουθία του Κοκκίνη του 1822. Αξιοσημείωτο είναι, ότι ο Διονύσιος Σολωμός στο πολύστιχο ποίημά του «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» αποτυπώνει με την απαράμιλλη δύναμη του λόγου του την κοινή του Γένους πεποίθηση για τη συμβολική αξία του μαρτυρικού τέλους του Πατριάρχη Γρηγορίου:

«..Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε τώρα πλέον δεν τες πατεί, και το χέρι οπού εφιλήστε πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί. Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος ο αρχηγός της Εκκλησιάς κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος ωσάν να 'τανε φονιάς. Έχει ολάνοικτο το στόμα π' ώρες πρώτα είχε γευθή τ' Aγιον Αίμα, τ' Aγιον Σώμα λες πως θε να ξαναβγή η κατάρα που είχε αφήσει λίγο πριν να αδικηθή εις οποίον δεν πολεμήση και ημπορεί να πολεμή. ... ». [στροφές 134-139]


Απολυτίκιο. Ηχος α' της Έρήμου πολίτης
Δημητσάνης τον γόνον βυζαντίου τον πρόεδρον, και της Εκκλησίας άπάσης, γέρας θείον και καύχημα. Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ως Μάρτυρα Χριστού πανευκλεή, 'ίνα λάβωμεν πταισμάτων τον 'ιλασμόν, παρά Θεού κραυγάζοντες' Δόξα τω δεδωκότι σου ίσχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω εν εύκλεία ουρανών, δόξασαντά σε Άγιε.


Ο ΑΓΙΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ο Ξενοφωντινός
Ό Νεομάρτυρας αυτός μαρτύρησε για την πίστη του στις 10 Απριλίου 1821, κατά την ήμερα της Ανάστασης του Κυρίου, δια ξίφους. Ήταν γέρων στην ηλικία, και ο τόπος του μαρτυρίου του ή Κων/πολή.

 
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Παρασκευή 10 Απριλίου.


Αίθριος γενικά καιρός στις περισσότερες περιοχές με τοπικές νεφώσεις και τοπικές βροχές στα βορειοανατολικά. Άνεμοι έως 4-5 μποφόρ στα πελάγη.

Πιο αναλυτικά, την Μ. Παρασκευή 10/04/2026 αναμένονται τοπικές νεφώσεις παροδικά πιο αυξημένες με τοπικές βροχές κυρίως στα βορειοανατολικά και πιθανώς στα ανατολικά ηπειρωτικά. Τοπικές χιονοπτώσεις αναμένονται στα βορειοανατολικά ορεινά πάνω από τα 1200 μέτρα.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία από 0 έως 17 βαθμούς Κελσίου, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από -1 έως 18 βαθμούς Κελσίου, στη Θεσσαλία από 2 έως 20 βαθμούς Κελσίου, στην Ήπειρο από 1 έως 19 βαθμούς Κελσίου, στα υπόλοιπα ηπειρωτικά από 2 έως 21-22 βαθμούς Κελσίου, στα Επτάνησα από 8 έως 20 βαθμούς Κελσίου και στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη από 6 έως 22-23 βαθμούς Κελσίου.

Στο Αιγαίο και στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες/βορειοδυτικές γενικά διευθύνσεις με εντάσεις έως 4-5 μποφόρ.

Στο νομό Αττικής αναμένονται τοπικές νεφώσεις παροδικά πιο αυξημένες. Οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες γενικά διευθύνσεις με εντάσεις έως 2-3 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 13 έως 19-20 βαθμούς Κελσίου.

Στη Θεσσαλονίκη αναμένεται γενικά αίθριος καιρός με παροδικές νεφώσεις κυρίως μετά τις απογευματινές ώρες. Οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες γενικά διευθύνσεις με εντάσεις έως 3-4 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 9 έως 16-18 βαθμούς Κελσίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Το κάψιμο της Ρόκας στο Μικρόκαστρο Βοϊου... Τρίτη 14 Απριλίου.


 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Αρκάς...

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Μεγάλη Πέμπτη στον Πόντο....Οι Πόντιες νοικοκυρές ετοιμάζονται για την Ανάσταση.

 


 Μεγάλη Πέμπτη στον Πόντο και οι κουζίνες σήμερα έπαιρναν φωτιά. Οι νοικοκυρές την ημέρα αυτή είχαν τον πρώτο λόγο αφού ετοίμαζαν τα κόκκινα αυγά και τα τσουρέκια.

Μεγάλη Πέμπτη πρωί και οι Πόντιοι ξεκινούν νηστικοί για την εκκλησία να πάρουν την μεταλαβιά. Οι νοικυρές δεν χασομερούν λεπτό στο δρόμο της επιστροφής: σήμερα έχουν πολλά να κάνουν, ξεκινώντας από  το γενικό αποδράνισμα, δηλαδή το καθάρισμα όλων των μπακιριών του σπιτιού, ώστε την ανάσταση να ναι όλα καθαρά και αστραφτερά.

Μετά το αποδράνισμα σειρά έχει το βάψιμο των αυγών.

Στον Πόντο, πολλές νοικοκυρές βάφουν τα αυγά με κιτρινόξυλο, κι έτσι αποκτούν κίτρινο η πορτοκαλί χρώμα. Βάφουν μερικά και με μελάνι μωβ. Αυτά τα κρατούν να τα πάνε στα νεκροταφεία την Κυριακή του Θωμά. Μερικές άλλες βάφουν τα αυγά τους με κρεμμυδόφυλλα.

Τα αυγά που βάφουν θα τα πάνε στην εκκλησιά μέσα σε άσπρες πετσέτες με αλάτι και πιπέρι ή σε καλάθια και θα τα πάρουν μετά την ανάσταση.  Κάθε καλάθι περιέχει τόσα αυγά όσα και τα μέλη της οικογένειας συν δυο παραπάνω: της Παναγίας και του σπιτιού. Μέσα στο καλαθάκι βάζουν ακόμα μικρές πάνινες σακκουλίτσες με σιτάρι, καλαμπόκι, φασόλια, κολοκυθόσπορο, αλεύρι, προζύμι και αλάτι για να διαβαστούν. Τους σπόρους τους διαβασμένους θα τους αναμείξουν με τους σπόρους για τη σπορά για το καλό και το αλεύρι θα το ρίξουν στο αμπάρι για ευλογία.  Για να μην μπερδευτούν τα καλάθια των οικογενειών του χωριού, πάνω σε κάθε καλάθι ράβεται ένα πανί που πάνω του είναι γραμμένο το όνομα της οικογένειας.

Τα καλάθια θα μπουν κάτω από την Αγία Τράπεζα και ο παππάς θα ευχιαζ τα ωβα. Το διαβασμένο αυγό θα είναι η πρώτη μπουκιά μετά την ανάσταση. Της παναγίας και του σπιτιού θα τα κρατήσουν μέχρι την επόμενη λαμπρή φυλαγμένα στο εικονοστάσι εκτός και κάνει μεγάλη φουρτούνα η θάλασσα οπότε και θα τα ρίξουν σε αυτήν για να την ημερέψουν.

Μαζί με τα αυγά σήμερα ψήνουν και τα τσουρέκια τους και όλο το χωριό μοσχοβολά. Κάνουν και παραπάνω τσουρέκια από όσα χρειάζονται γιατί ο κόσμος τους είναι γεμάτος από φτωχούς γείτονες και συγγενείς.

«Βλέπεις εκείνον τον γυμνόν, τον παραπονεμένον,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι,
εκείνος είν' ο γιόκας σου και 'με ο διδάσκαλός μου.»

Πηγή: pontiaka2.blogspot.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Γιατί βάφουμε κόκκινα αυγά σήμερα Μεγάλη Πέμπτη;

 Αποτέλεσμα εικόνας για κόκκινα αυγά

Μία παράδοση αιώνων σε όλο σχεδόν τον κόσμο είναι το βάψιμο των αυγών. Τη Μεγάλη Πέμπτη είναι το κατεξοχήν έθιμο που κυριαρχεί. Το επικρατέστερο χρώμα είναι το κόκκινο, γιατί είναι το χρώμα της χαράς, της Ανάστασης, της ελπίδας, της Αναγέννησης, αλλά και της αποτροπής....
Σχέδια, τρόποι βαψίματος και μύθοι για την επικράτηση αυτής της παράδοσης υπάρχουν αρκετά.

Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, το Πάσχα βάφουμε κόκκινα αβγά, επειδή συμβολίζουν το αίμα του Χριστού, που έδωσε για τη σωτηρία του κόσμου.

Υπάρχει ένας μύθος που λέει πως μία μέρα, μετά την Ανάσταση του Χριστού, η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε στον Τιβέριο Καίσαρα και του ανακοίνωσε ότι αναστήθηκε ο Κύριος και ότι ακριβώς συνέβη. Δίπλα τους εκείνη τη στιγμή υπήρχε ένας άνθρωπος που κρατούσε ένα καλάθι με αυγά. Ο Καίσαρας έδειξε απορημένος και είπε στη Μαγδαληνή ότι, εάν αυτό που λέει, είναι αλήθεια, τότε τα αβγά, από άσπρα που είναι, να γίνουν κόκκινα. Έτσι κι έγινε και ο Καίσαρας έμεινε άναυδος.

Στην Ελλάδα πάλι και, συγκεκριμένα, στην Κέρκυρα λένε πως, όταν αναστήθηκε ο Χριστός, πρώτα πρώτα το άκουσαν κάτι αυγά. Αμέσως άρχισαν την τρεχάλα να το διαδώσουν παντού. Από το πολύ το τρέξιμο έγιναν κατακόκκινα.

Σε ό,τι αφορά στο κόκκινο χρώμα, λένε πάλι πως, όταν ο Χριστός ήταν πάνω στο Σταυρό και τρυπήθηκε στο πλευρό από το στρατιώτη που ήθελε να επιβεβαιώσει το θάνατό του, έπεσαν σταγόνες αίματος στη γη κι όλα τα λουλούδια που ήταν κάτω έγιναν κόκκινα κι έτσι πήραν το χρώμα τους οι παπαρούνες.

Ή πως η Παναγία πήρε ένα καλάθι αυγά και τα πρόσφερε στους φρουρούς Του Υιού της, ικετεύοντάς τους να του φέρονται καλά. Όταν τα δάκρυά της έπεσαν πάνω στα αυγά, αυτά βάφτηκαν κόκκινα.

Λένε ακόμα πως το αυγό συμβολίζει τον τάφο του Χριστού που ήταν ερμητικά κλειστός, όπως το περίβλημα του αυγού, αλλά έκρυβε μέσα του τη «Ζωή», αφού από αυτόν βγήκε ο Χριστός και αναστήθηκε.

Το αυγό, πανάρχαιο σύμβολο της γένεσης του κόσμου, της γέννησης της ζωής, το συναντάμε σε πολλές λατρείες τόσο πρωτόγονες όσο και περισσότερο εξελιγμένες.

Είναι στη λαϊκή και μυθολογική φαντασία το σύμβολο της ζωής. Έχει μέσα του δύναμη ζωική και πίστευαν πως μπορούσε να την μεταδώσει στους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά. Μερικοί υποθέτουν ότι τα κόκκινα αυγά του Πάσχα διαδόθηκαν στην Ευρώπη, την Ασία και την Κίνα από ένα έθιμο των Καλανδών κι άλλοι θεωρούν αρχική κοιτίδα τους την Αίγυπτο.

Στη νύχτα του κόσμου, ένα αυγό άνοιξε στα δύο και από μέσα του βγήκε ο κόσμος, διηγούνται οι Πέρσες. Στο έπος των Φιλανδών «Καλεβάλα», το αυγό που περιείχε τον κόσμο, έπεσε από τον ουρανό στην αγκαλιά της μάνας των νερών. Αλλού, το κοσμικό αυγό γονιμοποιείται από τον ήλιο, και στην αρχαία Αίγυπτο, το αυγό, ως Λόγος Δημιουργός, ταξιδεύει στην προαιώνια θάλασσα.

Στην Κίνα, συνηθίζονταν οι προσφορές αυγών την Άνοιξη για γονιμότητα και αναγέννηση. Στην πανάρχαια Ουρ της Μεσοποταμίας, προσφέρανε αυγά στους νεκρούς.

Στην ελληνική αρχαιότητα, αποθέτανε αυγά στα χέρια ειδωλίων του Διονύσου ως σύμβολα αναγέννησης.

Στην ελληνική μυθολογία, η Λήδα από την ένωσή της με το Δία γέννησε ένα αυγό από όπου αναδύθηκαν οι Διόσκουροι.

Στους Εβραίους, τα αυγά ήταν τροφή πένθους. Τροφή που δεν είχε ολοκληρωθεί ως ζωή.

Στα λαϊκά παραμύθια, μέσα σε ένα αυγό, καλά φυλαγμένο, κρύβεται η ζωή ενός γίγαντα ή ήρωα.

Τα χρωματιστά αυγά και, ιδιαίτερα, τα κόκκινα μνημονεύονται για γιορταστικούς σκοπούς στην Κίνα ήδη από τον 5ο αιώνα και στην Αίγυπτο από το 10ο.

Τον 17ο αιώνα, τα βρίσκουμε τόσο στους Χριστιανούς όσο και στους Μωαμεθανούς (Μεσοποταμία, Συρία).

Στο Μεσαίωνα, βάφονταν αυγά, για να δοθούν σαν δώρα το Πάσχα.

Κατά τον 17ο αιώνα, ο Πάπας Παύλος ο 5ος ευλόγησε το ταπεινό αυγό με μία δέηση: "Ευλόγησε Ύψιστε το δικό σου αυτό δημιούργημα, το αυγό, το οποίο μπορεί να γίνει μία ευεργετική τροφή των δικών σου πιστών, τρώγοντας και ευγνωμονώντας Σε, ένεκεν της Ανάστασης του Κυρίου μας".

Κόκκινες βελέντζες και κόκκινα μαντίλια κρεμούσαν τη Μεγάλη Πέμπτη στην Καστοριά οι γυναίκες για το καλό.

Κόκκινο πανί έβαφαν μαζί με τα αυγά τους στη Μεσημβρία και το κρεμούσαν στο παράθυρο για σαράντα μέρες, για να μην τους πιάνει το μάτι.

Το βάψιμο των αυγών γινόταν τη Μεγάλη Πέμπτη γι' αυτό και τη λέγαν Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη.

Παλιότερα, το συνήθιζαν κι αποβραδίς, πάντοτε τα μεσάνυχτα, με το ξεκίνημα της νέας μέρας. Καινούρια πρέπει να ήταν η κατσαρόλα που θα έβαφαν τα αυγά και ο αριθμός τους ορισμένος και τη μπογιά τη φύλαγαν σαράντα μέρες και δεν την έχυναν, ακόμα και τότε, έξω από το σπίτι. Τα χρώματα για τα αυγά τα έφτιαχναν από διάφορα φυτά:

Από φλούδες κρεμμυδιών γινόταν το μελί, από άχυρο ή από φύλλα αμυγδαλιάς το κίτρινο, το ανοικτό κόκκινο από παπαρούνες, από μαϊντανό πράσινο, από ζαφορά το κίτρινο και από βιολέτες το μοβ. Επίσης, για το βάψιμο των αυγών χρησιμοποιούσαν το βάρτζι, ένα είδος κόκκινου ξύλου. Το κόκκινο, όμως, χρώμα ήταν και είναι πάντα το πιο αγαπημένο χρώμα για τα πασχαλινά αυγά.

Τα παλιότερα χρόνια διάλεγαν φύλλα από φυτά και λουλούδια και έβαζαν από ένα πάνω σε κάθε αυγό. Στη συνέχεια, τύλιγαν τριγύρω μία παλιά κάλτσα, την οποία στερέωναν με μία κλωστή και έβαφαν τα πασχαλινά αυγά.

Το πρώτο αυγό που έβαφαν ήταν της Παναγίας και το έβαζαν στο εικονοστάσι. Με αυτό σταύρωναν τα παιδιά από το κακό το μάτι.

Σε μερικά μέρη έβαζαν σε ένα κουτάκι τόσα αυγά όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας και τα πήγαιναν το βράδυ στην εκκλησία, για να διαβαστούν στα 12 Ευαγγέλια. Τα άφηναν κάτω από την Αγία Τράπεζα ως την Ανάσταση και τότε καθεμιά έπαιρνε τα δικά της. Αυτά τα αυγά ήταν "ευαγγελισμένα" και τα τσόφλια τους τα παράχωναν στους κήπους και τις ρίζες των δέντρων, για να καρπίσουν. Παρόμοια τύχη είχαν και τα αυγά που έκαναν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη. Άμα η κότα ήταν μαύρη, ακόμα καλύτερα. Είχαν θαυμαστές ιδιότητες και μπορούσαν να διώξουν κάθε κακό. Τα αυγά τα Μεγαλοπεφτιάτικα περνούσαν τον πονόλαιμο, φύλαγαν το αμπέλι από το χαλάζι, έδιωχναν μακριά το σκαθάρι.

Οι γυναίκες και τα κορίτσια στόλιζαν τα αυγά, τα "έγραφαν", τα "κεντούσαν". Πάνω στα άσπρα αυγά έγραφαν με λειωμένο κερί ευχές, σχεδίαζαν σκηνές από τη ζωή του Χριστού, πουλιά, κ.ά.

Έριχναν μετά τα αυγά στην κόκκινη μπογιά και, μέχρι να λειώσει το κερί, έμεναν τα γράμματα και τα σχέδια άσπρα. Τα "ξομπλωτά" ή "κεντημένα" αυγά, που τα λέγαν στη Μακεδονία και "πέρδικες", μια και συχνά είχαν πάνω τους πουλιά ή ίσως και γιατί ξεχώριζαν, όπως κι οι πέρδικες, για την ομορφιά τους, θύμιζαν συχνά μικρογραφίες. Το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο. Αυτά έστελναν δώρο οι αρραβωνιασμένες στο γαμπρό και οι βαφτισιμιές στους νονούς και τις νονές τους, σε όλα τα αγαπημένα πρόσωπα. Άλλοτε πάλι τα κορίτσια πρόσθεταν στα αυγά φτερά από χρωματιστό χαρτί, ουρά και μύτη από ζυμάρι και τα κρεμούσαν στο ταβάνι, έτοιμα να πετάξουν.

Στη χώρα μας, υπάρχουν πολλοί τρόπο βαψίματος των αβγών, πέραν των σύγχρονων μεθόδων παρασκευής τους με τις βιομηχανοποιημένες βαφές. Ανεξαρτήτως της διαδικασίας που θα ακολουθήσει η νοικοκυρά, κοινός παρονομαστής σε κάθε διαδικασία βαψίματος είναι το ξύδι. Όλα τα νοικοκυριά χρησιμοποιούν ξύδι, γιατί σύμφωνα με την παράδοση, ξύδι ήπιε και ο Χριστός, όταν σταυρώθηκε.
Σε πολλά χωριά της Ελλάδος μάλιστα, χρησιμοποιούνται οικολογικές βαφές, μη τοξικές, ούτως ώστε τα αβγά να βαφτούν με όσο το δυνατόν πιο φυσικό τρόπο. Μερικές από τις βαφές που κυριαρχούν μέχρι και σήμερα αποτελούνται από εκχυλίσματα φυτών, όπως η τσουκνίδα, για πράσινα αβγά. Για τα κλασικά κόκκινα, χρησιμοποιούνται παντζάρια, ή φύλλα τριανταφυλλιάς. Εξαιρετικά διαδεδομένος τρόπος βαφής είναι και τα κρεμμυδότσουφλα.
Της διαδικασίας του βαψίματος των αβγών, ακολουθεί το τσούγκρισμά τους, σήμα κατατεθέν του πασχαλινού τραπεζιού και μήνυμα της Ανάστασης του Θεανθρώπου.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

«Ἡ ἀγάπη οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ»

 


(Α΄Κορινθίους 13,6)
Τόσα χρόνια διαβάζω την περικοπή από τον Απόστολο στο Άγιο Ευχέλαιο και δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου αυτή η ευαγγελικώς διατυπωμένη σχέση της Αλήθειας με την Αγάπη. Στο Χριστό συνυπάρχουν άμα Αλήθεια και Αγάπη. Δηλαδή στην Εκκλησία μας, η οποία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες: «Ἡ ἀγάπη συγχαίρει τῇ ἀληθείᾳ». Πόσο αναπαύει αλήθεια αυτός ο λόγος. Πόσο πληρώνει την καρδιά!
Με δυο λόγια, η αγάπη αναπαύεται στην αλήθεια και όχι στο ψέμα. Ούτε στην ελάχιστη απόκλιση απ` αυτήν. Διότι η Αλήθεια είναι μία, ο Χριστός αποκαλυπτόμενος στους αγίους του. Δεν μπορεί να είναι ο Χριστός τεμαχισμένος ή ελλιπής στο ελάχιστο. Τέτοιος προσφερόμενος Χριστός είναι ψεύτικος. Είναι Χριστός μύθευμα, δημιούργημα της φαντασίας και μάλιστα της αρρωστημένης, της δαιμονικής.
Πώς μπορεί να είναι θεραπευτικό ένα φάρμακο, αν του ρίξεις μέσα μια σταγόνα δηλητήριο; Έτσι και «μια σταγόνα» ψέμα καθιστά όλη την αλήθεια ψέμα, πλάνη. Και αυτό το κριτήριο υπάρχει στην Αγία του Χριστού Εκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου οι άγιοι, διά των εμπειριών τους, επιβεβαιώνουν την παράδοσή της και τη συνεχίζουν.
Τώρα, όσοι προσπαθούν να ταιριάξουν τα αταίριαστα, να παρακάμψουν αυτήν την «ιερή ξυνωρίδα» και να δώσουν προτεραιότητα στην «αγάπη», όπως αυτοί την καταλαβαίνουν, για να γίνουν συνένοχοι  στις απάτες του απατηλού κόσμου, δηλαδή του αθύρματος του διαβόλου, είτε δεσποτάδες είτε πατριαρχαίοι είτε παπάδες είτε λαϊκοί είτε καθηγητές και μάλιστα με πολλά διδακτορικά ή είναι πλανεμένοι και χρειάζονται να ομολογήσουν την πλάνη τους και να επιστρέψουν ή είναι επαγγελματίες καριέρας και θέλουν να πλασαριστούν ανάμεσα στους «δυνατούς» του κόσμου. Λησμονούν πως «ο μόνος δυνατός εν ισχύει» είναι ο Χριστός  και θα φυλάξει την Εκκλησία του από τέτοιους λύκους «μη φειδόμενους του ποιμνίου». Τα ξέρουν πολύ καλά αυτά . Δεν τους είναι άγνωστα. Επιμένουν όμως στο διεστραμμένο θέλημά τους.
Και τα κάνουν αυτά με αντιευαγγελικές και αντιπατερικές πρωτοβουλίες, αγνοώντας το σώμα της Εκκλησίας, μόνοι τους. Για να επιβεβαιώσω δε τα γραφόμενα αναφέρω εδώ μια μικρή δημοσκόπηση που έκανα διερχόμενος τα πεζοδρόμια της πόλης. Ρωτούσα ανθρώπους που τους ήξερα, αν γνώριζαν ποιο μεγάλο εκκλησιαστικό γεγονός θα λάβει χώρα τις ημέρες της Πεντηκοστής, εννοώντας την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και δεν είχε κανένας ιδέα. Ώστε λοιπόν θα αποφασίσουν οι «γραμματείς και οι αρχιγραμματείς» εν αγνοία του λαού και θα εκδώσουν ημερήσια διαταγή; «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν»; Πού ζούμε αλήθεια; Είναι εκκλησιαστικό φρόνημα αυτό;
Μέσα στα ίδια εκκλησιαστικά και θεολογικά δεδομένα συμπεριλαμβάνεται και το σόου με τον πάπα στη Μυτιλήνη. Απάτη μαζί και προσβολή του ορθόδοξου αισθήματος. Προδοσία στο βαθμό που διαπράχθηκε είτε ηθελημένα είτε αθέλητα. Σημασία έχει πως ξεκίνησε με σύμφωνη γνώμη των ορθοδόξων αρχιερέων. Αλλά με το διάβολο μπορείς να κάνεις χωριό; Κάποια στιγμή θα σου τη φέρει, κατά τη λαϊκή ρήση. Έκανε τη φιέστα του ο πάπας και αφέθηκε πάλι«κοινή τη γνώμη»  «στην κοινή γνώμη» «η γνώμη», πως «είναι αρχηγοί χριστιανικών εκκλησιών» και συνεπώς δεν μας χωρίζει τίποτε ουσιώδες και πιστεύουμε τα ίδια  και συμπορευόμαστε και συνυπογράφουμε και θα συνεχίσουμε παρακάτω. Και έφυγε ο παμπόνηρος, αφήνοντας την τελική εντύπωση πως αυτός είναι που κάνει το «κουμάντο» στα «χριστιανικά πράγματα».
Αυτά τα λίγα για τα όσα συμβαίνουν και συνέβησαν αυτόν τον καιρό και μέλλουν να συμβούν. Ναι, μέλλουν να συμβούν. Μην αμφιβάλλουμε καθόλου. Το παιχνίδι βρίσκεται ήδη  σε προχωρημένο στάδιο και δεν έχουν καμία διάθεση να το αφήσουν στη μέση. Γιατί εξάλλου; Αφού τους πάει μια χαρά;
Λίγα πράγματα θα συμπληρωθούν ακόμη και ο καθένας ας κάνει υπακοή στον πνευματικό του, ανάλογα με την προαίρεσή του και τη διάκριση που θα του δώσει ο Θεός. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, επαναλαμβάνω, καμία αμφιβολία πως θα ξεκαθαρίσουν πολλά πράγματα πολύ σύντομα.
Καλή Ανάσταση!
Ηλιάδης Σάββας
Δάσκαλος
Κιλκίς, 27-4-2016
Μεγάλη Τετάρτη
oikohouse.wordpress.com
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Μεγάλη Πέμπτη...ο Χριστός πλένει πρώτα τα πόδια του προδότη, ρίχνοντας τον στο αιώνιο ανάθεμα.


 

Πρώτος μεταξύ ίσων ο Χριστός, Αυτός ο πραγματικός μαχητής του δικαίου και της αλήθειας.

Πλένει τα πόδια των μαθητών του πριν τον Μυστικό Δείπνο, ετοιμάζει μόνος του το τραπέζι. Πρώτα πλένει τα πόδια του Ιούδα, ως γνώριζε για την προδοσία. Και αυτή η κίνηση αρκεί για να ρίξει το αιώνιο ανάθεμα στον προδότη. Εάν τον ειχε διώξει ή τον είχε σκοτώσει, ο Ιούδας θα ηταν απλώς ένα συνηθισμένο «συμβάν» της ιστορίας. Αυτή η κίνηση του Χριστού δείχνει την απεχθή φύση του ανθρώπου που πουλά το δίκαιο και την αληθεια για προσωπικά οφέλη.

Που βάζει το τομάρι του πάνω από το κοινό καλό, πάνω από την κοινωνία και την πατρίδα.

Μόνος του σφίγγει την θηλειά γύρω από τον λαιμό του μόλις η προδοσια της αλήθειας και του δικαίου ολοκληρώνεται. Τα αργύρια του άδικου, ουδείς τα χάρηκε.

Εἰς τὸν Ἱερὸν Νιπτήρα
Νίπτει Μαθητῶν ἑσπέρας Θεὸς πόδας,
Οὗ ποῦς πατῶν ἦν εἰς Ἐδὲμ δείλης πάλαι.

Εἰς τὸν Μυστικον Δεῖπνον
Διπλοῦς ὁ Δεῖπνος· Πάσχα γὰρ νόμου φέρει,
Καὶ Πάσχα καινόν, Αἷμα. Σῶμα Δεσπότου.

Εἰς τὴν ὑπερφυᾶ Προσευχὴν
Προσεύχῃ· καὶ φόβητρα, θρόμβοι αἱμάτων,
Χριστέ, προσώπου, παραιτούμενος δῆθεν
Θάνατον, ἐχθρὸν ἐν τούτοις φενακίζων.

Εἰς τὴν Προδοσίαν
Τί δεῖ μαχαιρῶν, τί ξύλων λαοπλάνοι,
Πρὸς τὸ θανεῖν πρόθυμον εἰς Κόσμου λύτρον.

Βιογραφία
Κατά τη Μεγάλη Πέμπτη επιτελούμε ανάμνηση: Της νίψεως των ποδών των Αποστόλων υπό του Κυρίου, Του Μυστικού Δείπνου, δηλαδή της παραδόσεως σ’ εμάς υπό του Κυρίου του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, της θαυμαστής προσευχής του Κυρίου προς τον Πατέρα Του και της προδοσίας του Κυρίου υπό του Ιούδα.

Εκείνο το βράδυ της Πέμπτης, πριν ν’ αρχίσει το δείπνο ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι, αφήνει κάτω τα ιμάτιά του, βάζει νερό στο νιπτήρα και τα κάνει όλα μόνος Του, πλένοντας τα πόδια των Μαθητών Του. Με τον τρόπο αυτό θέλει να δείξει σ’ όλους ότι δεν πρέπει να επιζητούμε τα πρωτεία. Μετά τη νίψη των ποδιών λέγει: «όποιος θέλει να είναι πρώτος, να είναι τελευταίος απ’ όλους».

Πρώτα πήγε στον Ιούδα και μετά στό Πέτρο, ο οποίος ήταν ο πιο ορμητικός απ’ όλους και στην αρχή σταματάει το Διδάσκαλο, αλλά ύστερα όταν τον έλεγξε, υποχωρεί με τη καρδιά του. Αφού έπλυνε τα πόδια όλων, πήρε τα ιμάτιά Του και ξανακάθησε.

Άρχισε κατόπιν να τους νουθετεί να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μη επιζητούν το ποιός θα είναι πρώτος. Στη συνέχεια τους μίλησε για την προδοσία και επειδή θορυβήθηκαν, στρέφεται με ήρεμο τρόπο στον Ιωάννη και τον υπέδειξε.

Κατόπιν πήρε ψωμί στα χέρια Του και είπε: «Λάβετε φάγετε». Το ίδιο έκανε και με το ποτήρι του κρασιού λέγοντας: «Πιέστε απ’ αυτό όλοι, γιατί αυτό είναι το αίμα Μου, της νέας Συμφωνίας. Αυτό να κάνετε για να Με θυμάστε». Μετά από αυτή τη στιγμή ο Ιούδας, μόλις έφαγε τον άρτο έφυγε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει.

Μετά το δείπνο βγήκαν όλοι στο όρος των Ελαιών, όπου ο Χριστός τους δίδαξε τα ανήκουστα και τελευταία μαθήματα και αρχίζει να λυπάται και να ανυπομονεί. Αναχωρεό μόνος Του και, γονατίζοντας, προσεύχεται εκτενώς. Από την πολλή αγωνία γίνεται ο ιδρώτας Του σαν σταγόνες πηχτού αίματος, οι οποίες έπεφταν στη γη. Μόλις συμπληρώνει την εναγώνια εκείνη προσευχή, φθάνει ο Ιούδας με ένοπλους στρατιώτες και πολύ όχλο και αφού χαιρετάει και φιλάει πονηρά το δάσκαλό Του, Τον παραδίδει.

Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και τον φέρνουν δέσμιο στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι μαθητές σκορπίζονται και ο θερμότερος των άλλων ο Πέτρος τον ακολούθησε ως την αρχιερατική αυλή και αρνείται και αυτός ότι είναι μαθητής Του.

Εν τω μεταξύ ο θείος διδάσκαλος παρουσιάζεται μπροστά στο παράνομο συνέδριο, εξετάζεται για τους μαθητές και τη διδασκαλία Του, εξορκίζεται στο Θεό για να πεί εάν Αυτός είναι πράγματι ο Χριστός και αφού είπε την αλήθεια, κρίνεται ως ένοχος θανάτου, επειδή τάχα βλασφήμησε. Από ‘κει και πέρα τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χτυπάνε, τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας, ως το πρωϊ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς, σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοι.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὸν ἄρτον λαβών, εἰς χεῖρας ὁ προδότης, κρυφίως αὐτάς, ἐκτείνει καὶ λαμβάνει, τὴν τιμὴν τοῦ πλάσαντος, ταῖς οἰκείαις χερσὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἀδιόρθωτος ἔμεινεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος.

Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν Τάφον σου Σωτὴρ.
Ὁ λίμνας καὶ πηγάς, καὶ θαλάσσας ποιήσας, ταπείνωσιν ἡμᾶς, ἐκπαιδεύων ἀρίστην, λεντίῳ ζωννύμενος, Μαθητῶν πόδας ἔνιψε, ταπεινούμενος, ὑπερβολῇ εὐσπλαγχνίας, καὶ ὑψῶν ἡμᾶς, ἀπὸ βαράθρων κακίας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.

(Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου)
Αὐτὸς ποὺ δημιούργησε τὶς λίμνες, τὶς πηγὲς καὶ τὶς θάλασσες, θέλοντας νὰ μᾶς διδάξει τὴν πιὸ τέλεια ταπείνωση, ἀφοῦ ζώστηκε τὸ λέντιο (ποδιά), ἔνιψε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν, ταπεινούμενος ἀπὸ ὑπερβολικὴ εὐσπλαχνία, καὶ ἀνυψώνοντας ἐμᾶς ἀπὸ τὰ βάραθρα τῆς κακίας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ταπεινούμενος, δι’ εὐσπλαγχνίαν, πόδας ἔνιψας, τῶν Μαθητῶν σου, καὶ πρὸς δρόμον θεῖον τούτους κατεύθυνας, ἀπαναινόμενος Πέτρος δὲ νίπτεσθαι, αὖθις τῷ θείῳ ὑπείκει προστάγματι, ἐκνιπτόμενος, καὶ σοῦ ἐκτενῶς δεόμενος, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Συνεσθίων Δέσποτα, τοῖς Μαθηταῖς σου, μυστικῶς ἐδήλωσας, τὴν παναγίαν σου σφαγήν, δι’ ἧς φθορᾶς ἐλυτρώθημεν, οἱ τὰ σεπτά σου, τιμῶντες Παθήματα.

Ὁ Οἶκος
Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ, προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς, τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ, ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, καὶ ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες, καὶ ἀλλήλων τοὺς πόδας ἐκπλύνοντες· αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς οὕτως ἐκέλευσε, τοῖς αὐτοῦ Μαθηταῖς ὡς προέφησεν, ἀλλ’ οὐκ ἤκουσεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Bαμμένα κόκκινα αυγά...φυσικά.

 

Τον παλιό καιρό, που δεν υπήρχαν χημικές βαφές, τα πασχαλινά αυγά τα έβαφαν με κρεμμυδότσουφλα και πετύχαιναν ένα πλούσιο βαθύ βυσσινί χρώμα που καμιά μπογιά δεν μπόρεσε έκτοτε να προσεγγίσει. Την παράδοση πρέπει να την κληρονομήσαμε από τους προχριστιανικούς χρόνους γιατί το αυγό, ως σύμβολο της γονιμότητας, πρωτοστατούσε στις εαρινές γιορτές και ιεροτελεστίες όλων των παλιών θρησκειών.
Μάλιστα στο «σέντερ», το τελετουργικό δείπνο του εβραϊκού Πάσχα, σερβίρονταν από αρχαιοτάτων χρόνων και σερβίρονται ακόμα κόκκινα αυγά βαμμένα με κρεμμυδότσουφλα. Οι Έλληνες Εβραίοι, σεφαρδικής καταγωγής, τα λένε huevos haminados. Στο καλογραμμένο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του Νίκου Σταυρουλάκη Cookbook of the Jews of Greece (εγώ έχω την παλιά αγγλική έκδοση, του 1986... υποθέτω έκτοτε έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά) έχει μια πολύ ωραία συνταγή. Στην περίπτωση αυτή τα αυγά σιγοβράζονται επί δέκα ώρες με κρεμμυδότσουφλα, κουρκουμά και σαφράν, έτσι ώστε οι γεύσεις αυτές διαπερνούν το τσόφλι και ποτίζουν τη σάρκα του αυγού, δίνοντας ιδιαίτερη γεύση κι ένα βαθύ κρεμ χρώμα στο ασπράδι. Ίσως γράψω γι' αυτά άλλη φορά.
Πίσω στα δικά μας. Την περασμένη εβδομάδα είδα στην τηλεόραση μια εκπομπή που πρότεινε να βράσουν τα αυγά μαζί με τα τσόφλια. Μ’ αρέσει να πειραματίζομα αλλά είμαι και επιφυλακτική, έτσι, όταν έφτασε η στιγμή να βάψω τα δικά μου, κράτησα χώρια μια μικρή ποσότητα αυγών και τα έβαψα με τη μέθοδο της τηλεόρασης. Δυστυχώς, όπως φοβόμουνα, βγήκαν λεκιασμένα. Οι αμερικάνοι λένε «If it ain’t broke don’t fix it».
Σας δίνω λοιπόν τη δοκιμασμένη μου συνταγή. Σύμφωνα με αυτήν αφαιρούμε τα κρεμμυδότσουφλα από το νερό αφού βράσουν και τότε βάζουμε τα αυγά. Δε θα σας δώσω ποσότητες γιατί τα κρεμμυδότσουφλα δε ζυγίζονται. Θα βάλετε όσα έχετε. Και αν σας φαίνονται λίγα, προσθέστε και μερικές κουταλιές κουρκουμά. (Θα γίνουν πιο ανοιχτόχρωμα, φωτεινό κόκκινο.)
Υλικά
  • 24 αυγά
  • κρεμμυδότσουφλα (τα εξωτερικά, που είναι σαν χαρτί)
  • 1 φλυτζάνι ξύδι
  • 3 κουταλιές αλάτι
  • 3-4 κουταλιές κουρκουμά (προαιρετικό)
Οδηγίες
Σε μεγάλη κατσαρόλα βάζουμε τα κρεμμυδότσουφλα (και τον κουρκουμά, αν βάλουμε) με μπόλικο νερό και φέρνουμε σε βράση. Χαμηλώνουμε τη φωτιά και σιγοβράζουμε για μισή ώρα. Σουρώνουμε με τουλπάνι φυλάγοντας το νερό.
Όταν έχει κρυώσει λίγο, το επιστρέφουμε στην κατσαρόλα με τα αυγά, το ξύδι και το αλάτι. Φέρνουμε πάλι σε βράση και σιγοβράζουμε τα αυγά επί 12 λεπτά. Σβήνουμε τη φωτιά και αφήνουμε τα αυγά στην κατσαρόλα με το νερό μέχρι την επομένη. (Καμιά δεκαριά ώρες.)
Ξεβγάζουμε τα αυγά με κρύο νερό, τα σκουπίζουμε και τα γυαλίζουμε με λίγο λάδι.
http://www.bostanistas.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Μεγάλη Πέμπτη...Ο Μυστικός Δείπνος.

 

Κατά τη Μεγάλη Πέμπτη επιτελούμε ανάμνηση: Της νίψεως των ποδών των Αποστόλων υπό του Κυρίου, Του Μυστικού Δείπνου, δηλαδή της παραδόσεως σ' εμάς υπό του Κυρίου του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, της θαυμαστής προσευχής του Κυρίου προς τον Πατέρα Του και της προδοσίας του Κυρίου υπό του Ιούδα.
Εκείνο το βράδυ της Πέμπτης, πριν ν' αρχίσει το δείπνο ο Ιησούς σηκώνεται από το τραπέζι, αφήνει κάτω τα ιμάτιά του, βάζει νερό στο νιπτήρα και τα κάνει όλα μόνος Του, πλένοντας τα πόδια των Μαθητών Του. Με τον τρόπο αυτό θέλει να δείξει σ' όλους ότι δεν πρέπει να επιζητούμε τα πρωτεία. Μετά τη νίψη των ποδιών λέγει: «όποιος θέλει να είναι πρώτος, να είναι τελευταίος απ' όλους».
Πρώτα πήγε στον Ιούδα και μετά στό Πέτρο, ο οποίος ήταν ο πιο ορμητικός απ' όλους και στην αρχή σταματάει το Διδάσκαλο, αλλά ύστερα όταν τον έλεγξε, υποχωρεί με τη καρδιά του. Αφού έπλυνε τα πόδια όλων, πήρε τα ιμάτιά Του και ξανακάθησε.
Άρχισε κατόπιν να τους νουθετεί να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να μη επιζητούν το ποιός θα είναι πρώτος.Στη συνέχεια τους μίλησε για την προδοσία και επειδή θορυβήθηκαν, στρέφεται με ήρεμο τρόπο στον Ιωάννη και τον υπέδειξε.
Κατόπιν πήρε ψωμί στα χέρια Του και είπε: «Λάβετε φάγετε». Το ίδιο έκανε και με το ποτήρι του κρασιού λέγοντας: «Πιέστε απ' αυτό όλοι, γιατί αυτό είναι το αίμα Μου, της νέας Συμφωνίας. Αυτό να κάνετε για να Με θυμάστε». Μετά από αυτή τη στιγμή ο Ιούδας, μόλις έφαγε τον άρτο έφυγε και συμφώνησε με τους αρχιερείς να τους Τον παραδώσει.
Μετά το δείπνο βγήκαν όλοι στο όρος των Ελαιών, όπου ο Χριστός τους δίδαξε τα ανήκουστα και τελευταία μαθήματα και αρχίζει να λυπάται και να ανυπομονεί. Αναχωρεό μόνος Του και, γονατίζοντας, προσεύχεται εκτενώς. Από την πολλή αγωνία γίνεται ο ιδρώτας Του σαν σταγόνες πηχτού αίματος, οι οποίες έπεφταν στη γη. Μόλις συμπληρώνει την εναγώνια εκείνη προσευχή, φθάνει ο Ιούδας με ένοπλους στρατιώτες και πολύ όχλο και αφού χαιρετάει και φιλάει πονηρά το δάσκαλό Του, Τον παραδίδει.
Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και τον φέρνουν δέσμιο στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι μαθητές σκορπίζονται και ο θερμότερος των άλλων ο Πέτρος τον ακολούθησε ως την αρχιερατική αυλή και αρνείται και αυτός ότι είναι μαθητής Του.
Εν τω μεταξύ ο θείος διδάσκαλος παρουσιάζεται μπροστά στο παράνομο συνέδριο, εξετάζεται για τους μαθητές και τη διδασκαλία Του, εξορκίζεται στο Θεό για να πεί εάν Αυτός είναι πράγματι ο Χριστός και αφού είπε την αλήθεια, κρίνεται ως ένοχος θανάτου, επειδή τάχα βλασφήμησε. Από 'κει και πέρα τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χτυπάνε, τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο κατά τη διάρκεια όλης της νύχτας, ως το πρωϊ.
Απολυτίκιον:
Ήχος πλ. δ'.
Ότε οι ένδοξοι Μαθηταί, εν τω νιπτήρι του Δείπνου εφωτίζοντο, τότε Ιούδας ο δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας εσκοτίζετο, και ανόμοις κριταίς, σε τον δίκαιον Κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων εραστά, τον διά ταύτα αγχόνη χρησάμενον, φεύγε ακόρεστον ψυχήν την Διδασκάλω τοιαύτα τολμήσασαν. Ο περί πάντας αγαθός, Κύριε δόξα σοι.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Πολυκάστανο Βοΐου....Τα Έθιμα της Πασχαλιάς...Οι Τριοστές.

 


Ένα από τα σπάνια λατρευτικά δρώμενα, που τελούνταν κατά την περίοδο του Πάσχα, είναι και οι Τριοστες .Πρόκειται για μια ξύλινη χειροκίνητη κούνια με τέσσερα καθίσματα που ανεβοκατεβαίνουν με τη βοήθεια ενός ατόμου. Οι Τριοστές έχουν και γονιμικό χαρακτήρα <<κουνιόμαστε για να γίνουν τα στάχια - αλλά και αποτρεπτικό - για να φύγουν τα φίδια>>.
 Η Τριοστές επίσης είναι ένα είδος καθαρμού με ευεργετική επίδραση του αέρα στην υγεία του ανθρώπου.


Ο κύριος Αργυρόπουλος Παναγιώτης φιλόλογος -ερευνητής αναφέρει <<Το δρώμενο αυτό έχει άμεση σχέση με την «αιώρα» των Αθηναίων παρθένων κατά τη διάρκεια της εορτής των Ανθεστηρίων και θεωρείται κατάλοιπό τους .
Πρόκειται δηλαδή για ένα απλό παιχνίδι ή ψυχαγωγία των χωρικών, αλλά για μια συνήθεια όχι σπάνια σε πολλές αγροτικές εορτές, που είχε αρχικά μαγικό μάλλον χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην επίτευξη ευφορίας των καρπών και γονιμότητας των γυναικών>>

Οι Τριοστές στήνονταν συνήθως  στις γειτονιές των οικισμών ή στα προαύλια των εκκλησιών από ιδιώτες,  που τις θεωρούσαν έναν εύκολο τρόπο βιοπορισμού .

<<Το δρώμενο που είχε στην αρχή μαγικό και ευχετικό χαρακτήρα, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανάγκη των ανθρώπων για γονιμότητα της γης και για προσωπική ευτυχία και ευμάρεια.
Ο μαγικός και ευχετικός χαρακτήρας του δρωμένου επιβεβαιώνεται και από τα τραγούδια που το συνόδευαν και είχαν συγκεκριμένο περιεχόμενο, ανάλογο πάντα με το πρόσωπο που αιωρείτο και τις κρυφές του επιθυμίες. Για την νέα ανύπαντρη κοπέλα και τον ελεύθερο νέο η ευχή μέσω του τραγουδιού ήταν να καλοπαντρευτούν, ενώ για τις νιόπαντρες να γυρίσει σύντομα ο καλός τους από τα ξένα .>>
Γιατί κατά τη διάρκεια του δρωμένου συχνά τα κορίτσια άφηναν να φανεί κάποιο κρυφό χαμόγελο ή ένα γλυκό βλέμμα σε κάποιο συγκεκριμένο νεαρό και αν υπήρχε ανταπόκριση, οι γονείς της κοπέλας θα έστελναν στην οικογένεια του νεαρού την προξενήτρα. Έτσι, δικαιολογείται και το υπερβολικό στόλισμα των κοριτσιών, που για να εντυπωσιάσουν στολίζονταν με ό,τι πολυτιμότερο διέθεταν, όπως φλουριά, πεντόλιρα κ.ά.
 Στις Τριοστές το εισιτήριο ήταν ένα κόκκινο αυγό ή το αντίτιμό του σε χρήμα . 

 Το έθιμο αυτό όπως και  πολλά άλλα , έπαψαν να τελούνται και διασώζονται μόνο ως ευχάριστες αναμνήσεις στις διηγήσεις των γεροντότερων.
http://polikastano.blogspot.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ- "Ἁμαρτίας φάντασμα".


 Μικρά διηγήματα.


ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
“Πόσον καλὰ ἐταιριάζαμεν, ἐγὼ καὶ ἡ πτωχὴ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, συγγενής μου τοῦ ὀγδόου βαθμοῦ! Αὐστηρῶς ἐὰν κρίνω τὸν ἑαυτόν μου, εὑρίσκω, ὅτι δὲν ἤμην ἄξιος τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν εἰς ἐμὲ ἐδείκνυε. Μοῦ διηγεῖτο τοὺς πόνους της, τὰ βάσανα καὶ τοὺς καημούς της. Μοῦ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ δὲν ἐπεθύμει ποτὲ νὰ ὑπανδρευθῇ, ἀλλ᾽ οἱ γονεῖς της τὴν εἶχαν ὑπανδρεύσει. Θὰ ἐπροτιμοῦσε νὰ ἐγίνετο καλόγρια. Ἀλλὰ τώρα εἶχε κόρας ἐν ὥρᾳ γάμου καὶ υἱοὺς καὶ ἦτο σχεδὸν πεντηκοντοῦτις.
Τὴν ἑσπέραν τῆς Παρασκευῆς, 25 Σεπτεμβρίου, ὡδεύομεν ὁμοῦ ἀνὰ τὴν ἀμπελόφυτον πεδιάδα, ἀπερχόμενοι εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, μετόχιον τοῦ ἱεροῦ Κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἐτελεῖτο ἐκεῖ μικρὰ πανήγυρις. Ἔμελλε νὰ γίνῃ παννυχὶς ἀπὸ τῆς ἐνάτης ὥρας μέχρι τῆς τρίτης τοῦ ὄρθρου, εἶτα δέ, μετὰ δίωρον διάλειμμα, θὰ ἐτελεῖτο λειτουργία.
Δὲν εἴχομεν συμφωνήσει νὰ ὑπάγωμεν ὁμοῦ. Ἀλλὰ σχεδὸν πάντοτε, χωρὶς νὰ συνεννοηθῶμεν, ὁμοῦ ἐπηγαίναμεν. Οὐδ᾽ ἦτο αὕτη ἡ μόνη παννυχίς, εἰς τὴν ὁποίαν παρευρισκόμεθα. Εἰς τὰς 8 Σεπτεμβρίου, ὥραν 3ην μετὰ τὰ μεσάνυκτα, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὄρθρου, εἰς τὴν πανήγυριν τῆς Παναγίας τῆς Λιμνιᾶς, ἡ ἐξαδέλφη Μαχούλα κ᾽ ἐγώ, ὁμοῦ κατηρχόμεθα τὸ ὀλισθηρὸν λιθόστρωτον, τὸ ἀρχόμενον ἀπὸ τῆς μεγάλης οἰκίας τοῦ καπετὰν Νικόλα τοῦ Ματαρώνα καὶ φθάνον μέχρι τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς. Ἐνίοτε ἦτο σελήνη, συνήθως ὅμως ἦτο σκότος βαθύ. Ἀλλὰ τὸ μελιχρὸν φέγγος ἐπέχριε μόνον τὰς στέγας τῶν οἰκιῶν καὶ τὸ διενέμοντο, ὡς πενιχρὰν κληρονομίαν, τὰ δωμάτια, τὰ μπαλκόνια καὶ οἱ γάστρες τῶν ἀνθέων. Δι᾽ ἡμᾶς κάτω εἰς τὸ λιθόστρωτον δὲν ἔφθανε νὰ κατέλθῃ εὐμενὴς ἀκτίς.
Ὅθεν πολλάκις ἐγλιστροῦσα ἐγώ, προσπαθῶν νὰ κρατήσω τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν μὴ πέσῃ.
Ἦτον βαρεῖα καὶ παχεῖα, ὠχρὰ καὶ νοσώδης. Αἱ ἐγκυμοσύναι ἆρα τῆς εἶχον ἀφήσει τὸν ὄγκον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπαραμόρφωνε τὴν μέσην της *** καὶ ὄπισθέν μας ἤρχετο ἡ Ἀνδρεώλα ἡ Μπαρμπερού, γραῖα εὐλαβής, κρατοῦσα φανάριον. Παρεμπρός μας ἐφαίνετο ὄγκος τις ἀποφράττων τὸν στενὸν δρομίσκον. Ἡ γραῖα Δεσποινιὼ ἡ Μπλήχαινα, τῆς εἶχε σβήσει ὁ ἄνεμος τὸ ἀπόκερον, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ἀπὸ τὸ μανουάλι τῆς ἐκκλησίας, καὶ βυθισθεῖσα εἰς σκότος αἰφνίδιον, εἶχε ριζωθῆ ἐκεῖ, καταμεσῆς εἰς τὸν δρόμον, ἀδυνατοῦσα νὰ βαδίσῃ δεξιὰ ἢ ἀριστερά.
Μίαν ἀπ᾽ αὐτὰς τὰς νύκτας, τῆς 8ης Σεπτεμβρίου ―δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς τὰ πόσα ἦτον― μᾶς συνέβη, εἰς ἐμὲ καὶ τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν, παράδοξον μικρὸν συμβάν. Αὐτή, καίτοι εἰς τὴν καθ᾽ ἡμᾶς γενεὰν ἀνήκουσα, ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ στέργῃ καὶ νὰ θάλπῃ τὰ παλαιά. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ἦτον «πρωτινὴ» γυναίκα. Ἂν καὶ ἡ παραθαλασσία ἀγορὰ ἦτο ἔρημος, ἐπειδὴ δὲν νομίζεται καλὸν εἰς τὰς γυναῖκας νὰ διέρχωνται διὰ τῆς ἀγορᾶς, δὲν ἤθελε, καὶ νύκτα ἀκόμη, νὰ περάσῃ ἐκεῖθεν. Ἐπέμενε νὰ τὴν συνοδεύσω ἀπὸ τὸν μέσα δρόμον μέχρι τῆς οἰκίας της. Ἀφήσαμεν λοιπὸν τὴν ἄλλην συνοδίαν, καὶ ἐστράφημεν πρὸς τὸν μέσα δρόμον. Ἐκεῖ, καθὼς διηρχόμεθα κάτωθεν ἀπὸ ἕνα μπαλκόνι, ἄνωθεν τοῦ ὁποίου ἐφαίνοντο ἀσπρόρρουχα ἁπλωμένα, δὲν ἠξεύρω πῶς, μακρὰ χιονόλευκος σινδὼν ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὸ σχοινίον ἐφ᾽ οὗ ἐκρέματο· ἔπεσεν ἐπάνω εἰς τὰς κεφαλάς μας· ἡπλώθη εἰς τὰς ὠμοπλάτας μας, καὶ «μᾶς ἐκουκούλωσεν», ἤ, μᾶς ἐσαβάνωσε καὶ τοὺς δύο, ὡς νὰ τὴν ἥπλωσεν ἐπάνω μας ἀόρατος χείρ. Ἐγὼ ἀκουσίως ἐγέλασα, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐφάνη μᾶλλον κακὸς οἰωνός. Ἡ ἐξαδέλφη μου ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, κ᾽ ἐψιθύρισε:
― Τὴν ἴδια τύχη θὰ ἔχουμε… τὴν ἴδια τύχη!
*
* *
Τὴν χρονιὰν ἐκείνην ἐβαδίζομεν, ἑσπέραν Παρασκευῆς, εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Ἡ ψυχή μου ἦτο πάντοτε πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἂν καὶ τὸν πλεῖστον χρόνον ἀπεδήμουν σωματικῶς, καὶ ἐνθυμούμην κάποτε τὸν στίχον τοῦ Σκώτου ἀοιδοῦ: «Ἡ καρδιά μου εἶναι στὰ Ψηλώματα, ἡ καρδιά μου δὲν εἶν᾽ ἐδῶ».
Ἐπεράσαμεν τὴν ἀμμουδιάν, τὴν ὁποίαν φιλεῖ προσπαῖζον τὸ κῦμα, καὶ παρήλθομεν τοὺς Κήπους καὶ τὴν Λίμνην τὴν μαυρογάλανην. Εἶτα ἀφήσαμεν ὄπισθέν μας τὴν «Καλογερικιὰ Σαΐτα», μακρότατον ἀγρὸν οὕτω καλούμενον. Ἀκολούθως ἐφθάσαμεν εἰς τὰ διάφορα κτήματα τ᾽ Ἀβράμη, ὅπου ἐχρειάσθη νὰ κάμωμεν πολλὰς καμπὰς διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν δρόμον, ἐπειδὴ ὁ ἰδιοκτήτης εἶχε κηρύξει κοινωνιστικὸν δόγμα: «Ἐὰν ὁ γείτων μου εἶναι τεμπέλης, ἀνίκανος νὰ καλλιεργήσῃ τὸ κτῆμά του, δὲν ἁμαρτάνω ἂν τὸ καταπατήσω». Διήλθομεν τὰ μεγάλα χωράφια, τὰ ὁποῖα ἦσάν ποτε ἀμπέλια μοσχάτων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατεσκευάζετο τὸ περίφημον «Ἀλυπιακόν», τὸ δυνάμενον νὰ καλῆται οὕτω διττῶς· καὶ ἀπὸ τὸν κατασκευαστήν του Ἀλύπιον, καὶ διότι ἴσως καθίστα ἄλυπον τὸν βίον…
Τέλος, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Μετόχι. Ὁ ναΐσκος τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου κομψός, εὐωδίαζεν ἀπὸ τὸ τέμπλον τὸ κυπαρίσσινον καὶ ἀπὸ τὰ ἄνθη τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει ἡ Σουλτανιὼ ἡ Μάρκαινα, ἡ γραῖα Παντεχοὺ καὶ ἡ Κατερινιὼ τῆς Ἀλέξαινας καὶ δύο ἢ τρεῖς ἄλλαι εὐλαβητικαί, αἱ μόναι ἐλθοῦσαι. Ἀπὸ τὸ μοναστήριον τοῦ Εὐαγγελισμοῦ εἶχον κατέλθει ὁ παπα-Δανιὴλ καὶ Ἰωακεὶμ ὁ περιπλανώμενος, ὅστις καθ᾽ ὅλας σχεδὸν τὰς ἑορτὰς ἐπέστρεφεν εἰς τὸ μοναστήρι, καὶ ὁ γέρων Θεόκλητος, γεμᾶτος ἀπὸ νοστίμους ἰδιοτροπίας, πρὸς τὸν ὁποῖον τρὶς ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ φιλονικήσω ἐν καιρῷ τοῦ δείπνου.
Ἡ Μαχούλα ἀφοῦ ἐπροσκύνησε καὶ προσέφερε τὰ ἄνθη της, τὸ ἔλαιον καὶ τὸ θυμίαμά της, ἐκάθισεν εἰς μίαν ἄκραν ἔξω τοῦ ναΐσκου, μὲ τὸ καλάθιόν της καὶ τὸ μικρὸν κανατάκι της. Ἦτο παρὰ τὴν ρίζαν τῆς ἐλαίας, ἥτις μὲ τοὺς κλῶνάς της, βαρυφορτωμένους καρπόν, ἐσκίαζεν καὶ περιέστεφε τὴν θύραν τοῦ ναΐσκου, ἐνθυμίζουσα τὸν στίχον τοῦ προφητάνακτος: «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ».
Εἶχα διψήσει καὶ ἰδὼν τὸ μικρὸν ὑδροδοχεῖον, τὸ ὁποῖον ἵστατο πλησίον εἰς τὸ καλαθάκι τῆς Μαχούλας, ἐζήτησα νὰ πίω ἀλλὰ τὸ εὗρον κενόν.
― Νά, δὲν ἦρθε αὐτὸς ὁ Σταμάτης, μοῦ εἶπεν ἡ ἐξαδέλφη μου. Ποιὸς νὰ πάῃ ὣς τὴ βρύση νὰ τὸ γεμίσῃ;… Ἀπόστασα, καὶ δὲν μπορῶ…
Ὁ Σταμάτης ἦτο ὀρφανὸν παιδίον, πρόθυμον νὰ τρέχῃ εἰς ὑπηρεσίαν παντοῦ ὅπου ἐγίνοντο θρησκευτικαὶ ἐκδρομαὶ καὶ συνάξεις. Εἶχε τόσον ἔνθεον ζῆλον, ὥστε βλέπων τὴν εὐλάβειαν τῶν πιστῶν νὰ ἐκπίπτῃ, ἐθλίβετο τόσον, ὥστε ἀπεφάσισε νὰ βοηθήσῃ αὐτὸς τοὺς ἁγίους νὰ θαυματουργήσωσι. Καὶ μίαν φορὰν ἄλειψε μὲ λάδι ὅλας τὰς εἰκόνας τοῦ τέμπλου ἑνὸς ἐξωκκλησίου· ὅθεν διεδόθη, καὶ παρὰ πολλοῖς ἐπιστεύθη, ὅτι οἱ ἅγιοι «ἵδρωναν» ἢ ὅτι ἐδάκρυζαν ἴσως καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν ὠφελήθησαν ὄχι ὀλίγας προσφορὰς οἱ πτωχοὶ οἱ παπάδες τοῦ χωρίου μας. Ἦτο δὲ τότε ὁ Σταμάτης δωδεκαέτης.
Ἐκοίταξα νὰ ἴδω τὸν Σταμάτην, ἀλλὰ δὲν ἐφαίνετο πουθενά. Ἴσως ἦτο εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ἡ Μαχούλα ὄχι μόνον εἶχεν ἀποστάσει, καθὼς ἔλεγεν, ἀλλὰ θὰ ἐφοβεῖτο νὰ ὑπάγῃ. Ἡ βρύσις ἀπεῖχεν ὣς δέκα λεπτῶν τῆς ὥρας δρόμον, καὶ εὑρίσκετο μέσα εἰς ἓν βαθὺ ρεῦμα, ὅπου θὰ ἦτο σκότος ἤδη. Ὁ ἥλιος εἶχε δύσει καὶ ἦτο ἀμφιλύκη φθινοπώρου μελαγχολική.
Ἀπεφάσισα νὰ ἐκτελέσω ἐγὼ ἔργα «Σταμάτη». Ἔλαβα τὸ κανάτι κ᾽ ἐξεκίνησα.
― Ἀτός σου θὰ πᾷς;… Τουλόου σ᾽; ἔκραξεν ἡ Μαχούλα. Πῶς γένεται;
Ἐπεθύμουν νὰ ὑπάγω, καὶ διότι ἐδίψων, καὶ διότι ἤθελα νὰ προσφέρω ἐκδούλευσιν εἰς τὴν καλὴν καὶ συμπαθῆ ἐξαδέλφην μου.
―Ἡσύχασε, θὰ πάω, τῆς εἶπα· τώρα, σὲ λίγο ἔφτασα…
*
* *
Ἦτο μικρά, βαθεῖα ρεματιά, εἰς τὸ μέσον ἑνὸς ἐλαιῶνος κατέχοντος ὅλην τὴν κλιτὺν τοῦ λόφου δεξιόθεν καὶ ἑνὸς λεμονεῶνος τοιχογυρισμένου στολίζοντος τὸν κάμπον, ἀριστερόθεν. Καταρχὰς ἐβυθίζετο, κατήρχετο χαμηλὰ καὶ ἐχαράσσετο στενὸς δρομίσκος, μονοπάτι κρυπτὸν ἐν μέσῳ βάτων καὶ θάμνων. Ἀκολούθως ἀνηφόριζεν ἠρέμα καὶ ἀνήρχετό τις εἰς τὴν βρύσιν, ἥτις ἀνέβλυζεν ἔκ τινος τοίχου παλαιοῦ, μὲ μεγάλους πρασινισμένους καὶ μουσκλιασμένους* λίθους. Δύο πεζοῦλες ἢ πλίνθινα ἑδώλια ὑπῆρχον ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κρήνης, ἥτις εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ ὑψηλοτέρου μέρους τῆς ὅλης ρεματιᾶς.
Ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὸ βαθὺ ρεῦμα καὶ ἐπάτησα εἰς τὸ στενὸν μονοπάτι, τὸ φέρον πρὸς τὴν πηγήν, τότε ἤρχισα ν᾽ ἀναλογίζωμαι τί εἶχα κάμει, ἕως τότε δὲν εἶχα σκεφθῆ.
ᾘσθάνθην αἰφνίδιον φόβον. Ἀπὸ εἰκοσαετίας ἦτο ἡ πρώτη φορὰ καθ᾽ ἣν εἰσηρχόμην εἰς τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο, ὁλομόναχος, ἐν ὥρᾳ ἀμφιλύκης, καὶ ἐπικειμένης νυκτός…
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ἀνῆλθον πρὸς τὴν βρύσιν μὲ τρέμοντα γόνατα. Ἔκαμνα πολλοὺς σταυροὺς καὶ προσηυχόμην. Ἀλλ᾽ ἡ γλῶσσά μου ἐδεσμεύετο καὶ ὁ οὐρανίσκος μου ἐξηραίνετο. ᾘσθανόμην, ὅτι δὲν ἤμην ἄξιος νὰ ψιθυρίζω οὔτε ἐνδιαθέτως, οὔτε στοματικῶς τὰ ἱερὰ λόγια.
Ἔφθασα ἐν τοσούτῳ εἰς τὴν κρήνην. Ὅταν ἐδοκίμασα νὰ τοποθετήσω τὸ μικρὸν ἀγγεῖον κάτωθεν τοῦ κρουνοῦ διὰ νὰ γεμίσῃ, τοῦτο μοῦ ἔφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας. Ἐστάθη μοναχόν του ἐντὸς τῆς λεκάνης τοῦ νεροῦ καὶ δὲν ἐθραύσθη.
Ἄνωθεν τῆς κρήνης εἶδα, μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου, πρᾶγμά τι ἐναέριον νὰ ἵσταται. Δὲν εἶχε πυκνωθῆ ἀκόμη τὸ σκότος. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁρώμενον ἦτο τόσον μικρόν, ὥστε ἔφεγγεν οἱονεὶ εἰς τὴν μικρὰν κοιλάδα, ὡς τοπικὸν ἄστρον κατελθὸν τρόπον τινὰ διὰ νὰ φωτίσῃ βάθη ἀνάξια φωτός. Ἀλλ᾽ ὅμως τὸ λευκὸν ἐκεῖνο πρᾶγμα ἔσυρεν ἐπάνω του, ἢ ἐσύρετο ἐπ᾽ αὐτοῦ μέγα μαυράδιον, μελανώτερον καὶ ἀπὸ τὴν πίσσαν, μελανώτερον καὶ ἀπὸ τὸ σκότος, ἐξελθὸν ἀπὸ τὸ σκότος τὸ ἐσώτερον τῆς συνειδήσεως καὶ προωρισμένον νὰ ὑπάγῃ τὸ ταχύτερον νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, τῆς γεέννης. Βαθεῖαν, ἀπερίγραπτον κηλῖδα, μέγα καὶ ἀμέτρητον μαύρισμα ἐπὶ τοῦ ἁγνοῦ, τοῦ χιονολεύκου, εἶχε προσκολληθῆ τὸ καταμέλανον. Τὸ ὅραμα ἦτο διπλοῦν. Ἐπάνω εἰς τὸ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, τὸ λευκὸν κρίνον τῶν κοιλάδων, εἶχε κολλήσει ἡ ἀπεχθὴς κάμπη.
Τὸ λευκὸν ὡμοίαζε μὲ χιτῶνα πάλλευκον, μὲ ἄσπιλον ἐσθῆτα παιδίσκης δεκαπενταέτιδος. Τὸ μαῦρον ὡμοίαζε μὲ ἁμαρτίας φάντασμα.
Θεέ μου! καὶ ἡ κάμπη ἐκείνη τίς ἦτο; Ἀληθεύει ὅτι ἀποτροπιάζεται ἡ φεύγουσα ψυχή, βλέπουσα τὸ φθαρτόν, σκωληκόβρωτον σκῆνός της; Καὶ τὸ ἄσπιλον ἐκεῖνο ἀρνίον, τὸ θεόπλαστον σκήνωμα, τῆς βασκανίας τὸ θῦμα, ἐκοιμᾶτο ἀπὸ εἰκοσαετίας εἰς τὸ κοιμητήριον τῶν θανόντων.
Ναί· εἶχον περιβάλει μὲ στέφανον παρθενικὸν ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης τὴν ξανθὴν κεφαλήν της. Ἀλλ᾽ ὁ στέφανος ἐκεῖνος εἶχε γίνει ἀκάνθινος στέφανος. Καὶ αἱ ρίζαι τῶν ἀνθέων εἰσέδυον ὡς ἄκανθαι εἰς τὸν λευκὸν χρῶτά της.
Ὤ, ἡ ζωή της ἦτο ὄνειρον καὶ αὐτὴ ὑπῆρξέ ποτε «μάννα ζωῆς, δρόσος γλυκασμοῦ, μέλι τὸ ἐκ πέτρας». Καὶ ἡ κάμπη ἡ δύσμορφος εἶχε φθείρει τὸ ἄσπιλον, τὸ ἠθικὸν κάλλος της.
Φεῦ! διατί ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν λόχμην, τὴν ποικίλην καὶ πολύχρωμον καὶ ἀνθοφοροῦσαν νὰ ἐξέρχωνται ἄκανθαι, συρίζουσαι γλῶσσαι, ἔχιδναι; Καὶ πῶς ἠλλοιώθη τὸ κάλλος τῆς φύσεως, καὶ τὸ μιαρὸν πνεῦμα εἰσέβαλεν εἰς τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος ἐπεθεώρησε «καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν;»… Πόθεν τὸ κράτος τῆς ἁμαρτίας;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ὤ, φρίκη, καὶ πόνος ἀνεκλάλητος! Εἶδα, εἶδα τὸ παρελθόν μου μὲ τοὺς ἰδίους μου ὀφθαλμούς, τὸ εἶδα ὡς μαῦρον φάντασμα. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ ἡ καρδία μου θὰ ἔπαυε νὰ πάλλῃ. ᾘσθάνθην βαθεῖαν συντριβήν· τὸ φάσμα τὸ ἴδιον μ᾽ εὐσπλαγχνίσθη, καὶ ταχέως ἔγινεν ἄφαντον.
Ἔλαβα τὸ ἀγγεῖον μὲ τὸ ὕδωρ, καὶ κατῆλθον μὲ βήματα βραδέα, τύπτων τὰ στήθη, καὶ ψιθυρίζων. «Ἁμαρτίας νεότητός μου καὶ ἀγνοίας μου μὴ μνησθῇς, Κύριε…»”
Τ᾽ ἀνωτέρω συνηρμολογήθησαν ἐκ παλαιῶν ἀτάκτων σημειώσεων τεθνεῶτος ἀτυχοῦς φίλου.
(Διὰ τὴν ἀντιγραφὴν)
(1900)
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/313-03-22-amartias-fantasma-1900

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα