Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 31ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  31ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΥΠΑΤΙΟΣ επίσκοπος Γαγγρών

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ ο Ομολογητής, επίσκοπος Μελιτηνής

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΥΔΑΣ επίσκοπος, οι μαζί μ' αύτόν ΕΝΝΕΑ Μάρτυρες και άλλοι πολλοί ΑΓΙΟΙ, πού μαρτύρησαν στην Περσία.

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑ ΟΚΤΩ (38) ΜΑΡΤΥΡΕΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ο Θαυματουργός

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ πού μαρτύρησε στην Κρήτη

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΝΑΣ Μητροπολίτης πασών των Ρωσιών

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΙΝΝΟΚΕΝΤΙΟΣ ΒΕΝΙΑΜΙΝΩΦ Μητροπολίτης, Μέγας Ιεραπόστολος Αλάσκας

 

Αναλυτικά

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΥΠΑΤΙΟΣ επίσκοπος Γαγγρών
Ό Ύπάτιος ήταν μορφή από εκείνες πού δόξασαν την Εκκλησία στους πρώτους αιώνες της και αγωνίσθηκαν για το θρίαμβο του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας. Ήταν επίσκοπος Γαγγρών στα χρόνια του Μεγ. Κων/νου και συμμετείχε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, κατά της πλάνης του Αρείου. Στο ποιμαντικό του έργο, έξακολούθησε να διδάσκει και να καθοδηγεί το ποίμνιο του, αλλά κυρίως αντιμαχόταν τις αιρέσεις, και ιδιαίτερα την αίρεση των Ναυτιανών. Ή επιτυχία με την οποία καταπολεμούσε τους Ναυτιανούς, ξεσήκωσε τα άγρια πάθη τους και ζητούσαν την εξόντωση του. Τότε, οι προβατόσχημοι αυτοί λύκοι με δόλιο τρόπο, αφού χρησιμοποίησαν σαν όργανα αχρείους ειδωλολάτρες, στην κατάλληλη ευκαιρία, σε μια κρημνώδη περιοχή, με ρόπαλα, μαχαίρια και ξύλα, χτύπησαν τον Ύπάτιο μέχρι θανάτου. Έτσι, αποδήμησε άπ' αυτή τη ζωή, με τον τρόπο πού αποδήμησαν οι περισσότεροι Άγιοι της Εκκλησίας μας: "Έλιθάσθησαν, έπρίσθησαν, έπειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας άπέθανον"1. Δηλαδή, λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, δοκίμασαν πολλούς πειρασμούς, πέθαναν με θάνατο από μαχαίρι. 'Αλλά σημασία έχει ότι στο τέλος το αποτέλεσμα ήταν ή περίτρανη νίκη τους.

1. προς Έ6ραίους, ια' 37.


Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Όσίως ιέρευσας, τω επί πάντων Θεώ, και πρόεδρος ένθεος, της Εκκλησίας Γαγγρών, έδείχθης Υπάτιε' Όθεν θαυματουργίαις, διαλάμπων ποικίλαις, σύνθρονον τω Τεκόντι, τόν Υίόν ώμολώγεις, δι' όν και χαίρων ήθλησας, Ιερομάρτυς ένδοξε.


Ο ΟΣΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ ο Ομολογητής. επίσκοπος Μελιτηνής
Έζησε τον πέμπτο αιώνα μ.Χ. περίπου το 431. Διακρινόταν πολύ για τίς αρετές του, την παιδεία του και τον ορθόδοξο ζήλο του. Όταν τάραξε την Εκκλησία ή αίρεση του Πατριάρχη Κων/πολης Νεστόριου, ο Άκάκιος διακρίθηκε για την επιμελημένη και συστηματική εργασία του, για την προφύλαξη του ποιμνίου του άπ' αυτή την αιρετική πλάνη. Επιθυμώντας μάλιστα να προσβάλει αυτή ευρύτερα και να συντελέσει στη γενική απόκρουση της από την Εκκλησία, έγραψε κατά του Νεστορίου. ο 'Ακάκιος ήταν και ικανότατος ομιλητής και διδάσκάλος του λάου. Σώζεται δε μια ομιλία του, ή οποία έξεφωνήθη στην Έφεσο. ο δε Σ. Εύστρατιάδης, ισχυρίζεται ότι υπήρξε και 'Ακάκιος Β' επίσκοπος Μελιτηνής και τοποθετεί τη γιορτή του στίς 18 Απριλίου.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΥΔΑΣ επίσκοπος, οι μαζί μ' αύτόν ΕΝΝΕΑ Μάρτυρες και άλλοι πολλοί ΑΓΙΟΙ, πού μαρτύρησαν στην Περσία.
Ό άγιος ίερομάρτυρας Αύδάς, ο επίσκοπος της Περσίας και οι μαζί μ1 αυτόν έορταζόμενοι Άγιοι Μάρτυρες ήταν στα χρόνια του βασιλιά των Ρωμαίων Θεοδοσίου του Μικρού (408-450) και Ίσδιγέρδου του βασιλιά των Περσών (399-420). Το έτος 412 ο Ίσδιγέρδης κίνησε σκληρό διωγμό κατά των Χριστιανών, με την έξης αφορμή. ο Αυδάς, πού ήταν στολισμένος με πολλά είδη αρετών, από ιερή αγανάκτηση, γκρέμισε τον ναό, στον όποιο οι Πέρσες λάτρευαν τη φωτιά. Όταν το έμαθε αυτό ο βασιλιάς από τους μάγους, έστειλε και έφεραν μπροστά του τον Αύδά. Στην αρχή κατηγόρησε με ήπιότητα την πράξη του και τον πρόσταξε να ξανακτίσει τον ναό. ο Αυδάς αρνήθηκε. Τότε ο Ίσδιγέρδης γκρέμισε όλες τίς εκκλησίες των χριστιανών και θανάτωσε τον Αύδά μαζί με άλλους εννιά προκρίτους χριστιανούς. Μετά 30 χρόνια, κινήθηκε νέος διωγμός κατά των χριστιανών, όπου πολλοί Άγιοι θυσιάστηκαν στο βωμό της αληθινής πίστης. Όπως λ.χ. ο ευγενικής καταγωγής Όρμίσδης, ο διάκονος Βενιαμίν ο μεγαλομάρτυρας κ.ά. Όλων αυτών, πού αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν κατά τον διωγμό αυτό, όρισε μνήμη τιμητική ή αγία μας Εκκλησία μαζί μ' αύτη του Επισκόπου Αύδά, για να δείξει, ότι γνωστοί και άγνωστοι στους ανθρώπους ήρωες της πίστης, έχουν κοινή τιμή στον ουρανό και κοινά θα απολαύσουν τα στεφάνια των μεγάλων αγώνων και της αθάνατης δόξας τους. (Να σημειώσουμε εδώ, ότι ή μνήμη του Αγ. Αύδά, επαναλαμβάνεται - 
σαν Άβδαΐος - και την 5η Σεπτεμθρίου).


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ
Μαρτύρησε αφού τον έσυραν γυμνό, πάνω σε αιχμηρές πέτρες. [Στόν Λαυριωτικό Κώδικα 170 ή μνήμη του φέρεται κοινή μετά του Αγ. Σαβίνου (βλ. 16 Μαρτίου) την 28η Μαρτίου].


Ο ΟΣΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ
Γεννήθηκε στην πόλη του Αμορίου και απεβίωσε ειρηνικά.

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑ ΟΚΤΩ (38) ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ήταν όλοι συγγενείς μεταξύ τους και μαρτύρησαν δια ξίφους.


Ο ΟΣΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ο Θαυματουργός
Απεβίωσε ειρηνικά. ("Ορισμένα Μηνολόγια, τοποθετούν τη μνήμη του και την 28η Δεκεμβρίου).


Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ πού μαρτύρησε στην Κρήτη
Άγνωστος στους Συναξαριστές. Τη μνήμη του βρίσκουμε στον Παρισινό Κώδικα 1575 και στους Λαυριωτικούς Η 76, Δ 25 και Δ 45, οπού υπάρχει και πλήρης ακολουθία του.


Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΝΑΣ Μητροπολίτης πασών των Ρωσιών
Γνωστός στη ρωσική Εκκλησία, άγνωστος στους Συναξαριστές. Είναι για τους Ρώσους ό,τι είναι για μας ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (1375-1461). Την ακολουθία του συνέταξε ο Ιεροδιάκονος Θεόφιλος Πασχαλίδης και την εξέδωσε στην Πετρούπολη το 1897.


Ο ΟΣΙΟΣ ΙΝΝΟΚΕΝΤΙΟΣ ΒΕΝΙΑΜΙΝΩΦ Μητροπολίτης, Μέγας Ιεραπόστολος Αλάσκας
Λεπτομέρειες για τη ζωή αυτού του αγίου της "Ορθοδοξίας, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο "ΑΛΑΣΚΑ-Όρθόδοξο Συναξάρι" του Γεωργίου Ε. Πιπεράκη, των εκδόσεων "ΠΑΡΟΥΣΙΑ".

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τρίτη 31/3

 

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τρίτη 31/3

Επιδείνωση του καιρού στα δυτικά, βόρεια και ανατολικά τμήματα της χώρας με βροχές και τοπικά έντονες καταιγίδες. Μικρή πτώση της θερμοκρασίας. Άνεμοι νότιων διευθύνσεων με εντάσεις έως 5 μποφόρ στο Αιγαίο και 6 στο Ιόνιο.

Πιο αναλυτικά, την Τρίτη 31 Μαρτίου αρχικά αναμένονται βροχές στη Δυτική Ελλάδα και στα Επτάνησα, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, και τοπικά στα ορεινά της Κρήτης. Στη συνέχεια, θα επεκταθούν στα κεντρικά τμήματα της χώρας, κυρίως στη Θεσσαλία, στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, και τοπικά στη Στερεά Ελλάδα και στην Εύβοια. Καταιγίδες θα εκδηλωθούν κυρίως στα δυτικά, στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, στη Θράκη και νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίο. Τα φαινόμενα τοπικά θα είναι έντονα, ενώ υπάρχει πιθανότητα για εκδήλωση χαλαζοπτώσεων στα Επτάνησα, στα δυτικά ηπειρωτικά, στην Ανατολική Μακεδονία, στη Θράκη και στο Βορειοανατολικό Αιγαίο. Πιθανότητα για λίγες χιονοπτώσεις στα ορεινά της κεντρική χώρας.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία 0 έως 14 βαθμούς, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 1 έως 17, στην Ήπειρο από 1 έως 13 βαθμούς, στα κεντρικά ηπειρωτικά από 1 έως 18, στην Πελοπόνησσο από 2 έως 16 βαθμούς, στα Επτάνησα από 7 έως 15, στα νησιά του Βόρειου και Βορειοανατολικού Αιγαίου από 7 έως 16 βαθμούς και στα υπόλοιπα νησιωτικά τμήματα του Αιγαίου και στην Κρήτη από 5 έως 16 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι στο Αιγαίο θα πνέουν από νότιες και νοτιοδυτικές διευθύνσεις με εντάσεις 4-5 μποφόρ. Στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν νωρίς το πρωί από δυτικές διευθύνσεις με εντάσεις 4-5 μποφόρ, ενώ στη συνέχεια θα στραφούν σε νότιους με εντάσεις έως 6 μποφόρ.

Στην Αττικής αναμένονται παροδικά αυξημένες νεφώσεις με πιθανότητα τοπικών βροχών τις απογευματινές ώρες στα δυτικά. Οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά δυτικοί με εντάσεις 2-3 μποφόρ, ενώ από το μεσημέρι θα στραφούν σε νότιοι έως 5 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 6 έως 17 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη αναμένονται νεφώσεις με παροδικές βροχές από τις απογευματινές ώρες. Οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από βόρειες και βορειοανατολικές διευθύνσεις με εντάσεις 2-3 μποφόρ, αλλά στη συνέχεια θα στραφούν από νότιες και νοτιοανατολικές διευθύνσεις 2-3 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 7 έως 18 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ- "Ἡ Φαρμακολύτρια".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
“… Τὴν νύκτα ἐκείνην εἶχον ἀναβῆ καὶ πάλιν εἰς τὸ βουνὸν διὰ νὰ συναντήσω τὴν ἐξαδέλφην Μαχούλαν. Τὴν ἀλήθειαν νὰ εἴπω, δὲν ἤξευρα μετὰ βεβαιότητος ὅτι ἔμελλον νὰ τὴν συναντήσω, ἀλλ᾽ ἠλαυνόμην ἀπὸ τὸ πάθος, ἔφερα τὰ βήματά μου εἰς προσκύνησιν, καὶ ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην ν᾽ ἀναζωπυρήσω ἀρχαίας ἀναμνήσεις.
Ἦτον ἡ τελευταία φορὰ ὁποὺ θὰ ἔβλεπα εἰς τὰ ἐρημικὰ ἐκεῖνα μέρη τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν. Τὴν πρώτην φοράν, πρὸ ἐτῶν εἴκοσι, τὴν εἶχα συναντήσει εἰς τὸ βάθος δρυμῶνος, πλησίον ἀρχαίου παμμεγέθους σηκοῦ ἢ τεμένους ἐκ γιγαντιαίων μαρμάρων, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ ἦτο ναὸς τῶν θεῶν, τῆς πρὸ τοῦ Προμηθέως ἐποχῆς. Σύρριζα εἰς τὸ παράδοξον ἐκεῖνο κτίριον, τὸ προβάλλον ὡς πρόσωπον Σφιγγὸς τὴν πρόσοψίν του τὴν γριφώδη, ἦτο ἓν μεταγενέστερον πενιχρὸν παρεκκλήσιον, τιμώμενον ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀναστασίας. Ἐκεῖ εἶχα συναντήσει πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν.
Περὶ τὰ τέλη τοῦ φθινοπώρου εἶχεν ὑπάγει ὁμοῦ μὲ ἕνα παπάν, διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸν ναΐσκον. Εἶτα ἀφοῦ ἀπέλυσεν ἡ λειτουργία, ὁ παπὰς ἔπιε τὸν καφὲν καὶ τὴν ρακήν του, ἔξωθεν ἀκριβῶς τῆς θύρας τοῦ ναΐσκου, εἰς τὸ ὕπαιθρον, πλησίον τῆς φωτιᾶς τῆς ἀναμμένης διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ θυμιατηρίου, καὶ διὰ τὸ ζέον, ἀπεχαιρέτισε τὴν γυναῖκα καὶ ἀπῆλθεν. Ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα ἔμεινε, μαζὶ μὲ τὴν μικρὰν ἑπταετῆ παιδίσκην της, καὶ μὲ δύο ἄλλας γυναῖκας, γειτόνισσές της, αἱ ὁποῖαι τὴν εἶχον συνοδεύσει εἰς τὴν ἐκδρομήν. Αὗται περιήρχοντο εἰς τοὺς λοφίσκους καὶ εἰς τὰ ρεύματα, εἰς τὰ πέριξ τοῦ ναοῦ, συλλέγουσαι ἀγριολάχανα καὶ μανιτάρια. Ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, ἰδοὺ τί ἔκαμεν.
Αὕτη ἤναψεν ἑπτὰ κηρία εἰς τὰ δύο μανουάλια τοῦ ναΐσκου, ἐμπρὸς εἰς τὰς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τοῦ Προδρόμου, καὶ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἐφαίνετο, ὅτι ἤθελε μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ παπᾶ, νὰ τελέσῃ αὐτὴ νέαν λειτουργίαν, πλέον μυστηριώδη. Ἀφοῦ ἤναψε τὰ ἑπτὰ κηρία, ἔβγαλεν ἀπὸ τὸ παμμέγιστον καλάθιόν της μακρότατον, ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν ὀργυιάς, λεπτὸν σχοινίον, ὁλοκίτρινον, εὐωδιάζον, κηρόπλαστον. Ἦτο γιγαντιαῖον φιτίλιον βαμβακερόν, τὸ ὁποῖον εἶχε κλώσει ὅλον μὲ τὰς χεῖράς της, καὶ μὲ τὰς χεῖράς της τὸ εἶχε περιβάλει μὲ μελικήριον πρόσφατον.
Τοῦτο λοιπὸν τὸ τεράστιον κηρίον τὸ ἔδεσεν ἀπὸ τὴν κρικέλλαν τῆς παλαιᾶς σαρακωμένης θύρας τοῦ ναοῦ, εἶτα ἤρχισε νὰ τὸ ἑλκύῃ, καὶ νὰ τὸ ἐκτυλίσσῃ κατ᾽ ὀλίγον ἀπὸ τὸ καλάθιον, ὅπου τὸ εἶχε τυλιγμένον εἰς ἔντεχνον καὶ εὐδιάλυτον κουβάριον, καὶ παραπορευομένη ἐξωτερικῶς τὸν τοῖχον τοῦ ναΐσκου, νὰ τὸ προσαρμόζῃ σύρριζα εἰς τὸν τοῖχον, πρῶτον εἰς τὸ ἥμισυ πλάτος τοῦ δυτικοῦ τοίχου, μέχρι τῆς γωνίας τῆς μεσημβρινοδυτικῆς, εἶτα καθ᾽ ὅλον τὸ μῆκος τοῦ μεσημβρινοῦ τοίχου, εἶτα μετὰ τὴν καμπὴν τῆς γωνίας τῆς νοτιανατολικῆς, ἀνὰ τὸν τοῖχον τοῦ πλάτους τὸν ἀνατολικόν, μεθ᾽ ὅλης τῆς καμπύλης τὴν ὁποίαν ἐσχημάτιζεν ἡ χηβάδα τοῦ θυσιαστηρίου, εἶτα ἔκαμψε τὴν ἀριστερὰν γωνίαν, παρεπορεύθη τὸν βορεινὸν τοῖχον, καὶ διὰ τῆς γωνίας τῆς βορειοδυτικῆς ἐπέστρεψε πάλιν εἰς τὴν θύραν τοῦ ναΐσκου. Κατόπιν πάλιν ἔφερε νέαν γύραν, ἀπαράλλακτα ὅπως τὴν πρώτην, καὶ προσήρμοσε τὸ νέον ἔμβολον τοῦ κηρωμένου νήματος, παραλλήλως καὶ ἐγγύτατα ὑπὸ τὸ πρῶτον. Εἶτα τὴν τρίτην γύραν καὶ τετάρτην, καὶ καθεξῆς, μέχρι τῆς ἑβδόμης.
Ἑπτάκις ἔκαμε τὸν γῦρον τοῦ κτιρίου, καὶ μὲ ἑπτὰ ἔμβολα κηρωμένου νήματος περιέζωσεν, ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα, ὅλον τὸν ναΐσκον.
Καὶ αἱ γυναῖκες, αἱ ἐπιστρέψασαι ἄρτι μὲ τὰ καλάθια πλήρη ἐκ βοτάνων καὶ ἀμανιτῶν, ἔκαμνον τὸν σταυρόν των, καὶ τὴν ηὔχοντο λέγουσαι:
― Ἂς δείξῃ ἡ Φαρμακολύτρα τὸ θάμα της! Βοήθειά σου!…
*
* *
Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Φαρμακολύτρια εἶν᾽ ἐκείνη, ἥτις χαλνᾷ τὰ μάγια, ἤτοι λύει πᾶσαν γοητείαν καὶ μεθοδείαν πονηρὰν ὑπ᾽ ἐχθρῶν γινομένην. Εἰς ἐμέ, παρευρεθέντα κατὰ τύχην ἐκεῖ, τὸ πρᾶγμα ἐφαίνετο παράξενον, ὅσον ἤθελε φανῆ εἰς μαθητὴν τῆς γ´ τάξεως ἐπαρχιακοῦ γυμνασίου, δραπετεύσαντα ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν μαθημάτων, εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους. Ἀλλ᾽ ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα ἤξευρε τί ἔκαμνεν.
Ἕνα υἱόν, μονάκριβον, τὸν εἶχε. Καὶ εἶχε τέσσαρας κόρας μικράς, τῶν ὁποίων ἡ μεγαλυτέρα ἦτον ἤδη δεκαὲξ χρόνων. Καὶ ὁ υἱός της, πρωτότοκος, ἤγγιζεν ἤδη τὸ εἰκοστὸν ἔτος. Καὶ ἤδη ἔχανε τὸν νοῦν του κ᾽ ἐζητοῦσε νὰ νυμφευθῇ.
Τοῦ εἶχαν κάμει μάγια, αἱ γυναῖκες, ἀπὸ τὸν Πέρα Μαχαλάν. Καὶ τοῦ εἶχαν σηκώσει τὰ μυαλά του. Ποῖος ἠξεύρει τί μαγγανείας τοῦ ἔκαμαν, καὶ τί τοῦ ἔδωκαν νὰ πίῃ. Ἐγνώριζαν ἐκεῖναι ἀπὸ μαγείας…
Κι ἀγάπησε μίαν κόρην, ἥτις ἦτον μεγαλυτέρα ἀπ᾽ αὐτὸν στὰ χρόνια, καὶ ἤθελε νὰ τὴν λάβῃ σύζυγον.
«Ἢ θὰ τὴν πάρω, μάννα, ἢ θὰ σκοτωθῶ». Τὸ εἶχε πάρει κατάκαρδα. Ἦτον «ἐρωτοχτυπημένος». Τώρα, τί νὰ κάμῃ ἡ ἐξαδέλφη μου Μαχούλα; Ν᾽ ἀφήσῃ τὸν υἱόν της νὰ ἐμβῇ στὰ βάσανα, τόσον νέος, κι αὐτὴ νὰ ἔχῃ τέσσαρας κόρας ἀνυπάνδρους, νὰ τὰς καμαρώνῃ; Καὶ ποιὸς γονιὸς τὸ δέχεται, αὐτό;
Λοιπὸν ἔπεσε στὰ θεοτικὰ πράγματα. Ἔκαμε λειτουργίας πολλάς, καὶ ἁγιασμούς, καὶ παρακλήσεις. Ἐπῆρε τὰ ροῦχα τοῦ γυιοῦ της, καὶ τὰ ἔβαλε νὰ λειτουργηθοῦν ὑπὸ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν. Ἐπαίδευσε τὸν ἑαυτόν της μὲ πολλὰς νηστείας, ἀγρυπνίας, καὶ γονυκλισίας.
Τελευταῖον προσέφυγεν εἰς τὴν χάριν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας. Αὕτη εἶχε παρὰ Θεοῦ τὸ χάρισμα νὰ διαλύῃ τὰς μαγείας καὶ γοητείας. Ἐπῆγε, τὴν ἐλειτούργησεν, ἔζωσε τὸν ναόν της ἑπτὰ φοράς (τελοῦσα μόνη της ἰδιαιτέραν λειτουργίαν περιπαθῆ ἐκ μητρικῆς στοργῆς) μὲ κηρίον ἑκατονταόργυιον, τὸ ὁποῖον ἡ ἰδία εἶχε παρασκευάσει μὲ τὰς χεῖράς της, καὶ παρεκάλει τὴν Ἁγίαν νὰ χαλάσῃ τὰ μάγια, νὰ ἔλθῃ στὸν νοῦν του ὁ υἱός της, ὁ ἐρωτοχτυπημένος καὶ ποτισμένος ἀπὸ κακὰς μαγγανείας, καὶ νὰ μὴ χάνῃ τὰ μυαλά του ἄδικα…
*
* *
Ὅλ᾽ αὐτὰ τ᾽ ἀνεπόλουν καὶ τ᾽ ἀναπαρίστων μὲ τὸν νοῦν μου, ὡς νὰ εἶχαν συμβῆ χθές, καὶ εἶχαν παρέλθει ἤδη περισσότερα τῶν εἴκοσιν ἐτῶν ἀπὸ τότε. Εἶχον ἐξέλθει τῆς πολίχνης ἅμα τῇ δύσει τοῦ ἡλίου, καὶ εἶχον πορευθῆ μὲ τὴν ἀμφιλύκην ἕως τοῦ Δράκου τὸ ρέμα, ἐκεῖ ὁπόθεν ἀρχίζει ὁ ὑψηλός, κάθετος ἀνήφορος τοῦ Βαραντᾶ. Ἡ σελήνη δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη, ἐπειδὴ ἦτο δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας μετὰ τὴν πανσέληνον. Μέσα εἰς τὸ ρέμα, βαθιὰ κάτω, ἀντήχει ὁ ρόχθος τοῦ χειμάρρου, τοῦ σχηματιζομένου ἀπὸ τὰς χιόνας τὰς λυομένας. Καὶ εἷς ὑψηλὸς μαῦρος βράχος ἵστατο ἀπέναντί μου, μυστηριώδης εἰς τὸ σκότος.
Ἦτο κατὰ Μάρτιον μῆνα. Ὁ χείμαρρος ἐρρόχθει, ἔβρυχε, καὶ κατεφέρετο μετὰ κρότου, κ᾽ ἐκυλίετο σχηματίζων δύο καταρράκτας, κυρίαρχος εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός. Ὁ κρότος ἐκεῖνος ἐνέσπειρε φόβον εἰς τὴν ψυχήν μου, ἥτις ἀνεγνώριζε παρ᾽ ἑαυτῇ ὁμοιότητα μὲ τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο. Ἐδεσπόζετο ὅλη ἀπὸ ἓν ὕπουλον πάθος, καθὼς τὸ βαθὺ ρεῦμα καὶ ἡ σιγὴ τῆς νυκτὸς ἐδεσπόζοντο ἀπὸ ἕνα δοῦπον ὑπόκωφον.
Μετὰ δυσκολίας διέκρινα τὸ μονοπάτι τὸ χαρασσόμενον ἀνὰ μέσον βρύων καὶ θάμνων πυκνῶν. Εἶτα, ἀντικρύ μου, εἰς τὴν κλιτὺν τὴν κρημνώδη, ἤρχισα νὰ βλέπω μίαν ἀνταύγειαν. Αἱ πρῶται ἀκτῖνες τῆς σελήνης ἐπηργύρωνον τὰς κορυφὰς τῶν δένδρων. Ἔφθασα εἰς τὴν βάσιν τοῦ ὄρους, καὶ ἤρχισα ν᾽ ἀνέρχωμαι τὸν ἀνήφορον. Ἀφοῦ ἀνέβην ὑπὲρ τὰ δισχίλια βήματα, σπεύδων καὶ ἀσθμαίνων, εἶδα πέραν ἀντικρὺ τὴν σελήνην, ἐκεῖθεν τοῦ συνδένδρου λόφου τοῦ κρύπτοντος ὄπισθέν μου τὸν ὁρίζοντα, εἶδα τὴν σελήνην ἀπαλλαγεῖσαν τῆς λοφιᾶς τοῦ ἀντικρινοῦ, μεμακρυσμένου βουνοῦ, ὅπου ἐπί τινα λεπτὰ ἐφαίνετο ὡς νὰ εἶχε βάλει φωτιὰν εἰς ἓν δένδρον μεμονωμένον, ὄρθιον ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὑψηλοῦ λόφου, τοῦ φράσσοντος τὸν λιμένα· τὸ δένδρον ἐφαίνετο ὡς νὰ καίεται· εἶτα ἡ Ἑκάτη, ἀφήσασα τὸ δένδρον μαῦρον καὶ σκοτεινὸν ἀπόκαυμα, ἀνῆλθε βραδεῖα, ἐν ἀγλαΐᾳ καὶ ἀποθεώσει φαεινῇ, ὕπερθεν τῆς λοφιᾶς τοῦ ὄρους.
Μετὰ ὥραν ἔφθασα εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, εἶτα ὥδευσα ἐπὶ τοῦ ὀροπεδίου, ἐν παμφαεῖ σελήνῃ. Εἶτα ἔφθασα εἰς τὴν ἀντίθετον κλιτύν, ὅπου πάλιν εὗρον σκιὰς καὶ σύνδενδρα μέρη καὶ φόβητρα ἐμπρός μου. Ἐκεῖ παρακάτω ἦτον ἡ μικρὰ ἔπαυλις τοῦ Γιάννη τοῦ Στόγιου, ἀγρότου ἁπλοϊκοῦ φίλου μου. Ὑπερέβην τὸν χαμηλὸν φράκτην, εἰσῆλθον εἰς τὴν αὐλὴν κ᾽ ἔκρουσα τὴν θύραν.
Ὁ Στόγιος δὲν εἶχε κοιμηθῆ ἀκόμη, φῶς ἔλαμπε διὰ τοῦ φεγγίτου. Τὸν ἐκάλεσα ὀνομαστί. Ἐγνώρισε τὴν φωνήν μου, καὶ ἐλθὼν μοῦ ἤνοιξε. Μοὶ παρέσχε πρόθυμον ξενίαν καὶ στέγην.
Ἐγὼ ἐντούτοις δὲν ἤξευρα διατί εἶχα κρούσει τὴν θύραν του, ἀφοῦ δὲν εἶχα ὕπνον οὔτε νυσταγμόν. Ἀφοῦ ἐκεῖνος ἀπεκοιμήθη, ἔλαβα τὴν ράβδον καὶ τὸν πῖλόν μου καὶ ἐξῆλθον κράξας πρὸς αὐτὸν νὰ κλείσῃ, ἂν ἤθελε, τὴν θύραν· ἐκεῖνος, ἐπειδὴ «ἐλαγοκοιμᾶτο», πολὺ ἐλαφρά, μοῦ ἀπήντησε δι᾽ ἠρέμου γογγυσμοῦ, μέσα εἰς τὸν ὕπνον του.
Κατέβην ἀκόμη χαμηλότερα τὸ βουνόν. Ἡ σελήνη ἐμεσουράνει ἤδη, κ᾽ ἔφεγγεν εἰς ὅλην τὴν κλιτύν. Εἰς τὰς ποιμενικὰς ἐπαύλεις οἱ πετεινοὶ εἶχον λαλήσει. Κατῆλθον εἰς σύνδενδρον στενωπόν, ἐστράφην ἀριστερά, καὶ ἔφθασα εἰς τὸν ἔρημον ναΐσκον τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας.
… Καὶ τώρα, μετὰ εἴκοσιν ἔτη, ὅταν ἤρχισα ἤδη νὰ φθίνω, ἀφοῦ κατὰ κόρον ἐγεύθην τῆς ζωῆς ὅλην τὴν τρύγα καὶ τὴν πικρίαν, ἐὰν ἐγὼ ἐζήτουν νὰ ζώσω μὲ κηρίον τὸν ναὸν τῆς Μάρτυρος, οὔτε κηρίον πλέον ἁγνὸν θὰ ἠδυνάμην νὰ εὕρω, διότι ἀπὸ πολλοῦ ὅλοι οἱ κηροπλάσται ἐπώλουν νοθευμένα κηρία, καὶ οἱ μελισσοτρόφοι αὐτοὶ εἶχον μάθει νὰ νοθεύωσι τὸ κηρίον πρὶν τὸ πωλήσουν. Καὶ ὁ ναΐσκος τῆς Ἁγίας εἶχε περιέλθει εἰς παρακμὴν καὶ ἀτημελησίαν οἰκτράν, διότι ἡ θρησκευτικὴ εὐλάβεια μεγάλως εἶχεν ἐκπέσει ἐν τῷ μεταξύ. Δύο εἰκόνες λαδωμέναι καὶ φθαρμέναι ὑπῆρχον μόνον εἰς τὸ τέμπλον τὸ σαπρόν, ἡ μορφὴ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ δεξιά, καὶ ἀριστερὰ ἡ εἰκὼν τῆς ἀμνάδος του, τῆς στρεφούσης πρὸς αὐτὸν τὸ πρόσωπον, καὶ φαινομένης ὡς νὰ ἔκραζε μεγάλῃ τῇ φωνῇ: «Σέ, νυμφίε μου, ποθῶ!» Αἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας καὶ τοῦ τιμίου Προδρόμου εἶχον γίνει ἄφαντοι. Ἴσως εἶχον ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὰς χεῖρας φιλαρχαίων ἢ ἐραστῶν τῆς Βυζαντινῆς τέχνης…
Ὑπῆρχον μόνον δυὸ κανδήλια ἡμιθραυσμένα ἢ ραγισμένα, ἡ βορεία πύλη τοῦ ἱεροῦ ἦτο ἄνευ θυρίδος, τὸ μόνον παράθυρον τὸ μεσημβρινὸν τοῦ ναοῦ ἄνευ παραθυροφύλλου, τὸ Θυσιαστήριον καὶ ἡ προσκομιδή, γυμνὰ καὶ ἀνεπίστρωτα, ἦσαν πλήρη κονιορτοῦ… Ὁ ναΐσκος ὁ ἑπταζωσμένος καὶ ἁγιασμένος δὲν ἐλειτουργεῖτο πλέον.
«Οὐ θυσία, οὐχ ὁλοκαύτωμα, οὐ τόπος τοῦ καρπῶσαι». Καὶ ἡ μυστικὴ λειτουργία, τὴν ὁποίαν ἐτέλει πρὸ χρόνων πολλῶν περὶ τοὺς τοίχους του ἡ φιλόστοργος Μαχούλα, ἡ ἐξαδέλφη μου, δὲν θὰ εἶχε ξαναγίνει πλέον ἀπὸ πολλοῦ.
*
* *
Ὤ! ἑπτάκις μόνον;… Ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ θὰ εἶχον τώρα ἀνάγκην νὰ περιζώσω τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας!… Τοσάκις εἶχε περιεζωσμένην τὴν καρδίαν μου ἡ ἄκανθα τῆς πικρᾶς ἀγάπης, τοσάκις τὴν εἶχε περισφίγξει τὸ ἑρπετὸν πάθος, τὸ δολερόν… εὐλαβούμην νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἁγίαν, ᾐσχυνόμην νὰ ὁμολογήσω πρὸς ἐμαυτόν, ὅτι ἤμην, ὀψὲ ἤδη τῆς ἡλικίας, λεία τοῦ πάθους καὶ ἕρμαιον…
Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ προσφέρω λαμπάδας καὶ μοσχολίβανον, πρὸς τί νὰ περιζώσω μὲ κηρία τὸν ναόν; Ἡ Ἁγία ἠδύνατο ἴσως νὰ μὲ θεραπεύσῃ, ἀλλ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ θεραπευθῶ. Θὰ ἐπροτίμων νὰ καίωμαι εἰς τὴν φλόγα τὴν βραδεῖαν… Ὑπάρχουν εἰς τὸν Παράδεισον Ἅγιοι δεχόμενοι τὰς εὐχὰς τῶν ἐρώντων;… Τάχα ἐκεῖ, δίπλα εἰς τὸ παρεκκλήσιον τῆς Φαρμακολυτρίας, εἰς τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο μεγαλομάρμαρον κτίριον τὸ αἰνιγματῶδες, νὰ ὑπῆρχε τὸ πάλαι ἱερὸν τῆς Ἀφροδίτης, νὰ ὑπῆρχε βωμὸς τοῦ Ἔρωτος;
Ὤ! καὶ ὅμως ἐτηκόμην… ὥρας-ὥρας ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, νὰ ἰατρευθῶ. Βοήθει, Ἁγία Ἀναστασία!
*
* *
Καθὼς εἶχα περιεργασθῆ τὸν ναΐσκον, εἶχεν ἐξημερώσει ἤδη. Αἱ ὧραι εἶχον παρέλθει χωρὶς νὰ τὰς αἰσθανθῶ, κ᾽ ἐγὼ ἐν τῇ νάρκῃ καὶ τῇ ρέμβῃ τῆς νυκτός, χωρὶς νὰ αἰσθάνωμαι τὸ ψῦχος, εἶχον διέλθει ὅλην σχεδὸν τὴν νύκτα τοῦ Μαρτίου ἐκείνην εἰς τὸ ὕπαιθρον. Ἀπεμακρύνθην τοῦ παρεκκλησίου αἰσθανόμενος ἀκουσίαν ἀνακούφισιν ὅτι, ἔρημον καθὼς ἦτο τὸ ἱερόν της, ἡ Ἁγία δὲν θὰ ἤθελε πλέον νὰ μὲ θεραπεύσῃ.
Ἐκεῖ, παρ᾽ ἐλπίδα, συναντῶ τὴν ἐξαδέλφην μου Μαχούλαν… Ἦτο τοιαύτη ὁποία καὶ πρὸ εἴκοσι χρόνων, σχεδὸν δὲν εἶχε μεταβληθῆ τὸ πρόσωπόν της οὔτε λευκὴν τρίχα εἶχεν εἰς τὴν κόμην, οὔτε ρυτίδα εἰς τὸ μέτωπον. Ἦτον ἐκ τῶν γυναικῶν ἐκείνων τῶν ἐχουσῶν δευτέραν νεότητα, ἀνθηροτέραν τῆς πρώτης. Ὠχρὰ καὶ ἀφελὴς καὶ ἄπλαστος, ἐφαίνετο ἄσχημη ἐκ πρώτης ὄψεως, ἀλλὰ μετὰ δεύτερον βλέμμα ἀνεκάλυπτέ τις εἰς τὸ πρόσωπόν της ἄφατον γλυκύτητα. Ἦτο νύμφη καὶ ἱέρεια καὶ γυνή.
― Ποῦ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐξάδελφε; μοῦ λέγει.
Ἡ ἐξαδέλφη Μαχούλα εἶχεν ἐλαιῶνα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Τὴν χρονιὰν ἐκείνην ἦτο πλουσιωτάτη ἐλαιοφορία, καὶ ἂν καὶ ἦτο Μάρτιος ἤδη, τὸ μικρὸν καλάθιον, τὸ ὁποῖον ἐκράτει περὶ τὸν ἀγκῶνά της τὸν ἀριστερόν, ἦτο γεμᾶτον ἀπὸ ἐλαίας χαμάδας (ἢ θροῦμπες) ὡραίας καὶ στιλβούσας· αἱ τελευταῖαι ἐλαῖαι ἔπιπτον ἀπὸ τὰ δένδρα ἀκόμη περὶ τὴν ἄνοιξιν. Ἐθεώρει τὴν ἐξοχὴν ἐκείνην ὡς γειτονίαν ἰδικήν της, καὶ δι᾽ αὐτὸ ἔλεγε: «Ποῦ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο».
Ἐγὼ τὴν ἐχαιρέτισα κ᾽ ἐκάθισα ἐπί τινος ὄχθου, ὑπὸ δένδρον ἐλαίας, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ ἐλαιῶνος. Ἐκείνη ἐλθοῦσα ἀπέθεσε τὸ καλάθιόν της πλησίον μου, καὶ περιστείλασα ἐπιμελῶς μὲ τὰς δύο χεῖρας τὰ κράσπεδα τῆς ἐσθῆτός της, ἐκάθισεν ὀλίγον παραπέρα.
― Τρῷς χαμάδες, νὰ σὲ φιλέψω, ἐξάδελφε;
―Ἐξαδέλφη Μαχούλα, ἤρχισα ἐγώ, χωρὶς ἄλλως ν᾽ ἀπαντήσω εἰς τὴν φιλόφρονα προσφοράν της, θυμᾶσαι, τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὅταν ἤμουν ἐγὼ παιδί, ποὺ ἔζωνες μὲ κηρὶ τὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας;
― Θυμοῦμαι, ἀπήντησε.
― Πές μου, σὰν νὰ μὴ ξέρω, γιατί τὸ ἔκανες;
― Τὸ εἶχα τάξιμο, γιατὶ ὁ Μανωλάκης ἦτον ἐρωτοχτυπημένος· κ᾽ ἐπειδὴς ἡ Ἁγία Ἀναστασία εἶναι ποὺ λύνει τὰ μάγια, μεγάλ᾽ ἡ χάρη της, ἔζωσα τὸ κλησιδάκι της, καὶ τὴν ἐπερικαλοῦσα, μὴν τυχὸν ἦτο μαγεμένο τὸ παιδί μου, γιὰ νὰ χαλάσῃ τὰ μάγια.
― Κ᾽ ὕστερα, τί ἀπόγινε; Πές μου τα ὅλα, σὰν νὰ εἶμαι πνεματικός, γιατὶ ἐγώ, ξέρεις, τὸν περισσότερον καιρὸ ἔλειπα ἀπ᾽ τὴν πατρίδα, καὶ δὲν τὰ παρηκολούθησα καλά.
― Φαίνεται ὅτι δὲν τοῦ εἶχαν καμωμένα μάγια, μόνο ὁ ἴδιος εἶχε πέσει στὸν ἔρωτα, κ᾽ ἡ Ἁγία, σὰν δὲν ἦτον ἀπὸ μάγια, δὲν μποροῦσε μὲ τὸ στανιὸ νὰ τοῦ ἀλλάξῃ τὰ μυαλά, γιατὶ μοναχός του καὶ θέλοντας ἔβαλε σεβντὰ μέσα του. Τὸ λοιπὸν ἡ Ἁγία ἔδειξε τὸ θάμα της μὲ ἄλλον τρόπο· σὰν ἐτέλεψα τὸ τάξιμό μου, στὸν μῆν᾽ ἀπάνω, τὸ κορίτσι ἀρρεβωνιάστηκε μὲ ἄλλον καὶ σ᾽ ὀλίγον καιρὸ ἔγινεν ὁ γάμος. Τότε, ἐπειδὴ ἦτον φόβος νὰ τρελαθῇ ἢ νὰ χτικιάσῃ τὸ παιδί μου, ἀπ᾽ τὸ κακό του, τὸν ἔταξα στὴν Παναγιὰ τὴν Κουνίστρα, μεγάλ᾽ ἡ χάρη της, γιὰ νὰ τὸν γλυτώσῃ ἀπ᾽ τὴν τρέλα κι ἀπ᾽ τὴν ἀρρώστια… Τοῦ κόστισε πολύ, ἐπόνεσε, ἔχασε τὴν ὄρεξή του, κιτρίνισε σὰν τὸ κερί, ἔλυωσε στὸν ἀπάν᾽ κόσμο… Ὣς τόσο, ἡ Παναγία ἔδειξε τὸ θάμα της, καὶ τὸ παιδὶ δὲν ἐτρελάθη οὔτε χτίκιασε… Σ᾽ ὀλίγον καιρό, ἦρθε στὸν ἑαυτό του.
― Καὶ τώρα τί γίνεται;
― Τώρα ταξιδεύει μὲ τὴ γολέτα μας, στὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς… Ἐπῆρε δίπλωμα πλοιαρχίας καὶ τὴν κυβερνᾷ ὁ ἴδιος, ἐπειδὴ ὁ πατέρας του γέρασε κ᾽ ἐκάθισε ἔξω… Φαίνεται πὼς τὸ ἔρριξε λιγάκι στὸ πιόμα, ὁ Μανωλάκης, μὰ δὲν τὸ παρακάνει πιστεύω… Ἄσπρισε, καὶ δὲν θέλει νὰ παντρευτῇ… Καλύτερα γιὰ μένα νὰ σοῦ πῶ, ἐξάδελφε. Μ᾽ ἐβοήθησε κ᾽ οἰκονόμησα τὰ δυὸ κορίτσια· τώρα ἔχω ἀκόμα ἄλλα δυό. Καλύτερα ποὺ γλύτωσε ἀπὸ τὰ βάσανα… Δὲν συμφέρει νὰ παραπληθαίνῃ καὶ πολὺ ὁ κόσμος. Ὁ γείτονάς μου ὁ Κωσταντὴς ὁ Ρήγας, ἔξυπνος καὶ κοσμογυρισμένος ἄνθρωπος, ἅμα ἰδῇ νὰ γεννηθῇ κανέν᾽ ἀγόρι στὴ γειτονιά, καὶ βλέπῃ τὶς γυναῖκες κι ὅλους τοὺς συγγενεῖς νά ᾽χουνε χαρές, συνηθίζει νὰ λέῃ: «Χαρῆτε, βρὲ παιδιά· γεννήθηκε κι ἄλλος χαμάλης!»
Ἀκολούθως ἠρώτησα τὴν ἐξαδέλφην μου ἂν τυχὸν συνέβησαν καὶ ἄλλα τινὰ περίεργα ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἡ Μαχούλα ἀπήντησεν:
― Ἕνα βράδυ, σ᾽ ἐκείνην τὴν ἐποχή, ἐνῷ ἐγύριζα ἀπὸ τὸν ἐλαιῶνα, κ᾽ ἐπέρασα ἀπ᾽ τὴν Ἁγία Ἀναστασία νὰ κάμω τὸν σταυρό μου, καὶ νὰ ἀνάψω τὰ καντήλια, καθὼς ἐνύχτωνε, ἄκουσα κάτι κρότους, μὰ κρότους παράξενους πολύ, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ διπλανὸ τὸ χτίριο μὲ τὰ μάρμαρα, ποὺ λένε πὼς εἶναι στοιχειωμένο… Πάλι μιὰ νύχτα, ἔβλεπα στ᾽ ὄνειρό μου πὼς βρισκόμουν στὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας, κ᾽ ἐκεῖ εἶδα τάχα ἕνα πρᾶμα παράξενο πολύ, νὰ προβάλῃ καὶ νὰ βγῇ ἔξω καὶ νὰ κυλιστῇ, ἀπὸ κεῖνο τὸ στοιχειωμένο χτίριο… Καὶ μοῦ ἐφάνη τάχα, πὼς ἦρθ᾽ ἕνα κορίτσι ὄμορφο, μὰ ὄμορφο πολύ, ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του, καὶ μοῦ ἔδωκε ἕνα λουλουδάκι λευκό, μοσχομυρωδᾶτο, καὶ μοῦ εἶπε: «Νά, δῶσ᾽ το αὐτὸ τοῦ γυιοῦ σου, νὰ μυριστῇ· εἶναι ἄνθος τῆς Ἐδέμ». Ἔξαφνα, γυρίζει πίσω ἐκεῖνο τὸ πρᾶμα, τὸ παράξενο, τὸ μαῦρο καὶ κατακόκκινο, ποὺ εἶχε πηδήσει ἀπὸ τὸ χτίριο τὸ παλιό, γυρίζει πίσω θεριωμένο καὶ ρίχνετ᾽ ἐπάνω μου κ᾽ ἐζητοῦσε νὰ μοῦ ἁρπάξῃ ἀπ᾽ τὰ χέρια τὸ λουλούδι ποὺ μοῦ εἶχε δώσει ἡ ὄμορφη κοπέλα, ποὺ φαίνεται νὰ ἦτον ἡ Ἁγία Ἀναστασία… Στὴν ἴδια στιγμὴ ἡ Ἁγία φαίνεται πάλι, σὰν νά ᾽βγαινε ἀπ᾽ τὴν Ἁγία Πύλη τοῦ Ἱεροῦ, καὶ μ᾽ ἕνα κλωναράκι ἀπὸ βάια ποὺ βαστοῦσε στὰ χέρια, δίνει μιὰ καὶ τοῦ κόφτει τὸ χέρι, τοῦ τρισκατάρατου, ποὺ γύρευε νὰ μοῦ ἁρπάξῃ τὸ λουλούδι… Αὐτὰ εἶδα.
*
* *
Ὅλην τὴν ἡμέραν ἐπλανώμην εἰς τὰ ρεύματα καὶ τοὺς αἰγιαλούς, ἀνὰ τὴν ἀγρίαν ἀκτήν, τὴν βορεινὴν καὶ θαλασσοπλῆγα, καὶ μόνον τὸ δειλινὸν ἐπανῆλθον εἰς τὴν ἔπαυλιν τοῦ Στόγιου διὰ νὰ κοιμηθῶ ὀλίγας ὥρας. Ὅταν ἐξύπνησα, ἡ σελήνη εἶχεν ἀνατείλει, ἀλλ᾽ εἶχα χάσει τὸν ὕπνον μου δι᾽ ὅλην τὴν νύκτα.
Τὰ βήματά μου μ᾽ ἔφεραν καὶ πάλιν πρὸς τὸν ναΐσκον τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας. Ἤναψα τεμάχιον λαμπάδος ἐκ κηροῦ μετρίως νοθευμένου, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀγοράσει τὴν προτεραίαν εἰς τὴν πολίχνην, τὴν εἶχα δὲ κόψει εἰς τέσσαρα τεμάχια χάριν εὐκολίας, καὶ περιτυλίξας εἰς χαρτίον, τὴν εἶχα βάλει εἰς τὸ θυλάκιόν μου. Τὴν προλαβοῦσαν νύκτα εἶχα λησμονήσει εἰς τὸ θυλάκιόν μου τὰ τεμάχια τῆς λαμπάδος.
Ἐκόλλησα τὸ κηρίον τοῦτο εἰς τὸ μανουάλιον, κ᾽ ἐκάθισα εἰς ἓν τῶν δύο ἢ τριῶν στασιδίων, ὅσα ὑπῆρχον διὰ νὰ ξεκουρασθῶ… Εἶτα ἠθέλησα νὰ γονυπετήσω, καὶ προσεπάθησα νὰ δεηθῶ ἀλλ᾽ ἐρρέμβαζον. Ἔκλεισα τὰ ὄμματα, ἐπαιτῶν ἕνα ὕπνον, ἀλλ᾽ ὁ πόνος ἠγρύπνει ἐντός μου.
Εἰς τὰς ὥρας τῆς μοναξίας τῆς νυκτὸς ἐκείνης, τῶν ἀσυναρτήτων προσευχῶν καὶ τῶν ἀκουσίων βλασφημιῶν, ἔπλεον ὡς ἐν ὀνείρῳ εἰς ἄλλον κόσμον. Ἤκουον ἤχους, ψιθύρους καὶ φωνάς. Μοῦ ἐφαίνετο ὅτι αἱ ἀναμνήσεις καὶ αἱ εἰκόνες, αἱ πολιορκοῦσαι τὸν νοῦν μου, ἐλάμβανον μορφὴν καὶ σῶμα, ἐβόμβουν περὶ τὰ ὦτά μου ὡς σμῆνος ἀπειράριθμον πτερωτῶν ψυχῶν, προσέβλεπον τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας, καὶ μοῦ ἐφαίνετο τόσον ὡραία, ὅσον ἐφάνη ἐν ὀνείρῳ εἰς τὴν ἐξαδέλφην Μαχούλαν. Εἶτα μία ἄλλη μορφὴ μοῦ ἐφάνη ὅτι ἐστάθη ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος, καὶ τὴν ἀπέκρυψε.
Τὴν στιγμὴ ἐκείνην ἤκουσα μέγαν θόρυβον ἔξω, δεξιόθεν τοῦ ναοῦ, εἰς τὸ μέρος ὅπου ἦτο τὸ παλαιὸν κτίριον, τὸ «στοιχειωμένον». Πάραυτα ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν μου ἡ διήγησις τῆς ἐξαδέλφης Μαχούλας. Ἔλαβον τὴν λαμπάδα, καὶ ἔτρεξα ἔξω τῆς θύρας.
Αὔρα ἔπνεε ψυχρά, καὶ ἠπείλει νὰ σβήσῃ τὴν λαμπάδα. Ἐπειδὴ ἐδέησε νὰ περιστεγάσω τὸ φῶς διὰ τῆς παλάμης, δὲν ἔβλεπον τίποτε πέραν τοῦ τοίχου τοῦ ναοῦ. Ἡ σελήνη εἶχε περικαλυφθῆ εἰς νέφη. Διέκρινον εἰς τὸ σκιόφως τὸ μαρμάρινον κτίριον, καὶ δὲν ἐνόουν τίποτε. Μοῦ ἐφάνη ὅτι πρᾶγμά τι ἐξεπήδησεν ἐκεῖθεν τοῦ τοίχου καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν· ἴσως ἦτον ἀγριόγατος ἢ νυφίτσα θηρεύουσα εἰς τὸ σκότος.
Ἐπανῆλθον εἰς τὸν ναόν, κ᾽ ἔκαμα τὸν σταυρόν μου. Ἐκάθισα πάλιν εἰς τὸ στασίδιον. Ἡ μορφὴ ἥτις μοῦ ἐφαίνετο παρεστῶσα ἐκεῖ, ἡ φέρουσα τὴν ἁγνότητα εἰς τὰ ὄμματα τὰ κάτω νεύοντα, καὶ τὸν γλυκασμὸν περὶ τὰ χείλη τὰ ἁβρὰ καὶ μελιχρά, μοῦ ἐφάνη ὅτι ἀντήλλασσε νεύματα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας. Μοῦ ἐφάνη ὅτι τὰ χείλη της ἐψιθύριζον ἱκεσίαν, καὶ τὸ βλέμμα τῆς εἰκόνος ἔνευε συγκατάθεσιν…
Ὕπνος τότε μὲ κατέλαβεν, εἰς τὸ στασίδιον ὅπου ἐκαθήμην. Ὁ ὕπνος ἦτον ἄνευ ὀνείρων, ὅλα τὰ ὄνειρα τοῦ τὰ εἶχεν ἀφαιρέσει ἡ ἐγρήγορσις. Μόνον ἐνδομύχως εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεως μου, μία φωνή, ἥτις ὡμοίαζε μὲ χρησμόν, ἠκούσθη ἀμυδρῶς νὰ ψιθυρίζῃ: «Ὕπαγε, ἀνίατε· ὁ πόνος θὰ εἶναι ἡ ζωή σου…»
Ἐξύπνησα. Ἐσηκώθην καὶ ἔφυγα. ᾘσθανόμην ἀγρίαν χαράν, διότι ἡ Ἁγία δὲν εἶχεν εἰσακούσει τὴν δέησίν μου.”
(Διὰ τὴν ἀντιγραφήν)
(1900)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 30 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 30ης Μαρτίου 


1814: Οι σύμμαχοι καταλαμβάνουν το Παρίσι βάζοντας τέλος στην επί δεκαετία κυριαρχία του Ναπολέοντα στην Ευρώπη.
1822: Οι Τούρκοι σφάζουν τους κατοίκους της Χίου, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων σε όλη την Ευρώπη.
1841: Ιδρύεται η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.
1856: Τερματίζεται ο Κριμαϊκός Πόλεμος με την υπογραφή της Συνθήκης των Παρισίων.
1863: Ο Γεώργιος Α΄ χρίζεται βασιλιάς της Ελλάδας.
1867: Οι Ρώσοι πουλάνε την Αλάσκα στην Αμερική για 7,2 εκατομμύρια δολάρια, μην ξέροντας ότι κάτω από τους πάγους κρύβεται μαύρος χρυσός. Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης κατηγορούν την κυβέρνηση ότι διασπάθισε το δημόσιο χρήμα για να αγοράσει ένα παγόβουνο.
1889: Ο Χαρίλαος Τρικούπης καταθέτει στη Βουλή των Ελλήνων το όνειρό του για την ένωση Ρίου - Αντιρρίου. Θα γίνει πραγματικότητα 115 χρόνια μετά, στις 12 Αυγούστου 2004, παραμονή έναρξης των Ολυμπιακών της Αθήνας, οπότε η γέφυρα θα παραδοθεί στην κυκλοφορία. Πρώτοι τη διέσχισαν στις 8 Αυγούστου 2004 οι λαμπαδηδρόμοι που μετέφεραν την Ολυμπιακή φλόγα στην Αθήνα.
1921: Ο νέος πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης ζητά από τη Βουλή να εγκρίνει την επιστράτευση εφέδρων και την κήρυξη στρατιωτικού νόμου, αναφορικά με τη λογοκρισία του Τύπου για τα θέματα των πολεμικών επιχειρήσεων.
1922: Ο Έλληνας πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης φτάνει στη Ρώμη. Σε δηλώσεις του τονίζει ότι, ο Κεμάλ θα εγκαταλείψει τους όρους, που έχει προτείνει για την αποδοχή της ανακωχής, επειδή οι δυνάμεις της Άγκυρας έχουν εξαντληθεί.
1952: Ο Νίκος Μπελογιάννης μαζί με τους συντρόφους τους Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση εκτελούνται στο Γουδί. Στις 15 Φεβρουαρίου 1952, στο δεύτερο μέρος της πολύκροτης δίκης, ο Μπελογιάννης ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, αντικρούει όλες τις κατηγορίες περί κατασκοπείας. Όλες οι προσπάθειες και οι διεθνείς πιέσεις για απόδοση χάριτος στον Μπελογιάννη απέβησαν άκαρπες. Στις 30 Μαρτίου ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλας ανακοινώνει στους Μπελογιάννη, Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση ότι η αίτηση χάριτος απορρίφθηκε και στις 4:12 π.μ., ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελείται μαζί με τους συντρόφους του στο Γουδί. Τα άσχημα μαντάτα ταξιδεύουν γρήγορα μέχρι το στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στον Αϊ Στράτη όπου ζει εξόριστος ο κορυφαίος ποιητής του λαού μας Γιάννης Ρίτσος. Την ίδια μέρα της εκτέλεσης θα γράψει το ποίημα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο».
1980: Οι Police εμφανίζονται στο γήπεδο του Σπόρτινγκ, στην πρώτη μεγάλη ροκ συναυλία στην Αθήνα, μετά το επεισοδιακό κοντσέρτο των Rolling Stones τον Απρίλιο του 1967
1981: Ο Τζον Χίνκλεϊ αποπειράται να δολοφονήσει έξω από ξενοδοχείο της Ουάσινγκτον τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρίγκαν. Ο αμερικανός πρόεδρος τραυματίζεται σοβαρά στο στήθος, αλλά διασώζεται.
1983: Τίθενται σε ισχύ στην Ελλάδα το πενθήμερο και οι 40 ώρες εργασίας για τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα.
1999: Δικαστήριο του Πόρτλαντ στις ΗΠΑ διατάζει την καπνοβιομηχανία Phillip Morris να καταβάλει το ποσό των 81.000.000 δολαρίων ως αποζημίωση στην οικογένεια ενός καπνιστή, που πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα.

Γεννήσεις

1135 - Μαϊμονίδης, Εβραίος φιλόσοφος
1432 - Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής, Οθωμανός σουλτάνος
1746 - Φρανσίσκο Γκόγια, Ισπανός ζωγράφος
1811 - Ρόμπερτ Μπούνσεν, Γερμανός φυσικός
1820 - Άννα Σιούελ, Αγγλίδα συγγραφέας
1844 - Πωλ Βερλαίν, Γάλλος ποιητής
1853 - Βίνσεντ βαν Γκογκ, Ολλανδός ζωγράφος
1913 - Φρανκ Λέιν, Αμερικανός τραγουδιστής
1937 - Γουόρεν Μπίτι, Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης
1945 - Έρικ Κλάπτον, Άγγλος μουσικός
1963 - Γιώτης Τσαλουχίδης, ποδοσφαιριστής
1968 - Σελίν Ντιόν, Καναδή τραγουδίστρια
1971 - Υρώ Λούπη, ηθοποιός
1976 - Ομπαντέλε Τόμπσον, Αθλητής στίβου από το Μπαρμπάντος
1979 - Νόρα Τζόουνς, Αμερικανίδα τραγουδίστρια και πιανίστρια

Θάνατοι

1872 – Νικόλας Μάντζαρος, ο συνθέτης του εθνικού μας ύμνου
1896 - Χαρίλαος Τρικούπης, Έλληνας πολιτικός.
1950 - Λεόν Μπλουμ, Γάλλος πολιτικός.
1965 - Φίλιπ Σογουόλτερ Χεντς, Αμερικανός ιατρός, Βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής 1950
1967 - Χρήστος Καρούζος, Έλληνας αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός
1986 - Τζέιμς Κάγκνεϊ, Αμερικανός ηθοποιός
1986 - Ιωάννης Παπαδάκης-Στάικος, Έλληνας Πολιτικός, Βουλευτής από το 1923 έως το 1967, 4 φορές Υπουργός
1992 - Μανόλης Ανδρόνικος, Έλληνας Αρχαιολόγος
2004 - Ελευθερία Βιδάκη, Ελληνίδα ηθοποιός
2005 - Χρύσανθος Θεοδωρίδης, Πόντιος τραγουδιστής και τραγουδοποιός
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Ιωάννου του συγγραφέα της Κλίμακος.

 

 

Τη μνήμη του Αγίου Ιωάννου του συγγραφέα της Κλίμακος τιμά σήμερα, 30 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας πιθανότατα το 523 μ.Χ. στη Συρία. Ήταν γιος πλούσιας και ευσεβούς οικογένειας. Σε νεαρή ηλικία, παρακολούθησε ανώτερο κύκλο μορφώσεως, ώστε να διακρίνεται ανάμεσα στους συνομήλικούς του.
Εκείνος όμως, ενδιαφερόταν περισσότερο για την προσευχή, τις θεολογικές μελέτες, την συγγραφική εργασία και την άσκηση.
Πήγε στο Όρος Σινά, κοντά στον φημισμένο αναχωρητή Μαρτύριο, ο οποίος καθοδήγησε πνευματικά τον νεαρό Ιωάννη. Μετά από τέσσερα χρόνια άσκησης, εκάρη μοναχός ενώ η φήμη των αρετών και της σοφίας του είχε ευρύτερα διαδοθεί.
Γι' αυτό πολλοί μοναχοί και λαϊκοί, αλλά και αξιωματούχοι έρχονταν στη Μονή για να ζητήσουν τη συμβουλή του. Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Λόγω της διαβίωσής του στην Ιερά Μονή Σινά ονομάζεται και Σιναΐτης. Μετά το θάνατο του ηγούμενου της Μονής και κατόπιν απαιτήσεως των αδελφών δέχθηκε να γίνει Ηγούμενος της ιεράς Μονής Σινά για μερικά χρόνια.
Η νοσταλγία, όμως, της ερημικής ζωής, έκανε τον Ιωάννη να αποσυρθεί πάλι στην έρημο και να αφοσιωθεί πάλι στις μελέτες του. Εκοιμήθη εν ειρήνη περί το 606 μ.Χ. και άφησε δύο σπουδαιότατα συγγράμματα, την «Κλίμακα» και τον «Λόγον προς τον Ποιμένα».
Η «Κλίμακα» περιλαμβάνει τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι' αυτό και το σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών.
Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη με χάρη και μελωδικότητα.
Έχει διαύγεια, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια. Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και επιτυχημένες προσωποποιήσεις.
Από την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια. Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον συγγραφέα άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Μερικοί λόγοι του, από την Κλίμακα:
1) Η ταπεινοφροσύνη είναι ουράνιος ανεμοστρόβιλος που μπορεί να ανεβάσει την ψυχή από την άβυσσο της αμαρτίας στα ύψη του ουρανού.
2) Μητέρα της πηγής είναι η άβυσσος των υδάτων πηγή δε της διακρίσεως η ταπείνωσις.
Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.Θείον κλίμακα, υποστηρίξας, την των λόγων σου, μέθοδον πάσι, Μοναστών υφηγητής αναδέδειξαι, εκ πρακτικής Ιωάννη καθάρσεως, προς θεωρίας ανάγων την έλαμψιν. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 30ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  30ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ συγγραφέας της ΚΛΙΜΑΚΟΣ

  • Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΩΗΛ ή ΙΩΑΔ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ό εν τω φρέατι

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Πατριάρχης Ιεροσολύμων

  • Η ΑΓΙΑ ΕΥΒΟΥΛΗ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ Μητροπολίτης Κορίνθου

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΤΩΡ

 

Αναλυτικά

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ συγγραφέας της ΚΛΙΜΑΚΟΣ
Ήταν γιος πλούσιας και ευσεβέστατης οικογενείας και είχε πάρει πολύ καλή μόρφωση. Νέος ακόμα, αφοσιώθηκε στην προσευχή, τις μελέτες και τη συγγραφική εργασία. Πήγε στο όρος Σινά, κοντά σ' έναν από τους καλύτερους αναχωρητές, τον Μαρτύριο, ό όποιος καθοδηγούσε πνευματικά και ασκητικά το νεαρό Ιωάννη. Μετά τέσσερα χρόνια, έγινε μοναχός και ή φήμη των αρετών και της σοφίας του είχε διαδοθεί ευρύτατα. Πολλοί μοναχοί και λαϊκοί έρχονταν κοντά του για να ζητήσουν τη συμβουλή του. Μετά από επίμονη απαίτηση των αδελφών της Μονής Σινά, δέχθηκε και έγινε για μερικά χρόνια ηγούμενος τους. Ή νοσταλγία, όμως, της ερημικής ζωής, έκανε τον Ιωάννη να αποσυρθεί και να αφοσιωθεί πάλι στις μελέτες του. Πέθανε περίπου το 650 και άφησε δύο σπουδαιότατα συγγράμματα, την Κλίμακα και τον Λόγον προς τον Ποιμένα. Να μερικοί λόγοι του, από την Κλίμακα, σχετικά με το θεμέλιο των αρετών, την ταπεινοφροσύνη: 1) "Ή ταπεινοφροσύνη είναι ουράνιος ανεμοστρόβιλος πού μπορεί να άνεβάση την ψυχή από την άβυσσο της αμαρτίας στα ύψη του ουρανού". 2) "Μητέρα της πηγής είναι ή άβυσσος των υδάτων* πηγή δε της διακρίσεως ή ταπείνωσις"1. 1. "Κλίμαξ" Ιωάννου Σιναΐτου.


Άπολυτίκιον. "Ηχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείον κλίμακα, ύποστηρίξας, την των λόγων σου, μέθοδον πάσι, Μοναστών υφηγητής αναδέδειξαι, εκ πρακτικής Ιωάννη καθάρσεως, προς θεωρίας άνάγων την έλαμψιν. Πάτερ Όσιε, Χριστόν τόν Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΩΗΛ ή ΙΩΑΔ
Ιωάδ κατά τους συναξαριστές, Ιωήλ κατά την Β΄Παραλειπομένων (Θ΄29). Από τη Σαμάρεια καταγώμενος κατα τους συναξαριστές από τον Ιούδα κατά την Γραφή (Γ΄Βασιλ. 10). Αυτός λοιπόν στάλθηκε από τον Θεό προς τον βασιλιά Ιεροβοάμ για να ελέγξει αυτόν για τις δαμάλεις (Γ΄Βασιλ. ιγ΄,2). Όταν δε άπλωσε το χέρι του ο Ιεροβοάμ για να κρατήσει τον προφήτη, ξεράθηκε το χέρι του και αποκαταστάθηκε πάλι δια της προσευχής του προφήτου. Επειδή όμως ό προφήτης πήρε ' ν Θεό να μη φάει και πιει, αυτός έφαγε παραπλανηθείς από τον ψευδοπροφήτη Ένβέ. Γι' αυτό κατασπαράχθηκε, για την παρακοή του, από ένα λιοντάρι, χωρίς όμως το θηρίο να φάει το σώμα του. Τάφηκε δε κοντά στον τάφο του πλανήσαντος αυτόν ψευδοπροφήτου Ένβέ. Να σημειώσουμε εδώ ότι, άλλος είναι ό προφήτης Ίωήλ πού τη μνήμη του γιορτάζουμε την 19η "Οκτωβρίου.


Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ό εν τω φρέατι
Γεννήθηκε στα χρόνια των διωγμών της Εκκλησίας από τους ειδωλολάτρες. Ή ευσεβής μητέρα του, τον πότισε με τα νάματα της χριστιανικής θρησκείας, και αργότερα ό Ιωάννης κατέφυγε στην έρημο όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη και την πνευματική άσκηση. Επειδή όμως το μέρος πού έμενε ήταν μια μικρή σπηλιά, αναγκάσθηκε ό ευσεβής ερημίτης να χρησιμοποιήσει σαν άσκητήριο, ένα ξεροπήγαδο. Γι' αυτό και έπωνομάστηκε: Ιωάννης ό εν τω φρέατι. Μετά από καιρό, ήλθαν κι άλλοι στον τόπο εκείνο, όπου έκτισαν μικρά κελιά για τον εαυτό τους. Άλλ' ό Ιωάννης, δεν ήθελε πλέον να φύγει από εκείνο το ξεροπήγαδο, πού είχε συνδεθεί με τόσα χρόνια της ζωής του. Επικοινωνούσε Όμως με τους νεοελθόντες και χρησίμευε ως πολύτιμος σύμβουλος και καθοδηγός τους. Έτσι ώστε ή μικρή εκείνη αδελφότητα, καταρτιζόταν και προαγόταν κατά Χριστόν άπ' αυτόν. Ό Ιωάννης πέθανε ειρηνικά σε βαθιά γεράματα.


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Πατριάρχης Ιεροσολύμων
Απεβίωσε ειρηνικά.


Η ΑΓΙΑ ΕΥΒΟΥΛΗ
Ήταν μητέρα του Άγιου Παντελεήμονα και απεβίωσε ειρηνικά.


Ο ΑΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ Μητροπολίτης Κορίνθου
Ήταν Επίσκοπος Κορίνθου και συκοφαντήθηκε από τους Τούρκους ότι συνεργαζόταν με τους Ενετούς, κατά την εκστρατεία του Μοροζίνη στην Ελλάδα, για την απελευθέρωση των Ελλήνων. Συνελήφθη και αφού βασανίστηκε σκληρά οδηγήθηκε στον κριτή, ό οποίος τον προέτρεψε να αρνηθεί τον Χριστό και να γίνει μουσουλμάνος. Ό Ζαχαρίας, με αηδία άκουσε την πρόταση αυτή του κριτή και γι' αυτό βασανίστηκε φρικτά. Καταδικάστηκε να καεί ζωντανός στη φωτιά περιστρεφόμενος! ΟΙ χριστιανοί της Κορίνθου κατόρθωσαν, αφού πρόσφεραν μεγάλο χρηματικό ποσό στον Τούρκο έπαρχο, να μεταβληθεί ό φρικτός αυτός τρόπος της θανατικής καταδίκης. Έτσι ό νέος ιερομάρτυρας Ζαχαρίας αποκεφαλίστηκε στην Κόρινθο, 30 Μαρτίου 1684, Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης.


Ο ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΤΩΡ
Μαρτύρησε στη Θεσσαλονίκη επί Μαξιμιανού, μαζί με έντεκα άλλους μάρτυρες. Ή μνήμη του επαναλαμβάνεται την 30ή Μαρτίου ή την 
1η Οκτωβρίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Δευτέρα 30 Μαρτίου.

 


.Πρόσκαιρη βελτίωση του καιρού σε ολόκληρη τη χώρα. Πιθανότητα μεμονωμένων όμβρων τις θερμές ώρες της ημέρας στα ηπειρωτικά και στην Κρήτη. Τοπικά ισχυροί άνεμοι στο Αιγαίο. Μικρή περαιτέρω άνοδος της θερμοκρασίας.

Πιο αναλυτικά, τη Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026 αναμένεται βελτιωμένος καιρός, με λίγες νεφώσεις, που τοπικά θα είναι κατά περιόδους αυξημένες. Τις θερμές ώρες της ημέρας είναι πιθανό να εκδηλωθούν μεμονωμένοι όμβροι σε ηπειρωτικές περιοχές και στα ορεινά της Κρήτης.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία από 0 έως 14 βαθμούς, στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα από 3 έως 17-19, στην Ήπειρο από 3 έως 15-16 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 3 έως 19-21, στα υπόλοιπα ηπειρωτικά από 6 έως 17-20 βαθμούς, στα νησιά του Ιονίου από 8 έως 16-17 και στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη από 7 έως 18-20 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι θα πνέουν στο Αιγαίο δυτικοί βορειοδυτικοί με εντάσεις 4-5 μποφόρ και τοπικά 6 μποφόρ, αλλά το απόγευμα στο Κεντρικό και Βόρειο Αιγαίο θα στραφούν σε νότιους με εντάσεις έως 5 μποφόρ. Στο Ιόνιο θα πνέουν βορειοδυτικοί άνεμοι με εντάσεις 4-5 μποφόρ.

Στην Αττική περιμένουμε λίγες νεφώσεις. Οι άνεμοι θα πνέουν από δυτικές κυρίως διευθύνσεις με εντάσεις 3-5 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 10 έως 18-19 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη περιμένουμε λίγες νεφώσεις, πυκνότερες κατά τις θερμές ώρες της ημέρας. Οι άνεμοι θα πνέουν από βορειοδυτικές κυρίως διευθύνσεις με εντάσεις 3-4 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 8 έως 19 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Μια ακραία οσιακή ιστορία (Κυριακή Ε΄ Νηστειών).

 

Η Εκκλησία μας, την Κυριακή Ε’ Νηστειών, προβάλλει και τιμά την ιερή μνήμη μιας αγίας γυναίκας, της οσίας Μητρός ημών Μαρίας της Αιγύπτιας, η οποία ξεκίνησε από την περιθωριακή ζωή και τελειώθηκε στην άσκηση. Ο βίος της είναι μια ακραία οσιακή ιστορία, ιστορία αδαμικής γυμνότητας, φυσικής και ψυχικής απάθειας, αποβολής των ανθρώπινων ιδιωμάτων, εγκατάλειψης των ιδίων νοημάτων και θελημάτων, ανάκλησης της αρχαίας υγείας της ψυχής, ιστορία της παρθενίας του σώματος και του πνεύματος. Είναι ιστορία κατάδυσης στο άπειρο βάθος της Χάριτος του Θεού. Η μνήμη της προβάλλεται από την Εκκλησία προς το τέλος της Σαρακοστής, για εξέγερση και βαθύ προβληματισμό, γιατί η οσία Μαρία η Αιγύπτια έζησε το χάος της αμαρτίας και αποκάλυψε το νόημα της αληθινής μετάνοιας και συγνώμης, ζώντας σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια στην έρημο του Ιορδάνου. Αποκάλυψε το πόσο απέραντη είναι η αγάπη του Θεού για μας τους αδύναμους και αμαρτωλούς ανθρώπους· το πόσο αναρίθμητοι είναι οι δρόμοι που κατασκευάζει ο Θεός μέσα από την καθημερινότητα της ζωής, για να οδηγήσει τον καθένα μας στην οδό της σωτηρίας· το με πόση ταπείνωση, πραότητα και μακροθυμία ετοιμάζει και αναμένει τη μετάνοια του καθενός μας.

Η άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία

Τί ανοίγει από μέρους μας τον δρόμο προς τον Κύριο, που έρχεται να σταυρωθεί για την αμαρτία του κόσμου, ή τί είναι εκείνο που μας σώζει; Η οσία Μαρία η Αιγύπτια μας μαθαίνει ότι εκείνο που είναι απαραίτητο από εμάς είναι η αίσθηση της αμαρτωλότητάς μας ή η απόγνωση από τον εαυτό μας, που μας στρέφει, όταν μας κατακαίει η δίψα της προσωπικής επικοινωνίας και της αγάπης και μας φλογίζει ο άνθρωπος της οδύνης και του θείου πόθου, στην αγάπη και το έλεος του Θεού.

Δεν μπορούμε να ελπίζουμε στον εαυτό μας, αλλά να έχουμε πεποίθηση μόνο στον Θεό, που εγείρει τους νεκρούς, «τους νεκρωθέντας τη αμαρτία». Εκείνο που τελικά μας σώζει είναι η άπειρη αγάπη του Θεού, η οποία σφραγίζει το μυστήριο της υπάρξεως του Θεού και της αιωνιότητας του ανθρώπου.

Κανένας δεν έχει εκπέσει από την αγάπη του Θεού. Γιατί ο άνθρωπος και μέσα στην αμαρτωλότητά του, ακόμη και στα έσχατα όρια της αξιοπρέπειάς του, δεν παύει να είναι παιδί του Θεού. Άλλωστε ποιός μπορεί να μας βεβαιώσει ότι ο άνθρωπος είναι ό,τι πράττει ή ότι είναι ελεύθερος στις πράξεις του ή αγαπά αυτό που πράττει;

Ο πειρασμός της αυτοδικαιώσεως

Η οσία Μαρία γίνεται τύπος των πιστών, που τόσο πα¬γιδεύονται στον πειρασμό της αυτοδικαιώσεως και της αυτάρκειας, γιατί δίνει αυτό που είναι: το είναι της γυ¬μνό, για να το ενδύσει και πάλι η Χάρη του Θεού. Δίνει ακριβώς αυτό που γνωρίζει και περιμένει ο Θεός από τον άνθρωπο: την άβυσσο του μυστηρίου της καρδιάς, τη με¬τάνοια, η οποία μας σώζει και μας αγιάζει.

Μετάνοια είναι η αλλαγή του νου, το νέο φρόνημα, η δυναμική μετάβαση «εκ του παρά φύσιν εις το κατά φύσιν, και εκ του διαβόλου προς τον Θεόν επάνοδος δι’ ασκήσεως και πόνων». Αυτός ο ορισμός καθιστά σαφές ότι η μετάνοια δεν είναι συμμόρφωση προς τον Νόμο, αλλά συγκλονιστική συνάντηση με τον Χριστό.

Το σωτήριο βήμα

«Εγγίσατε τω Θεώ και εγγιεί υμίν» (Ιακ. 4,8). Αν κάνουμε ένα βήμα προς τον Θεό, Εκείνος κάνει δέκα προς εμάς. Η κόλαση δεν είναι για τους αμαρτωλούς, αλλά για τους αμετανόητους. Για εκείνους, που δεν αισθάνονται την αναξιότητά τους, που δε γνωρίζουν το μεγαλείο της συγνώμης, που αγνοούν τον παράδεισο της αγάπης του Θεού, που δε ζουν την ελπίδα της πίστεως.

Η Εκκλησία μπορεί να λέει στον κάθε άνθρωπο: Τίποτε μη φοβάσαι, ποτέ μη φοβάσαι και μη θλίβεσαι. Μια και μετανοείς, όλα θα στα συγχωρέσει ο Θεός. Μα κι ούτε υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρχει, να γίνει στον κόσμο τέτοιο κρίμα, που να μην το συγχωρέσει ο Θεός σ’ εκείνον που μετανοεί αληθινά. Μα κι ούτε μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα τόσο μεγάλο αμάρτημα που θα μπορούσε να εξαντλήσει την αστείρευτη αγάπη του Θεού.

ΠΗΓΗ

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Αγιορείτικες σαρακοστιανές συνταγές: Χταπόδι στιφάδο.


 


Νηστίσιμες συνταγές.
Υλικά:
1 χταπόδι
1 κιλό κρεμμυδάκια μικρά
2 σκελίδες σκόρδο
2 κουταλιές ξίδι
1/2 ποτήρι λευκό κρασί
5 φύλλα δάφνης
1 κιλό φρέσκες ντομάτες
μπαχάρι
Εκτέλεση:
Καθαρίζουμε το κρεμμύδι και το κρατάμε ολόκληρο.
Στη συνέχεια καθαρίζουμε και τα μικρά κρεμμυδάκια.
Bάζουμε το χταπόδι στη φωτιά με το κρασί, το ξίδι και το μεγάλο κρεμμύδι.
Tο αφήνουμε να βράσει μέχρι να βγάλει το νερό του.
Mόλις βράσει, το κόβουμε σε κομμάτια και αφαιρούμε το κρεμμύδι.
Προσθέτουμε τον ντοματοχυμό (ή τις ντομάτες), το λάδι, το σκόρδο, τα μπαχαρικά, 2 φλιτζάνια νερό και τα κρεμμυδάκια.
Aφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει μέχρι να δέσει η σάλτσα του.
[vimaorthodoxias.gr]
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Τρελὴ βραδιά".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Τὴν εἶχαν στρώσει ἐκεῖ τὴν ψάθαν, ἐπὶ τῆς ἄμμου, τὴν ὥραν ποὺ εἶχε νυχτώσει, ὡς Τοῦρκοι ραμαζανλῆδες, οἱ τρεῖς, ὁ Ἀντώνης ὁ Παβιώτης, ὁ Προκόπης τῆς Μαρούδας, κι ὁ Σταμάτης ὁ Ἀρβανίτης, κι ὁ γερο-Καλοειδής, τέταρτος, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μικροῦ καπηλείου. Τὸ καπηλεῖον ἦτο ὀλίγα βήματα παραμέσα, βλέπον εἰς τὸν παραθαλάσσιον δρόμον, κ᾽ ἡ ψάθα ἦτον στρωμένη πέραν τοῦ δρόμου, εἰς τὸν αἰγιαλόν, καὶ τὴν μίαν ἄκρην της ἔβρεχαν, προσπαίζοντα εἰς τὴν ἄμμον, ἁμιλλώμενα ποῖον νὰ προσπεράσῃ τὸ ἄλλο, τὰ παιγνιώδη, χαρούμενα κύματα.
Ὁ γερο-Καλοειδὴς ἦτον πρῶτος μερακλὴς καὶ πρῶτος γλεντζὲς τοῦ χωρίου, πρόθυμος εἰς ὅλα, αὐτὸς καὶ τὸ καπηλεῖόν του. Εἶχε μείνει ἕως τότε μὲ τὸ ἄχτι του, καὶ μὲ τὸν κορμόν του τὸν κοντὸν καὶ κυρτόν, καὶ μὲ τὰ μακρὰ σκέλη του, ἐπειδὴ τοιοῦτος ἦτον ἐκ νεότητός του: πλασμένος μὲ ραχῖτιν, οἱονεὶ μὲ τὸ καυκίον του ἐξελθὼν ἐκ κοιλίας μητρός, καὶ καμμία δὲν τὸν ἐζήλευε νὰ τὸν πάρῃ. Ἀκολούθως κατώρθωσε νὰ ξεγελάσῃ μίαν, ταχέως ἐχήρευσεν, εἶτα ἐνυμφεύθη δευτέραν φορὰν καὶ εὐθὺς ὕστερον ἀπέθανε. Τότε ἦτον ἀκόμη ἄγαμος· δὲν εἶχε πενηνταρίσει ἀκόμη.
Ἐκ τῶν ἄλλων, οἱ δύο ἦσαν νέοι ἄγαμοι, καὶ τὸν τρίτον, τὸν Προκόπην, τὸν εἶχε διώξει ἡ γυναίκα του. Εἶχαν στρωθῆ ἐκεῖ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, τρώγοντες ὀστρείδια, ἀχινούς, λαχανόπιτταν, πεταλίδας, καλόγνωμες καὶ κοχύλια.
Εἶτα ἔπιαν, ἔπιαν. Τὰ βαρέλια τοῦ γερο-Καλοειδῆ ἦσαν εὔθυμα, λάλα, διαχυτικά, ὅπως ὁ νοικοκύρης των. Ὕστερον ἤρχισαν τὰ τραγούδια:
«Πόσες φορὲς τὰ κύματα!… Ὄχι! πολὺ ρεμβῶδες.
«…Ἡ ζωὴ θὲ νὰ φανῇ;… Ὁ χωρισμὸς… πονεῖ!» Ὤ, μονότονον.
«Κοιμᾶσαι, πλάσμα ποὺ λατρεύω…» Ὤ, σχολαστικότης!
Δὲν ἦσαν τραγούδια αὐτά, καὶ ὁ ὁρίζων δὲν τὰ ἔστεργε. Οὔτε ὑπῆρχε κοινὸν διὰ νὰ τοὺς ἀκούῃ. Τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς ἐκλειδώνοντο ἐνωρίς, ὅμοια μὲ τὰ πουλιὰ ποὺ κατιάζουν* ἐνωρὶς εἰς τὰς φωλεάς των. Τὰ κύματα δὲν δέχονται ἄλλας ἠχοὺς ἀπὸ τὴν ἰδικήν των, τὴν πλουσίαν καὶ παναρμόνιον. Ὁ βράχος ἀντικρὺ ἐφαίνετο νὰ γελᾷ μὲ μαύρους ὀδόντας, ὡς κόκκαλα σαπρακωμένα, σπαρτά, πεταμένα ἐπάνω εἰς τὸ πλάγι τοῦ βουνοῦ, καὶ τὸ κῦμα θραυόμενον ἐπάνω των ἐκάγχαζεν εἰς τὰς ἀγόνους προσπαθείας των.
Ὅλα τὰ παράθυρα τριγύρω κλειστά. Ἔπειτα αὐτοὶ δὲν εἶχαν νὰ κάμουν τίποτε μὲ τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς· εἶχαν μὲ τοὺς ἰδίους ἑαυτούς των. Μὴν πιστεύετε ὅτι, ἐπειδὴ εὑρίσκοντο εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἦτο θέρος ἤδη. Ἦτο τὸν Μάρτιον μῆνα καὶ ἔκαμνε ψῦχος. Ἕκαστος ἐκ τῶν τριῶν ηὔχετο ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ἐπρότεινεν ὁ εἷς τῶν ἄλλων δύο νὰ μεταθέσωσι τὸ συμπόσιον ἐντὸς τοῦ καπηλείου. Ἀλλὰ κανεὶς ἐκ τῶν τριῶν δὲν τὸ ἐπρότεινεν. Ὁ γερο-Καλοειδάκης οὔτε ὑπώπτευεν ὅτι ἔκαμνε ψῦχος. Εἶτα αἴφνης καὶ οἱ ἄλλοι ἔπαυσαν νὰ τὸ αἰσθάνωνται. Ἔπειτα ἤρχισε σιγὰ νὰ χιονίζῃ. Ὁ καλύτερος καιρὸς διὰ νὰ γλεντήσῃ κανεὶς «στοὺς μαχαλάδες». Ἡ καλυτέρα προδιάθεσις διὰ νὰ κρυώσῃ κανεὶς χωρὶς νὰ αἰσθανθῇ κρύο.
― Λοιπόν, στοὺς μαχαλάδες! Πᾶμε, παιδιά, τὸν ἀνήφορο.
Ἐκεῖ θὰ εὕρισκον κοινὸν νὰ τοὺς ἀκούσῃ. Ἐσηκώθησαν. Ὁ Σταμάτης, χωρὶς νὰ ἐξηγηθῇ, καὶ χωρὶς ἄλλος νὰ κάμῃ παρατήρησιν, ἐτύλιξε τὴν ψάθαν, καὶ τὴν ἔλαβεν ἐπ᾽ ὤμου. Ὁ Καλοειδὴς ἐφορτώθη ὡς δισάκκιον δύο φλάσκας δεμένας διὰ σχοινίου, κατερχομένας ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ προέχοντος στέρνου του. Ἡ μία ἔφερε μαῦρον οἶνον, ἡ ἄλλη ξανθὸν μοσχᾶτον. Ὁ Προκόπης ἐκράτει ἐντὸς μανδηλίου πεταλίδας, παγούρια ψημένα, πόδας ἀστακοῦ, καὶ ἄλλα ἀρτύματα. Ὁ Ἀντώνης ἔκαμνε μύλον κ᾽ ἐδόνει τὸν ἀέρα μὲ τὸ χονδρὸν ραβδίον του. Ἐμπρός, πᾶμε!
Τότε ἤρχισεν ἐν τῷ ἅμα νὰ βοΐζῃ ἀπὸ τὰ τραγούδια ἡ πρώτη γειτονιά. Καὶ εἰς κάθε στροφήν, ὁ Καλοειδάκης, μὲ φωνὴν περιπαθῆ, πάλλουσαν, προσέθετε τὴν ἐπῳδόν, τὴν ὁποίαν ἠγάπα ὡς οἰκείαν αὑτῷ.
Ἔβγα νὰ ἰδῇς, ἔβγα νὰ ἰδῇς,
σκύλα, κορμὶ ποὺ τυραγνεῖς.
*
* *
Ἀλλὰ τὸ πρῶτον ᾆσμα, εἰς τὸν παλαιὸν δώριον ἦχον, «ἔβγα νὰ ἰδῶ τὸν ἴσκιο σου, κ᾽ ἐγὼ τόνε γνωρίζω», ἄδηλον ἂν τὸ ἤκουσε καμμία εἰς τὸν μαχαλὰν καὶ ἂν ἐφάνη εὐδιάθετος ν᾽ ἀνταποκριθῇ· εἰς αὐτοὺς ὅμως δὲν ἤρεσεν, ὡς παραπολὺ σεμνόν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἔτρεψαν πάραυτα εἰς τὸ φρύγιον καὶ τὸ τροχαϊκόν. Καὶ τότε πάλιν ὁ Καλοειδὴς εὗρεν ἰδικήν του ἐπῳδὸν νὰ ἐπισυνάψῃ:
Ντελμπεντέρισσα, Βασίλω,
στρῶσ᾽ τὸ μπράτσο σου νὰ γείρω!
Ἀπὸ μίαν διακοπὴν τοῦ ἕως τότε πρωταοιδοῦ, τοῦ Προκόπη, εὑρὼν καιρὸν ὁ Καλοειδής, ἤρχισε νὰ ᾄδῃ ἄλλο, γοργὸν τοῦτο, μέλος:
Βασίλω μ᾽, κάτσε φρόνιμα,
σὰν τ᾽ ἄλλα τὰ κορίτσα,
σ᾽ αὐτὴ τὴ γειτονίτσα…
Ὡς νὰ ἠλεκτρίσθη ἀπὸ τὴν γοητείαν τοῦ ᾄσματος, παραδόξως ἕνα παράθυρον ἔτριξε κ᾽ ἐφάνη εἰς τὸ ἀσθενὲς φέγγος τῆς εἰς σύννεφα πλεούσης σελήνης μία σκιὰ εἰς τὸ στενὸν ἄνοιγμα.
Ἦτον ἡ Μαρούδα, ἡ γυνὴ τοῦ Προκόπη, ἡ ὁποία τὸν εἶχε διώξει ἀπὸ τὸ σπίτι της πρὸ ἡμερῶν. Οἱ γέροντες οἰκοκυραῖοι τοῦ τόπου ἰσχυρίζοντο πάντοτε ὅτι ἡ σχεδὸν ἀπαράβατος συνήθεια τοῦ ν᾽ ἀποτελῇ οἰκία μέρος τῆς προικὸς εἶχε τοῦτο τὸ καλόν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ποτὲ ὁ ἀνὴρ ν᾽ ἀποπέμψῃ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ πᾶν τοὐναντίον.
Ἠκούσθη τότε ὀξὺς ψιθυρισμὸς εἰς τὴν σιγὴν καὶ τὸ ὑπόφαιον σκότος, τόσον συριστικὸς καὶ διάτορος, ὥστε ἐνίκα καὶ τὴν πλέον στεντόρειον βαρυφωνίαν.
― Ἄ! τραγούδα τώρα, γλέντα, μπεκρολόγα, μεθοκόπα, ξενύχτα, ξερνοβόλα, γκάριζε! Ἄχ! βαγένι, πιθάρι, βαρέλα, μπουκάλα, γαλόνι, ταμετζάνα, στάμνα, στέρνα, καρούτα, μαστέλα, κρασοκανάτα! Ποὺ νὰ σκάσῃς!
Εὐθὺς ἠκούσθη δεύτερος τριγμὸς καὶ τὸ παράθυρον ἐκλείσθη μετὰ πείσματος.
Ὁ Καλοειδὴς ἐπανέλαβε τὸ ᾆσμα:
Βασίλω μ᾽, τὰ κουμπούρια σου
μὲ τί τά ᾽χεις γεμᾶτα,
βαριά, π᾽ ἀνάθεμά τα!
*
* *
Καὶ αἱ ἠχοὶ ἀπ᾽ ὅλας τὰς γειτονίας ἠγέρθησαν, καὶ ἀντήχει παρατεταμένως τὸ φαιδρὸν καὶ γοργὸν ᾆσμα τοῦ Καλοειδῆ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἀνταπεκρίνετο, φαίνεται, εἰς τὰς ψυχικὰς διαθέσεις τῶν κωμαστῶν. Τοὺς ἐχρειάζετο κανὲν ἄλλο.
Ἀκριβῶς τότε ἔφθασαν ἔμπροσθεν καλοκτισμένης οἰκίας, τῆς ὁποίας τὸ ἓν παράθυρον ἦτο φωτισμένον. Γάστραι ποικίλων ἀνθέων ἐφαίνοντο ἐπὶ τοῦ ἐξώστου, ἄλλαι γάστραι ἐπὶ τοῦ δώματος. Ὑπῆρχε κοσμιότης καὶ κομψότης χαρίεσσα. Καθαρὸν πνεῦμα ἐφαίνετο ὅτι ἐπεφοίτα εἰς τὸ ἐνδιαίτημα ἐκεῖνο. Καὶ ὅλα κατήγγελλον τὴν παρουσίαν φιλοκάλου ἐρατεινῆς κόρης.
Καὶ ἡ χιών, λεπτή, ἀραιά, ἔπιπτε. Καὶ οἱ τέσσαρες κωμασταὶ ᾐσθάνοντο νὰ δροσίζεται τὸ μέτωπόν των ἀπὸ τὰς ἐλαφράς, ἀναφεῖς νιφάδας. Ὁ Ἀντώνης ἐκοίταζε νὰ εὕρῃ μέρος ὑπήνεμον ἢ ἀπάτητον, χαμηλὴν στέγην καλύβης, ἢ πεζούλαν ἔμπροσθεν θύρας τινός, ὅπου νὰ ἔχῃ στρωθῆ μία δρὰξ χιόνος. Εἶχε πόθον νὰ δροσίσῃ τὸ στόμα του, τὸν οὐρανίσκον του μὲ τὴν ἁβράν, παρθενικὴν χιόνα. Καὶ ἡ σελήνη ἔπλεεν εἰς τὸ κενόν, καὶ ἡ χιὼν ἐχάνετο πίπτουσα εἰς τὴν γῆν.
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ὁ Σταμάτης, καθὼς ἐβάσταζε τὴν ψάθαν ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἤρχισε νὰ ᾄδῃ ὑποκάτω εἰς τὸ παράθυρον τῆς φιλανθοῦς κόρης ἄμουσον παρῳδίαν ᾄσματος:
Πάει κουνίζοντας τὴ ὡραῖος φεγγάρης
ποὺ μοῦ ντείξῃ ντικές σου ὡραῖες μοῦτρες,
μιὰ βραντιά, κ᾽ ἕνα κλάψα ντικό σου,
κ᾽ ἐγκὼ ἀγκαπῶ τοῦ λόγκου σου!
― Σιώπα! ἄφησέ το! εἶπε περίλυπος ὁ Ἀντώνης.
Κ᾽ ἔκαμε χειρονομίαν νὰ φράξῃ μὲ τὴν παλάμην του τὸ στόμα τοῦ φίλου του.
Εἶτα ἐσπόγγισε τὸ μέτωπόν του, ὡς νὰ εἶχεν ἱδρῶτα καὶ νὰ ᾐσθάνετο μεγάλην ζέστην.
― Δὲν πᾶμε καὶ παραπάνω; ἐπρότεινεν ὁ Καλοειδής.
― Ναί, ναί, ἐπρόφερε μετὰ πόνου ὁ Ἀντώνης.
*
* *
Διηυθύνθησαν εἰς τὴν ἄνω συνοικίαν. Ἀφοῦ ἀνῆλθον τὸν ἀνωφερῆ λιθόστρωτον δρόμον, ἐστράφησαν ἀριστερὰ πρὸς τὴν κρημνώδη ἀκτήν, εἶτα ἔκαμψαν δεξιὰ πρὸς τὸ ἐνδότερον μέρος. Μετά τινα ἑλιγμὸν ἔφθασαν εἰς στενὸν δρομίσκον, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τοῦ ὁποίου ἠγείροντο ὑψηλὰ δύο ἀρχοντόσπιτα, τὸ ἓν μὲ μικρὰν αὐλὴν πρὸς τὸν δρόμον, τὸ ἄλλο μὲ εὐρὺν αὐλόγυρον καὶ κῆπον ὄπισθεν.
Ἡ αὐλόπορτα τοῦ πρώτου δεξιόθεν ἦτο ἀνοικτή, τοῦ ἄλλου ὄχι.
― Κρασοπουλεῖ ὁ γερο-Κρεμέζος, εἶπεν ὁ Ἀντώνης.
― Δὲν πᾶμε νὰ τοῦ κάμουμε ἀλεσβερίσι; ἐπρότεινεν ὁ Καλοειδάκης.
― Σώθηκε κιόλα τὸ κρασί μας; ἠρώτησεν ἀνήσυχος, κοιτάζων τὰς δύο φλάσκας ὁ Προκόπης, χωρὶς νὰ ἐνθυμῆται ἂν ἔπιον ἢ δὲν ἔπιον ἀφ᾽ ὅτου ἐξεκίνησαν ἀπὸ τὸ καπηλεῖον.
― Πᾶμε νὰ ρίξουμε μιὰ ματιά, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
― Βέβαια· ἐσὺ εἶπες τὸ σωστό, ἀπήντησε, πάλλων τὰς δύο φλάσκας ὁ Καλοειδής, διὰ τοῦ κλωγμοῦ τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ πληροφορήσῃ τὸν Προκόπην ὅτι ἦσαν ἀκόμα «κοντόγεμες», ἀλλ᾽ ὅτι ἐδῶ ποὺ θὰ ἔμβαιναν δὲν θὰ ἔμβαιναν διὰ τὸν οἶνον.
Εἰσῆλθον εἰς τὴν αὐλήν, εἶτα εἰς ὑπόστεγον ὅπου ὑπῆρχε φῶς. Τοῦτο ἦτο ἄφρακτον ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ἐχρησίμευεν ὡς ληνὸς καὶ πατητήριον διὰ τὰ κρασιὰ τοῦ γερο-Κρεμέζου. Ὁ γέρων ἐκάθητο ἐκεῖ πλησίον εἰς τὸν κρατῆρα τοῦ βαρελίου μὲ τὸ μακρὸν ἐκ κερασέας τσιμπούκι του, τὸ ἔχον ἐπιστομίδα ἠλεκτρίνην, μὲ πλατεῖαν μεταξωτὴν καπνοσακκούλαν κρεμαμένην ἀπὸ τὴν μέσην του. Ἐφόρει πανωβράκι* ἀπὸ ἀγγλικὴν τσόχαν στιλπνόν, βελουδίνην τζάκαν*, ἐμβάδας καὶ σκούφιαν χρυσοκέντητα.
Ἦτον ἀρχοντομαθημένος κ᾽ ἔλεγαν πὼς εἶχε «γρόσια πολλά»! Εἶχε κ᾽ εἶχε καράβια εἰς τὴν νεότητά του, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε περιέλθει εἰκοσάκις τὴν Μεσόγειον. Τώρα, μετὰ τὸν θάνατον τῆς γραίας ἡ διχόνοια εἶχεν ὑπεισέλθει δυστυχῶς εἰς τὸν οἶκον καὶ οἱ υἱοί του «καλημέρα» δὲν τοῦ ἔλεγαν. Εἶχεν υἱοθετήσει, ὅπως ἔλεγαν, μίαν ὀρφανὴν διὰ νὰ τὴν ἀφήσῃ κληρονόμον τοῦ βίου του, ὅσος τοῦ εἶχε μείνει ἀκόμα.
― Λοιπόν, πῶς τὰ περνᾷς, καπετὰν Παναγή;
―Ἔ, πῶς νὰ τὰ περάσω, παιδιά. Ἔγραψα μέσα στὴ Χαλκίδα νὰ μοῦ βγάλῃ ἀφορισμὸ ὁ Δεσπότης.
― Ἀφορισμό; Θεὸς φυλάξοι! Γιὰ τί πρᾶμα;
― Δὲν ἀκούσατε σεῖς ποὺ μοῦ χύσανε τὸ κρασί μου αὐτὲς τὶς ἡμέρες;
Καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται πῶς ἄγνωστος ἐχθρός, ἴσως κανένας βαλμένος ἀπ᾽ τοὺς δικούς του, ποὺ δὲν τὰ εἶχε καλὰ μαζί τους, εἶχεν εἰσχωρήσει διὰ νυκτὸς ὁ ἀπόκοτος εἰς τὴν αὐλὴν καὶ εἰς τὸ ἰσόγειον τῆς οἰκίας καὶ εἶχεν ἀνοίξει τὸν κρουνὸν τοῦ μεγάλου βαγενίου του κ᾽ ἐχύθηκαν τριάντα βαρέλες κρασί. Τώρα τοῦ ἔμενε μόνον αὐτὸ τὸ μεσακὸ βαρελάκι ποὺ τὸ κρασοπουλεῖ κι ἄλλα δύο ἢ τρία μικρότερα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκει ἡδονὴν νὰ λιανοπωλῇ μοναχός του, ὄχι τόσον διὰ τὰ λεπτὰ ποὺ θὰ μαζώξῃ, ὅσον διότι ἔρχονται, ἂς εἶναι καλά, τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ, τὰ λεβεντόπαιδα, καὶ τοῦ κάνουν συντροφιά, γιὰ νὰ περνᾷ κι αὐτὸς τὴν ὥραν του.
Ἂς πᾶν νὰ ἰδοῦν τὰ μάτια μου,
πῶς τὰ περνάει ἡ ἀγάπη μου.
Μοῦ ᾽παν ἀλλοῦ κι ἀγάπησε,
κ᾽ ἐμένα μ᾽ ἀπαράτησε.
― Ποιὸς σ᾽ τό ᾽πε, δεντρουλάκι μου,
δὲ σ᾽ ἀγαπῶ, πουλάκι μου;
Ἂν σ᾽ τό ᾽πε ὁ ἥλιος νὰ σβηστῇ,
τ᾽ ἄστρι νὰ μὴν ξημερωθῇ…
Κι ἂν σ᾽ τό ᾽πανε στὴν ἐκκλησιά,
κερὶ νὰ μὴ ἀνάψουν πιά…
Κι ἂν σ᾽ τό ᾽πε τὸ Ρηγόπουλο,
στὴν Μπαρμπαριὰ σκλαβόπουλο!
Τὸ ᾆσμα τοῦτο ἔτερπεν ἐξόχως τὸν γερο-Κρεμέζον. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθὼς εἶχεν εἴπει ὁ Σταμάτης τοὺς ἡμίσεις στίχους, ἠκούσθη θροῦς εἰς τὸν ἐξώστην, τὸν πρὸς τὴν αὐλήν, καταντικρὺ τοῦ ὑποστέγου ὅπου εὑρίσκοντο οἱ νυκτερινοὶ ἐπισκέπται.
Ἦτον ἡ ὀρφανή, ἡ προστατευομένη τοῦ οἰκοδεσπότου, χαρίεσσα κόρη. Ὁ Σταμάτης εἶχε «κλέφτικο μάτι», καὶ εἶδε τὴν ὡραίαν κοπέλαν, ἐξελθοῦσαν σιγά, διὰ ν᾽ ἀκροασθῇ καλύτερον τὸ ᾆσμα, νὰ ἴδῃ καὶ τὸν τραγουδιστήν, βέβαια. Ὁ Προκόπης δὲν ἔβλεπε πλέον τίποτε, καὶ ὁ Ἀντώνης ἔστρεψε βλέμμα ἀπογοητευμένον πρὸς τὰ ἐκεῖ. Αἱ δύο φλάσκαι ἐσείσθησαν καὶ ἔκλωξαν ὑπὸ τὴν πνοὴν καὶ τὴν κόλπωσιν τοῦ στέρνου τοῦ Καλοειδῆ, ὁ ὁποῖος τότε μόνον ἐστοχάσθη ὅτι ἦτο μάταιον νὰ τὰς φέρῃ ἐπάνω του, κ᾽ ἐκεῖ ποὺ εἶχαν καθίσει, καὶ ἔσπευσε νὰ τὰς ξεφορτωθῇ. Ἀλλὰ μόνον μίαν στιγμὴν ἐφάνη ἡ λευκὴ νυκτερινὴ ὀπτασία, καὶ πάλιν ἀπεσύρθη, ἐλαφρὰ ὡς ἀτμὶς δρόσου. Ὁ γερο-Κρεμέζος δὲν ἐγροίκησε τὴν παρουσίαν της.
― Καὶ τί γίνεται, καπετὰν Παναγή, ὁ γείτονάς σου, ὁ γερο-Χαρμόλαος; ἠρώτησεν ὁ Καλοειδής.
― Ἀμ᾽ τί νὰ γίνῃ, ὅλο μέσα κάθεται, σὰν τὴ λεχώνα, κι ὅλο ἀπεικαστὰ* θέλει ν᾽ ἀκούῃ, ἀπήντησε καγχάσας ὁ γερο-Κρεμέζος.
― Καὶ ποιὸς τοῦ τὰ λέει τ᾽ ἀπεικαστά;
― Οἱ γειτόνισσες γύρω-γύρω.
Ὁ γερο-Χαρμόλαος ἦτον ὁ ἰδιοκτήτης τῆς ἄλλης ἀρχοντικῆς οἰκίας, τῆς ἀντικρινῆς, μὲ τὸν αὐλόγυρον καὶ τὸν κῆπον. Ἀντίζηλος τοῦ Κρεμέζου εἰς ὅλα, εἰς τὰ καράβια, εἰς τὰ «πολλὰ γρόσια», ἀκόμη καὶ εἰς τὰ ὀαρίσματα καὶ εἰς τὴν εὔνοιαν τῶν γειτονισσῶν. Ἦτον ὡραῖος γέρων, σχεδὸν μεγαλοπρεπής, εὐτραφής, λευκὸς ὅλος, ποδαλγός, φορῶν βελούδινα καὶ χρυσοποίκιλτα· πάλαι ποτὲ πλοίαρχος καὶ ἰδιοκτήτης τῆς ἐξακουστῆς «Μινέρβας», πλοίου μεγίστης χωρητικότητος, κοσμογυρισμένος κι αὐτός, ὅπως ὁ γερο-Κρεμέζος, εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξεν, ὅπως ἔλεγαν, Ἱερολοχίτης εἰς τὸ Δραγατσάνι ἐπιζήσας, ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὸ χρέος του. Εἰς τὸ γῆράς του, χωρισμένος ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ὑπηρετούμενος ἀπὸ μακρινὰς πτωχὰς ἀνεψιάς του, ἐτέρπετο καθήμενος ἐν μέσῳ χοροῦ μεσηλίκων γυναικῶν, καὶ ἀκούων, καθὼς ἰσχυρίζετο ὁ Κρεμέζος, διαφόρους χαριεντισμοὺς καὶ «ἀπεικαστά», ὄχι ὅλα, ἀλλὰ τὰ μετέχοντα κνίσης καὶ κέντρου.
― Καὶ χορταίνει ἀκούοντας ἀπεικαστά; ἠρώτησε πάλιν ὁ Καλοειδάκης.
― Σὲ οὗλα τὰ πάντα εἶναι χόρταση, καὶ δὲν εἶναι χόρταση, ἀπήντησεν ἀποφθεγματικῶς ὁ γερο-Κρεμέζος.
*
* *
Καθὼς ἐσηκώθη ἡ παρέα καὶ ἀπεχαιρέτισε τὸν καπετὰν Παναγήν, ὁ Καλοειδὴς ἐπρότεινε, καὶ ὁ Σταμάτης ὑπεστήριξε, νὰ δοκιμάσουν νὰ εἰσχωρήσουν πρὸς νυκτερινὴν ἐπίσκεψιν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ γερο-Χαρμολάου. Τοῦτο θὰ κατωρθοῦτο εὐκόλως διὰ τεχνάσματος, καθὼς ἰσχυρίζετο ὁ Καλοειδής. Ἡ αὐλόπορτα δὲν ἦτον κλειδωμένη, ἀλλὰ μόνον μανδαλωμένη, ὑπῆρχε δὲ προφανῶς, καθὼς ἐμαρτύρει τὸ πάμφωτον παράθυρον καὶ οἱ ἠχηροὶ καγχασμοὶ οἱ ἐκφεύγοντες ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκεῖθεν, συναναστροφὴ εἰς τοῦ γερο-Χαρμολάου. Ὁ Καλοειδής, ἐπειδὴ εἶχεν ὀλίγον θάρρος, καθὸ μακρινὸς συγγενὴς τοῦ ἰδιοκτήτου, θὰ εἰσεχώρει, φέρων τὰς δύο φλάσκας εἰς τὴν οἰκίαν, θ᾽ ἀνέβαινεν εἰς τὸν μουσαφὶρ-ὀντά*, θὰ κατώρθωνε διὰ μιᾶς νὰ καλοκαρδίσῃ τὸν γέροντα, ὁ ὁποῖος ἠγάπα παραπολὺ τὴν μετὰ νέων συναναστροφήν, θὰ προσεποιεῖτο ὅτι βιάζεται νὰ φύγῃ, λόγω ὅτι τὸν περιμένει κάτω ἡ παρέα του, καὶ τότε ὁ γερο-Χαρμόλαος, διὰ νὰ μὴ χάσῃ γρήγορα τὴν συντροφιὰν τοῦ Καλοειδῆ, θὰ ἐφιλοτιμεῖτο νὰ καλέσῃ τοὺς πάντας ἐπάνω, εἰς τὴν οἰκίαν. Θὰ ἤξιζε τῷ ὄντι νὰ εἰσέδυον οἱ νέοι εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς οἰκίας αὐτῆς, ὅπου θὰ ἔβλεπον τὸν γέροντα, ἀξιοπερίεργον Οἰδίποδα, καθότι ἔπασχε τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου ἐκ ποδάγρας, ἀνακεκλιμένον ἐν μέσῳ ἡμισείας δωδεκάδος Σφιγγῶν, καὶ ἀσχολούμενον μετὰ καγχασμῶν νὰ λύῃ τὰ διάφορα αἰνίγματα, τὰ διφορούμενα τὴν οὐσίαν, διφορούμενα καὶ τὴν μορφήν, τὰ ὁποῖα προέβαλλον πονήρως ἐκεῖναι.
Ἀλλ᾽ ὁ Ἀντώνης μετὰ σκαιότητος ἀντέστη εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο, λέγων ὅτι δὲν τοῦ ἀρέσει νὰ ὑπάγῃ τοιαύτην ὥραν εἰς ξένην οἰκίαν διὰ νὰ ἀκούσῃ αἰνίγματα. Οἱ ἄλλοι δὲν ἐπέμενον πολύ, ἐπειδὴ εἶχεν ἀρχίσει ἤδη νὰ παλιώνῃ ἡ συντροφιά των καὶ νὰ γίνεται ἕωλος. Πρὶν ὅμως ἀπομακρυνθοῦν, ὁ Σταμάτης, ὅστις ἦτο ὁ πλέον ἀτίθασος ἐκ τῶν τεσσάρων, ἐστάθη ὑπὸ τὸ φωτισμένον παράθυρον τῆς οἰκίας, φέρων καὶ τὴν ψάθαν ἐπ᾽ ὤμων, καὶ ἤρχισεν ἀκράτητος νὰ τραγουδῇ:
Ὁ ἡγούμενος τοῦ Φαϊμεσμπρούμ,
εἶκε μουσαφιραίους,
γιὰρ γιὰρ γιοὺμ,
καὶ μάλιστα μιὰν καλόγγρεζα.
Οἱ μουσαφιραίους ἦταν ὅλοι μετυσμένοι
ἀπὸ τὴ φαῒς κι ἀπὸ τὴν πιοτής,
γιὰρ γιὰρ γιούμ,
ἦταν ὅλοι στουπιντόν.
«Ὦ ψυκὴ κι ἀγγέλικο κορμί!»
Οἱ μουσαφιραίους ἔφεραν καὶ ροβολιὰ
κάτω π᾽ τὴν περιφόλα,
γιὰρ γιὰρ γιούμ,
πρὸς ντιασκέντασις.
— Ὦ, καλησπέρα σας, κύριε Φαϊμεσμπρούμ·
τί φέλεις ἐντῶ μέσα;
γιὰρ γιὰρ γιούμ,
τὴν βλέπομεν τὴν καλόγγρεζα.
— Ὦ! τὲν ἐπιστρέφομεν πλέον εἰς τὴν κελλίον·
τὰ γκίνω Μάρτιν Λοῦτερ,
γιὰρ γιὰρ γιούμ,
σ᾽ αὐτὸν τὸν ὡραῖον τὸν κόσμο.
Τὸ τόλμημα τοῦ Σταμάτη ἔφερε μεγαλύτερον τοῦ προσδοκωμένου ἀποτέλεσμα· τὸ παράθυρον ἠνοίχθη, καὶ γυνή τις προέκυψε πρὸς στιγμήν. Εἶτα αὐτὸς ὁ οἰκοδεσπότης, ὑποβασταζόμενος, ὡς φαίνεται, ἐφάνη εἰς τὸ παράθυρον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο πλησίον τοῦ «μεντερίου»*, ἐφ᾽ οὗ ἔκειτο ἐξηπλωμένος.
― Κοπιάστ᾽ ἐπάνω, παιδιά· κοπιάστε· ἔχουμ᾽ εὐχαρίστηση, ἐφώναξε μὲ δυνατὴν καὶ πάλλουσαν φωνὴν ὁ γέρων Χαρμόλαος, ἀναγνωρίσας πάραυτα τὸν Σταμάτην, τὸν ᾄδοντα, καὶ τὸν Καλοειδήν, τὸν ἴδιον συγγενῆ του.
Καὶ πάλι ὁ Ἀντώνης ἐφάνη σκαιὸς καὶ ἀνένδοτος. Ἀνένευσεν ἁπλῶς, καὶ ἔτρεξε πρὸς τὸν δρόμον. Ἦτο ἤδη μακράν. Ὁ Προκόπης, παραπατῶν ὀλίγον, τὸν ἠκολούθησε, καὶ οἱ ἄλλοι δύο ἐζήτησαν συγγνώμην ἐπειδὴ ἡ ὥρα ἦτον περασμένη, καὶ ἡ παρέα δὲν εὑρίσκετο σύμφωνος. Ὁ γέρων Χαρμόλαος ἐλυπήθη πολύ. Ἦτον δὲ τότε ἑνδεκάτη ὥρα.
*
* *
Ἕως τότε δὲν εἶχον εὕρει εὐκαιρίαν νὰ στρώσουν πουθενά, εἰς τὸ ὕπαιθρον, τὴν ψάθαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐπ᾽ ὤμου ὁ Σταμάτης, διὰ νὰ καθίσουν. Ἀλλ᾽ ἰδοὺ τώρα ἔφθασαν εἴς τινα ἀκατοίκητον οἰκίαν, χωρὶς θύραν, καὶ μὲ μικρὰν αὐλήν, κ᾽ ἐκεῖ ὁ Σταμάτης, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν τῶν λοιπῶν, ἔστρωσεν ἐντὸς τῆς αὐλῆς τὴν ψάθαν.
Ἦτον ἡ οἰκία ἐκείνη μιᾶς Κυριακούλας καλουμένης, τὴν ὁποίαν ὁ γέρων Δήμαρχος, ἐκπληρῶν καὶ τὰ ἀστυνομικά, εἶχεν ἐξορίσει πρό τινος χρόνου, ὡς «κακὸν παράδειγμα», ἀπὸ τὸν τόπον. Ἐκεῖ ἐξηπλώθη ὁ Σταμάτης, καὶ ἔλεγεν ὅτι ἤθελε ν᾽ ἀπαγγείλῃ τοὺς ἐξορκισμούς, διὰ τῶν ὁποίων ν᾽ ἀνακαλέσῃ οἱονεὶ ὡς νεκρὰν τὴν ἀποῦσαν, εἰς τὸ «ἔρμο σπιτάκι της, τὸ πικραμένο». Χάριν συντομίας παραλείπομεν ὅλα ταῦτα, σπεύδοντες νὰ ἐξημερωθῶμεν τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὴν νύκτα αὐτήν, τὴν θλιβερὰν μᾶλλον ἢ φαιδράν.
Ἔμειναν ἐπ᾽ ὀλίγον ἐκεῖ· εἶτα ὁ Σταμάτης, μὲ ἀγρίας φωνάς, ἔτρεξε νὰ ἐξυπνήσῃ μερικοὺς γνωρίμους γείτονας, καὶ ὑπεχρέωσε τὸν γερο-Ἀρμαμέντον νὰ καταβῇ εἰς τὸ κατώγι του, καὶ ν᾽ ἀνοίξῃ τὸ μοσχᾶτόν του κρασὶ νὰ τοὺς κεράσῃ, ἐπειδὴ ὁ Σταμάτης εἶχε χύσει ἐν τῶ μεταξὺ τὰς δύο φλάσκας τοῦ Καλοειδῆ, διὰ νὰ τὸν ξαλαφρώσῃ, καθὼς ἔλεγε. Μία γειτόνισσα, ἡ γραῖα Ντολαμού, ἐξυπνήσασα ἀπὸ τὸν θόρυβον, ἐξῆλθεν εἰς τὸ παράθυρον, καὶ ἤρχισε νὰ νουθετῇ καὶ νὰ ἐπιπλήττῃ αὐστηρῶς τὸν Σταμάτην. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶχε ξαναϊδεῖ ποτὲ στὴν ζωήν της. Τί ἀταξία καὶ τί παλαβωμάρα ἦτον αὐτή! Παιδιὰ ἀπὸ σπίτια, ἀπὸ σόι κι ἀπ᾽ ἀράδα, νὰ γυρίζουν μεσάνυχτα στοὺς μαχαλάδες, νὰ ξεπρογκίζουν τὸν κόσμο ἀπ᾽ τὶς φωνὲς κι ἀπ᾽ τὸ κακό! Ὕστερα, δὲν ἔχει δίκιο ὁ Θεὸς νὰ μᾶς χαλάσῃ;
Ἡ τελευταία ἐπίσκεψις ἔγινεν ὀλίγον παραπέρα, εἰς τὴν ἄκρην τοῦ χωριοῦ, ἐκεῖ ἐπάνω ὅπου ἐκατοικοῦσαν οἱ τρεῖς Γύφτοι, καὶ ἡ Ἑλένη, ἡ πρῴην Ἀηλέ, σύζυγος τοῦ Κωνσταντῆ ὀνομασθέντος. Ἦσαν νεοφώτιστοι, αὐτοὶ καὶ ἄλλαι δύο ἢ τρεῖς οἰκογένειαι. Ἀφήσαντες τὴν Θεσσαλίαν, εἶχαν ἔλθει εἰς τὴν μικρὰν νῆσον τῷ 1878. Ὡς βαθεῖς πολιτικοί, εἶχαν προΐδει τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας ―ἴσως τῇ βοηθείᾳ τῆς μαντικῆς τέχνης, τὴν ὁποίαν μετήρχοντο αἱ γυναῖκές των― καὶ ἔσπευσαν νὰ βαπτισθῶσιν. Ἐγνώριζον καὶ ἀπὸ πρὶν τὴν γεῦσιν τοῦ χοιρείου κρέατος καὶ τοῦ οἴνου, ἀλλὰ μετὰ τὴν βάπτισίν των, ἐπειδὴ συνέπεσον αἱ ἡμέραι τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Κρεοφαγίας, ἐχόρτασαν δαψιλῶς ἀπὸ τὰ δύο ταῦτα ἡδύσματα. Ἅμα ἐμβῆκεν ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ὁ εἷς τούτων, 〈ὁ〉 Κωνσταντής, ὁ πρώην Μουσταφᾶς, ἠρώτα ἀφελῶς:
― Δὲν τρῶνε λουκάνικο, τώρα, τὴ Σαρακοστή, τζάνεμ*;
Ἐκεῖ ὡς ἔφθασαν, ἔμπροσθεν τῆς καλύβης, ὁ Ἀντώνης, πρώτην φοράν, ἤνοιξε τὸ στόμα, καὶ ἤρχισε νὰ τραγουδῇ:
Τὰ μάτια σ᾽, Ἀηλέ μου, καὶ Τουρκο-Λένη μου,
κάνουν τὸ αἷμά μου νὰ βράζῃ…
Καὶ ὁ Καλοειδὴς πάραυτα ἐπρόσθεσε τὸν στίχον:
Πὼς βράζει τὸ κρασάκι μὲς στὸ βαγένι μου.
Ὁ σύζυγος τῆς Ἀηλές, καὶ πρῴην ὡς Μουσταφᾶς, καὶ τώρα ἀκόμη, ὡς Κωνσταντής, δὲν εἶχε τὴν γελοίαν ἀδυναμίαν νὰ ζηλεύῃ διὰ τοιαῦτα ἀστεῖα.
Ἐσηκώθησαν καὶ οἱ τρεῖς, αὐτός, καὶ ὁ Παῦλος, ὁ πρῴην Μεχμέτης, καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ πρῴην Χασάνης, καὶ ἔλαβον ὁ πρῶτος τὴν γκάιδαν του, ὁ δεύτερος τὸ λαγοῦτον, καὶ ὁ τρίτος τὸ κλαρινέτον, καὶ ἐν τῷ ἅμα τὰ ἐχόρδισαν. Καὶ τότε ἤρχισε δαιμονιώδης χορός, ἐκεῖ, εἰς τὴν μικράν πλατεῖαν, εἰς τὰ Γύφτικα, γύρω τριγύρω εἰς μίαν καλύβην ἡμισκεπῆ καὶ ἡμίφρακτον, χρησιμεύουσαν ὡς σιδηρουργεῖον. Καὶ ἡ γκάιδα βραχνόφωνα ἐφαίνετο νὰ λέγῃ βαθιά, μὲ φθόγγους ἐγγαστριμύθου, τοὺς ἀδήλους καημοὺς τοῦ συζύγου τῆς Ἀηλές, καὶ τὸ λαγοῦτον ἔμελπε λίαν παραπονετικὰ τὰ ἄγνωστα ντέρτια τοῦ Παύλου, τοῦ πρῴην Μεχμέτη, καὶ τὸ κλαρινέτον διελάλει, εἰς τὰ σκότη τῆς νυκτός, εἰς τὰς κοιλάδας καὶ εἰς τὰ ὄρη, τὰ ἄρρητα βάσανα τοῦ πρῴην Χασάνη, τοῦ Μάρκου. Ὅλη ἡ γειτονιὰ ἔχασε λίαν παράωρα τὸν ὕπνον της, καὶ ὅλον τὸ χωρίον ἀντήχησεν ἀπὸ τὴν ἀλλόκοτον, τὴν μεγαλόφθογγον ὀρχήστραν.
Ὀλίγη ὥρα ἐπέρασε, καὶ ἐφάνη ὁ δεκανεύς, συνοδευόμενος ὑπὸ δύο ἀνδρῶν, μὲ τὰ τουφέκια των. Ἀπὸ τὸν στρατῶνα, κάτω ἀπὸ τὰ παραθαλάσσια, πέραν τῆς ἀγορᾶς, πρὸς τὸν ἀνατολικὸν λιμένα, εἶχεν ἀκούσει τὸν θόρυβον, εἶχε χάσει τὸν ὕπνον, καὶ ἦλθε διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τήρησιν τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων.
― Καλῶς ἤλθατε, κύριοι! Λυπούμεθα διότι ἐγίναμεν ἀφορμὴ νὰ ἐνοχληθῆτε, ἐφώναξεν ὁ Σταμάτης, ὁ ὁποῖος κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἠσχολεῖτο νὰ κερνᾷ τοὺς τρεῖς Γύφτους, μὲ τὴν φλάσκαν, τὴν ὁποίαν εἶχε γεμίσει ἐκ νέου ἀπὸ τὸ περίφημον μοσχᾶτον τοῦ γερο-Ἀρμαμέντου.
Ὁ δεκανεὺς τοὺς παρεκάλεσεν εἰρηνικῶς νὰ διαλυθῶσιν, ἐπειδὴ ἦτο καιρὸς πλέον.
Ἄλλως, εἶπε, θ᾽ ἀναγκασθῇ νὰ προσκαλέσῃ τοὺς τέσσαρας κυρίους καὶ τοὺς τρεῖς Γύφτους, ἑπτὰ νοματαίους, τὸ ὅλον, νὰ τὸν ἀκολουθήσουν εἰς τὸν στρατῶνα.
Εὐθὺς κατόπιν μετεμελήθη καὶ ἐδήλωσεν ὅτι κατάσχει μόνον τὰ τρία ὄργανα τῶν Γύφτων. Οἱ Γύφτοι ἐτρόμαξαν.
― Δὲν εἶν᾽ ἐδῶ λευθεριά, τζάνεμ; Τὸ ἴδιο, ὅπως στὸ Βόλο, εἶναι κ᾽ ἐδῶ;
Μὴ θέλων ν᾽ ἀγγαρεύσῃ τοὺς ἄνδρας του, προσέθηκεν ὁ ἀστυνομεύων δεκανεύς, διὰ νὰ κουβαλήσουν τὰ ὄργανα, προσκαλεῖ τοὺς Γύφτους νὰ τὸν ἀκολουθήσουν εἰς τὸν στρατῶνα, ὅπου νὰ τὰ παραδώσωσι.
Οἱ τρεῖς Γύφτοι ἡτοιμάσθησαν, μὲ κρεμασμένα ὦτα, νὰ ὑπακούσουν.
― Ἀλλά, ἐπέφερεν ὁ νέος καὶ ζωηρὸς δεκανεύς, δὲν πρέπει νὰ πᾶμε ὣς ἐκεῖ βουβοί· τί διάβολο! Λέτε καὶ τίποτα στὸ δρόμο.
Καὶ τότε οἱ Γύφτοι, εὔθυμοι, ἐπανέλαβον τὴν διακοπεῖσαν συναυλίαν των.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, πρὶν ἐκκινήσουν, ἡ Ἀηλέ, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν Ἀντώνην, ἔκραξεν ἀπὸ τὴν θύραν τῆς καλύβης, ὅπου ἵστατο:
― Γιὰ πές το πάλι, κεῖνο τὸ τραγούδι, πῶς τό ᾽λεες;…
Ὁ Ἀντώνης τὸ εἶπε:
Τὰ μάτια σ᾽, Ἀηλέ μου, καὶ Τουρκο-Λένη μου.
Ὁ δεκανεὺς ἐγέλασεν ἀκουσίως, καὶ ἡ ἀφετηρία ἔγινεν ἐν μεγάλῳ κρότῳ καὶ βοῇ.
― Δὲν σοῦ φαίνεται πὼς πᾶμε νὰ ποῦμε τὰ πιστρόφια*; εἶπεν ὁ Σταμάτης.
― Ναί, σὰν νὰ γυρίζουμε ἀπὸ Γύφτικο γάμο, εἶπεν ὁ Καλοειδής.
Καὶ ἡ συνοδία ἠκολούθησε τὸν δρόμον της πρὸς τὰ κάτω, διεγείρουσα καὶ ἐκκωφαίνουσα ὅλον τὸ χωρίον μὲ τοὺς δαιμονιώδεις φθόγγους τῆς ὀρχήστρας της.
(1901)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα