Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 26 Ἰουλίου 2026, Κυριακή Η΄ Ματθαίου (Ματθ. ιδ΄ 14-22)
14 Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 15 ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 17 οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. 18 ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε. 19 καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 21 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐ-τοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
14 Ὅταν λοιπόν ὁ Ἰησοῦς βγῆκε ἀπό τό ἐρημικό καταφύγιό του, εἶδε πολύ λαό, καί τούς σπλαχνίσθηκε καί θεράπευσε τούς ἀρρώστους τους. 15 Καθώς ὅμως πλησίαζε νά βραδιάσει, τόν πλησίασαν οἱ μαθητές του καί τοῦ εἶπαν: Εἶναι ἔρημος ὁ τόπος καί ἡ ὥρα πλέον πέρασε. Δῶσε διαταγή νά διαλυθοῦν τά πλήθη τοῦ λαοῦ, γιά νά πᾶνε στά χωριά καί νά ἀγοράσουν γιά τούς ἑαυτούς τους τροφές νά φᾶνε. 16 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τούς εἶπε: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά φύγουν καί νά ἀγοράσουν τρόφιμα. Δῶστε τους ἐσεῖς νά φᾶνε. 17 Ἀλλά ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν: Δέν ἔχουμε ἐδῶ τίποτε ἄλλο παρά μόνο πέντε ψωμιά καί δύο ψάρια. 18 Ὁ Κύριος τότε εἶπε: Φέρτε τά μου ἐδῶ. 19 Κι ἀφοῦ παρακίνησε τά πλήθη τοῦ λαοῦ νά ἀνακλιθοῦν στήν πρασινάδα, πῆρε τά πέντε ψωμιά καί τά δύο ψάρια, σήκωσε τά μάτια του στόν οὐρανό κι εὐχαρίστησε καί ἐπικαλέστηκε τόν Πατέρα του. Κι ἀφοῦ ἔκοψε τά ψωμιά, τά ἔδωσε στούς μαθητές καί οἱ μαθητές στά πλήθη τοῦ λαοῦ. 20 Κι ἔφαγαν ὅλοι καί χόρτασαν, καί μάζεψαν ὅσα κομμάτια εἶχαν περισσέψει, δώδεκα δηλαδή κοφίνια γεμάτα. 21 Ἐκεῖνοι μάλιστα πού ἔφαγαν ἦταν περίπου πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρίς νά συνυπολογίζονται στόν ἀριθμό αὐτό οἱ γυναῖκες καί τά παιδιά. 22 Κι ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς, γιά νά μήν παρασυρθοῦν οἱ μαθητές του ἀπό τόν ἐνθουσιασμό τοῦ πλήθους πού ἤθελε νά τόν ἀνακηρύξει βασιλιά, τούς ἀνάγκασε νά μποῦν στό πλοῖο καί νά περάσουν πρίν ἀπ’ αὐτόν στό ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, ὡσότου αὐτός διαλύσει τά πλήθη τοῦ λαοῦ.
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 26 Ἰουλίου 2026, Ἑορτή τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς (Γαλ. γ΄ 23 – δ΄ 5)
Α δελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Ἔνδυμά μας ὁ Χριστὸς
Στὶς ἑορτὲς τῶν μεγάλων Μαρτύρων καὶ ὁσίων γυναικῶν ἡ Ἐκκλησία μας συνηθίζει νὰ ἀναγινώσκει πρὸς τιμήν τους μία συγκεκριμένη περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σήμερα, ποὺ τιμοῦμε τὴ μνήμη τῆς ἁγίας ἔνδοξης ὁσιομάρτυρος Παρασκευῆς, αὐτὴ ἡ περικοπὴ ἀναγινώσκεται. Μᾶς περιγράφει ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος σὲ ποιά κατάσταση ἤμασταν οἱ ἄνθρωποι πρὸ Χριστοῦ καὶ ποιές μεγάλες δωρεὲς ἔφερε ὁ Κύριος μὲ τὴν ἔλευσή του στὸν κόσμο. Μεταξὺ τῶν ἄλλων σημειώνει: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε». Ὅσοι βαπτισθήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐνδυθήκατε τὸν Χριστὸ καὶ ἑνωθήκατε μαζί Του.
Ὁ δημιουργὸς Θεὸς εἶχε προικίσει τοὺς πρωτόπλαστους ἀνθρώπους στὸν παράδεισο τῆς Ἐδὲμ μὲ ἔνδυμα πνευματικό, μὲ τὴ θεοΰφαντη στολὴ τῆς θείας Χάριτος. Μετὰ τὴν παρακοή τους ὅμως διασαλεύθηκε ἡ κοινωνία τους μὲ τὸν Θεὸ καὶ οἱ Πρωτόπλαστοι ἔχασαν τὸν θεϊκὸ αὐτὸ χιτώνα. Ἀπόλεσαν τὴν κλίση πρὸς τὴν ἀρετή. Ἔνιωσαν ντροπὴ ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ καὶ προσπάθησαν νὰ καλύψουν τὸ σῶμα τους μὲ περιζώματα ἀπὸ φύλλα συκῆς. Ἀπὸ τότε ὁ ἄνθρωπος ἔμενε ὑποδουλωμένος στὴν ἁμαρτία καὶ εἶχε τὴ ροπὴ πρὸς τὸ κακό.
Ὁ Κύριος, ὡστόσο, μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ τὴ σταυρικὴ θυσία του μᾶς καθάρισε ἀπὸ τοὺς ρύπους τῆς ἁμαρτίας καὶ μᾶς ἐνέδυσε «τὴν στολὴν τὴν πρώτην» (Λουκ. ιε΄ 22)· τὴ στολὴ ποὺ εἴχαμε οἱ ἄνθρωποι πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση. Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα μᾶς ἀποκαθιστᾶ στὸ πρωτόκτιστο κάλλος καὶ γίνεται Ἐκεῖνος τὸ βασιλικὸ ἔνδυμά μας. «Χιτῶνά μοι παράσχου φωτεινόν, ὁ ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον», ψάλλουμε στὴν ἀκολουθία τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Ντύσε με, Κύριε, μὲ τὸν φωτεινὸ χιτώνα τῆς Χάριτός σου, Ἐσὺ ποὺ φέρεις ὡς ἔνδυμά σου τὸ φῶς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ κάθε πιστὸς μπορεῖ νὰ περιβάλλεται τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ μὲ τὴ θεάρεστη ζωή του νὰ διατηρεῖ διαρκῶς τὸν πάλλευκο πνευματικὸ χιτώνα, ποὺ ἔλαβε κατὰ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, δηλαδὴ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
2. Ἡ αἰώνια κληρονομιὰ τῶν πιστῶν
Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ ποὺ ἦταν πρώην εἰδωλολάτρες, ἑπομένως καὶ ὅλοι ὅσοι ἀνήκουμε στὸν Χριστό, εἴμαστε πνευματικοὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, σύμφωνα δὲ μὲ τὴν ὑπόσχεση ποὺ εἶχε δώσει ὁ Θεὸς στὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, εἴμαστε «κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι». Εἴμαστε κι ἐμεῖς κληρονόμοι τῆς ἴδιας εὐλογίας. Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ βιβλίο «Γένεσις» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ χαρίσει ἀναρίθμητους ἀπογόνους στὸν Ἀβραὰμ καὶ ὅτι θὰ κληρονομήσουν τὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας ὁ ἴδιος καὶ οἱ ἀπόγονοί του.
Ὁ Θεὸς ἐκπλήρωσε τὶς ἐπαγγελίες του. Πνευματικοὶ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ εἴμαστε ὅλοι οἱ πιστοὶ Χριστιανοί, τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἄρρητη εὐφροσύνη τοῦ Παραδείσου, ἡ ἐπουράνια Ἱερουσαλήμ. Ὁ Θεὸς ἑτοίμασε γιὰ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τοὺς πνευματικοὺς ἀπογόνους του «κληρονομίαν ἄφθαρτον καὶ ἀμίαντον καὶ ἀμάραντον, τετηρημένην ἐν οὐρανοῖς» (Α΄ Πέτρ. α΄ 4)· κληρονομιὰ ποὺ δὲν φθείρεται καὶ δὲν μολύνεται, οὔτε μαραίνεται, ἀλλὰ εἶναι φυλαγμένη γιὰ ἐμᾶς στοὺς οὐρανούς.
Αὐτὴ τὴν κληρονομιὰ χαρίζει ὁ Θεὸς στοὺς πιστούς του. Αὐτὴ χάρισε καὶ στὴν ἁγία Παρασκευή, τὴν ὁποία ἑορτάζουμε σήμερα. Ἡ νεαρὴ κόρη ὁμολόγησε τὴν ἀγάπη της στὸν Χριστὸ καὶ θυσίασε γιὰ Ἐκεῖνον ὄχι ἁπλῶς κάποιες ἐπίγειες ἀνέσεις, ἀλλὰ κάτι ἀσύγκριτα περισσότερο, τὴν ἴδια τὴ ζωή της. Ὑπέστη φοβερὰ βασανιστήρια καὶ γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα: Φόρεσαν πυρακτωμένη σιδερένια περικεφαλαία στὴν τίμια κεφαλή της, τὴ μαστίγωσαν, ἔκαψαν τὰ μέλη τοῦ σώματος, τὴν ἔριξαν σὲ μεγάλο λέβητα, στὸν ὁποῖο ἔβραζε λάδι καὶ πίσσα, τὴν πέταξαν σ’ ἕνα λάκκο, ὅπου ὑπῆρχε ἕνα μεγάλο δηλητηριῶδες φίδι. Ἡ Ἁγία ὡστόσο παρέμενε ἀβλαβής! Ταπεινωμένοι τότε οἱ εἰδωλολάτρες τὴν ἀποκεφάλισαν. Ἡ νεαρὴ Μάρτυς συνάντησε τελικὰ τὸν Κύριο, Ἐκεῖνον ποὺ τόσο ἀγάπησε. Καὶ ἀπὸ Ἐκεῖνον κληρονόμησε Βασιλεία, ὄχι ἐπίγεια ἀλλὰ οὐράνια· ὄχι προσωρινὴ ἀλλὰ αἰώνια· ὄχι ἀνθρώπινη ἀλλὰ θεϊκή.
Αὐτὴ τὴν οὐράνια κληρονομιὰ ἔχει ἑτοιμάσει καὶ γιὰ ἐμᾶς ὁ Θεός. Γι᾿ αὐτὴ τὴν αἰώνια εὐφροσύνη τῆς Βασιλείας του εἴμαστε πλασμένοι. Γιὰ νὰ τὴν ἀπολαύσουμε ὅμως, πρέπει κι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε «τοῦ Χριστοῦ», ὅπως ἐπισήμανε ὁ Ἀπόστολος· νὰ ἀνήκουμε στὸν Χριστό· νὰ ζοῦμε καὶ νὰ πορευόμαστε στὴ ζωὴ ὅπως εὐαρεστεῖται Ἐκεῖνος. Αὐτὴ τὴν κληρονομιὰ εἴθε νὰ μᾶς χαρίσει ὁ Κύριος, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς ἁγίας Παρασκευῆς. Εἴθε ἐκεῖ νὰ συναντήσουμε καὶ τὴν ἴδια, ἔνδοξη καὶ λαμπρή, μέσα στὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Χριστοῦ!














