Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ἰανουαρίου 2026, Κυριακὴ ΙE΄ Λουκᾶ (Λουκ ιθ΄ 1-10)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν ῾Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
Ἔπειτα ἀπό λίγο ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στήν Ἱεριχώ, καί περνοῦσε μέσα ἀπό τήν πόλη. 2 Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνας ἄνθρωπος πού ὀνομαζόταν Ζακχαῖος. Αὐτός ἦταν ἀρχιτελώνης καί πολύ πλούσιος. 3 Καί προσπαθοῦσε νά δεῖ τόν Ἰησοῦ ποιός εἶναι, ἀλλά δέν μποροῦσε. Διότι ὑπῆρχε μεγάλη συρροή λαοῦ, καί αὐτός ἦταν κοντός στό ἀνάστημα καί σκεπαζόταν ἀπό τό πλῆθος. 4 Ἔτρεξε λοιπόν μπροστά ἀπό τό πλῆθος πού συνόδευε τόν Ἰησοῦ καί ἀνέβηκε σάν νά ἦταν μικρό παιδί σέ μία συκομουριά γιά νά τόν δεῖ, διότι ἀπό τό δρόμο ἐκεῖνο στόν ὁποῖο βρισκόταν τό δέντρο αὐτό θά περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς. 5 Ἀμέσως μόλις ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς στό σημεῖο ἐκεῖνο, σήκωσε τά μάτια του καί τόν εἶδε· καί χωρίς νά τόν γνωρίζει ἀπό παλαιότερα τόν φώναξε μέ τό ὄνομά του καί τοῦ εἶπε: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι σήμερα πρέπει νά μείνω στό σπίτι σου, σύμφωνα μέ τή θεία βουλή πού προετοιμάζει τή σωτηρία σου. 6 Τότε ὁ Ζακχαῖος κατέβηκε γρήγορα καί τόν ὑποδέχθηκε στό σπίτι του μέ χαρά. 7 Ὅλοι ὅμως, ὅταν εἶδαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς προτίμησε τό σπίτι τοῦ Ζακχαίου, μουρμούριζαν μεταξύ τους μέ ἀ-γανάκτηση καί σχολίαζαν περιφρονητικά τόν Ἰησοῦ λέγοντας ὅτι μπῆκε νά μείνει καί νά ἀναπαυθεῖ στό σπίτι ἑνός ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. 8 Ὁ Ζακχαῖος ὅμως στάθηκε μπροστά στόν Κύριο καί τοῦ εἶπε: Ἰδού, Κύριε, τά μισά ἀπό τά ὑπάρχοντά μου τά δίνω ἐλεημοσύνη στούς φτωχούς, κι ἄν τυχόν ὡς τελώνης μεταχειρίστηκα συκοφαντίες, ψεύτικες καταγγελίες καί ἀναφορές γιά νά ἀδικήσω κάποιον σέ κάτι, τοῦ τό γυρίζω πίσω τετραπλάσιο. 9 Τότε ὁ Ἰησοῦς στράφηκε πρός αὐτόν καί εἶπε: Σήμερα μέ τήν ἐπίσκεψή μου στό σπίτι αὐτό ἦλθε ἡ σωτηρία τόσο στόν οἰκοδεσπότη ὅσο καί στούς δικούς του. Καί ἔπρεπε νά σωθεῖ καί ὁ ἀρχιτελώνης αὐτός, διότι κι αὐτός εἶναι γιός καί ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, ὅπως κι ἐσεῖς πού διαμαρτύρεσθε. Καί σ’ αὐτόν λοιπόν ἔδωσε ὁ Θεός τήν ὑπόσχεση τῆς σωτηρίας. 10 Ἔπρεπε λοιπόν νά συντελέσω στή σωτηρία αὐτή τοῦ Ζακχαίου, διότι ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ γιά ν’ ἀναζητήσει καί νά σώσει ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, πού σάν χαμένο πρόβατο κινδύνευε νά πεθάνει μέσα στήν ἁμαρτία.
Αποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ἰανουαρίου 2026, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (Ἑβρ. ζ΄ 26 – η΄ 2)
Ἀδελφοί, τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον. Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, τῶν Ἁγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέα
Στὶς 25 Ἰανουαρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴ μνήμη ἑνὸς πολὺ μεγάλου Ἁγίου, σπουδαίου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ στύλου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀναγινώσκεται πρὸς τιμήν του, ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή, παρουσιάζεται ἡ ἀσύγκριτη ἀνωτερότητα τοῦ Μεγάλου Ἀρχιερέα, Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀναφέρεται ὅτι ὁ Κύριος εἶναι «ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος»· εἶναι Ἅγιος, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε κακία καὶ πονηρία, ἀμόλυντος, ἀπόλυτα ἀνέγγιχτος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Ἀνυψώθηκε δὲ πάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ.
Ἐπιλέγεται εἰδικὰ σήμερα ἡ συγκεκριμένη περικοπὴ πρὸς τιμὴν τοῦ ἑορταζόμενου Ἁγίου, διότι τὸ παράδειγμα τοῦ αἰώνιου Ἀρχιερέα ἀκολούθησε καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως σὲ μία πολὺ κρίσιμη ἐποχὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία, κάτω ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ δύο μεγάλων αἱρέσεων, τῶν Ἀρειανῶν καὶ τῶν Πνευματομάχων. Ὑπερασπίσθηκε μὲ σθένος τὸ ὀρθὸ δόγμα. Ὑπῆρξε πραγματικὰ «ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος», κατὰ τὸ δυνατόν, ἱεράρχης δηλαδὴ τελείως ἀφοσιωμένος στὸν Θεό· «ὅσιος», χωρὶς δόλο καὶ πονηρία, μὲ ἐσωτερικὴ καθαρότητα καὶ σωφροσύνη· πλούσιος σὲ κοσμικὴ σοφία καὶ γνώση, ἀφοῦ εἶχε σπουδάσει στὰ σημαντικότερα πανεπιστήμια τῆς ἐποχῆς. Αὐτὸ ὅμως ποὺ πρωτίστως τὸν διέκρινε, ἦταν ἡ «κατὰ Θεὸν» σοφία, ἡ ἁγιότητα. Ἀκτινοβολοῦσε ἡ ἀρετὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Μὲ αὐτὴν κυρίως δίδασκε τοὺς πιστοὺς καὶ εἵλκυε στὴν Ἐκκλησία τοὺς αἱρετικοὺς καὶ τοὺς ἄπιστους.
Ἦταν ἐπίσης «κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν», χωρισμένος ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς βιογράφους του ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ σπούδαζε ὡς νέος στὸ πανεπιστήμιο τῆς Ἀθήνας μαζὶ μὲ τὸν ἀχώριστο φίλο του Βασίλειο τὸν Μέγα, ἦταν ἔντονες ἀκόμη οἱ ἐπιρροὲς τῆς εἰδωλολατρίας, εἰδικὰ στὶς παρέες τῶν νέων. Οἱ δύο Ἅγιοι ὅμως ἔμειναν τελείως ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τοὺς κινδύνους αὐτούς. Στὰ χρόνια τῆς παραμονῆς τους στὴν Ἀθήνα δὲν γνώριζαν ἄλλους δρόμους ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ὁδηγοῦσαν στὸ πανεπιστήμιο καὶ στὴν ἐκκλησία. Αὐτὴ τὴν καθαρότητα διατήρησε ὁ Γρηγόριος καὶ σὲ ὅλη τὴ μετέπειτα ζωή του.
Ἀναφέρεται καὶ ὡς «ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος». Μὲ τὴν πύρινη προσευχή του ἀνυψωνόταν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. «Διὰ τῆς προσευχῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἐκδημοῦμεν» (ΒΕΠΕΣ 59, 216), τονίζει ὁ ἴδιος σὲ κάποιο λόγο του. Μὲ τὴν προσευχὴ ἀφήνουμε πίσω μας τὰ γήινα καὶ ἀποδημοῦμε, καταφεύγουμε πρὸς τὸν Θεό. Ἐκεῖ ζοῦσε ὁ Ἅγιος. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὑπῆρξε ὑπόδειγμα ἁγίου λειτουργοῦ, ἄξιου ἀρχιερέα.
2. Στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ
Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος ἐπισημαίνει ἕνα ἀκόμη χαρακτηριστικὸ τοῦ μεγάλου Ἀρχιερέα Χριστοῦ. «Ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς», γράφει. Δηλαδή, κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλειότητος στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ δοξάζεται καὶ ὡς ἄνθρωπος, μετὰ τὴν προσφορὰ τῆς μεγάλης ἀρχιερατικῆς θυσίας του, τῆς σταυρικῆς θυσίας. Μὲ τὴν Ἀνάληψή του στοὺς οὐρανοὺς συνανυψώνει τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Ἀρχιερέας Χριστὸς προσάγει στὸν οὐράνιο Πατέρα τοὺς πιστούς, ὡς μέλη τοῦ μυστικοῦ Σώματός του, τῆς Ἐκκλησίας του. Ἀνεβάζει στὸν δικό του βασιλικὸ θρόνο τοὺς ἐκλεκτούς του, ὅσους ζοῦν κατὰ τὸ θέλημά του. Τοὺς καθιστᾶ δὲ συμβασιλεῖς στὴν οὐράνια Βασιλεία του. Ὅπως ἄλλωστε τὸ ἔχει ὑποσχεθεῖ: «Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου» (Ἀποκ. γ΄ 21). Δηλαδή, σὲ ὅποιο νικήσει, θὰ δώσω ὡς ἀνταμοιβὴ νὰ καθίσει μαζί μου στὸν ἔνδοξο θρόνο μου. Ἀλήθεια, τί τιμὴ μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Κύριος!
Ἐκεῖ βρίσκονται καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐκεῖ, μέσα στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων, στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου, βρίσκεται καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Σ’ αὐτὸ τὸν θρόνο ἄλλωστε θέλησε νὰ βρεθεῖ. Δὲν τὸν εἵλκυσαν οἱ ἐπίγειες τιμές, οὔτε κι αὐτὸς ὁ ἀρχιεπισκοπικὸς θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Γι᾿ αὐτὸ δὲν δίστασε νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ἀπὸ τὴν προεδρία τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅταν διέκρινε τὸν φθόνο καὶ τὶς ραδιουργίες κάποιων ἐπισκόπων, ποὺ ἐπιβουλεύονταν τὴ θέση του καὶ τὸν συκοφάντησαν. Ἀποσύρθηκε κατόπιν στὴν ἀγαπημένη του ἡσυχία καὶ ἐπιδόθηκε ἐκ νέου στὴν προσευχή. Παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπίγειο θρόνο· κέρδισε ὅμως τὸν οὐράνιο, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ ἐκεῖ πρεσβεύει γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ ὅλη τὴ στρατευόμενη Ἐκκλησία. Εἴθε μὲ τὶς πρεσβεῖες του νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας ζωῆς του. Νὰ εἴμαστε δέ, κατὰ τὸ δυνατόν, «ὅσιοι, ἄκακοι, ἀμίαντοι, κεχωρισμένοι ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν», γιὰ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βρεθοῦμε κι ἐμεῖς ἐκεῖ, στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου, στὸν χορὸ τῶν Ἁγίων, στὴν αἰώνια χαρὰ τοῦ οὐρανοῦ.








