Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 18ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  18ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΟΦΙΜΟΣ και ΕΥΚΑΡΠΙΩΝ

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΥΡΙΟΙ (10.000) ΜΑΡΤΥΡΕΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΝΙΑΣ ο Θαυματουργός

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΕDWARD  (Άγγλος)

 

 

Αναλυτικά

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων
Ό Κύριλλος αποτελεί μια από τις λαμπρότερες φυσιογνωμίες των Πατέρων και Διδασκάλων της Εκκλησίας μας. Γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ, περίπου το 312-315. Το 334 έγινε διάκονος και τον επόμενο χρόνο ο Μάξιμος, επίσκοπος Ιεροσολύμων, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. ο Κύριλλος από τότε διαπρέπει για τις θεολογικές του γνώσεις και τον ορθόδοξο ζήλο του. Γι΄ αυτό και του ανατίθεται στην επισκοπή Ιεροσολύμων να κηρύττει το θείο λόγο και να διδάσκει τους κατηχουμένους. Το 351 ο Μάξιμος πεθαίνει και τότε ο Θεός αξιώνει τον Κύριλλο να χειροτονηθεί επίσκοπος Ιεροσολύμων. Αυτός, όμως, δεν αναπαύεται στις δάφνες του. Άλλα πολλαπλασιάζει τους κόπους του για την Εκκλησία. Και αναδεικνύεται ποιμήν και διδάσκαλος "προς καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οίκοδομήν του σώματος του Χριστού"1. Δηλαδή, με σκοπό να καταρτίζονται οι χριστιανοί και να επιτελείται έργο διακονίας, πού οικοδομεί το σώμα του Χριστού. ο Κύριλλος τρεις φορές έξορίσθηκε (το 357, 360 και 367) για το ορθόδοξο φρόνημα του και υπέστη πολλές κακοπάθειες (από τους άρειανίζοντες αυτοκράτορες Κωνστάντιο και Ούάλη). Το 386 πεθαίνει, αφήνοντας πίσω του μια ακμάζουσα Εκκλησία Ιεροσολύμων. Επίσης, πολλά θεολογικά συγγράμματα, πού το κυριότερο είναι οι 23 λεγόμενες κατηχήσεις.
1. πρός'Εφεσίους, δ' 12.


Απολυτίκιο. Ήχος γ'. Την ωραιότητα.
Στολήν την ένθεον, άμφιεσάμενος, στύλος ολόφωτος, ώφθης της πίστεως, των Αποστόλων εν Σιών την χάριν κεκληρωμένος· όθεν ένδιέπρεψας, ευσέβειας τοις δόγμασι, και πιστώς έσκόρπισας, της σοφίας το τάλαντον. Και νυν υπέρ ημών έκδυσώπει, Κύριλλε Πάτερ Ίεράρχα.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΡΟΦΙΜΟΣ και ΕΥΚΑΡΠΙΩΝ
Ήταν στρατιώτες και οι δύο στη Νικομήδεια και έζησαν στα χρόνια του Διοκλητιανου. Ειδωλολάτρες στην αρχή, εδίωκαν σκληρά τους χριστιανούς, συνέπρατταν μάλιστα στις φυλακίσεις και τους βασανισμούς τους. Άλλ' ο Χριστός έκανε το θαύμα του και επί των διωκτών αυτών. Ή χάρη Του άνοιξε τα μάτια τους και τους έφερε στην πίστη Του. Ένθερμοι δε τώρα χριστιανοί και κήρυκες του Λυτρωτή τους, διαλαλούσαν ελεύθερα το όνομα Του και προσπαθούσαν να πολλαπλασιάζουν τις φάλαγγες των οπαδών Του. Όταν καταγγέλθηκαν στη  Νικομήδεια, έμειναν σταθεροί στην ομολογία τους και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Στην αρχή έσχισαν τις σάρκες τους με σιδερένια όργανα, και κατόπιν τους θανάτωσαν αφού τους έριξαν μέσα σε αναμμένο καμίνι.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΥΡΙΟΙ (10.000) ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Μαρτύρησαν δια ξίφους, Ίσως στη Νικομήδεια.


Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΑΝΙΑΣ ο Θαυματουργός
Ή μνήμη του αναγράφεται στο Λαυριωτικό Κώδικα Ι 70. Από μικρό παιδί ο όσιος Άνανίας αφιέρωσε τη ζωή του στον ασκητικό μοναχισμό και λόγω της μεγάλης του αρετής ο Θεός τον αξίωσε να θαυτουργή. ο συγκεκριμένος Κώδικας γράφει ότι με την προσευχή του νέκρωσε έναν δράκοντα, επίσης άνέστησε νεκρό άνθρωπο, έβγαλε πολλά δαιμόνια από δαιμονισμένους και αφού προεΐδε και τον θάνατο του, απεβίωσε ειρηνικά.


Ο ΑΓΙΟΣ ΕDWARD  (Άγγλος)
Λεπτομέρειες για τη ζωή αυτού του αγίου της Όρθοδοξίας, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο "ΟΙ "Αγιοι των Βρεττανικών Νήσων", του Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, επισκόπου Τελμησσοϋ, Αθήναι 1985.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τετάρτη 18 Μαρτίου.

 

Την Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026 αναμένονται νεφώσεις και φαινόμενα σε μεγάλο τμήμα της χώρας. Κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες. Άνεμοι έως 7 μποφόρ στο Αιγαίο.

Πιο αναλυτικά, αναμένονται νεφώσεις ενώ βροχοπτώσεις θα εκδηλωθούν κυρίως στα ηπειρωτικά, με εξαίρεση την Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, στο Κεντρικό και Νότιο Αιγαίο και στην Κρήτη. Χιονοπτώσεις θα εκδηλωθούν στα ορεινά των προαναφερθέντων ηπειρωτικών και έως το πρωί κατά τόπους στη Δυτική Μακεδονία. Καταιγίδες αναμένονται από το μεσημέρι στην Κρήτη, στο Νότιο Αιγαίο και στην Νοτιανατολική Πελοπόννησο. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα είναι αυξημένες.

Η θερμοκρασία στη Δυτική Μακεδονία θα κυμανθεί από 0 έως 10 βαθμούς Κελσίου, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 2 έως 15, στη Θεσσαλία από 4 έως 13, στην Ήπειρο από 4 έως 17, στη Στερεά και στην Πελοπόννησο από 4 έως 19, στα νησιά του Ιονίου από 10 έως 17, στα νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου από 7 έως 17, στις Κυκλάδες από 12 έως 16, στα Δωδεκάνησα από 14 έως 17 και στην Κρήτη από 7 έως 21 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι στο Αιγαίο θα πνέουν αρχικά από ανατολικές διευθύνσεις 5 έως 7 μποφόρ όμως σταδιακά θα στραφούν σε βόρειους ίδιας έντασης. Στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν από ανατολικές διευθύνσεις 4 έως 6 μποφόρ και πρόσκαιρα το απόγευμα από βόρειες διευθύνσεις ίδιας έντασης.

Στην Αττική αναμένονται νεφώσεις. Πιθανότητα πρόσκαιρων ασθενών βροχών υπάρχει κυρίως για τα βόρεια του νομού. Οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ και από το πρωί 3 έως 5 μποφόρ. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα είναι αυξημένες. Η θερμοκρασία στο κέντρο των Αθηνών θα κυμανθεί από 11 έως 17 βαθμούς Κελσίου.

Στον νομό Θεσσαλονίκης αναμένονται νεφώσεις. Οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από ανατολικές έως νότιες διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ όμως από το απόγευμα θα γίνουν μεταβαλλόμενοι έως 3 μποφόρ. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα είναι αυξημένες. Η θερμοκρασία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης θα κυμανθεί από 7 έως 14 βαθμούς Κελσίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Ὁ Κακόμης"


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ἀνάμεσα εἰς τοὺς βαστάζους τῆς μικρᾶς παραθαλασσίας πόλεως, τὰ πρωτεῖα εἶχεν ἀξίως ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης. Ὅλοι τὸν ἀνεγνώριζαν ὡς «χαμάλμπασην»*. Ἐσήκωνεν, ὡς ἔλεγον, περὶ τὰς ἑκατὸν πενῆντα ὀκάδας. Ἦτο κυρτὸς ἐκ σωματικῆς κατασκευῆς, κυρτότερος δὲ εἶχε γίνει ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἔκυπτε διὰ νὰ τὸν φορτώσουν, κ᾽ ἔλεγε: «ὅσο νὰ μοῦ φορτώσουν τὸ τσουβάλι μιά· τώρα πάει μοναχό του».
Διηγεῖτο εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους του ὅτι, μεταξὺ ὅλων τῶν φορτηγῶν ζῴων, ἡ καμήλα ἔχει τὸ μέγα χάρισμα νὰ γονατίζῃ ἕως ὅτου τὴν φορτώσουν, ὕστερον, φορτωμένη, νὰ σηκώνεται καὶ νὰ βαδίζῃ.
Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἄλλο χάρισμα ἔχει ἡ καμήλα· νὰ μένῃ νηστικὴ πολλὰς ἡμέρας κατὰ τὴν πορείαν, δροσιζομένη ἐσωτερικῶς ἀπὸ τὴν τηκομένην πιμελὴν τῆς ἰδίας καμπούρας της. Εἶχεν ἰδεῖ πολλὰς καμήλους ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης, ἐπειδὴ εἶχε διατρίψει καιρόν τινα εἰς τὴν Αἴγυπτον· καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα μέρη εἶχε διατρίψει, ὅπως εἰς τὴν Σμύρνην, τὴν Σαλονίκην, σιμὰ εἰς τοὺς Ἑβραίους καὶ εἰς τὴν Ντούνα πάνω (τὸν Δούναβιν), ὅπως ἔλεγεν. Ἦτο σχεδὸν κοσμογυρισμένος.
Ἤξευρε ξένας γλώσσας. Ὄχι μόνον τουρκικά, ἀλλ᾽ ἀράπικα, βλάχικα, κ᾽ ἑβραίικα. Ἤξευρε «τσίτσι φάτσι; γκίνε»*, καὶ «ἄλτρος κάβος κονταρέμους»* καὶ «γιά τάλε γιά μαξούρα»* καὶ τόσα ἄλλα. Ὅλοι οἱ συνάδελφοί του τὸν εἶχον ὡς σοφόν.
Ἦτον πράγματι ἀπὸ οἰκογένειαν τοῦ τόπου, εἶχε μάθει γραμματάκια, καὶ εἶχε ξενιτευθῆ. Ὅταν ἐπέστρεψεν εἰς τὴν πατρίδα, ὅλοι ἐνόμισαν ὅτι ἐπ᾽ ὀλίγον θὰ ἔμενεν ἐκεῖ, ἤ, ἂν ἔμενε, θὰ εἶχε φέρει τίποτε οἰκονομίας, καὶ θὰ ἤνοιγεν ἴσως κανένα μαγαζάκι.
Ἀλλ᾽ ἔξαφνα, μίαν πρωίαν, τὸν εἶδαν νὰ στέκῃ εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, σιμὰ εἰς τὸν τόπον τῶν δημοπρασιῶν, φέρων τὴν χαμαλίκαν καὶ μικρὸν κουβαριασμένον σχοινίον.
― Τί τρέχει, Ἀποστόλη;… Ἀποφάσισες νὰ γίνῃς χαμάλης;
― Αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἐλεύθερον ἐπάγγελμα, ἀπήντησεν ὁ Κακόμης· ἄλλο καλύτερο δὲν ηὗρα.
*
* *
Τῷ ὄντι! Ἀφοῦ ἐκουβάλα τὸ πρωὶ ὅσα σακκία ἀλεύρου ἢ ὀσπρίων ἦσαν διὰ κουβάλημα ἢ ἄλλο ἐμπόρευμα ὁποιονδήποτε, κ᾽ ἔπαιρνε τὸν κόπον του, «μὲ τὴν στράτα» ἢ «ξεκοπή», κατὰ τὴν συμφωνίαν, ἔμβαινεν εἰς τοῦ Ἀλέξη τοῦ Γατζίνου τὸ καφενεδάκι, ἔπινε τὴν μαστίχαν του, ἔπιανεν ἕνα μικρὸν καυγὰν μὲ τὸν Ἀλέξην, ὅστις ἦτο παράξενος, καὶ συνήθιζε νὰ τὸν πειράζῃ:
―Ἐσέν᾽ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα σοῦ ἔπρεπε· μόνον γιὰ χαμάλης ἤσουν ἱκανός.
―Ἐσὺ δὲν ἤσουν γιὰ τίποτε, ἀπήντα γελῶν ὁ Ἀποστόλης, πόσῳ μᾶλλον γιὰ χαμάλης!
Εἶτα εὐθὺς ἔβγαινεν ἀπὸ τὴν ἐπάνω πόρταν τοῦ μαγαζιοῦ τὴν πρὸς τὸν μαχαλάν, διήρχετο τὸν λιθόστρωτον δρομίσκον κ᾽ ἔφθανεν εἰς τὸν φοῦρνον τοῦ μπαρμπα-Μάρκου τοῦ Βούργαρη. Ἐκεῖ εἶχε βαλμένον πάντοτε τὸ τακτικό του γιουβέτσι τῆς ἡμέρας, τὸ ὁποῖον ἦτο ἕτοιμον περὶ τὰς δώδεκα τῆς μεσημβρίας.
Ἐστρώνετο ἐπάνω εἰς τὸν σοφὰν* σταυροπόδι, σιμὰ στὸ «κεπένι»* τοῦ φούρνου, ἔπαιρνε μισὸ ψωμί, ἤ, κατὰ προτίμησιν, δύο λαγάνες, ἔτρωγεν ὅλον τὸ γιουβέτσι, ἔπινε μισὴν ὀκὰν κρασί, καὶ «τὸ ἔπαιρνε δίπλα»*, ἢ ἐπάνω εἰς τὸν σοφὰν τοῦ φούρνου ἢ εἰς τὴν μπαγκέταν τῆς γειτονικῆς ταβέρνας, κ᾽ ἐρροχάλιζε πολὺ γοερά, ἐπὶ δύο ὥρας καὶ μισήν, τὸ θέρος, ἢ μόνον ἐπὶ μίαν ὥραν, τὸν χειμῶνα.
Ἐξυπνοῦσε μὲ τὴν ἄνεσίν του, παρήγγελλε καφέ, τὸν ἔπινεν, ἐκάπνιζεν ἐνίοτε ἕνα τσιγαράκι, ἂν τοῦ ἐπρόσφερέ τις, σπανιώτερον κανένα ναργιλέ, ἐσηκώνετο μὲ ρᾳστώνην, ἔφερνε δύο βόλτες εἰς τὴν ἀγοράν, ἐπήγαινεν ὅπου τὸν ἐζητοῦσαν διὰ νὰ κουβαλήσῃ πάλιν ὀλίγα τσουβάλια, εἰργάζετο τὸ πολὺ δύο ὥρας τὸ ἀπόγευμα.
Ἂν τοῦ ἐπαρουσιάζετο τότε καμμιὰ δουλειά, ἡ ὁποία νὰ μὴν τοῦ φαινόταν πολὺ κατεπείγουσα, ὅπως π.χ. κουβάλημα καὶ πλύσιμον βαρελιῶν εἰς τὴν θάλασσαν, ἐφώναζεν εἰς τὸν ἐργοδότην:
―Ἀφῆστε, αὔριο! Εἶναι κι αὔριο μέρα.
Ἐπετοῦσε τότε τὴν χαμαλίκα, τὸ σχοινί του, ἀφοῦ ἔπαιρνε τὰς ὀλίγας δεκάρας διὰ τὴν ἐργασίαν τὴν ἀπογευματινήν, καὶ διηυθύνετο ἀπὸ ἕνα δρόμον πολὺ πλάγιον, πρὸς τὴν Ἐπάνω Ἐνορίαν, καὶ σιγὰ-σιγὰ ἔφθανεν εἰς κανένα κατώγι, ὅπου ἐκρασοπουλοῦσαν, εἰς τοὺς μαχαλάδες. Διότι πολλοὶ μικροαμπελοκτήμονες, μὴ συμφωνοῦντες μὲ τοὺς ἐγχωρίους μπακάληδες νὰ δίδουν χονδρικῶς τὸ κρασί των, ἄνοιγαν τὸ βαρέλι καὶ τὸ ἐλιανοπωλοῦσαν, ἢ τὸ «ἐμοσχοπωλοῦσαν», κατ᾽ οἶκον.
Πολὺ συχνὰ συνέβαινε νὰ εἶναι γυναίκα ἡ πωλήτρια, καὶ κάποτε μάλιστα νὰ εἶναι καμμία νεαρὰ χήρα «ποὺ νὰ γυαλίζῃ» ― τότε ἡ ἐξόδευσις τοῦ κρασιοῦ ἐγίνετο ταχυτέρα, καὶ ἡ συρροὴ τῶν οἰνοποτῶν, μάλιστα κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ ἑορτάς, πολὺ μεγαλυτέρα εἰς τὸ κατώγι ἤ ἔξωθεν τῆς θύρας. Οἱ θαμῶνες ἐκάθηντο ἐπὶ πενιχρῶν σκαμνίων ἢ ἐπὶ πεζούλας ἐκ λίθων, κ᾽ ἐκουτσόπιναν καὶ ἐλιανοτραγουδοῦσαν.
Τοιαῦτα κατώγεια ποτὲ δὲν ἔλειπαν νὰ εἶναι ἀνοικτὰ κατὰ καιρούς, καὶ μάλιστα τὸν χειμῶνα. Ὁ Ἀποστόλης τὰ ἐγνώριζεν ὅλα, καὶ ἦτον ὁ πρῶτος ποὺ ἐδοκίμαζε τὸ εὐῶδες, γνήσιον κρασί, ἐπειδὴ πολλάκις ἔκαμνε τὸν διαλαλητὴν ὁ ἴδιος, κ᾽ ἐκήρυττεν ἀνὰ τοὺς διαφόρους μαχαλάδες ποῖος ἄνοιξε καλὸ κρασί, ποῖος ἔφερε φασόλια ἢ κρομμύδια εἰς τὴν ἀποβάθραν καὶ πὼς «Στὴν ἀσκάλα φέρανε ἀλεύρι καλό, ἕνα μουσαφίρικο καΐκι… Ἰδοὺ καὶ ἡ μόστρα» κλπ.
Ἐκεῖ λοιπὸν κατηύθυνε τὸ βῆμά του ὁ Ἀποστόλης, κι ἔπινε. Παρήγγελλε κατ᾽ ἀρχὰς εἰς τὸν οἰνοπώλην ἢ τὴν οἰνοπώλιδα «μισὴ ὀκὰ στὸ ἕνα». Εἶτα συνήθως κατόπιν ἕνα ἑκατοσταράκι. Ἐπλήρωνε τὸ ὅλον εἴκοσι λεπτά, 15 διὰ τὴν μισὴν ὀκάν, καὶ 5 διὰ τὰ ἑκατὸν δράμια, ὁ λογαριασμὸς ἐγίνετο σκαληνός, ἐπειδὴ ἡ ὀκὰ ἐτιμᾶτο συνήθως λεπτῶν 25 ― ἐκάθητο σταυροπόδι, ἢ εἰς τὴν πεζούλαν, ἢ ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ κατωφλίου τῆς ταβέρνας, ἔπινεν ἀργὰ-ἀργά, ἐνετρύφα εἰς τὸ ἄρωμα τοῦ οἴνου, καὶ τὸ ἔφερνεν ἴσα-ἴσα μὲ τὴν ὥραν ποὺ θὰ ἤκουε τὴν καμπάνα τοῦ ἑσπερινοῦ. Τότε ἀμέσως ἔκανε τὸν σταυρόν του, ἔπινε τὸ ὑπόλοιπον, κ᾽ ἔφευγεν. Ἐπέρνα ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ κολλήσῃ κανένα κερί.
*
* *
Τὸ βράδυ, εἰς τὸ βασίλεμα τοῦ ἡλίου, ἔκαμνε μικρὰν διάχυσιν, συνισταμένην εἰς κοκορέτσι καὶ τίποτε ἄλλο, μαζὶ μὲ τοὺς συναδέλφους του, τοὺς βαστάζους τῆς ἀγορᾶς. Μόλις ἐνύκτωνεν, ὁ Κακόμης ἠγόραζε δεκαπέντε λεπτῶν ψωμὶ καὶ τυρί, ἢ ἐλιὲς καὶ ταραμάν, κατὰ τὴν ἡμέραν, κ᾽ ἐδείπνει εἰς ἕνα τραπέζι μιᾶς ταβέρνας τῆς παραθαλασσίας. Ἐδῶ ἔπινε μόνον ἕνα ἑκατοστάρι κρασὶ ξίκικο ―νερωμένο, νοθευμένο, χωρὶς ἄρωμα― κι ἐπλήρωνε μίαν δεκάραν. Ἦτο πολὺ ἀκριβότερα ἐδῶ.
Κατὰ τὰς νηστησίμους ἡμέρας, ἐπειδὴ τὸ μεσημβρινὸν γιουβέτσι ἦτο σαρακοστιανόν, ἔκαμνεν οἰκονομίαν 30 ἢ 40 λεπτῶν τὴν ἡμέραν. Τὰ ὀλίγα ταῦτα κέρματα ἔδιδε τακτικὰ ὡς συνδρομὴν καὶ εἰς ἄλλα μέρη, δικά του, καὶ συχνὰ εἰς ἕνα Χατζὴν καλούμενον, πρῴην ἀχθοφόρον, ὅστις εἶχε γηράσει πολύ, ἐλεεινός, πάμπτωχος, μὲ πρησμένα τὰ πόδια καὶ δὲν μποροῦσε πλέον νὰ δουλέψῃ.
*
* *
Ὅταν τὸν ἐπέπληττε κανεὶς διατί νὰ πίνῃ τόσον πολὺ καὶ ἤθελε νὰ τὸν νουθετήσῃ, ὁ Ἀποστόλης ἀπελογεῖτο:
―Ἐλπίζω νὰ μὴ σώσω νὰ γίνω σὰν τὸν Χατζήν!
Καὶ τῷ ὄντι δὲν ἔσωσε. Ὁ Ἀποστόλης ἀπέθανε πεντηκοντούτης. Εἶχε προεξοφλήσει κι αὐτός, ὁ δυστυχής, «τὸ μέλλον του» ― ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι!
Καὶ εἰς αὐτό, καὶ εἰς ἄλλα πράγματα ἀκόμα, δὲν ὡμοίασε μὲ τὸν Χατζήν ― οὔτε μὲ ἄλλον ἕνα συντεχνίτην του Μπαλντογιάννην, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλεγε:
―Ἄ! νὰ ἤμουν, τοὐλάχιστον, σὰν τὸν Μπαλντογιάννη, ποὺ ἔχει γυναῖκα καὶ παιδιά, καὶ θὰ ἔχῃ περιποίηση στὰ γηρατεῖά του… Βάλτε μὲ τὸ νοῦ σας. Ἀφοῦ παίρνει κάθε βράδυ μιάμιση ὀκὰ κρασὶ στὸ σπίτι… γιὰ νὰ πιοῦν ὅλοι νὰ μεθύσουν, καὶ νὰ μὴν τοῦ γυρεύουν ψωμί!
Οὗτος, ὁ Μπαλντογιάννης, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ σταδίου του, ἀντὶ πάσης ἄλλης ἀχθοφορικῆς ἐργασίας, ἐπροτίμησε νὰ κουβαλᾷ νερὸ στὰ σπίτια. Εὕρισκε δέ, κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὄχι μικρὰν διασκέδασιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐκρατεῖτο νὰ μὴ μεταδώσῃ καὶ εἰς ἄλλους.
Ὁ Κακόμης, κοντὰ εἰς ἄλλα προτερήματα, ἦτο πρᾷος, ἤρεμος, ἑδραῖος, καὶ ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς βαστάζος. Οὔτε ἔδιδε προσοχὴν εἰς κακογλωσσίας καὶ ρᾳδιουργίας, οὔτε ἠρώτα ποτὲ νὰ μάθῃ πράγματα ἔξω τοῦ κύκλου του, οὔτε τὸν ἔμελε τί κάμνουν οἱ ἄλλοι. Ἀλλ᾽ ὁ ἀρχαῖος συνάδελφός του, ὁ Μπαλντογιάννης, εἰς τὶς γειτονιές, ὅπου ἐπήγαινεν, εἰς τὰ στενὰ σοκάκια, εἰς τὰ προαύλια, εἰς τὰ σπίτια, παντοῦ εἶχε τ᾽ αὐτιά του μαζί του. Ἤκουε πάντοτε μισὲς ὁμιλίες, ἀπεσπασμένα λόγια, οἰκογενειακὰς ἔριδας, καὶ μὲ τὰ τμήματα ταῦτα κατεσκεύαζεν ὁλοκλήρους ἱστορίας, κ᾽ ἐκαυχᾶτο ὅτι γνωρίζει ὅλα τὰ μυστικὰ τῆς γειτονιᾶς.
«Τὸ Καλὸ τὸ Πηγάδι», ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔπινον κατὰ προτίμησιν ὅλ᾽ οἱ κάτοικοι, κείμενον ἔξω τῆς ἐσχατιᾶς τῆς πόλεως, ἀπεῖχε πολλὰς ἑκατοντάδας βημάτων ἀπὸ πᾶσαν συνοικίαν. Ὅταν ἐπήγαινεν εἰς τὸν δρόμον του, φορτωμένος τὴν πελωρίαν στάμναν, καθ᾽ ὁδὸν ἐγέλα μόνος του, καὶ πολλάκις ὡμίλει μεγαλοφώνως πρὸς ἑαυτόν. Ἦτο γεμᾶτος ἀπὸ νέα τῶν διαφόρων μαχαλάδων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύνατο νὰ χωνέψῃ.
Ὅταν τὴν ἑσπέραν ἔβλεπε πουθενὰ τὸν παπα-Σταμάτην, τὸν πνευματικόν, βραδέως βαίνοντα, μὲ τὴν ράβδον ὑπὸ μάλης, ἐπιστρέφοντα ἀπὸ τὸν ἑσπερινόν, ἐφώναζε μακρόθεν νὰ τὸν σταματήσῃ:
― Παπά!… παπά!
Ὁ παπα-Σταμάτης ἔστρεφε βλέμμα ὀπίσω.
― Τί εἶναι πάλι, Γιάννη;
― Μά, στάσου, παπά! θὰ σοῦ τὸ πῶ, δὲν μπορῶ… θὰ σοῦ τὸ «ξομολογηθῶ» γιὰ νὰ ξαλαφρώσω τὴ συνείδησή μου.
― Τώρα, μέσα στὸ δρόμο;… Ἔλα στὸ κελλί, βλοημένε, νὰ σὲ ἐξομολογήσω.
― Μὰ δὲ βαστῶ… μήπως γελαστῶ καὶ τὸ πῶ τὸ βράδυ τῆς Ρεβέκκας. Καλύτερα νὰ τὸ πῶ στὴν ἁγιωσύνη σου γιὰ νὰ ξεσκάσω.
Ἐννοοῦσε ὅτι ἦτο φόβος μήπως τὸ διηγηθῇ εἰς τὴν ἰδίαν σύζυγόν του. Ἂν τὸ ἐξωμολογεῖτο εἰς τὸν παπάν, θὰ ἡσύχαζε πλέον καὶ ὁ πειρασμὸς τῆς ἀκριτομυθίας θὰ ἔφευγε.
Καὶ ἀφοῦ ὁ παπὰς ἵστατο παρά τινα γωνίαν τοῦ δρόμου, ὁ Γιάννης, φέρων τὴν στάμναν ἐπ᾽ ὤμου, ἄρχιζε νὰ τοῦ διηγῆται.
― Δὲν ξέρεις τί εἶδα σήμερα στὸν Ἀπάνω Μαχαλᾶ· ἡ τάδε ἐμάλωσε μὲ τὸν ἄνδρα της, κι ἐκεῖνος ἐσήκωσε τὸ χέρι νὰ τὴν χτυπήσῃ… ἐκείνη ἔβαλε τὶς φωνές, κι ἐμαζεύθηκε κόσμος, κι ἔγιν᾽ ἕνα πατιρντί!… Ἦτο νὰ γελάῃ ποὺ δὲ γέλασε.
Ἤ:
― Δὲν ἔμαθες τί ἔγινε σήμερα ἔξω, στ᾽ Ἁλώνια, ἢ ἀπάνω στὰ Γελαδάδικα… ἡ τάδε ἔδιωξε τὸν ἄνδρα της ἀπ᾽ τὸ προικιό της τὸ σπίτι… τὸν ἐκλείδωσε ἀπ᾽ ἔξω, καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴ ξαναπατήσῃ στὸ κατώφλιο…
Ἤ: ἡ γρια-Π. ἔβαλε μαναφούκια* σ᾽ ἕν᾽ ἀνδρόγυνο, κ᾽ εἶναι στὴν ἀκμὴ νὰ χωρίσουν… Τί ἀντροχωρίστρες αὐτὰ τὰ λαδικά*! Ἤ: ὁ γερο-κολασμένος ὁ Φ. γύρεψε νὰ ξεγελάσῃ ἕνα φτωχὸ κορίτσι… κλπ. κλπ.
Εἶτα ὁ Μπαλντογιάννης:
― Αὐτὰ παπά μου, καὶ νὰ ἔχουμε καὶ καλὸ ρώτημα… τώρα, δῶσέ μου τὴν εὐκή σου, καὶ νά ᾽ρθω νὰ μοῦ διαβάσῃς τὴν συγχωρητικὴ εὐκή… νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σου!
― Καληνύχτα, Γιάννη! ἐλπίζω, αὐτὲς θὰ εἶναι οἱ ξένες ἁμαρτίες, οἱ τελευταῖες ποὺ μοῦ λές… ἀποφάσισε καὶ σύ, μιὰ φορά, νὰ πῇς καὶ τὶς δικές σου, καὶ τότε νὰ σοῦ διαβάσω τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν.
*
* *
Ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν Ἀποστόλην. Οὗτος, μετὰ τὸ δεῖπνόν του, ἄφηνε τὴν χαμαλίκα του, τὸ σχοινί του, εἰς μίαν ἄκρην, ὑπὸ τὴν παγκέταν τῆς ταβέρνας, κ᾽ ἐπήγαινε νὰ κοιμηθῇ.
Ἐκατοικοῦσε μέσα εἰς ἕνα ἀχούρι ἐντὸς κήπου, εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, κοντὰ στ᾽ Ἁλώνια. Ἐπλήρωνεν ἐκεῖ μίαν δραχμὴν ἐνοίκιον τὸν μῆνα εἰς τὸν γερο-Ἄγγουρον, τὸν ἰδιοκτήτην τῆς ἀχυραποθήκης καὶ τοῦ κήπου.
Πρὸ ὀλίγων χρόνων ἀκόμη ἔμενεν εἰς τὸ πατρικόν του χαμόγειον σπιτάκι, τὸ ὁποῖον ἐσώζετο, πλὴν ἐσχάτως τὸ εἶχε δώσει ὡς προῖκα εἰς τὴν ἀδελφήν του, τὴν Χρυσῆν, ὀρφανὴν πατρὸς καὶ μητρός, ὀρφανὸς ὁ ἴδιος, τὴν ὁποίαν εἶχε φροντίσει νὰ ὑπανδρεύσῃ.
Ἦτο ἀδελφὴ πολὺ νεωτέρα αὐτοῦ, ἑτεροθαλής, θυγάτηρ τῆς μητρυιᾶς του, ἡ ὁποία μετρίως εἶχε περιθάλψει τὸν πρόγονόν της. Ὁ Ἀποστόλης ἔδωκεν εἰς τὴν ἀδελφήν του, ὄχι μόνον τὸν μικρὸν οἰκίσκον ἀλλὰ καὶ πεντακοσίας δραχμάς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀπὸ τὶς πλάτες του κυριολεκτικῶς.
Ἐσχάτως ἡ ἀδελφή του, νεαρὰ ἀκόμη, εἶχε ἀποθάνει λεχώ, ἀφήσασα δύο ὀρφανά. Ὁ Ἀποστόλης δὲν ἠδυνήθη νὰ κλαύσῃ.
―Ἄχ! ἄλλη ὀρφάνια πάλι, εἶπε μόνον.
Καὶ ὅ,τι ἠδύνατο, ἐβοηθοῦσε κάπως τὰ τάχιστα τεθέντα ὑπὸ μητρυιὰν ὀρφανὰ τῆς ἀδελφῆς του.
*
* *
Μετὰ ἓν ἔτος ὁ Ἀποστόλης ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἀπέθανε κατὰ Ἰούνιον μῆνα.
Ἡ χαμαλίκα του παραπεταμένη ἐπὶ ἡμέρας ἐκυλίετο παρὰ τὴν γωνίαν τοῦ ἐξοχικοῦ δρόμου, ἔξωθεν τοῦ κήπου τῆς ἀχυραποθήκης.
Τὴν νύκτα τῆς 23ης, ὁπότε ἐξημέρωνε τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Κλήδονα (ἤτοι τὸ Γενέσιον τοῦ Προδρόμου), οἱ μάγκες τῆς γειτονιᾶς, ὀλίγον παρέκει, εἶχαν ἀνάψει μεγάλην φωτιάν, κι ἐπηδοῦσαν ἄνωθεν ταύτης, κατὰ τὸ ἔθος. Ἀφοῦ ἔκαυσαν ὅλα τὰ κλαδιὰ τοῦ «καματηροῦ» (ἤτοι τῶν μεταξοσκωλήκων), ὅσα εἶχον κλέψει οἱ ἴδιοι, καὶ ὅσα τοὺς εἶχον δώσει οἱ γειτόνισσες, καθὼς καὶ τὰ στεφάνια τῆς Πρωτομαγιᾶς μερικῶν οἰκιῶν, καθὼς συνηθίζεται, ἓν ἀπὸ τὰ παιδιὰ εἶδε τὴν χαμαλίκαν, καὶ τὴν ἐκλώτσησε πρὸς τὰ ἐκεῖ.
― Νά, βρὲ παιδιά, ἡ χαμαλίκα τοῦ συχωρεμένου τ᾽ Ἀποστόλη. Καλὴ εἶναι, τί λέτε;
― Μὴν ἔχει βρυκολακιάσει ὁ Ἀποστόλης κ᾽ εἶναι κρυμμένος μέσα, βρὲ παιδιά! εἶπεν ἕνας ἄλλος μάγκας.
― Ἀκόμη καλύτερα! Ρίξτε την στὴν φωτιά, νὰ καῇ ὁ βρυκόλακας!
Ἡ χαμαλίκα, ξεκοιλιασμένη, γεμάτη θρυμματισμένα ἄχυρα, φέρουσα ἐπάνω της ὅλα τὰ ἴχνη τῆς καθημερινῆς ἐπαφῆς μὲ τόσα καὶ τόσα τσουβάλια, καὶ βαρέλια, καὶ μπάλες ἐμπορευμάτων, ἀκόμη καὶ πολλὰ μόρια πίσσης καὶ ρητίνης, ριφθεῖσα εἰς τὸ πῦρ, ἐλαμπάδιασεν ἀμέσως, καὶ ἐπέτα τὰς φλόγας εἰς φοβερὸν ὕψος.
Ὁ πρῶτος μάγκας, ὁ Γιάννης ὁ Φύλακας, ὅπως ἐκαλεῖτο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐπήδησε τολμηρῶς ἐπάνω ἀπὸ τὴν φουντωμένην φωτιὰν τρεῖς φορές, καὶ συγχρόνως τοῦ ἦλθε νὰ φωνάξῃ.
― Θὲ-σχωρέσ᾽ καὶ τὸν καημένον τὸν Ἀποστόλη!
Ὁ δεύτερος μάγκας, ὁ Μῆτσος τὸ Ψάρι, ὅπως τὸν ὠνόμαζαν, διαδεχθεὶς τὸν πρῶτον εἰς τὸ πήδημα ἠθέλησε νὰ παρῳδήσῃ τὴν ἐπιφώνησιν, τὸ «Θὲ-σχωρέσ᾽»· ἔτρεψε τὸ ἀρκτικὸν ὀδοντόφωνον δασὺ εἰς ὁμοιοπνεύματον οὐρανισκόφωνον, σχηματίσας ἀσεβὲς λογοπαίγνιον.
Μόλις ἐξέφερε τὴν φράσιν καὶ κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν ἡ μεγάλη φλόγα ἐφούντωσεν ἀκόμη ὑψηλότερα, εἰς στήλην πυρὸς τρομακτικήν. Μικρὸν ἀπόκαυτρον ἐπετάχθη καὶ παραδόξως ἐκόλλησεν εἰς τὰ χείλη τοῦ Μήτσου.
Μόνον ἐπί τινα μόρια δευτερολέπτου ἔμεινεν ἀναμμένον τὸ ἀπόκαυτρον, κολλημένον εἰς τὸ στόμα τοῦ μικροῦ μάγκα, πρὶν οὗτος κατορθώσῃ νὰ τὸ ἀποπτύσῃ ἢ νὰ τὸ ξεκολλήσῃ μὲ τὴν χεῖρά του. Ἀλλὰ τὸ μικρὸν διάστημα ἤρκεσε διὰ νὰ τοῦ καύσῃ καὶ τὰ χείλη καὶ τὴν γλῶσσαν.
Τὸ γεγονὸς δὲν τὸ εἶδον μόνον τὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ δύο ἢ τρεῖς γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς, αἵτινες καὶ τὸ διηγήθησαν. Ὡς συγκυρία, ἦτο πολὺ παράδοξον.
(1903)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...17 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 17ης Μαρτίου


1821: Οι πρόκριτοι της Μάνης, υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, υψώνουν τη σημαία της επανάστασης στο χωριό Τσίμοβα (σημερινή Αρεόπολη) της Λακωνίας.
1861: Τα διάφορα βασίλεια και ανεξάρτητες περιοχές στην επικράτεια της σημερινής Ιταλίας, ενώνονται για πρώτη φορά σε εθνικό κράτος κάτω από το στέμμα του βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ Β' του Οίκου της Σαβοΐας, μονάρχη της Σαρδηνίας και του Πιεμόντε.
1930: Στις ΗΠΑ, αφήνεται ελεύθερος ο τρόφιμος των φυλακών και διαβόητος γκάνγκστερ, Αλ Καπόνε.
1931: Ο Στάλιν εκδιώκει τη χήρα του Λένιν, Ναντέσνα Κρούπσκαγια, από την Κεντρική Επιτροπή του Κομουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης.
1932: Ανοίγει η αυλαία του Εθνικού Θεάτρου, με πρώτο διευθυντή τον Ιωάννη Γρυπάρη. Πρώτος σκηνοθέτης ο Φώτος Πολίτης, πρώτο έργο ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου.
1934: Εγκαινιάζεται η Πάντειος Σχολή Πολιτικών Επιστημών στη Λεωφόρο Συγγρού.
1948: Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Γαλλία και Μ. Βρετανία υπογράφουν τη Συμφωνία των Βρυξελλών, προάγγελο του ΝΑΤΟ.
1963: Έκρηξη ηφαιστείου στο Μπαλί προκαλεί το θάνατο τουλάχιστον 11.000 ατόμων.
1971: Στην Αργεντινή, στον αγώνα πρωταθλήματος Μπόκα Τζούνιορς-Σπόρτιγκ Κριστάλ, ο διαιτητής αποβάλλει 19 από τους 22 ποδοσφαιριστές. Στον αγωνιστικό χώρο μένουν μόνο οι δύο τερματοφύλακες και ένας ακόμη παίκτης.
1984: Παντρεύονται η Χριστίνα Ωνάση και ο Τιερί Ρουσέλ, σε έναν από τους πλέον πολυσυζητημένους γάμους.
1991: Συλλαμβάνεται στη Νάπολι ο Ντιέγκο Μαραντόνα για χρήση κοκαΐνης ύστερα από τον αγώνα του ιταλικού πρωταθλήματος Νάπολι- Μπάρι 1-0, όπου το γκολ σημείωσε ο ίδιος με πέναλτι, και τιμωρείται από τη FIFA με αποκλεισμό 15 μηνών.

Γεννήσεις

599 - Αλί ιμπν Αμπού Τάλιμπ, Άραβας χαλίφης
763 - Χαρούν αλ Ρασίντ, Άραβας χαλίφης
1473 - Ιάκωβος Δ', βασιλιάς της Σκωτίας
1834 - Γκότλιμπ Ντάιμλερ, Γερμανός μηχανικός και επιχειρηματίας
1906 - Μπριγκίτε Χελμ, Γερμανίδα ηθοποιός
1917 - Τάκης Σινόπουλος, Έλληνας συγγραφέας
1920 - Τώνης Μαρούδας, Έλληνας τραγουδιστής
1938 - Ρούντολφ Νουρέγιεφ, Ρώσος χορευτής και χορογράφος
1943 - Μπακίλι Μουλούζι, πρόεδρος του Μαλάουι
1944 - Χουάν Ραμόν Βερόν, Αργεντινός ποδοσφαιριστής
1948 - Γουίλιαμ Γκίμπσον, Αμερικανός συγγραφέας
1952 - Νίκος Ξυδάκης, Έλληνας συνθέτης
1955 - Γκάρι Σινίζ, Αμερικανός ηθοποιός
1969 - Αλεξάντερ ΜακΚουίν, Άγγλος σχεδιαστής μόδας
1972 - Μία Χαμ, Αμερικανίδα ποδοσφαιρίστρια
1976 - Άλβαρο Ρεκόμπα, Ουρουγουανός ποδοσφαιριστής
1979 - Σαμόα Τζο, Αμερικανός παλαιστής
1982 - Στίβεν Πιενάαρ, Νοτιοαφρικανός ποδοσφαιριστής
1983 - Ραούλ Μεϊρέλες, Πορτογάλος ποδοσφαιριστής
1986 - Έντιν Τζέκο, Βόσνιος ποδοσφαιριστής

Θάνατοι

180 - Μάρκος Αυρήλιος, Ρωμαίος αυτοκράτορας
460 - Άγιος Πατρίκιος, προστάτης Άγιος της Ιρλανδίας
1040 - Χάρολντ ο λαγοπόδαρος, βασιλιάς της Αγγλίας
1058 - Λούλαχ της Σκωτίας, βασιλιάς της Σκωτίας
1394 - Λουδοβίκος ντ’ Ενγκιέν, κόμης του Κονβερσάνο και της Βρυέννης
1680 - Φρανσουά ντε Λα Ροσφουκώ, Γάλλος συγγραφέας
1736 - Τζιοβάνι Μπατίστα Περγκολέζι, Ιταλός συνθέτης
1782 - Ντάνιελ Μπερνούλι, Ολλανδός μαθηματικός
1846 - Φρίντριχ Βίλχελμ Μπέσελ, Γερμανός μαθηματικός και αστρονόμος
1853 - Κρίστιαν Ντόπλερ, Αυστριακός φυσικός και μαθηματικός
1935 - Αλέξανδρος Πάλλης, Έλληνας λογοτέχνης
1958 - Τζον Μπόλαντ, Ιρλανδός πολιτικός και αντισφαιριστής
1967 - Θράσος Καστανάκης, Έλληνας συγγραφέας
1974 - Λούις Καν, Αμερικανός αρχιτέκτονας
1976 - Λουκίνο Βισκόντι, Ιταλός σκηνοθέτης
1988 - Νικόλας Άσιμος, Έλληνας τραγουδοποιός
1993 - Έλεν Χέιζ, Αμερικανίδα ηθοποιός
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Οσίου Αλεξίου του Ανθρώπου Του Θεού.

 

Τη μνήμη του Οσίου Αλεξίου του Ανθρώπου Του Θεού τιμά σημερα, 17 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Ο Όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395 - 408 μ.Χ.) και Ονωρίου (395 - 423 μ.Χ.) από ευσεβείς και εύπορους γονείς.
Ο πατέρας του Ευφημιανός ήταν συγκλητικός, φιλόπτωχος και συμπαθής, ώστε καθημερινά παρέθετε τρεις τράπεζες στο σπίτι του για τα ορφανά, τις χήρες και τους ξένους που ήταν πτωχοί. Η γυναίκα του ονομαζόταν Αγλαΐς και ήταν άτεκνη. Στη δέησή της να αποκτήσει παιδί, ο Θεός την εισάκουσε. Και τους χάρισε υιό.
Αφού το παιδί μεγάλωσε κι έλαβε την κατάλληλη παιδεία, έγινε σοφότατος και θεοδίδακτος. Όταν έφθασε στη νόμιμη ηλικία, τον στεφάνωσαν με θυγατέρα από βασιλική και ευγενική γενιά. Το βράδυ όμως στο συζυγικό δωμάτιο ο Όσιος, αφού πήρε το χρυσό δακτυλίδι και τη ζώνη, τα επέστρεψε στην σύζυγό του και εγκατέλειψε τον κοιτώνα.
Παίρνοντας αρκετά χρήματα από τα πλούτη του έφυγε με πλοίο περιφρονώντας την ματαιότητα της επίγειας δόξας. Καταφθάνει στην Λαοδικεία της Συρίας και από εκεί στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Εκεί ο Όσιος Αλέξειος μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς, ακόμη και τα ιμάτιά του, και, αφού ενδύθηκε με κουρελιασμένα και χιλιομπαλωμένα ρούχα, κάθισε στο νάρθηκα του ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου, ως ένας από τους πτωχούς.
Προτίμησε έτσι να ζει με νηστεία όλη την εβδομάδα και να μεταλαμβάνει των Αχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή, ενώ μόνο τότε έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό.
Οι γονείς του όμως τον αναζητούσαν παντού και έστειλαν υπηρέτες τους να τον βρουν. Στην αναζήτησή τους έφθασαν μέχρι το ναό της Έδεσσας, χωρίς ωστόσο να τον αναγνωρίσουν. Οι δούλοι επέστρεψαν άπρακτοι στη Ρώμη, ενώ η μητέρα του Αλέξιου με οδύνη, φορώντας πτωχά ενδύματα, καθόταν σε μια θύρα του σπιτιού πενθώντας νύχτα και ημέρα. Το ίδιο και η νύφη, που φόρεσε τρίχινο σάκκο και παρέμεινε κοντά στην πεθερά της.
Ο Όσιος Αλέξιος για δεκαεπτά χρόνια παρέμεινε στο νάρθηκα του ναού της Θεοτόκου ευαρεστώντας το Θεό. Και μια νύχτα η Θεοτόκος παρουσιάστηκε στον προσμονάριο του ναού σε όνειρο και του ζήτησε να του φέρει μέσα στο ναό τον άνθρωπο του Θεού. Τότε ο προσμονάριος, αφού βγήκε από το ναό και δεν βρήκε κανένα παρά μόνο τον Αλέξιο, εδεήθηκε στη Θεοτόκο να του υποδείξει τον άνθρωπο, όπως κι έγινε. Τότε πήρε από το χέρι τον Όσιο Αλέξιο και τον εισήγαγε στο ναό με κάθε τιμή και μεγαλοπρέπεια.
Μόλις ο Όσιος κατάλαβε ότι έγινε γνωστός εκεί, έφυγε κρυφά και σκέφτηκε να πάει στην Ταρσό, στο ναό του Αγίου Παύλου του Αποστόλου, όπου εκεί θα ήταν άγνωστος. Αλλα όμως σχεδίασε η Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος άνεμος άρπαξε το πλοίο και το μετέφερε στη Ρώμη. Βγαίνοντας από το πλοίο κατάλαβε ότι ο Κύριος ήθελε να επανέλθει ο Αλέξιος στο σπίτι του.
Όταν συνάντησε τον πατέρα του, που δεν αναγνώρισε τον υιό του, του ζήτησε να τον ελεήσει και να τον αφήσει να τρώει από τα περισσεύματα της τράπεζάς του. Με μεγάλη προθυμία ο πατέρας του δέχθηκε να τον ελεήσει και μάλιστα του έδωσε κάποιο υπηρέτη για να τον βοηθάει. Κάποιοι δούλοι από την οικία τον πείραζαν και τον κορόιδευαν, όμως αυτό δεν τον ένοιαζε. Έδινε την τροφή του σε άλλους, παραμένοντας όλη την εβδομάδα χωρίς τροφή και νερό, και μόνο μετά την Κοινωνία των Θείων και Αχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο άρτο και νερό.
Έμεινε λοιπόν για δεκαεπτά χρόνια στον πατρικό οίκο χωρίς να τον γνωρίζει κανένας. Όταν έφθασε ο καιρός της κοιμήσεώς του, τότε κάθισε κι έγραψε σε χαρτί όλο το βίο του, τους τόπους που πέρασε, αλλά και κάποια από τα μυστικά που γνώριζαν μόνο οι γονείς του. Κάποια Κυριακή, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιννοκέντιος τελούσε τη Θεία Λειτουργία, ακούσθηκε φωνή από το Άγιο Θυσιαστήριο, που καλούσε τους συμμετέχοντες να αναζητήσουν τον άνθρωπο του Θεού.
Την Παρασκευή ο Όσιος Αλέξιος παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Θεού, ενώ το απόγευμα της ίδιας μέρας οι πιστοί βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος προσήλθαν στο ναό για να δεηθούν στο Θεό να τους αποκαλύψει τον άγιο άνθρωπο του Θεού. Τότε μια φωνή τους κατηύθυνε στο σπίτι του Ευφημιανού. Λίγο αργότερα οι βασιλείς μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο έφθασαν στο σπίτι του Ευφημιανού, προξενώντας μάλιστα την απορία της γυναίκας και της νύφης του για την παρουσία τους εκεί, και ρώτησαν τον Ευφημιανό.
Όμως εκείνος, αφού ρώτησε πρώτα τους υπηρέτες, είπε ότι δεν γνώριζε τίποτα. Στην συνέχεια ο υπηρέτης που φρόντιζε τον Όσιο Αλέξιο, παρακινούμενος από θεία δύναμη ανέφερε τον τρόπο ζωής του πτωχού, τον οποίο εξυπηρετούσε. Τότε ο Ευφημιανός χωρίς να γνωρίζει ότι ο Όσιος είναι ήδη νεκρός, αποκάλυψε το πρόσωπο αυτού, που έλαμπε σαν πρόσωπο αγγέλου.
Στο χέρι του Οσίου μάλιστα είδε χαρτί, που δεν μπόρεσε να αποσπάσει. Στη συνέχεια ανέφερε στους επισκέπτες του ότι βρέθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Οι βασιλείς και ο Αρχιεπίσκοπος τότε εδεήθησαν στον Όσιο να τους επιτρέψει να δουν το χαρτί που είχε στο χέρι του. Μόλις ο αρχειοφύλακας πήρε στο χέρι του το χαρτί, ο Ευφημιανός αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον υιό του, τον οποίο αναζητούσε χρόνια τώρα, και μεγάλο πένθος έπεσε στην οικογένειά του. Θρήνος μεγάλος και από την γυναίκα και τη νύφη του.
Ο βασιλεύς Ονώριος και ο Αρχιεπίσκοπος μετέφεραν το τίμιο λείψανο του Οσίου στο μέσο της πόλεως και κάλεσαν όλο το λαό για να έλθει να προσκυνήσει και να λάβει ευλογία. Όσοι προσέρχονταν και ασπάζονταν το τίμιο λείψανο, άλαλοι, κουφοί, τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, όλοι θεραπεύονταν.
Βλέποντας αυτά τα θαύματα οι πιστοί δόξαζαν τον Θεό. Ήταν τόσος ο κόσμος που προσερχόταν για να δει το τίμιο λείψανο, που δεν μπορούσαν να το μεταφέρουν στο ναό του Αγίου Βονιφατίου για να το ενταφιάσουν.Έριξαν ακόμη και χρυσό και άργυρο στον κόσμο για να του αποσπάσουν την προσοχή, αλλά μάταια.
Όταν πια μεταφέρθηκε το τίμιο λείψανο στο ναό, για επτά μέρες γιόρταζαν πανηγυρικά και στην γιορτή συμμετείχαν οι γονείς και η νύφη. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε το τίμιο λείψανο σε θήκη φτιαγμένη από χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους. Αμέσως άρχισε να ευωδιάζει και να αναβλύζει μύρο, το οποίο έγινε ίαμα και θεραπεία για όλους.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ ρίζης εβλάστησας, περιφανούς και κλεινής, εκ πόλεως ήνθησας, βασιλικής και λαμπράς, Αλέξιε πάνσοφε· πάντων δ᾽ υπερφρονήσας, ως φθαρτών και ρεόντων, έσπευσας συναφθήναι, τω Χριστώ και Δεσπότη. Αυτόν ούν εκδυσώπει αεί, υπέρ των ψυχών ημών.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τρίτη 17 Μαρτίου.

  

Την Τρίτη 17 Μαρτίου 2026 αναμένονται νεφώσεις ενώ βροχές θα εκδηλωθούν σε σημαντικό τμήμα της χώρας. Κανονικές για την εποχή θερμοκρασίες. Άνεμοι έως 6 μποφόρ στα πελάγη.

Πιο αναλυτικά, αναμένονται νεφώσεις που κατά τόπους θα είναι πυκνές. Βροχοπτώσεις θα εκδηλωθούν από το πρωί στο Ιόνιο, στα δυτικά και νοτιοδυτικά ηπειρωτικά και στην Κρήτη οι οποίες από το μεσημέρι θα επεκταθούν στα ορεινά στην Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, στα υπόλοιπα τμήματα της Πελοποννήσου και στο Κεντρικό και Νότιο Αιγαίο. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα είναι αυξημένες.

Η θερμοκρασία στη Δυτική Μακεδονία θα κυμανθεί από 0 έως 11 βαθμούς Κελσίου, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 1 έως 14, στη Θεσσαλία από 4 έως 14, στην Ήπειρο από 5 έως 15, στη Στερεά και στην Πελοπόννησο από 5 έως 17, στα νησιά του Ιονίου από 10 έως 14, στα νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου από 6 έως 15, στις Κυκλάδες από 9 έως 15, στα Δωδεκάνησα από 7 έως 17 και στην Κρήτη από 7 έως 16 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι στο Αιγαίο θα πνέουν από βόρειες έως ανατολικές διευθύνσεις 4 έως 6 μποφόρ. Στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν από ανατολικές διευθύνσεις 4 έως 6 μποφόρ.

Στην Αττική αναμένονται νεφώσεις που κατά διαστήματα θα είναι πυκνές. Οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ και το μεσημέρι και απόγευμα 3 έως 5 μποφόρ. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα είναι αυξημένες. Η θερμοκρασία στο κέντρο των Αθηνών θα κυμανθεί από 11 έως 15 βαθμούς Κελσίου.

Στον νομό Θεσσαλονίκης αναμένονται νεφώσεις που κατά διαστήματα θα είναι πυκνές ενώ πιθανότητα τοπικών βροχών υπάρχει από το μεσημέρι. Οι άνεμοι θα πνέουν από ανατολικές έως νότιες διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα είναι αυξημένες. Η θερμοκρασία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης θα κυμανθεί από 9 έως 14 βαθμούς Κελσίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτάζοντες την 17ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  17ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ ο άνθρωπος του Θεού

  • ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ ΕΠΕΝΕΧΘΕΙΣΗΣ ΗΜΙΝ ΦΟΒΕΡΑΣ ΑΠΕΙΛΗΣ ΤΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΣΤΗΡΙΚΤΟΣ ο Όμολογητής

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ο Οσιομάρτυρας

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ και ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ ο φίλος του Χριστού

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΡΑΤRICK (Ιρλανδός)

 

Αναλυτικά

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ ο άνθρωπος του Θεού
Γεννήθηκε στη Ρώμη, στα χρόνια του Αρκαδίου και Όνωρίου, γιων του Μ. Θεοδοσίου (378-395). ο πατέρας του ονομαζόταν Εύφημιανός και ή μητέρα του Αγλαΐα. Ήταν ευσεβέστατοι χριστιανοί και είχαν μεγάλη περιουσία, πού διέθεταν στα ορφανά και στους φτωχούς με μεγάλη προθυμία και γενναιοδωρία. Την ίδια ακριβώς ανατροφή έδωσαν και στο γιο τους Αλέξιο. Με το δικό του χέρι μοίραζαν τα περισσότερα ελέη τους. Όταν έφτασε σε κατάλληλη ηλικία ο Αλέξιος, θέλησαν να τον νυμφεύσουν. Πράγμα πού ο ίδιος δεν επιθυμούσε. Άλλα στην επιμονή των γονέων του, ο Αλέξιος νυμφεύθηκε μια γυναίκα πού κι αυτή ήθελε να μείνει άγαμη. Όποτε συμφώνησαν να διατηρήσουν και οι δύο την παρθενία τους. Αυτό, όμως, το κατάλαβαν οι γονείς του Αλεξίου και γι' αυτό αναγκάζεται να φύγει σε μακρινό μέρος, στην Έδεσσα της Συρίας. Εκεί επιδόθηκε στη μελέτη του θείου λόγου και στις ασκήσεις. Άλλα και στη βοήθεια και φροντίδα των φτωχών. Μετά 17 χρόνια, επέστρεψε στην πατρίδα του και βρήκε στη ζωή τους γονείς του και τη σύζυγο του. Αυτοί όμως δεν τον αναγνώρισαν. Έμεινε κοντά τους, συνεχίζοντας και καλλιεργώντας το θεάρεστο έργο του. Όταν πέθανε, αποκάλυψε ποιος ήταν. Αυτό στην αρχή λύπησε τους δικούς του, άλλ' έπειτα χάρηκαν, διότι ο Αλέξιος μέχρι τέλους ήταν "άρτιος του Θεοϋ άνθρωπος"1. Δηλαδή, τέλειος άνθρωπος του Θεού.
1. Β'πρός Τιμόθεον, γ'17.


Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Εκ ρίζης έβλάστησας, περιφανούς και κλεινής, εκ πόλεως ήνθησας, βασιλικής και λαμπράς, Αλέξιε πάνσοφε' πάντων δ' ύπερφρονήσας ως φθαρτών και ρεόντων, έσπευσας συναφθήναι, τω Χριστώ και Δεσπότη. Αυτόν ούν έκδυσώπει αεί, υπέρ των ψυχών ημών.


ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ ΕΠΕΝΕΧΘΕΙΣΗΣ ΗΜΙΝ ΦΟΒΕΡΑΣ ΑΠΕΙΛΗΣ ΤΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ
Ό Σ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ στο Αγιολόγιο του αναφέρει: Εν τοις έντύποις Συναξαρισταϊς και τοις Μηναίοις σημειούται κατά την ήμέραν ταύτην, άνευ υπομνήματος, "μνήμη της μετά φιλανθρωπίας έπενεχθείσης ημιν φοβερός απειλής του σεισμού, κατά τους χρόνους Κωνσταντίνου του βασιλέως". Περί του σεισμού του επί Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (780-797) συμβάντος, ο Κεδρηνός (Β', σ. 23) λέγει, ότι έγένετο κατά το δέκατον έτος της βασιλείας αυτού, χωρίς να όρίζη την ήμέραν, ήτις, κατά πάσαν πιθανότητα, είναι ή κατά την 17ην Μαρτίου μνημονευομένη υπό των Συναξαριστών. ο Λαυριωτικός Κωδ. Ι 70 συμπληροί την ανωτέρω σύντομον μνείαν του σεισμού ούτω: "τότε γαρ πολύ μέρος των τειχών της πόλεως κατέπεσε και θείοι ναοί διερράγησαν και οίκοι διάφοροι και τριόροφοι έως εδάφους κατέπεσον και ην κλονουμένη πάσα ή γη επί πλείστος ημέρας· ο δε βασιλεύς, συν τω Πατριάρχη και παντί τω λαώ μετά λιτών και των σεπτών εικόνων και ζωοποιών σταυρών και των αγίων λειψάνων συν δάκρυσι και νηστείαις και προσευχαϊς έξιλεούμενοι το θείον και παρακλητεύοντες [και] έπιβοώντες "ρϋσαι Κύριε, της δικαιας σου οργής και μη κατά τάς αμαρτίας ημών παραδώης ημάς εις θάνατον αλλά κατά το πολύ έλεος σου έλέησον τον σον ύποκείμενον λαόν"· ο δε πολυέλεος και μακρόθυμος Θεός άποστρέψας την όργήν αυτού, παρ' ελπίδα τους τότε πάντας έρρύσατο και τον κλόνον και τρόμοντήςγής κατέπαυσε".


Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΣΤΗΡΙΚΤΟΣ ο Ομολογητής
Γεννήθηκε στην Τρίγλια της Μικράς Ασίας (κωμόπολη της Βιθυνίας στα παράλια της Προποντίδας) στις αρχές του 8ου αιώνα. Ευσεβής και φιλομόναχος από μικρός, αμέσως όταν τελείωσε τη βασική του εκπαίδευση, πήγε στην εκεί κοντά Μονή Πελεκητή, όπου έκάρη μοναχός και αργότερα έγινε και ηγούμενος της. Όταν επί Κων/νου Ε' του Κοπρώνυμου (741-775) ξέσπασε ο φοβερός διωγμός κατά των εικόνων, ο αυτοκράτορας πρόσταξε τον ηγεμόνα της Ασίας Μιχαήλ το Λαχανοδράκοντα, να τιμωρήσει με κάθε τρόπο σκληρά αυτούς πού προσκυνούν τις άγιες εικόνες. Τότε αυτός, πήγε στη Μονή Πελεκητής τη Μεγάλη Πέμπτη και κατά την ώρα της Θ. Λειτουργίας, συνέλαβε τους μοναχούς και άλλους σκότωσε με βάρβαρα βασανιστήρια και άλλους, μεταξύ αυτών και τον Θεοστήρικτο, αφού πάλι σκληρά βασάνισε τους έστειλε στις φυλακές της Κων/πολης. Αργότερα, όταν ο Άγιος βγήκε από τη φυλακή, γέροντας πλέον, επέστρεψε στην κατεστραμμένη Μονή Πελεκητής, όπου συναντήθηκε με τον όσιο και ομολογητή Νικήτα, ηγούμενο της κοντινής Μονής Μηδικίου. ο όσιος Θεοστήρικτος. συνέθεσε και "Κανόνα Παρακλητικόν εις την Ύπεραγίαν Θεοτόκον". Έζησε σε βαθιά γεράματα και απεβίωσε ειρηνικά.


Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ο Οσιομάρτυρας
Ήταν από την Κρήτη και έζησε στα φοβερά χρόνια του εικονομάχου αυτοκράτορα Κων/νου Ε' Κοπρωνύμου. Τότε λοιπόν και ο Άγιος Παύλος, συνελήφθη από τον στρατηγό της Κρήτης Θεοφάνη Λαρδατύρη, πού τον εκβίαζε να ποδοπατήσει την εικόνα του Εσταυρωμένου. ο Άγιος όμως την προσκύνησε και την ασπάστηκε ευλαβικά. Εξαγριωμένος ο στρατηγός, του πέρασε με φρικτό τρόπο σίδερα σ' όλο του το σώμα, και κατόπιν αφού τον κρέμασε με το κεφάλι προς τα κάτω, τον έκαψε. Έτσι ο Άγιος Παύλος, πήρε το αμάραντο και αιώνιο στεφάνι του μαρτυρίου.


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ
Υπήρξε στα χρόνια των διωγμών της Εκκλησίας. Χριστιανός από τη γέννηση του, ανατράφηκε με πολλή επιμελημένη ευσέβεια και με θερμότατο ζήλο για την πίστη. Όταν συνελήφθη σαν χριστιανός, ομολόγησε με θάρρος την πίστη του και ήλεγξε τους ειδωλολάτρες για τις ανόητες θυσίες τους, όταν αυτοί έβρισαν τη χριστιανική θρησκεία. Τότε τον βασάνισαν άγρια. Τον έδειραν με μαστίγια, του έσπασαν κατόπιν το στόμα και τα δόντια, και τελευταία πήρε το στεφάνι της μαρτυρικής τελείωσης με αποκεφαλισμό.


Ο ΑΓΙΟΣ και ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ ο φίλος του Χριστού
Τη μνήμη του αναφέρουν ο Συναξαριστής του Delehaye και ο Λαυριωτικός Κώδικας Ι 70, μνήμη, πού δεν αναφέρουν ο Συναξαριστής του Αγίου Νικόδημου και τα έντυπα Μηναία. Στον ανωτέρω λοιπόν Κώδικα αναφέρεται ως εξής: "Τη αυτή ήμερα ή άνάστασις του αγίου και δικαίου Λαζάρου του φίλου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, όν εκ νεκρών ήγειρεν εν τη πάλει Βηθανία πλησίον Ιεροσολύμων, ότε σαρκί περιεπολεύετο εν τη γη ο αγαθός θεός ημών δια την σωτηρίαν". Για την ανάσταση του Λαζάρου βλέπε στο κατά Ιωάννην Εύαγγέλιον, κεφ. ΙΑ' στ. 1 -44.


Ο ΟΣΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ

ηγούμενος Κολιαζίνης στη Ρωσία.


Ο ΑΓΙΟΣ ΡΑΤRICK (Ιρλανδός)
Λεπτομέρειες για τη ζωή αυτού του αγίου της Όρθοδοξίας, μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο βιβλίο "ΟΙ Άγιοι των Βρεττανικών Νήσων", του Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, έπισκόπου Τελμησσοϋ, Αθήναι 1985. Καθώς επίσης και στο βιβλίο "Ή εν Ορθοδοξία Ηνωμένη Ευρώπη", του Γ.Ε. Πιπεράκη, Εκδ. "Έπτάλοφος", Αθήναι 1997

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Ποιες βιταμίνες χρειαζόμαστε ανάλογα με την ηλικία μας.

  

Για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού μας είναι απαραίτητη η επαρκής πρόσληψη βιταμινών στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής. Δεν χρειάζεται ο κάθε οργανισμός την ίδια πρόσληψη βιταμινών όπως επίσης παίζει σημαντικό ρόλο και η ηλικία του ατόμου για τις βιταμίνες που χρειάζεται να εντάξει στο διατροφολόγιό του.

Ποιες βιταμίνες είναι πιο χρήσιμες στον οργανισμό μας αναλόγως την ηλικία μας

Προεφηβεία και εφηβεία

Η σημαντικότερη βιταμίνη για τα παιδιά είναι η βιταμίνη D καθώς βοηθά στην απορρόφηση του ασβεστίου στον οργανισμό μας. Με την έλλειψη της βιταμίνης D αυξάνεται ο κίνδυνος οστεοπενίας και μετέπειτα της οστεοπόρωσης. Τη βιταμίνη D τη βρίσκουμε στο σολομό, το μοσχαρίσιο συκώτι, το αυγό, τα γαλακτοκομικά.

20 με 30 ετών

Η βιταμίνη D και το ασβέστιο συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο και σε αυτή τη δεκαετία της ζωής μας μόνο που πλέον προστίθεται σε σημαντικότητα και η βιταμίνη B12 η οποία συμβάλλει στην πνευματική εγρήγορση, την λειτουργία του νευρικού συστήματος και τη μνήμη. Η βιταμίνη Β12 τη βρίσκουμε στο αυγό, το μοσχαρίσιο κρέας, το τυρί, το γάλα, το σολομός και τον τόνο.

30 με 40 ετών

Σε αυτή τη δεκαετία συνήθως η γυναίκα κυοφορεί, κάτι που σημαίνει ότι χρειάζεται φυλλικό οξύ, δηλαδή βιταμίνη Β9. Το φυλλικό οξύ μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ανωμαλιών του νευρικού σωλήνα στο έμβρυο. Το φυλλικό οξύ το βρίσκουμε στα όσπρια, τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, το μπρόκολο, τα σπαράγγια, το αβοκάντο, το αυγό και τα φιστίκια.

40 με 50 ετών

Σε αυτή τη δεκαετία της ζωής μας χρειαζόμαστε αρκετά τη βιταμίνη D καθώς η έλλειψή της προκαλεί διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα και στα δύο φύλα αλλά και παχυσαρκία και διαβήτη.

50 με 60 ετών

Καθώς τώρα εμφανίζεται η εμμηνόπαυση στη ζωή των γυναικών η οποία επιφέρει μείωση της σεροτονίνης. Η βιταμίνη B6 καταπολεμά τα συμπτώματα της κατάθλιψης και άγχους που προκαλεί η έλλειψη της σεροτονίνης και μπορούμε να τη βρούμε στα αυγά, το τυρί, το συκώτι, το αβοκάντο, τα σμέουρα, τη μπανάνα, το σολομό και τη σαρδέλα. Επιπλέον, σε αυτή τη δεκαετία, μας είναι πολύ χρήσιμη η βιταμίνη C, η οποία μειώνει τον κίνδυνο της εμφάνισης διαφόρων μορφών καρκίνου και τη βρίσκουμε στα εσπεριδοειδή, την παπάγια, τα λαχανάκια Βρυξελλών, οι φράουλες, το μπρόκολο και την κόκκινη πιπεριά.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Οἱ Κουκλοπαντρειές"


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Μέσα, εἰς τὸ βάθος, ἐκατοικοῦσε ἡ κυρα-Ζαφείραινα, μὲ τὴν κόρην της, τὴν Εὐγενικούλαν. Δὲν ἦτον σπιτονοικοκυρά, οὔτε κἂν σωστὴ ὑπενοικιάστρια, μόνον ἐντολὴν εἶχε νὰ ἐπιστατῇ εἰς ὅλην τὴν μάνδραν, νὰ εἰσπράττῃ τὰ ἐνοίκια ἀπὸ τὰς πέντε ἢ ἓξ χαμογείους τρώγλας, τὰς ἀραδιασμένας κατὰ μῆκος τῆς αὐλῆς, καὶ εἶχε τὸ προνόμιον νὰ κατοικῇ αὐτὴ εἰς τὴν σχετικῶς καλυτέραν κάμαραν, καὶ νὰ πληρώνῃ εὐθηνότερον κάπως ἐνοίκιον.
Τὰ ἄλλα χαμόγεια κατεῖχον τελευταῖοι ἐργατικοὶ ἄνδρες, χωρὶς οἰκογενείας, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον φιλήσυχοι. Μόνον εἰς τὸ δεύτερον δωμάτιον ἀπὸ τῆς εἰσόδου τῆς αὐλῆς ἐκατοικοῦσε μία ζωντοχήρα, χωρισμένη ἀπὸ τὸν ἄνδρα της, ἡ Πολυτίμη, ὅπως ἐκαλεῖτο.
Αἱ σχέσεις μεταξὺ τῆς νοικάρισσας ταύτης καὶ τῆς Ζαφείραινας, τῆς ἐκπληρούσης χρέη σπιτονοικοκυρᾶς, δὲν ἦσαν πολὺ ὁμαλαί, ἂν καὶ ἡ πρώτη εἶχε προσφέρει διαφόρους καὶ πολυτίμους ἐκδουλεύσεις. Τὴν εἶχε βοηθήσει νὰ διώξουν ἀπὸ τὴν αὐλὴν δύο πρῴην νοικάρισσες. Τούτων ἡ μία, ἡ νεαρὰ Μαργαρώ, κατέχουσα τὸν τέταρτον θάλαμον, τῆς εἶχε φωνάξει πολλὰ τῆς Ζαφείραινας καὶ τῆς κόρης της ἐξ ἀφορμῆς οἰκογενειακῶν τινων ἀτυχημάτων.
Τὸν περασμένον χρόνον ἡ Ζαφείραινα εἶχεν ὑπανδρεύσει τὴν κόρην της μ᾽ ἕνα νέον, σχεδὸν διὰ τῆς βίας. Δίπλα των, εἰς τὸ πλαγινὸν δωμάτιον, εἶχον κατοικήσει ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ λοῦστροι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πλέον μεγαλόσωμος, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἑταιρείας καὶ ὁ πλέον τεμπέλης, ἔβαζεν ὅλους τοὺς ἄλλους (ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο ἦσαν ἀδέρφια του, καὶ οἱ ἄλλοι χωριανοί του) νὰ δουλεύουν ἀντὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ τοὺς ἔπαιρνε τὰ λεπτά. Οὗτος ἦτο τολμηρός, προσέτι δὲ χορευτὴς καὶ τραγουδιστής, καὶ ἠγάπα τὴν ρᾳστώνην. Εἰς ὀλίγον καιρὸν φαίνεται ὅτι εἶχεν ἀγαπηθῆ μὲ τὴν κόρην τὴν Εὐγενικούλαν.
Μετ᾽ ὀλίγον καιρὸν ἡ Ζαφείραινα ἐβίαζε τὸν Γιαγκίνην (τοιοῦτον παρατσούκλι τοῦ εἶχαν δώσει οἱ ἄλλοι) νὰ στεφανωθῇ μὲ τὴν κόρην της. Κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν καιρόν, τὰ εἶχε καλὰ καὶ μὲ τὶς τρεῖς νοικάρισσες, ἐπειδὴ ἦτον Σεπτέμβριος, καὶ μόλις εἶχον καταλάβει καὶ αἱ τρεῖς τὰ δωμάτια, εἶχον δὲ προπληρώσει τὰ ἐνοίκια. Τῆς ἔφυγ᾽ ἕνας λόγος, ἢ μᾶλλον, ἔρριψ᾽ ἕνα λόγον παρουσίᾳ μιᾶς τούτων, ὅτι ἡ κόρη της δὲν ἦτον «κατὰ πῶς πρέπει» ἐπειδὴ τὰ εἶχε μπλέξει κακὰ μὲ τὸν Γιαγκίνην. Ἡ ἀκούσασα τὴν ἐπίστευσε καὶ μὲ τὸ παραπάνω μάλιστα, ἔσπευσε δὲ νὰ διηγηθῇ καὶ εἰς τὰς ἄλλας δύο τὸ τί ἤκουσε, καὶ μετ᾽ ὀλίγας ὥρας ὅλη ἡ γειτονιά, ἔξω τῆς αὐλῆς, καὶ ἀντικρύ, καὶ πέριξ, ἐγνώριζαν ὅτι ἡ Εὐγενικούλα δὲν ἦτον «κατὰ πῶς πρέπει».
Ἔβαλαν μίαν μαμμὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν κόρην, κ᾽ ἐκείνη ἐπιστοποίησε τὸ πρᾶγμα. Ὁ Γιαγκίνης ἰσχυρίζετο τοὐναντίον ὅτι ἡ κόρη ἦτον ἄθικτος, καὶ ἠπείλει νὰ καταγγείλῃ τὴν ψευτομαμμήν. Ὕστερ᾽ ἀπ᾽ ὀλίγον καιρόν, τῇ βοηθείᾳ ἑνὸς προθύμου φίλου, καὶ μὲ τὴν ἐπέμβασιν ἑνὸς ἰσχυροῦ βουλευτοῦ, κατόπιν πολλῶν ἀπειλῶν καὶ ὑποσχέσεων, τὸ ἀνδρόγυνον ἐστεφανώθη, καθὼς ἀνήγγειλε τοὐλάχιστον ἡ Ζαφείραινα, πλὴν ὄχι ἐν τῇ οἰκίᾳ· ἀλλοῦ, εἰς μέρος ἄγνωστον.
Τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ γάμου, ἡ Ζαφείραινα ἐκαλημέρισε τὶς τρεῖς νοικάρισσες, ἐδέχθη τὰ συγχαρητήριά των, τὰς ἐφίλευσε κουφέτα, εἶτα μὲ τρόπον μυστηριώδη ταῖς εἶπε:
― Κορίτσ᾽ ἦτον, ἡ βρώμα!
Τὴν φορὰν ταύτην οἱ τρεῖς νοικάρισσες ἐπίστευσαν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον τοῦ ὅ,τι ἔλεγεν ἡ Ζαφείραινα.
*
* *
Ἡ Εὐγενικούλα εἶχε κατοικήσει χωριστά, μὲ τὸν ἄνδρα της, ἀλλοῦ, καὶ εἶχε κουβαλήσει μαζί της ὅλα τὰ ἔπιπλα τῆς μητρός της. Ἀμέσως ἤρχισε νὰ παραπονῆται. Ὁ Γιαγκίνης δὲν εἶχε πλέον εἰς τὴν διάθεσίν του τοὺς πέντε ἢ ἓξ λούστρους, νὰ δουλεύουν διὰ λογαριασμόν του. Ἐκεῖνοι εἶχον ἀποσκιρτήσει καὶ εἶχον χειραφετηθῆ. Ὁ Γιαγκίνης δὲν ἀγαποῦσε νὰ δουλεύῃ. Ἦτον γανωτής, ἀλλὰ δὲν ἐγάνωνε. Ἐδοκίμαζε νὰ κατασκευάσῃ κρυφὰ τρακατροῦκες, διὰ νὰ βγάλῃ στραβὰ λεπτά, ἀλλὰ τὸν ἐκυνηγοῦσε ἡ ἀστυνομία. Μόνον τὸν λοῦστρον ἠμποροῦσε νὰ κάμνῃ ἀνάμεσα*, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἐργασία τοῦ ἐφαίνετο πλέον ἀναπαυτική.
Ἄφηνε τὴν γυναῖκά του νηστικήν. Τὴν ἄφηνε σβηστήν. Ἀργοῦσε τὸ βράδυ στὰ καπηλειά, καὶ τὴν ἄφηνεν ἐπὶ ὥρας μοναχήν της. Αὐτὴ ἦτον τεσσάρων μηνῶν ἔγκυος, καὶ λιγουροῦσε ἡ καρδιά της. Ἡ μάννα της, βαρυνθεῖσα ν᾽ ἀκούῃ τὰ παράπονά της, τὴν ἐβλασφήμησε πολλὲς φορές, τὴν ἐφασκέλωσεν, αὐτὴν καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τὴν προκοπήν της, τῆς ἔρριπτεν ὅλα τὰ ἄδικα, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη πταίει, καὶ τέλος ἀπεφάσισε μίαν ἑσπέραν, χωρὶς μήτε εἴδησιν νὰ δώσῃ εἰς τὸν σύζυγον, καὶ τὴν ἐκουβάλησεν, αὐτὴν καὶ ὅλα τὰ ἔπιπλα μαζί, καὶ πάλιν πλησίον της, διὰ νὰ τὴν «ξεγεννήσῃ».
Ὁ Γιαγκίνης ἔδειξεν ὅτι τοῦ ἐκακοφάνη, ἀλλ᾽ ἐνδομύχως ᾐσθάνθη μεγάλην ἀνακούφισιν. Ἔκαμε μίαν ὀργίλην ἐπίσκεψιν, καὶ μίαν πικραμένην διαμαρτύρησιν, εἰς τῆς πενθερᾶς του, καὶ τὴν παρεκάλει νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ πάρῃ τὴν γυναῖκά του πίσω. Εἶναι αὐτὸς ἱκανὸς νὰ τὴν ζήσῃ, καὶ εἶναι ἱκανὸς νὰ τὴν ξεγεννήσῃ. Ἂς ἀφήσῃ στὴν μητέρα της ὅλα τὰ μόμπιλα*, μόνον τὴν ραπτομηχανήν της νὰ πάρῃ, κι ἂς ἔλθῃ!
Κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἤρχισε μεγάλη φαγούρα ἐντὸς τῆς αὐλῆς, μεταξὺ τῆς νοικάρισσας τοῦ τρίτου δωματίου, τῆς Μαργαρῶς, καὶ τῆς Ζαφείραινας μὲ τὴν κόρην της. Ἡ Ζαφείραινα, ὡς φρόνιμη, εἶχε κάμει αὐστηρὰς παρατηρήσεις εἰς τὴν Μαργαρώ. Αὕτη εἶχε, φαίνεται, ἕνα ἄνδρα, ὁ ὁποῖος κατ᾽ ἀρχὰς δὲν εἶχε παρουσιασθῆ, ὕστερον ἦλθε κ᾽ ἐκοιμήθη βραδιὲς εἰς τὸ δωμάτιον τῆς νεαρᾶς γυναικός, καὶ σιγὰ-σιγὰ ἐγκατεστάθη. «Ὁ μουσαφίρης μᾶς ἔγινε νοικοκύρης», καθὼς ἔλεγεν ἡ Ζαφείραινα.
Ἀμυνομένη ἡ Μαργαρὼ ἤρχισε νὰ ὀνειδίζῃ τὴν χήραν καὶ τὴν κόρην της. Μήπως αὐτὲς ἦσαν καλύτερες τάχα; Ἢ θὰ μᾶς πῇ πὼς πάντρεψε, τάχα, τὴν κόρην της, μ᾽ ἕναν λοῦστρο ― ἐκεῖ, καὶ στοὺς τρεῖς μῆνες τὴν ἐπῆρε πάλι πίσω; Θεὸς ξέρει ἂν εἶναι μὲ στεφάνι. Ἢ πὼς ἀγόρασε, τάχα, μίαν στεφανοθήκην, κι ἔβαλεν ἐπιδεικτικῶς τὰ στέφανα σιμὰ στὰ εἰκονίσματα! Καὶ τί κουκλοπαντρειὲς εἶναι αὐτές!… κλπ.
Ἡ Ζαφείραινα ἐξεμάνη ἐναντίον τῆς ξένης. Αὐτὴ νὰ ἔχῃ στόμα, νὰ πῇ κακὸν γιὰ τὴν κόρη της! Πρέπει νὰ πλύνῃ πρῶτα τὸ στόμα της, γιὰ ν᾽ ἀναφέρῃ τ᾽ ὄνομά της. Ἀκοῦς ἐκεῖ! Μιὰ τέτοια, μιὰ πολύπαθη καὶ πολυτεχνίτισσα, μιὰ πομπιωμένη, νὰ ἔχῃ τόλμη νὰ βγάζῃ τρεῖς σπιθαμὲς γλῶσσα, νὰ λέγῃ, κιόλα, γιὰ τὸ κορίτσι τὸ δικό της, ποὺ εἶναι σὰν τὸ κρύο νερό, εἶναι καὶ φαίνεται!
Μίαν νύκτα, ἐπειδὴ ἔλειπεν ἀργὰ ἡ Μαργαρώ, ἡ Ζαφείραινα ἐμανδάλωσε καλὰ τὴν αὐλόπορταν, ἔβαλε τὸν σύρτην, καὶ τὴν ἔκλεισεν ἀπ᾽ ἔξω. Βαθιά, κοντὰ τὰ μεσάνυκτα, ἔφθασεν ἡ Μαργαρώ, μαζὶ μὲ τὸν δικόν της, καὶ ἀφοῦ ἔκρουσε ματαίως τὴν ἐξώπορταν, ὁ καβαλιέρος της ἀνερριχήθη ἐπάνω, εἰς τὸν θριγκόν, εἰς τὴν στέγην τῆς αὐλόπορτας, ἐπήδησε μέσα εἰς τὴν αὐλήν, ἐξεκλείδωσε τὴν πόρταν, καὶ ἡ Μαργαρὼ εἰσῆλθεν.
Ἄκουσαν οἱ δύο ἄλλες νοικάρισσες τὸν θόρυβον καὶ τὸν δοῦπον. Τὸν ἤκουσε καὶ ἡ Ζαφείραινα, ἡ ὁποία ἐσηκώθη, κι ἐσκέπτετο νὰ ὑπάγῃ νὰ φωνάξῃ τὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ᾽ ἡ κόρη της τὴν ἀπέτρεψε, μὴ τυχὸν καὶ γίνῃ προσβολὴ στὸ σπίτι τους. Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ζεῦγος εἶχε κλειδωθῆ μέσα εἰς τὸ δωμάτιον.
Οἱ ἄλλες δύο νοικάρισσες ἤρχισαν νὰ πνέουν πῦρ καὶ μανίαν ἐναντίον τῆς Μαργαρῶς· ἔγιναν «τὸ ἕνα τους» μὲ τὴν Ζαφείραιναν, καὶ ἀπῄτουν μεγαλοφώνως νὰ φύγῃ ἡ ἔκφυλος γυνὴ ἀπὸ τὴν αὐλήν. Αὐτὸ ἦτον δὰ κακὸν παράδειγμα! Ἦτον ἐναντίον εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη.
Ἀκοῦτε σεῖς! νὰ ἔλθῃ μαζὶ μὲ τὸν λεγάμενον, τὸν «καῦκόν»* της, μεσάνυχτα, νὰ καβαλικεύσῃ ἐκεῖνος ἐπάνω στὸ ντουβάρι, καὶ νὰ πηδήσῃ μέσα, ὡς ληστής, νὰ παραβιάσῃ τὴν θύραν! Καὶ ποῦ εἴμαστ᾽ ἐδῶ!
― Νὰ τοῦ ἔκαμε τάχα πλάτη αὐτή, κι ἀνέβη ἐκεῖνος ἐπάνω; Πῶς μπόρεσε κι ἔφτασε τόσο ψηλά, στὸν καβαλάρη τοῦ τοίχου;… Νὰ γκρεμοτσακιστῇ γρήγορα, νὰ φύγῃ ἀπ᾽ ἐδῶ αὐτὴ κι ὁ καῦκός της!
*
* *
Ἡ ὁμοσπονδία ταχέως ἐθριάμβευσε. Τὸ τελεσιουργότερον ὅλων τῶν μέσων ὑπῆρξεν ἡ ἀπειλὴ περὶ καταγγελίας εἰς τὴν ἀστυνομίαν καὶ περὶ πιθανῆς παραπομπῆς εἰς τὰ οἰκήματα, τὰ πέραν τοῦ Ἀεριόφωτος. Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἡ Μαργαρὼ ἐμάζεψε τὰ ροῦχά της κι ἐκουβαλήθη.
Ἔμενον τώρα ἡ Πολυτίμη, κι ἡ Λισάβω, ἡ ἄλλη νοικάρισσα. Ἡ τελευταία αὕτη ἤρχισε τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ τρώγεται μὲ τὴν Ζαφείραιναν. Φαίνεται ὅτι εἶχε κι αὐτή, ἡ Λισάβω, «ἕναν ἄνθρωπον», ἂν καὶ κατὰ τὸ φαινόμενον ἦτον χήρα. Εἶχε κ᾽ ἕνα κορίτσι τεσσάρων ἐτῶν, τὴν Ἐλπινίκην. Ἡ Ζαφείραινα τῆς ἔκαμε πικρὰς παρατηρήσεις, σχετικῶς μὲ τὸν «ἕναν ἄνθρωπον». Τότε τῆς ἔψαλε κ᾽ ἐκείνη τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε κελαδήσει κι ἡ πρῴην νοικάρισσα, ἡ Μαργαρώ, κι ἀκόμη περισσότερα. Εἰς δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, τόσον μῖσος καὶ κακία ἄναψεν ἐκεῖ μέσα, ὥστε μεταξὺ τῶν δύο οἰκογενειῶν, οἱ μόνοι ὁποὺ ἔσωζον ἀκόμη λείψανα τῆς παλαιᾶς φιλίας, ἦσαν ἡ Ἐλπινίκη, τὸ τετραετὲς θυγάτριον τῆς Λισάβως, κι ἡ σκύλα τῆς Εὐγενικούλας, ἡ Βαβύτσα.
Ἡ ἄλλη νοικάρισσα, ἡ Πολυτίμη, ἔλαβε τὸ μέρος τῆς Ζαφείραινας. Τῆς ἐτράβα τὸ σχοινί της, καθὼς εἶπεν ἡ Λισάβω. Βέβαια! τέτοιες συμφωνοῦν πάντα, ἔλεγεν. Ἡ Πολυτίμη ἐξεστράτευσε κατὰ τῆς Λισάβως. Ἤρχισε τριήμερος, ἀτελείωτος καυγὰς μεταξὺ τῶν δύο γυναικῶν. Ἡ Πολυτίμη ἀνέλαβε μέρος πρωταγωνιστρίας. Ἡ Ζαφείραινα ἀμέσως περιῆλθεν εἰς δευτερεῦον πρόσωπον, κ᾽ ἔχαιρε μέσα της ν᾽ ἀκούῃ τὰς ἄλλας νὰ ὑβρίζωνται μὲ ὅλον τὸ γυναικεῖον λεξιλόγιον.
Κοντολογῆς, ἡ ἐκστρατεία ἀπέληξεν εἰς ἀποπομπὴν τῆς πρώτης νοικάρισσας, τῆς Λισάβως. Ἡ Ζαφείραινα καὶ ἡ Πολυτίμη ἔκαμαν παράπονα εἰς τὸν σπιτονοικοκύρην, ὅτι δὲν μποροῦσαν πλέον νὰ ὑποφέρουν τὴν γλῶσσάν της. Ἐκεῖνος τῆς ἐχάρισε δυόμισυ νοίκια καθυστερούμενα, καὶ τῆς εἶπε νὰ φύγῃ. Αὕτη ἔφυγε, καὶ δὲν εἶπεν «εὐχαριστῶ».
*
* *
Τὰ δύο κενωθέντα δωμάτια ἐνοικιάσθησαν εἰς ἐργατικούς, «ἐριγένηδες» ἀνθρώπους. Ἔμειναν τώρα ἀντιμέτωποι, αἱ δύο Ζαφείραιναι, μάννα καὶ κόρη, ἀφ᾽ ἑνός, καὶ ἡ Πολυτίμη, ἀφ᾽ ἑτέρου, ὁλομόναχη ἀκόμη κατὰ τὸ φαινόμενον. Ἦτον ζωντοχήρα. Εἶχε χωρίσει μὲ τὸν ἄνδρα της, καθὼς ἔλεγεν, ὄχι ἐδῶ, εἰς τὴν Πόλιν, ὅπου διέμενε πρότερον. Εἶχε λάβει καὶ διαζύγιον, καθὼς ἐβεβαίου, ἀπὸ τὰ Πατριαρχεῖα. Παιδιὰ δὲν εἶχε κάμει. «Εἶδε ὁ Θεὸς τὴν ἀδικία!» ἀνέκραζεν αἴρουσα πρὸς τ᾽ ἄνω τοὺς ὀφθαλμούς.
Ἐξενοδούλευεν, ἔπλεκεν, ἔρραπτε κ᾽ ἐζοῦσε. Εἶχε κάμει ἐπ᾽ ὀλίγους μῆνας πλησίον οἰκογενείας ἐν Ἀθήναις, ὡς ὑπηρέτρια ἢ μαγείρισσα. Δύο ἢ τρεῖς φορὰς εἶχε παρουσιασθῆ στὴν κάμαράν της ἕνας νεαρώτατος ξανθός, μὲ λεπτὸν μύστακα. Αὐτὴ εἶπεν ὅτι ἦτον πατριώτης της, σχεδὸν ἀδελφός της, ὁ «Βασιλάκης της», μὲ τὸν ὁποῖον εἶχε συνανατραφῆ. Ἦτον νέα, κοντή, μελαχροινή, μὲ πρόσωπον «ἀγορίσιο», ὅμοιον μὲ ἀγενείου νεανίσκου.
Μίαν τῶν ἡμερῶν ἦλθεν εἷς συγγενής, θεῖος τοῦ πρῴην συζύγου, καὶ τῆς ἔκαμε καυγάν. Ἀπαιτοῦσε νὰ τοῦ δώσῃ ἕνα εἰκόνισμα ποὺ εἶχε, τοῦ ἀνδρός της, τὸν Εὐαγγελισμόν. Αὐτὴ ὡμολογοῦσεν ὅτι ἦτον τοῦ ἀνδρός της, ἀλλ᾽ εἰς τὸ πεῖσμά του, δὲν ἤθελε νὰ τὸ δώσῃ.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἦλθεν ὁ πρῴην σύζυγος, ἐστάθη εἰς τὴν αὐλόπορταν, σιμὰ εἰς τὸν παραστάτην, καὶ τῆς ἔψαλε τὰ ἐξ ἁμάξης. Τὴν ὠνείδισε σκληρῶς ὅτι συζῇ μὲ τὸν Βασίλην της παρανόμως, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ διαζύγιον, παρεξετράπη, κ᾽ ἐφώναξεν ὅτι ὅλοι μέσα στὴν αὐλὴν εἶναι «τέτοιοι» ἀφοῦ τ᾽ ἀνέχονται «αὐτά».
Τῆς Ζαφείραινας τῆς ἐκακοφάνη πολύ. Ὄχι, αὐτὴ δὲν εἶναι «τέτοια». Ἤρχισε νὰ ἐπιπλήττῃ τὴν Πολυτίμην. Αὐτὴ ἀλλοιῶς τὴν ἐνόμιζε. Εἶναι σωστό, τὸ λοιπόν, ὅτι τὸν Βασίλην δὲν τὸν ἔχει ἐξάδελφον, ἀλλ᾽ ἀγαπητικόν; … Καὶ τὴν παρακαλεῖ πολύ, νὰ πληρώσῃ τὰ δύο νοίκια ποὺ χρεωστεῖ· γιατὶ τὴν πιέζει κι αὐτὴν ὁ σπιτονοικοκύρης… καὶ νὰ πάῃ στὸ καλό, νὰ εὕρῃ ἀλλοῦ δωμάτιον. Ὁ σπιτονοικοκύρης μάλιστα εἶναι ἄρρωστος, καὶ τῆς εἶπε τόσα λόγια, ὁποὺ δὲν φροντίζει νὰ μαζεύῃ τὰ νοίκια, γιατὶ κι αὐτὸς μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀνάγκη.
Εἰς ἀπάντησιν, ἡ Πολυτίμη τῆς ἐφώναξεν ὅτι, ἂν ὁ σπιτονοικοκύρης εἶναι ἄρρωστος, αὐτή, ἂν πεθάνῃ, θὰ χορέψῃ ἀπὸ τὴν χαράν της. Ὄχι, πὼς ἔχουν κάτι παλιοκοτέτσια ἐκεῖ, ποὺ δὲν εἶναι χειρότερ᾽ ἀπὸ ἀχούρια, καὶ σὲ βρίσκουν στὴν ἀνάγκη, καὶ σὲ πνίγουν, καὶ σοῦ ζητοῦν δεκατρεῖς καὶ δεκαπέντε δραχμὲς νοίκι! Ποῦ τὸ ηὗραν γραμμένο; Μ᾽ αὐτὰ καὶ μ᾽ αὐτὰ πλουτοῦν αὐτοί, μὲ τοῦ φτωχοῦ τὸν ἵδρωτα, οἱ αἱματοφάγοι. Καὶ τί κόσμος εἶναι αὐτός, στὴν Ἀθήνα!… Κρῖμα στ᾽ ὄνομα ποὺ ἔχει! Στὴν Πόλη, ποὺ εἶναι Τοῦρκος, καὶ πάλι σὲ πονοῦν καὶ σὲ βοηθοῦν καλύτερα. Ἐκεῖ σὲ πονοῦν καὶ σὲ συμπονοῦν οἱ Τοῦρκοι… κ᾽ ἐδῶ ξεπονοῦν οἱ Χριστιανοὶ καὶ σὲ γδύνουν…
Κι ἐπιτέλους αὐτὴ δὲν ἔχει λεπτὰ νὰ πληρώσῃ. Τὴν βλέπει ἡ κυρα-Ζαφείραινα πῶς ξενοδουλεύει καὶ ζῇ. Ἂς τῆς κατεβάσουν τοὐλάχιστον τὸ νοίκι!… Ὅσο γιὰ τὸν Βασιλάκη, εἶναι ψέματα. Αὐτὴ ἔχει ἀθῴαν φιλίαν μαζί του… Καὶ πάλιν ὅ,τι μπορεῖ θὰ κάμῃ, νά!… ἕνας ἄνθρωπος. Ἀπὸ ποῦ νὰ πληρώσῃ τόσο νοίκι; Καὶ τί νὰ φάῃ; Μὲ μιὰ δραχμὴ τὴν ἡμέρα ποὺ μπορεῖ μιὰ νὰ βγάλῃ μὲ τὸ ἐργόχειρο… ὅταν ἔχῃ δουλειά· ἀλλὰ τὸν περισσότερον καιρὸ δὲν ἔχει… Αὐτοὶ νὰ ὄψωνται! Τοὺς βγάζουν τὴν ψυχὴ ἀνάποδα, κι ὕστερα ἀγανακτοῦν τάχα γιατὶ δὲν τὶς βλέπουν νὰ κάνουν φρόνιμα!… Αὐτοὶ τὶς σπρώχνουν νὰ γίνωνται ἄτιμες!… Κι ἂς τὸ ξέρῃ ἡ κυρα-Ζαφείραινα… Ἂν τύχῃ καὶ πεθάνῃ ὁ σπιτονοικοκύρης, κακὸ δὲν τοῦ θέλει τ᾽ ἀνθρώπου, ἀλλὰ θὰ βγῇ ἔξω στὴν αὐλὴ νὰ χορέψῃ!… Ὁ γὰρ θάνατός σου ζωή μου!
Τὸ εἶπε καὶ τὸ ἔκαμε. Μετ᾽ ὀλίγας ἡμέρας ἀπέθανεν ὁ ἰδιοκτήτης, ἡ δὲ Πολυτίμη ὡς τὸ ἔμαθεν, ἐξῆλθεν εἰς τὴν αὐλήν, ἐπιάσθη ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα μ᾽ ἕνα κοράσιον ὀκτὼ ἐτῶν, γειτονοπούλαν, καὶ ἤρχισε νὰ χορεύῃ τὸν τσάμικον.
Ὁ χορὸς ἐκεῖνος τῆς βγῆκε ξινός. Τὴν νύκτα, βαθιὰ τὰ μεσάνυκτα, ἡ Πολυτίμη ἐξύπνησεν ὅλους τοὺς ἐνοίκους καὶ ὅλους τοὺς γείτονας τοὺς ἔξω τῆς αὐλῆς, μὲ τὰς φωνάς της τὰς ἀγρίας. Τὴν εἶχαν πιάσει ὑστερισμοί.
Ὁ Βασιλάκης, ἐλθὼν πολὺ ἀργὰ καὶ οἰνοβαρής, ὡς φαίνεται, τῆς εἶχε κάμει σκηνὴν ζηλοτυπίας. Εἶχε μάθει ὅτι ἡ νεαρὰ γυνὴ ἐσύχναζεν ἀκόμη εἰς τὴν οἰκίαν ἐκείνην, ὅπου εἶχε διατελέσει ἐπὶ μίαν σελήνην ὡς μαγείρισσα καὶ ὅπου ὑπῆρχον καὶ δύο νέοι ἄγαμοι, υἱοὶ τῆς οἰκογενείας. Ὁ Βασίλης λοιπὸν ἐζήλευε φοβερὰ καὶ ἤρχισε νὰ βασανίζῃ καὶ νὰ δέρνῃ τὴν πτωχήν. Τόσον ἐξήφθη ἐκείνη καὶ τόσον τραγικὰ ἐφώναζεν, ἐν μέρει, ὡς φαίνεται, πονοῦσα πράγματι, ἐν μέρει παίζουσα κωμῳδίαν, ὥστε ἐξάφνισεν ὅλους τοὺς γείτονας, ἐπάνω εἰς τὸν πρῶτον ὕπνον των.
Εἰς μίαν γωνίαν τῆς αὐλῆς, πλησιέστερα εἰς τὸ βάθος, ὑπῆρχεν ἕνα πηγάδι, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε ὣς δύο σπιθαμὰς νερὸ κιτρινωπὸν καὶ ὄζον καὶ ἦτο σκεπασμένον μὲ σανίδινον καπάκι. Ἡ Πολυτίμη τραβοῦσα τὰ μαλλιά της, κοπτομένη, σχίζουσα τὰ μάγουλά της καὶ φωνάζουσα ἀγρίως, ἔτρεξε πρὸς τὸ μέρος τοῦ πηγαδιοῦ, ἐσήκωσε τὸ καπάκι καὶ ἐφώναξεν ὅτι… τώρα θὰ πέσῃ νὰ πνιγῇ.
― Νά, θὰ πέσω, ἔπεσα! Νὰ ὄψεσαι Βασιλάκη! μ᾽ ἐπῆρες στὸ λαιμό σου. Νά! πέφτω στὸ πηγάδι!…
Εὐτυχῶς, μία γειτόνισσα, τῆς ὁποίας ὁ οἰκίσκος ἦτον σύρριζα ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλόπορταν, ἤκουσεν ὅλον τὸν θόρυβον, κι ἐπειδὴ ἡ αὐλόπορτα ἦτον ἀνοικτή ―(τὴν ἄφηνε πάντοτε ἀνοικτὴν ἡ Πολυτίμη, διὰ νὰ ἔρχεται ὁ Βασίλης ὅ,τι ὥραν ἤθελε, καὶ μάλιστα ἐσχάτως εἶχε γίνει ἄφαντον τὸ πλάγιον μάνδαλον τῆς θύρας, καὶ ἡ Ζαφείραινα εἶχεν ἐκφράσει παράπονον διὰ τοῦτο)― ἠμπόρεσε νὰ τρέξῃ μέσα, κ᾽ ἐκράτησεν ἀπὸ τοὺς δύο βραχίονας τὴν Πολυτίμην, καὶ τὴν ἐμπόδισε νὰ κάμῃ κακόν. Ὅσον διὰ τὸν Βασιλάκην, οὗτος εἶχε μείνει εἰς τὸ δωμάτιον, εἶχε μισοανοίξει τὸ παράθυρον κι ἐκοίταζε περιέργως νὰ ἰδῇ ἂν ἡ Πολυτίμη θὰ ἔπιπτε πράγματι στὸ πηγάδι.
*
* *
Ἡ Ζαφείραινα καὶ ἡ κόρη της δὲν ἐφάνησαν. Ἠκούοντο πεπνιγμένοι γέλωτες ἀπὸ τὸ δωμάτιόν των, ἀλλὰ δὲν ἠνοίχθη ἡ θύρα των. Τὴν ἄλλην ἡμέραν εἰρήνη ἔγινε μεταξὺ τοῦ ζεύγους καὶ 〈αἱ〉 διαχύσεις ἐπανῆλθον, ὅπως ἐπανέρχονται μετὰ τὰ πείσματα καὶ τὰς ἔριδας.
Μόνον ἄλλο τι συνέβη. Ὁ πρῴην σύζυγος εἶχεν ὑπάγει εἰς τὴν ἀστυνομίαν, κ᾽ ἐκλαύθη ὅτι ἡ σύζυγός του, χωρὶς νὰ ἔχῃ διαζύγιον, συνέζη παρανόμως μ᾽ ἕνα Βασιλάκην. Ὁ ἀστυνόμος, σύμφωνα μὲ τοὺς γραπτοὺς καὶ τοὺς ἀγράφους κανονισμούς, ἐκάλεσε τὴν Πολυτίμην εἰς τὸ Τμῆμα καὶ τὴν ἐξήτασεν. Ἐκείνη διηγήθη ὅ,τι ἤθελεν.
Εἶπεν ὅτι τὸ εἰκόνισμα ποὺ τῆς ζητεῖ ὁ θεῖος τοῦ ἀνδρός της δὲν τὸ δίδει, καὶ τὴν στεφανοθήκην τὴν ἔχει ὑπὸ τὸ εἰκόνισμα, καὶ τὸ στέφανό της τὸ τιμᾷ, καὶ ὅτι μὲ τὸν Βασιλάκην, συγγενῆ της, ἔχει ἀθῴαν φιλίαν.
― Γιατί τότε, δὲν θέλεις νὰ πᾷς μὲ τὸν ἄντρα σου; ἠρώτησεν ὁ ἀστυνόμος.
― Ἐγώ!… ἀνέκραξεν ἐν βαθείᾳ ἐκπλήξει ἡ Πολυτίμη. Ἐγὼ τὸν ἄντρα μου τὸν θέλω, κι ἂς μὲ πάρῃ…
Ὁ ἀστυνόμος ἐστράφη πρὸς τὸν ἄνδρα.
― Καὶ σύ, τοῦ λέγει, τὴν θέλεις, τὴν γυναῖκά σου;
―Ἐγώ!… ἀνέκραξε μετ᾽ ἀποστροφῆς ἐκεῖνος· ὄχι! ποτὲ στὸν κόσμο! μήτε ζωγραφιστή!…
― Τί παράπονα ἔχεις, τότε; συνεπέρανεν ἀπορηματικῶς ὁ ἀστυνόμος.
Τὴν ἰδίαν ἑσπέραν, ἡ Πολυτίμη διηγεῖτο θριαμβεύουσα εἰς τὴν γειτόνισσαν, ἐκείνην ποὺ εἶχε τρέξει νὰ τὴν γλυτώσῃ μὴ πνιγῇ, τὸ κόλπο της τοῦτο.
― Εἶπα κ᾽ ἐγώ, μπράβο!… τόνε θέλω τὸν ἄντρα μου, ἀκοῦς ἐκεῖ!… Πῶς λές; Καλὰ τὰ καταφέρνω;
―Ὄχι καλύτερα· μπράβο σου! ἀπήντησε μετὰ θαυμασμοῦ ἡ γειτόνισσα.
―Ἄ! τί βλάκες ποὺ εἶν᾽ οἱ ἄντροι!
*
* *
Ἕνεκα τῶν διαφόρων τούτων περιστάσεων καὶ τοῦ θανάτου τοῦ ἰδιοκτήτου, αἱ ἔριδες μεταξὺ τῆς Πολυτίμης καὶ τῆς Ζαφείραινας εἶχον κοπάσει δι᾽ ὀλίγας ἡμέρας. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, καθ᾽ ἣν εἶχε κληθῆ εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἡ νεαρὰ γυνή, ἡ Ζαφείραινα τῆς ἐζήτησε πάλιν, ἐξ ὀνόματος τῆς χήρας καὶ τῶν τέκνων της, τὰ καθυστερούμενα ἐνοίκια καὶ τῆς ὑπέμνησεν ὅτι ὤφειλε τὸ ταχύτερον νὰ εὕρῃ οἴκημα, νὰ μετακομισθῇ.
Ἡ Πολυτίμη εἶπεν ὅτι θὰ δώσῃ τὰ ἐνοίκια ὅταν εὐκολυνθῇ καὶ θὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ δωμάτιον ὅταν μπορέσῃ. Ἡ Ζαφείραινα ἀπήντησεν, ὅτι τὰ ἐνοίκια θὰ τὰ πληρώσῃ καὶ θὰ πῇ κι ἕνα τραγούδι καὶ ἀπὸ τὸ δωμάτιον θὰ φύγῃ καὶ θὰ πηδήσῃ, καθὼς ἐπήδησε κι ἐχόρεψε τὴν ἡμέραν ποὺ εἶχεν ἀποθάνει ὁ σπιτονοικοκύρης… Κι αὐτὸ μόνον τὸ ἄσκημο φέρσιμο, νὰ μάθουν οἱ κληρονόμοι, αὐτὸ ἀρκεῖ διὰ νὰ τοὺς κάμῃ νὰ τῆς τὰ πετάξουν ἔξω τὰ ροῦχά της.
Τέλος, ὁ ἀγὼν ἐσκληρύνθη, καὶ ἡ πάλη ἐδηλητηριάσθη. Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐγίνοντο τακτικά, πρωί, μεσημέρι καὶ βράδυ, οἱ καυγάδες μεταξὺ τῶν δύο γυναικῶν. Ἡ Πολυτίμη τῆς ἔψαλλε, τῆς Ζαφείραινας, ὅλα ὅσα τῆς εἶχαν ψάλει αἱ δύο ἄλλαι νοικάρισσες, κι ἄλλα τόσα, καὶ πολὺ περισσότερα. Δὲν τὰς ὠνόμαζε πλέον Ζαφείραινες, ἀλλὰ Γιαγκίναινες, ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ γαμβροῦ. Αὐτὸ ἤρκει διὰ νὰ κάμῃ τὴν γραῖαν νὰ σκυλιάσῃ.
Μίαν ἡμέραν, ἡ Ζαφείραινα εἶχε ξυπνήσει πολὺ ἄσχημα, κι ἄρχισε λίαν πρωί, πρὶν ἀνατείλῃ ἀκόμη ὁ ἥλιος, ἀτελείωτον καυγάν.
―Ἡ βρωμοῦσα! ἡ μπαλαρίνα! ἡ λεγάμενη! ποὺ εἶναι βγαλμένο τὸ νάμι* της, ἐδῶ καὶ στὴν Πόλη! Θαρρεῖ πῶς εἶναι τὰ μοῦτρά της!… Κ᾽ ἔχει στόμα νὰ πῇ γιὰ τὸ κορίτσι, τὸ δικό μου!… Αὐτὴ κι ὁ Βασιλάκης της! ποὺ ἔβγαλε τὴν πεντούγια ἀπ᾽ τὴν πόρτα, γιὰ νὰ ἔρχεται τὴν νύχτα ὁ καῦκός της!… Ποὺ τὴν ἐκουβάλησε στὴν ἀστυνομία ὁ ἄνδρας της!… Καὶ τῆς ἔκαμε ὁ καῦκός της μιὰ σκηνή, κ᾽ ἔβαλε τὶς φωνές, σὰ δαιμονισμένη!… Κ᾽ εἶχε βγάλει τὴν πεντούγια ἀπ᾽ τὴν αὐλόπορτα, γιὰ νά ᾽ρχετ᾽ ἐλεύθερα, νύχτα καὶ σκοτάδι, ὁ πῶς-τόνε-λένε, ὁ ξάδερφός της! Γιατί, μωρή, τὴν ἔβγαλες τὴν πεντούγια;
Κάθε ἥμισυ λεπτὸν ἐπανήρχετο εἰς τὸν μονόλογον ἡ «πεντούγια», ἢ τὸ μακρὸν μάνδαλον τῆς αὐλοθύρας, καὶ κάθε πέντε δευτερόλεπτα ἐγίνετο λόγος διὰ «τὸ πηγάδι».
― Κ᾽ ἔκαμε πὼς ἤθελε τάχα νὰ πνιγῇ… Κ᾽ ἐσήκωσε τὴ γειτονιὰ στὸ ποδάρι, νὰ φωνάζῃ, στὶς δυὸ ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα, σὰν τρελή, σὰν δαιμονισμένη… Ποὺ ἤξερε νὰ βγάλῃ τὴν πεντούγια ἀπ᾽ τὴν πόρτα, γιὰ νά ᾽ρχεται ὁ λεγάμενος… Καὶ τῆς ἔκαμε τὸ ζηλιάρη, κι αὐτὴ ἔκανε πὼς ἤθελε νὰ πέσῃ στὸ πηγάδι, νὰ πνιγῇ. Γιατί, μωρὴ μπαλαρίνα, σὰν ἤθελες νὰ πνιγῇς, δὲν πνιγόσουνα; Νά, ἔλα, τὸ κάνω χαλάλι τὸ πηγάδι, κι ἂς βρωμήσῃ… Ἔλα, τσακίσου, πέσε, νὰ πνιγῇς! Ἔλα, νά! βγάζω καὶ τὸ καπάκι… τὸ κάνω χαλάλι τὸ πηγάδι… Ἔλα, πέσε νὰ πνιγῇς!
Καὶ ἅμα λέγουσα, ἀφῄρεσε πράγματι τὸ κάλυμμα τοῦ πηγαδιοῦ καὶ διὰ χειρονομιῶν ἐκάλει τὴν Πολυτίμην νὰ ἔλθῃ νὰ πέσῃ μέσα.
―Ἔλα! τὸ κάνω χαλάλι, σοῦ λέω!
― Τὸ κάνεις χαλάλι, ἀπήντησε μόνον ἡ Πολυτίμη, γιατὶ δὲν εἶναι δικό σου· εἶναι ξένο.
Καὶ δὲν εἶπε πολλὰ ἄλλα, ὅπως ἄλλοτε συνήθιζε. Τὴν πρωίαν ἐκείνην ἐφαίνετο ὡς νὰ εἶχε δέσει τὴν γλῶσσάν της. Ἴσως ἐπεφυλάσσετο νὰ τροχίσῃ κι αὐτὴ τὴν γλῶσσάν της κατόπιν.
Πλὴν μᾶλλον φαίνεται ὅτι εἶχε λάβει ἤδη τὴν ἀπόφασίν της, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὡμίλει πλέον.
*
* *
Μετὰ δύο ἡμέρας ἡ Πολυτίμη ἐξεκένωσε τὸ δωμάτιον κ᾽ ἐκουβαλήθη ἀλλοῦ, χωρὶς νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα.
Ὅταν ἡ Ζαφείραινα ἔμεινε μόνη μὲ τὴν κόρην της, καθότι ὅλα τὰ ἄλλα δωμάτια ἐδόθησαν κατὰ προτίμησιν εἰς «μπεκιάρηδες», ἤρχισε κακὴν φαγούραν μὲ τὴν κόρην της τὴν ἰδίαν, ἥτις εὑρίσκετο εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον τῆς ἐγκυμοσύνης. Τὴν ὕβριζε, τὴν ἔτρωγε, τὴν ἐβασάνιζε. Ἔκαμνεν ὅπως μία ἄσχημη, ἥτις θὰ ἐπείθετο περὶ τῆς ἀσχημίας της ― θὰ ἔσπαζεν, ὡς λέγουν, τὸν καθρέπτην, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ τὸ πρόσωπόν της.
Τὴν ἔδερνε, τὴν ἐδάγκανε καὶ τὴν κατηρᾶτο νὰ τὴν θάψῃ.
Ὅταν θὰ τὴν ἔθαπτεν, ἐπεφυλάσσετο νὰ δέρνεται μόνη της.
(1903)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα