Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Ἅγια καὶ πεθαμένα".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ὡς ἀνασηκωμένη ποδιὰ ὡραίας χωριατοπούλας, ὁποὺ πλύνει τὰ ρουχάκια της, τὰ πουκαμισάκια της, σιμὰ εἰς τὸ πηγάδι, ἀνέρχεται καὶ ἀναρριχᾶται καὶ βαίνει πρὸς τὰ ἄνω ἡ λευκὴ ἐσχατιὰ τῆς πολίχνης, εἰς τὸν βράχον τὸν ἀνατολικόν, τὰ Κοτρώνια, τὸν πετρώδη τριπλοῦν λόφον μὲ τὰς τρεῖς κορυφάς, ὅπου τὸ βράδυ, ἐνῷ ἡ δύσις χρυσᾶ καὶ πορφυρᾶ βάφει τὰ σύννεφα ἀντικρύ, ἀναβαίνει παμμιγὴς ὁ βόμβος, καὶ ὁ ψίθυρος καὶ τὸ μινύρισμα μυρίων φωνῶν, φωνῶν γυναικείων, φωνῶν παιδικῶν, μὲ ἦχον μελῳδικόν, ρεμβώδη, μυστηριώδη. Καὶ αἱ γυναῖκες φορτωμέναι τὴν στάμναν των, ἀνὰ δύο ἢ τρεῖς, ἐπιστρέφουν φλυαροῦσαι ἀπὸ τὴν βρύσιν, καὶ τὰ παιδιὰ μὲ τὰ τόπια των κυνηγοῦνται γύρω εἰς τὰ Λιβάδια, ἢ τρέχουν καὶ παίζουν τὸ σκλαβάκι εἰς τὰ Ἁλώνια.
Σιμὰ εἰς τὴν τρίτην, τὴν χαμηλοτέραν κορυφήν, τὴν παραθαλάσσιον, ἀναρριχῶνται εἰς τὸν βραχώδη λόφον αἱ λευκαὶ οἰκίαι. Καὶ ἡ οἰκία τοῦ μακαρίτου τοῦ Μπονᾶ, ὁποὺ τὴν εἶχεν ἀγοράσει πρὸ χρόνων ὁ καπετὰν Γιωργὴς ὁ Παμφώτης, καὶ τὴν εἶχεν ἐπισκευάσει καὶ καλλωπίσει, ἦτο κτισμένη ἐπάνω εἰς πέτραν ριζιμιάν, σύρριζα εἰς τὸν βράχον, καὶ πρὸς τὰ κάτω ἐξετείνετο αὐλὴ μὲ σαράντα σκαλοπάτια, τὸ κάθε σκαλοπάτι πλατὺ ὅσον διὰ νὰ πατήσῃ τις δύο βήματα, καὶ ὑψηλὸν ὅσον διὰ νὰ χρειασθῇ τις ἅλμα νὰ τὸ ἀναβῇ. Δύο χαμηλὰ ἰσόγεια σπιτάκια, κάτω, δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν τῆς αὐλείου θύρας. Τὸ ἓν ἦτο πατητήριον ἐλαιῶν, τὸ ἄλλο πλυσταρεῖον. Μία ἁπλωταριὰ καὶ ἡλιακωτὸν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τῆς ἀνωφεροῦς αὐλῆς, παμμεγέθης ἀμυγδαλιὰ ἀνθοῦσα ἤδη ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, στέρνα καὶ πηγάδιον καὶ κηπάριον μὲ γάστρας ἀνθέων καὶ ροιὰς καὶ λεμονέας, μὲ κάγκελα φραγμένον. Καὶ ἄνω ὁ πάλλευκος ἄσπιλος οἰκίσκος, ἀρχαϊκὸν κτίριον, ἐμπνέον σέβας, ἐπέστεφε τὴν ἀνωφερῆ μαρμαίρουσαν αὐλήν.
Τὸ ἔβλεπες μακρὰν καὶ τὸ ἐχαίρεσο, κ᾽ ἐζήλευες, κ᾽ ἔπιπτες εἰς ρέμβην, κ᾽ ἔλεγες: Ἂς ἐκατοικοῦσα ἐκεῖ!
*
* *
Χειμερινὸς θάλαμος μὲ τὴν ἑστίαν του, τὰ μεντέρια* του καὶ τὰ ράφια του, ἀρματωμένος μὲ παλαιὰ ὡραῖα πιᾶτα, δύο μικροὶ θαλαμίσκοι, ὅλοι γεμᾶτοι ὀθόνας καὶ ἔπιπλα, τὸ μαγειρεῖον, ὁ διάδρομος, ὅλα ἀστράπτοντα καὶ πλουσίως εὐτρεπισμένα. Ἡ «καλὴ κάμαρη» πρὸς τὸ μεσημβρινὸν μέρος μὲ ὡραῖα στιλβωμένα ἔπιπλα, μὲ ὀθόνια λειομέταξα καὶ τάπητας πολυχρόους. Βλέπουσα εἰς τὸν λιμένα, θεωροῦσα ὅλην τὴν λευκὴν πολίχνην κάτω καὶ ἀντικρύ, ἀγναντεύουσα τὴν θάλασσαν, μετροῦσα τὰ κατάρτια τῶν καραβιῶν, καὶ ἀριθμοῦσα τὰς λέμβους τῶν ἁλιέων, ἐκάθητο ἡ κόρη τοῦ σπιτιοῦ, ἡ Σειραϊνώ, λευκὴ καὶ ἀσθενὴς ὡς τὸ κρίνον, λεπτοφυής, πραεῖα καὶ ἄχολος ὡς ἡ περιστερά. Εἶχε τὸ κέντημά της ἐπὶ τῶν γονάτων. Εἰργάζετο ἀνενδότως, νυχθημερόν· ἐκέντα τὰ προικιά της.
Ἐταξίδευεν ὁ πατήρ της μὲ τὸ καράβι, ἔπλεεν εἰς μακρινά, βαθιά, μαῦρα πέλαγα. Πρώιμα ἀπέπλευσεν ἐφέτος, μόλις εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά. Ἅμα θὰ ἐπέστρεφε μὲ τὸ καλὸν «νὰ δέσῃ» (δηλαδὴ νὰ δέσῃ τὸ καράβι δι᾽ ὅλον τὸν χειμῶνα), θ᾽ ἀπεφάσιζε τέλος ν᾽ ἀρραβωνίσῃ τὴν κόρην του. Τοιαύτην ὑπόσχεσιν ἔδωκεν «ἐξωδίκως», καθὼς λέγουν οἱ δικολάβοι, πρὶν ἀναχωρήσῃ.
Γαμβροὶ ὑποψήφιοι ὑπῆρχον ὄχι δύο ἢ τρεῖς, ἀλλὰ δωδεκὰς ὁλόκληρος. Ἡ κόρη εἶχε καλὸν ὄνομα, ἦτον μεγαλοπροικοῦσα, ἦτον λευκὴ καὶ ἄχολος ὡς περιστερά, ἦτον προκομμένη καὶ «ὀμορφοδούλα»*. Ἐκέντα τὰ προικιά της μόνη της, χωρὶς καμμίαν ἀνάγκην, μόνον διὰ ν᾽ ἀκολουθήσῃ τὸ ἔθιμον τοῦ χωρίου. Ποῖον ἀπὸ τοὺς τόσους γαμβροὺς νὰ ἐκλέξῃ ὁ πατήρ της; Ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ του ἀνέβαλλε. Τέλος ὑπεσχέθη ὅτι θ᾽ ἀπεφάσιζε νὰ ἐκλέξῃ ἕνα, ἅμα θὰ ἐγύριζε, σὺν Θεῷ, ἀπὸ τὸ ταξίδι. Δὲν ἦσαν πλέον οἱ μυθολογικοὶ χρόνοι. Ἀγῶνα καὶ ἆθλον δὲν ἠδύνατο νὰ προβάλῃ εἰς τοὺς μνήστορας, καὶ νὰ δώσῃ τὴν κόρην γέρας εἰς τὸν νικητήν. Ἀλλ᾽ ὑπῆρχον ἀγῶνες καὶ ἆθλοι βιοτικοί, καὶ ὁ πλέον προκομμένος, ὅστις θὰ ἐνίκα τοὺς ἄλλους εἰς τὸ στάδιον τοῦ βίου, ἐκεῖνος θὰ ἦτο ὁ ἐκλεκτὸς γαμβρός.
*
* *
Ἐκάθητο ἡ κόρη καὶ ηὔχετο νὰ γυρίσῃ γρήγορα ὁ πατήρ της, καὶ εἶχε πίστιν καὶ ἐλπίδα εἰς τὴν καρδίαν της, καὶ ἐκοπίαζε καὶ ἐκέντα τὰ προικιά της. Ἀντικρύ, εἰς μίαν οἰκίαν, μακράν, εἰς ἀπόστασιν μιλίου ἴσως, ἦτον ἕνα μπαλκόνι. Ὑπῆρχον πολλὰ μπαλκόνια ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, τριγύρω καὶ παντοῦ, ἀλλὰ τὸ μπαλκονάκι ἐκεῖνο ἐφείλκυε τῆς Σειραϊνῶς τὰ βλέμματα.
Προσήλου ἡ κόρη τὸ ὄμμα ἐκεῖ, ἐπιμόνως καὶ ἀποκλειστικῶς. Ἦτο περὶ τὰ τέλη Φεβρουαρίου, Παρασκευὴ ἡμέρα, τῆς Καθαρᾶς Ἑβδομάδος, παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ἀρχαὶ τῆς ἀνοίξεως, ἥλιος, Θεοῦ χαρά. Ἔξω εἰς τὸ μπαλκονάκι ἐκεῖνο ἐκάθητο ἓν πρόσωπον, καὶ ἔκυπτεν ἐπὶ τῶν γονάτων του, καθὼς ἔκυπτεν ἡ Σειραϊνώ, καὶ κάτι εἶχεν ἐπὶ τῆς ποδιᾶς του, καθὼς αὐτὴ εἶχε τὸ κέντημά της.
Δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τίποτε. Ἦτο τόσον μακράν! Ἀλλ᾽ ἐφαίνετο νὰ ἔχῃ πολὺ ἐνδιαφέρον, μεγάλην ἐπιθυμίαν. Ἂς εἶχεν ὄμματα ἀετίνας, ἂς ἠμποροῦσε νὰ ἰδῇ καθαρὰ εἰς τόσην ἀπόστασιν!
Πλὴν δὲν ἦτο ἀετίνα. Ἦτο λευκὴ περιστερά, ἄχολος… καὶ ὅμως εἶχε καὶ αὐτὴ τοὺς πόθους, τὰς ἀδυναμίας καὶ τὴν περιέργειαν τῆς Εὔας.
Ἔβλεπεν, ἔβλεπεν. Ἀλλὰ δὲν διέκρινε τίποτε. Ἔτεινε τὰς κόρας τῶν ὀφθαλμῶν. Εἰς μάτην, δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἴδῃ.
Μία, ὄχι πικρία ἀλλ᾽ ὀξινίλα, ἐφάνη εἰς τὰ χείλη της. Πῶς νὰ κάμῃ διὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἰδῇ!
Αἴφνης ἐσηκώθη, ἄφησε τὸ κέντημά της ἐπὶ τοῦ καναπέ. Ἔτρεξεν εἰς ἓν ἔπιπλον, τὸ ἤνοιξεν, ἔψαξεν εἰς τὸ βάθος, καὶ ἐξήγαγε πρᾶγμά τι μακρόν, κυλινδροειδές, ὀγκῶδες, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἐκ μαύρου χαρτονίου. Ἀφῄρεσε τὸ κάλυμμα, καὶ ἀνέσυρεν ἀπὸ μέσα δεύτερον κύλινδρον, μετάλλινον τοῦτον. Τὸν ἔλαβε, διευθέτησεν ὅλον τὸν σκελετόν, τὸν ἐξέσυρε καὶ ἐπλησίασε τὸ ἄκρον εἰς τὸ ὄμμα της, καὶ ἐγύρισε τὸ στόμιον, τὸ ἄλλο ἄκρον, κατὰ τὸ μπαλκονάκι, τὸ ἀντικρινὸν ἐκεῖνο.
Ἦτο τὸ παλαιὸν ὀκιάλι, τὸ ναυτικὸν τηλεσκόπιον τοῦ πατρός της. Τὸ εἶχεν ἀντικαταστήσει, φαίνεται, διὰ νεωτέρου ὁ καπετὰν Γιωργὴς καὶ διὰ τοῦτο τὸ παλαιὸν τὸ εἶχεν ἀφήσει εἰς τὸ σπίτι.
Ἡ νεᾶνις τὸ ἐκράτησε σιμὰ εἰς τὸ ὄμμα της ἐπὶ μακρὸν καὶ ἔβλεπεν, ἔβλεπεν ἀχόρταγα.
*
* *
Δὲν ἦτο ἀνήρ, ὄχι, τὸ ὑποκείμενον τῆς τόσης μερίμνης της. Ἦτο γυνή, ἢ μᾶλλον κόρη, ὡς αὐτή. Ἦτο τὸ Μαλαμὼ τοῦ παπα-Γιαννάκη. Ἡ ἀντίζηλός της εἰς τὸ χωρίον.
Ἀντίζηλός της εἰς τὰ κεντήματα, εἰς τὰ προικιά, εἰς τὴν ἀρχοντιάν. Ἐφημίζετο ὡς πολὺ εὐφυὴς καὶ ἐφευρετικὴ εἰς τὰ κεντήματα. Ἐν ὥρᾳ γάμου κ᾽ ἐκείνη, καθὼς αὐτή, δὲν ἔπαυε καθημερινῶς νὰ ἑτοιμάζῃ τὰ προικιά της.
Ἕως τώρα, παραδεδεγμένα κεντήματα διὰ τὰς κόρας ὅλου τοῦ χωρίου ἦσαν οἱ κλάρες, τὰ λουλούδια, τὰ πουλάκια, τὰ ρόιδα, τ᾽ ἀστεράκια, τὸ φεγγάρι καὶ ὁ ἥλιος.
Ἀλλὰ πῶς νὰ φθάσῃ τις ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἰδεῶδες τῶν παραμυθιῶν; Πῶς νὰ ζωγραφήσῃ κεντητὰ «τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄστρα, τὴ γῆς μὲ τὰ λούλουδα, τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια»;
Ἐσχάτως εἶχε διαδοθῆ ὅτι τὸ Μαλαμὼ τοῦ παπα-Γιαννάκη ἔβαινε πρὸς τὸ ἰδεῶδες τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ἠμποροῦσε νὰ κεντᾷ ὅλον τὸν οὐρανόν, τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, μὲ ὅλα τὰ ἄστρα, τὰ λούλουδα καὶ τὰ καράβια, κατώρθωσε τοὐλάχιστον νὰ κεντήσῃ γωνίαν οὐρανοῦ μὲ ἄστρα, γωνίαν γῆς μὲ λούλουδα, καὶ γωνίαν θαλάσσης μὲ ὀλίγα καράβια.
Ἂς ἦτο καὶ τόση μόνον γωνία οὐρανοῦ, ὅσην ἀνατείνουσα αὐτὴ τὸ ὄμμα ἐθεώρει ἀπὸ τὸ μπαλκονάκι της, τόση γωνία γῆς, ὅση κατήρχετο εἰς τὸν κρημνὸν κάτω ἀπὸ τὸ σπιτάκι της, καὶ τόση γωνία θαλάσσης, ὅσην περιέκλειε τὸ μικρὸν λιμανάκι, μὲ τὰ δύο ἢ τρία καραβάκια του, μὲ τὰς τέσσαρας βρατσέρας, τὰ τρία κότερα καὶ τὴν εἰκοσάδα τῶν λέμβων τῶν ἁλιευτικῶν.
Τὸ κατόρθωμα ἦτο μέγα. Καὶ τὸ Σειραϊνώ, ἡ λευκὴ ἄσπιλος περιστερά, ἔτεινε τὸ ὄμμα, ἔτεινε τὸ ὀπτικὸν ὄργανον τοῦ θαλασσινοῦ πατρός της διὰ νὰ ἰδῇ, ὅπως ἐφαντάζετο, τί ἐκέντα ἡ Μαλαμώ, καὶ δὲν ἡσύχαζεν ἐὰν δὲν εὕρισκε τρόπον ν᾽ ἀντιγράψῃ ἢ νὰ κλέψῃ τὸ κέντημα τῆς ἀντιζήλου της.
*
* *
Αἴφνης ἀφῆκε βραχεῖαν κραυγὴν χαρᾶς. Ἦτο καὶ αὐτὴ Εὔα.
Δὲν ἠμποροῦσε νὰ διακρίνῃ, μὲ ὅλον τὸ παλαιὸν ὀκιάλι τοῦ πατρός της, τίποτε εὐκρινὲς ἀπὸ τὸ κέντημα τὸ ὁποῖον ὑπέθετεν, ἢ μᾶλλον ἦτο βεβαία, ὅτι εἶχε τὸ Μαλαμὼ εἰς τὴν ποδιάν της, ἀλλ᾽ ἠμπόρεσε νὰ διακρίνῃ, καίτοι ἀμυδρῶς καὶ συγκεχυμένως, τὸ πρόσωπον καὶ τοὺς χαρακτῆρας τῆς Μαλαμῶς.
Δὲν τὴν εἶχεν ἰδεῖ ἀπὸ ὀκταετίας, ὅταν ἦσαν ἀκόμη μαθήτριαι, καὶ ἀντεφέροντο εἰς τὸ σχολεῖον. Κ᾽ ἐμάλωναν καθημερινῶς, ὡς ἦτο ἑπόμενον. Ἀντίζηλοι ἐξ ἀντιζήλων, ὄχι μόνον κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς εὐγενείας καὶ ἀρχοντιᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ συνοικίας καὶ ἐνορίας ἀντιζήλους.
Ἦσαν τότε καὶ αἱ δύο ἀσχημοκόριτσα ἰσχνὰ καὶ ἀναιμικά, καὶ δὲν ἠδύνατο κοινὸν βλέμμα νὰ διακρίνῃ κατὰ πόσον ἔμελλε νὰ ξετρίψῃ ὕστερον τὸ Μαλαμώ, καὶ κατὰ πόσον ἔμελλε νὰ ξασπρίσῃ τὸ Σειραϊνώ.
Ἔκτοτε ἐμεγάλωσαν. Ἐκλείσθησαν. Ἐμανδαλώθησαν, κατὰ τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου. Δὲν ἔβγαιναν πλέον ἀπὸ τὸ σπίτι, εἰμὴ πέντε φορὰς τὸν χρόνον: Τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, ἅμα ἐνύχτωνε, διὰ νὰ ἀσπασθῶσι τὸν Ἐπιτάφιον κρυφὰ εἰς τὴν μοναξίαν τοῦ ναοῦ, καὶ εἰς τὸ λυκόφως τῶν κανδηλῶν καὶ κηρίων, ἓν Σάββατον τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ τρεῖς καθημερινὰς ἑκάστης τῶν ἄλλων Σαρακοστῶν, διὰ νὰ πάγουν νὰ μεταλάβουν κρυφὰ εἰς ἐξωκκλήσιον.
Καὶ τώρα, διὰ πρώτην φοράν, μετὰ ὀκτὼ χρόνους, τὴν ἔβλεπεν ἀμυδρῶς μὲ τὸ ὀκιάλι τοῦ πατρός της. Καὶ εἶδεν ὅτι δὲν ἦτο ὡραία. Καὶ ᾐσθάνθη ἀκουσίως χαράν.
Εἶτα εὐθύς, τὴν ἔτυψεν ἡ συνείδησις διατί νὰ χαίρῃ, καὶ μέσα της βαθιὰ ἐλυπήθη διὰ τὴν χαρὰν ὁποὺ ᾐσθάνθη. Καὶ πάλιν εὐθύς, μέσα, βαθύτερα εἰς τὴν συνείδησίν της, ἐχάρη διὰ τὴν λύπην ὁποὺ ᾐσθάνετο.
«Καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Ζωή, ὅτι αὐτὴ μήτηρ πάντων τῶν ζώντων». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ζωή.
*
* *
Ἐκράτει ἀκόμη τὸ ὀκιάλι εἰς τὴν χεῖρα τὸ Σειραϊνώ, ὅταν αἴφνης, σιγὰ-σιγὰ πατοῦσα ξυπόλυτη, ἀφήσασα τὰς ἐμβάδας της εἰς τὸ ἔμβα τῆς οἰκίας, εἰσῆλθεν εἰς τὴν κάμαρα τὴν καλὴ ἡ θεια-Ζήσαινα.
― Πῆγα πλιό, παιδάκι μ᾽… τί κόσμους, τί κουσμάκης, μαθές… Πῆρα δυὸ κόλλυβα… παπα-Νικόλας μ᾽ τά ᾽δωσε πλιό… Κείνους Δημητρός!… Τί καυγάς, τί πόλεμους, παιδάκι μ᾽! Δὲν ἀφήν᾽νε τοὺν κουσμάκη νὰ πάρ᾽ δυὸ κόλλυβα, παιδάκι μ᾽, πλιό. Τά, τί λογᾶτε*; Νά κὶ τοὐλόου σ᾽ δυό, Σειραϊνάκι μ᾽, πλιό. Τὰ πῆρα γιὰ τ᾽ Γιαννούλα μ᾽, γιὰ νὰ διῇ, πλιό, τοὺ σαστικό* τς στοὺν ὕπνου τς, πότε θὰ ᾽ρθῇ… Παπανικόλας μ᾽ τά ᾽δωσε. Τούνε βλέπ᾽νε στοὺν ὕπνου τς, ἀκοῦς, κὶ τοὺ Γηρακὼ τοὺ Μπαλάκι, κὶ τοὺ Μιλαχρὼ τοὺ Σακαράκι, τοὺν εἶδιαν, ἀκοῦς… οὑλουφάνερα, τ᾽ ἀκοῦς. Ἅις-Θόδωρας κάνει τοὺ θᾶμα… «Ἅι μ᾽ Θόδωρε καλέ, κὶ καλὲ κὶ ταπεινέ…»
Θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτω ἐπ᾽ ἄπειρον ἡ θεια-Ζήσαινα, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ κάθε ἄλλος νὰ τὴν ἐννοήσῃ. Εὐτυχῶς ἡ Σειραϊνὼ ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὴν γλῶσσάν της καὶ ἐμάντευσεν ἀμέσως περὶ τίνος ἐπρόκειτο.
Ἦτο Παρασκευὴ τῆς Α´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ἡ προτεραία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Τὴν πρωίαν ἐκείνην, εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, προσεφέρετο ἀφθονία κολλύβων εἰς τοὺς ναούς.
Τὰ προσφερόμενα κόλλυβα ἦσαν ὄχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εἰς μνήμην τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ καὶ ἑορτάσιμα κόλλυβα, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δὲν εἶναι ἡ ἡμέρα, ἀλλὰ μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ᾽ ὅλα δὲ τὰ Σάββατα ἐν γένει γίνονται μνεῖαι τῶν νεκρῶν μετὰ κολλύβων. Προσέτι, δὲν εἶναι μνήμη «τῶν Ἁγίων Θεοδώρων», ἀλλὰ μόνον τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καὶ ὄχι πάλιν ἡ μνήμη αὐτοῦ, ἥτις τελεῖται κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου, ὅπως ἡ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου τῇ 8 τοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον «Ἀνάμνησις τοῦ διὰ κολλύβων γενομένου θαύματος παρὰ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος», ὅτε ὁ ἀσεβὴς τύραννος Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ἠθέλησε νὰ μολύνῃ τοὺς χριστιανούς, κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, διὰ τῶν εἰδωλοθύτων, ἐμφανισθεὶς δὲ ὁ Ἅγιος εἰς τὸν ἐπίσκοπον παρήγγειλε νὰ δώσῃ κόλλυβα εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ φάγουν, ἐξηγήσας ἅμα τί εἶναι τὰ κόλλυβα.
Εἰς τὰς μνήμας ὅλων τῶν Ἁγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, ἑορτάσιμα, ἐξαιρέτως δὲ κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος. Τὰ κόλλυβα δὲ ταῦτα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου εἶχον καὶ θαυματουργὸν ἰδιότητα διὰ τὰς κόρας τοῦ λαοῦ.
Ἐὰν εἶχε πίστιν εἰς τὸν Θεόν, καὶ εὐλάβειαν εἰς τὸν Ἅγιον, ἤρκει πᾶσα κόρη νὰ λάβῃ μίαν δράκα ἐξ αὐτῶν τῶν ἁγίων κολλύβων, καὶ τὴν νύκτα τῆς Παρασκευῆς πρὸς τὸ Σάββατον, νὰ τὰ βάλῃ ὑποκάτω εἰς τὸ προσκέφαλόν της, διὰ νὰ ἴδῃ καθ᾽ ὕπνον ὁλοφάνερα τὸν μέλλοντα εὐτυχῆ σύζυγόν της.
Ἐβασίζετο ἡ δοξασία ἐπὶ τῆς παραδόσεως… Ὁ ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ἐθεωρεῖτο ἀνέκαθεν ὡς ὁ εὑρετὴς τῶν ἀπολωλότων καὶ ὁ ἀποκαλυπτὴς τῶν κρυφίων. Διηγοῦνται τὰ συναξάρια πῶς εἷς ἄρχων εἶχε χάσει τὸν δοῦλόν του, πῶς προσῆλθεν ἱκετεύων εἰς τὸν ναὸν τοῦ Μάρτυρος, ὁ δὲ Ἅγιος συνέβη νὰ λείπῃ τὴν νύκτα ἐκείνην, διότι εἶχεν ὑπάγει, μεθ᾽ ὅλων τῶν ταγμάτων τῶν Ἀθλοφόρων, εἰς προϋπάντησιν τῆς ψυχῆς τοῦ ὁσίου Ἰωσὴφ τοῦ ὑμνογράφου (οὗτος εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἠχοῦντος ἐν τοῖς ναοῖς «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον»), ἐξ εὐγνωμοσύνης, διότι εἶχε τιμήσει δι᾽ ὕμνων καὶ ἐγκωμίων ὅλους τοὺς Μάρτυρας· πῶς τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπέστρεψεν ὁ Ἅγιος Θεόδωρος, καὶ ἀφοῦ ἐξήγησε τὸν λόγον τῆς ἀπουσίας του καὶ τῆς βραδύτητος, ἀπεκάλυψεν εἰς τὸν αἰτοῦντα ποῦ εὑρίσκετο ὁ ἐξαφανισθεὶς δοῦλος.
*
* *
Ἡ θεια-Ζήσαινα εἶχεν ὑπάγει τὸ πρωὶ ἐκεῖνο, σύνταχα, εἰς τὸν ναὸν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Μετὰ τὸν Ὄρθρον καὶ τὰς Ὥρας, ἤρχισεν ἡ θεία λειτουργία τῶν Προηγιασμένων. Εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἐψάλη τὸ τροπάριον καὶ τὸ κοντάκιον τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, καὶ τὸ «Τῇ πρεσβείᾳ Κύριε», ὁ δὲ ἱερεὺς ἐλθὼν εἰς τὸ προσκυνητάριον μετὰ θυμιατοῦ ἤρχισε νὰ ἀπαγγέλλῃ τὴν ὡραίαν καὶ μεγαλοπρεπῆ εὐχὴν τῶν ἑορτασίμων κολλύβων·
«Ὁ πάντα τελεσφορήσας τῷ λόγῳ σου, Κύριε, καὶ κελεύσας τῇ γῇ παντοδαποὺς ἐκφύειν καρποὺς εἰς ἀπόλαυσιν καὶ τροφὴν ἡμετέραν, ὁ τοῖς σπέρμασι τοὺς Τρεῖς Παῖδας καὶ Δανιὴλ τῶν ἐν Βαβυλῶνι ἁβροδιαίτων λαμπροτέρους ἀναδείξας, αὐτός, πανάγαθε Βασιλεῦ, καὶ τὰ σπέρματα ταῦτα σὺν τοῖς διαφόροις καρποῖς εὐλόγησον, καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν μεταλαμβάνοντας πιστοὺς δούλους σου ἁγίασον· ὅτι εἰς δόξαν σήν, Κύριε, καὶ εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, ταῦτα προετέθησαν παρὰ τῶν σῶν δούλων, καὶ εἰς μνημόσυνον τῶν ἐν εὐσεβείᾳ καὶ πίστει τελειωθέντων».
Ἀπήγγελλεν ἀκόμη ὁ παπα-Ζαχαρίας τὴν εὐχήν, καὶ δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἀκόμη τὸ «Μετὰ πνευμάτων δικαίων», διὰ νὰ διαβασθοῦν καὶ τὰ ἄλλα κόλλυβα, τὰ νεκρώσιμα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ὁλόγυρα, ὑπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δεξιά, ἐπὶ τῶν βαθμίδων τοῦ τέμπλου, καὶ τὰ ξυπόλυτα παιδιὰ τοῦ δρόμου, καὶ τὰ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα φτωχοκόριτσα τῆς ἐνορίας εἶχον συσπειρωθῆ τριγύρω εἰς τὰς βαθμίδας, καὶ ἐθορύβουν, καὶ ᾐσθάνοντο ἀκάθεκτον ὁρμὴν ν᾽ ἁρπάσωσι κόλλυβα. Μίαν ζεμπίλαν ἀρκετὰ μεγάλην ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ὁ κὺρ Προκόπης, ὁ ἐπίτροπος, καὶ ἄλλην τεραστίαν ζεμπίλαν ὁ μπαρμπα-Δημητρός, πρώην ἐπίτροπος, νῦν νεωκόρος, ὅστις ἐφώναζε κ᾽ ἐχειρονόμει, προσπαθῶν νὰ κατασιγάσῃ τὸ ἀπειθάρχητον καὶ ἀχαλίνωτον στῖφος τῶν παιδίων.
―Ἥσυχα, βρὲ παιδιά, ἐψιθύριζε μαλακὰ ὁ κὺρ Προκόπης. Ὅλοι θὰ πάρετε.
― Θὰ ἡσυχάσετε, βρὲ σεῖς, κλῆρες*; ἔκραζεν ὁ μπαρμπα-Δημητρός. Θὰ σπάσετε τὰ ξένα πιᾶτα, κακὸ χρονἄχετε! Μὴ χύνετε τὰ κόλλυβα κάτω, φωτιὰ νὰ σᾶς κάψῃ!… Ἥσυχα… σταθῆτε… δὲ θὰ πάρῃ κανένας ἐδῶ… Θὰ κάμετε τὶς πλάκες τῆς ἐκκλησιᾶς σὰν τὰ μοῦτρά σας… βρέ, πανοῦκλες! ὄξου! ὄξου!
―Ὄξου! ἔκραξε κι ὁ κὺρ Προκόπης ὁ ἐπίτροπος· ὄξου θὰ μοιρασθοῦν.
Ὁ μπαρμπα-Δημητρὸς ἔκυπτεν ἐν ἀγωνίᾳ, κ᾽ ἐπάσχιζε ν᾽ ἀδειάσῃ τὰ πιᾶτα δύο-δύο εἰς τὴν ζεμπίλαν, καὶ οἱ πανοῦκλες ἔπεφταν μὲ τὰ μοῦτρα κι ἅρπαζαν μὲ τὲς φοῦχτές των, κ᾽ ἐγέμιζαν τοὺς κόλπους τῶν ὑποκαμίσων των, προέχοντας ὡς πανιὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἄνεμος φουσκώνει.
― Κακὸ μπουρίνι αὐτό, μπαρμπα-Δημητρό, εἶπεν ὁ Γιάννης ὁ Ντάτσος, κύψας καὶ αὐτὸς ν᾽ ἁρπάσῃ μίαν φούχταν κόλλυβα ἀπὸ τὴν μεγάλην ζεμπίλαν.
― Μπουρίνι, καλὰ λές, Γιάννη, εἶπεν ὁ γερο-Δημητρός, συλλαβὼν τὴν χεῖρα τοῦ Γιάννη, καὶ πιέζων αὐτὴν σφιχτὰ μέσα εἰς τὴν ζεμπίλαν, διὰ ν᾽ ἀφήσῃ τὰ κόλλυβα. Καλὰ τὸ παρωμοίασες. Σὰν τὴ βάρκα ποὺ θὰ πέσῃ μέσα ἀέρας δυνατός, καὶ σαστίζει κανείς, τὴ σκότα νὰ μαζέψῃ, τὸ τιμόνι νὰ μαντζαριστῇ* ἢ τὸ κουπὶ νὰ δουλέψῃ.
Κ᾽ ἐνῷ ἠγωνίζετο ν᾽ ἀποκρούσῃ τὴν ἔφοδον τοῦ Γιάννη, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὰ παλιόπαιδα καὶ τὰ φτωχοκόριτσα ἅρπαζαν ὁλόκληρα πιᾶτα κ᾽ ἐγέμιζαν τοὺς κόλπους των ἢ τὰς ποδιάς των.
―Ὄξου! ὄξου! ἐφώναξε πάλιν ὁ κὺρ Προκόπης, συλλαβὼν δύο μάγκας ἀπὸ τὸ αὐτί.
Ὠφεληθεὶς ἀπὸ τὸν ἀντιπερισπασμόν, ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης, τοῦ ἥρπασεν ἀπὸ τὴν χεῖρα τὸ δεύτερον ζεμπίλι, τὸ μικρότερον, τάχα διὰ νὰ τὸν ξαλαφρώσῃ.
―Ἐγὼ τὰ μοιράζω, κὺρ Προκόπη, ἔκραξεν, ἐγώ· ἡσύχασε τουλόγου σου.
*
* *
Τριγύρω εἰς τὸ προσκυνητάρι, ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ εὐχὴ τῶν κολλύβων τῶν πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου, οἱ παπάδες ἔδωκαν ἀπὸ μίαν φούχταν κόλλυβα εἰς πολλὲς ἐνορίτισσες, ὁποὺ ἔκαμναν καρτέρι ἐκεῖ, θέλουσαι νὰ λάβωσι κόλλυβα κατ᾽ ἀπαίτησιν τῶν θυγατέρων των ἢ τῶν νεανίδων ἀδελφῶν των, ὅσαι ἐπεθύμουν νὰ ἴδωσι τὴν μοῖράν των διὰ τῆς θαυματουργοῦ δυνάμεως τῶν κολλύβων. Ἔτρεξαν ἐκεῖ καὶ μάγκες καὶ παλιοκόριτσα, ἀλλ᾽ ὁ παπα-Νικόλας, ἀφοῦ ἔδωκεν ἀνὰ ἓν ἁπλόχερον εἰς ὅσας ἐπρόφθασαν καὶ ἐκενώθη ἡ μία σουπιέρα, ἔλαβε τὴν ἄλλην σουπιέραν καὶ τὴν ἀπεκόμισεν εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα, μὲ σκοπὸν νὰ στείλῃ κατ᾽ οἴκους καὶ εἰς ἄλλας ἐνορίτιδας.
Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ τεραστία ζεμπίλα, διὰ χειρῶν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, μετὰ πολλοὺς ὠθισμοὺς καὶ ἑλκυσμούς, ἔφθασεν αἰσίως ἔξω εἰς τὴν ὑψηλὴν πεζούλαν τοῦ νάρθηκος, ὅπου ὁ ὁρμαθὸς τῶν παιδίων ἐκρεμάσθη τριγύρω εἰς τὴν βράκαν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, ἐνῷ ἡ ἄλλη, ἡ μικρὴ ζεμπίλα τοῦ Κακόμη, εἶχε ναυαγήσει εἰς τὸν μισὸν δρόμον καὶ διεσπάρησαν τὰ κόλλυβα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ εἰς τὰ μάρμαρα καὶ εἰς τὸ ἔδαφος τῆς γῆς, κ᾽ ἔπεφταν μὲ τὰ μοῦτρα τὰ παιδιά, ἐν ἀλαλαγμῷ καὶ τὰ ἅρπαζαν. Μία πρώιμη κλῶσσα μὲ τὰ πουλάκια της καὶ ἄλλαι παχεῖαι ὄρνιθες, ἡμίσεια δωδεκάς (ὅλαι αἱ ὄρνιθες τῆς γειτονιᾶς ἦσαν παχεῖαι, χάρις εἰς τὰ κόλλυβα), ἔτρεξαν κ᾽ ἔπεσαν εἰς τὰ κόλλυβα, ἔψαχναν, ἔφευγαν, μὲ φόβον καὶ μὲ ἀποκοτιάν, κ᾽ ἐγύριζαν, κ᾽ ἔτρωγαν μὲ κλωγμοὺς καὶ κικκαβισμοὺς δυσπίστους.
Καὶ τὸ σμῆνος τῶν παιδίων γύρω εἰς τὴν βράκαν τοῦ Δημητροῦ ἐβόμβει κ᾽ ἔκαμνε φοβερὸν θόρυβον, καὶ δὲν ἔπαυε ν᾽ ἀκούεται ἡ κραυγή:
― Δῶ μ᾽ κ᾽ ἐμένα μπάρμπα!
― Κ᾽ ἐμένα μπάρμπα!
― Τώρα πῆρες ἐσύ!
―Ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!
― Κ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!
Τὸ παιδίον ἐδείκνυεν ἀφελῶς τὰς χεῖράς του κενάς, πλὴν ὁ κόρφος ἐφούσκωνε· καὶ τὸ ἄλλο παιδίον, μὲ τὸ στόμα πλῆρες, ἔκαμνεν ὅρκον ὅτι δὲν ἐπῆρε.
Πολλοὶ ἄνδρες, ἐξελθόντες ἀπὸ τὰ μαγαζεῖα, πτωχαὶ γυναῖκες, βαστοῦσαι νήπια εἰς τὰς ὠλένας, ἦλθον, κ᾽ ἔτεινον τὰς χεῖρας διὰ τὰ κόλλυβα.
Κ᾽ ἔλεγον:
― Θεὸς σχωρέσ᾽! Θεὸς σχωρέσῃ!
― Δῶ μ᾽ κ᾽ ἐμένα, μπάρμπα.
―Ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!
― Μά τὸ ναὶ καὶ μά τὸ ὄ;
― Μά τὸ ψέμα π᾽ σὲ γελῶ.
Τὸ νέφος τῶν παιδίων ἔβρεμεν ἀκόμη γύρω εἰς τὴν ζεμπίλαν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν ναὸν ἡ θεια-Ζήσαινα, διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ αὐτὴ ὀλίγα κόλλυβα πεθαμένα, διὰ νὰ σχωρέσῃ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε δώσει, ἀπὸ τὰ κόλλυβα τὰ πανηγυρικά, ὁ παπα-Νικόλας, τὰ εἶχε δέσει καλὰ εἰς τὴν μίαν ἄκρην τῆς μεγάλης μανδήλας της. Εἶτα εἶχεν ὑπάγει πρὸς τὸ μέρος τοῦ τέμπλου, κ᾽ ἐκεῖ εὑρέθη μία φίλη της κρατοῦσα ἓν πιᾶτον μισογεμᾶτον κόλλυβα. Τῆς ἔδωκε κ᾽ ἐκείνη μίαν φούχταν.
Τὰ κόλλυβα ταῦτα ἡ θεια-Ζήσαινα τὰ ἐξέλαβεν ἐπίσης ὡς ἅγια, ὄχι ὡς νεκρώσιμα, καὶ ἠθέλησε νὰ τὰ δέσῃ εἰς τὴν ἰδίαν ἄκρην τῆς μανδήλας της, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα. Τότε ἡ γυνὴ τῆς λέγει ὅτι ἦσαν πεθαμένα τὰ κόλλυβα αὐτὰ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ βάλῃ μαζὶ ἅγια καὶ πεθαμένα, διότι τότε ἐκείνη ἡ κόρη, ὁποὺ θὰ τὰ ἔβαλλεν εἰς τὸ προσκέφαλόν της, διὰ νὰ ἰδῇ τὴν μοῖράν της, θὰ ἔβλεπεν εἰς τὸ ὄνειρόν της μόνον ἀποθαμένα πρόσωπα, ἀντὶ νὰ ἰδῇ τὸν πολυπόθητον μέλλοντα ἀρραβωνιαστικόν.
Ἡ θεια-Ζήσαινα τὰ εἶχεν ἐκλάβει ὡς ἅγια, διότι ἦσαν μὲ ἀρτυμὴν παρεσκευασμένα, δηλαδὴ μὲ μεῖγμα μέλιτος καὶ σεμιγδάλεως. Διότι μόνον τὰ ἑορτάσιμα κόλλυβα παρασκευάζονται κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον. Τὰ νεκρώσιμα εἶναι καθαρὸν βρασμένον σιτάρι, στολισμένα μόνον μὲ ὀλίγους σταυροὺς ἀπὸ σταφίδας, μὲ κοφέτα ἢ μὲ λοβιὰ ἀπὸ ρόδι, εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Κάποια ὅμως ξένη, λιμενάρχαινα ἴσως ἢ εἰρηνοδίκαινα, μὴ γνωρίζουσα τὸ γνήσιον ἔθιμον τοῦ τόπου, εἶχε κατασκευάσει μὲ τοιοῦτον ἄρτυμα τὰ νεκρώσιμα κόλλυβα, τὰ ὁποῖα εἶχε στείλει εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ἐκ τῶν κολλύβων ἐκείνων τῆς ἔδωκεν τῆς θεια-Ζήσαινας ἡ πτωχὴ γυνή, ἥτις εἶχεν ἐπιφορτισθῆ ἀπὸ τὴν ξένην ἀρχόντισσαν τὸ κουβάλημα τῆς προσφορᾶς καὶ τῶν κολλύβων, καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ πιάτου καὶ τοῦ προσοψίου εἰς τὴν οἰκίαν.
*
* *
Λοιπὸν ἡ Ζήσαινα τὰ ἔδεσε χωριστά, τὰ κόλλυβα ταῦτα, εἰς ἄλλην ἄκρην τῆς μανδήλας της, λέγουσα ὅτι θὰ ἐφίλευε τὰ πτωχὰ ἐγγονάκια της, καὶ αὐτὴ ἐξῆλθεν εἰς τὸν πρόναον διὰ νὰ λάβῃ καὶ ὀλίγα ἄλλα ἁπλᾶ νεκρώσιμα κόλλυβα, διὰ νὰ φάγῃ καὶ νὰ εἴπῃ Θὲ-σχωρὲς καὶ αὐτή. Ὅταν ὅμως ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν της, καὶ ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὰ ἅγια κόλλυβα εἰς τὴν ἀνύπανδρον κόρην της, διὰ νὰ ἰδῇ τὴν μοῖράν της αὕτη, εἶχε συγχύσει τοὺς δύο κόμβους, καὶ δὲν ἐγνώριζε πλέον ποῖον κομπόδεμα περιεῖχε τὰ ἅγια καὶ χαρμόσυνα κόλλυβα καὶ ποῖον τὰ πένθιμα καὶ πεθαμένα. Διότι καὶ τὰ δύο ἦσαν παρεσκευασμένα μὲ ἀρτυμήν.
Καὶ μισὴν ὥραν ὕστερον, ὅταν ἦλθε πρὸς τὴν Σειραϊνὼ (ἥτις ἦτο ὄχι ἁπλῶς γειτονοπούλα ἀλλ᾽ ἀρχοντοπούλα καὶ προστάτις δι᾽ αὐτήν), φέρουσα καὶ δι᾽ αὐτὴν ὀλίγους κόκκους, αὐθορμήτως, χωρὶς νὰ παρακληθῇ πρὸς τοῦτο, ἀλλ᾽ ἁπλῶς διὰ νὰ φανῇ ὑποχρεωτική, δὲν ἦτο πλέον βεβαία ἂν τὰ κόλλυβα τὰ ὁποῖα ἔδιδεν ἦσαν πράγματι ἅγια ἢ ἦσαν πεθαμένα.
Τὸ Σειραϊνὼ δὲν εἶχε φροντίσει διὰ κόλλυβα. Δὲν εἶχε τὴν τόλμην τῶν πολλῶν κορασίδων, διὰ νὰ περιεργάζεται καὶ νὰ πολυπραγμονῇ εἰς τὰ τοιαῦτα, πλήν, ἀφοῦ αὐθορμήτως τῆς ἔφεραν κόλλυβα, τὰ ἐδέχθη καὶ αὐτή.
Δὲν ἦτο ἱκανὴ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤκουεν ὅτι ἔκαμναν ἄλλαι ὁμήλικές της, καὶ τὸ ὁποῖον πολὺ ὡμοίαζε μὲ μάγια, ἂς εἶχε καὶ εὐλαβείας ἐπίχρισμα. Νὰ ἐξέλθῃ διὰ νυκτὸς εἰς τὴν αὐλήν, κρατοῦσα μαυρομάνικον μαχαίριον, ν᾽ αὐλακώσῃ δι᾽ αὐτοῦ τὴν γῆν, νὰ σπείρῃ τὰ κόλλυβα, καὶ νὰ περιέλθῃ τρεῖς γύρες ψιθυρίζουσα:
Ἅι μ᾽ Θόδωρε καλέ,
κὶ καλὲ κὶ ταπεινέ,
ἀπ᾽ τὴν ἔρημο περνᾷς,
κὶ τὶς μοῖρες χαιρετᾷς.
Ἂν βρῇς κ᾽ ἐμὲ τὴ μοῖρά μου, νὰ μοῦ τὴν χαιρετίσῃς.
Ἀλλὰ θὰ ἐφήρμοζε τὴν ἁπλουστέραν μέθοδον. Θὰ ἔβαλλε τὰ κόλλυβα ὑποκάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλόν της, καὶ ἴσως ἔβλεπε κανὲν ὄνειρον.
Εἶδεν ὄνειρα.
*
* *
Πρόσωπα, προσωπάκια πολλά, χλωμά, μικρούτσικα, μὲ σφαλιστὰ μάτια. Εἶδε κοράσια μικρά, ἀδελφάς της, ἐξαδέλφας της, θυγάτρια γειτονισσῶν, ὅλας ἀποθαμένας. Εἶδε στεφάνους ἀπὸ νεκρολούλουδα, στεφάνους παρθενικούς, μὲ θυμιάματα καὶ μὲ ἀκτῖνας. Καὶ ἕνα στεφάνι, τὸ στεφάνι τὸ ἰδικόν της, τῆς ἔφευγεν ἀπὸ τὴν κόμην τὴν καστανήν, καὶ ἀνέβαινε πρὸς τὸν οὐρανόν, ἐν μέσῳ αἴγλης καὶ μαρμαρυγῆς καὶ δόξης ἀφάτου.
Τὰ κόλλυβα, τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε δώσει ἡ Ζήσαινα, μὴ ἦσαν πεθαμένα;
Τέλος, εἶδε καὶ ἓν πρόσωπον ζωντανόν· ἕνα νέον, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐκφρασθῆ ἄλλοτε ὅτι θὰ τὸν ἐπροτίμα ὡς γαμβρὸν ὁ πατήρ της.
Εἶδε τὸ πρόσωπον τοῦτο, ἀλλ᾽ ὡσὰν εἰς ταξίδι, καὶ ὡς νὰ ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς χωρισμόν. Αὐτὴ τάχα ἦτον ἕτοιμη νὰ φύγῃ, κ᾽ ἐκεῖνος ἔμενεν· ἔλεγεν ὅτι ἤθελε μείνει δι᾽ ὀλίγον καιρόν. Καὶ τῆς ἔδιδε μαζί της ὡς ἐφόδιον ἓν μαραμμένον καὶ φυλλορροοῦν γαρόφαλον ἀπὸ τὴν ἰδίαν γάστραν της. Καὶ αὐτὴ ἔγινε περίεργη νὰ μετρήσῃ τὰ μαραμμένα φύλλα του, καὶ τὰ εὗρε σαράντα.
*
* *
Τὸν Ἰούνιον τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἐτελεῖτο ὁ γάμος τῆς Σειραϊνῶς μετὰ τοῦ νέου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ εἰς τὸν ὕπνον της.
Τὸν ἑπόμενον Ἰούλιον, μετὰ σαράντα ἀκριβῶς ἡμέρας, ἡ Σειραϊνώ, ἡ λευκὴ καὶ ἄχολος περιστερά, ἔφευγεν ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον, φθισικὴ καὶ μαραμμένη.
Τὰ κόλλυβα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τῆς εἶχαν ἀποκαλύψει διπλῆν τὴν μοῖράν της. Εἴθε ὁ νυμφικὸς στέφανος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπρόφθασε νὰ χαρῇ, εἴθε ὁ στέφανος ὁ παρθενικός, τὸν ὁποῖον τῆς ἠρνήθησαν ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης οἱ ἄνθρωποι, νὰ τὴν στέφῃ διπλοῦς καὶ ἀμάραντος εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.
(1896)
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 15 Απριλίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 15ης Απριλίου


1071: Το Μπάρι, η τελευταία βυζαντινή κτήση στη Νότια Ιταλία, παραδίδεται στον Ροβέρτο Γυισκάρδο.
1395: Μάχη του ποταμού Τέρεκ: ο Ταμερλάνος νικά τον Τοχταμίς της Χρυσής Ορδής. Η πρωτεύουσα της Χρυσής Ορδής, Σαράι, ισοπεδώνεται και ο Ταμερλάνος εγκαθιστά έναν κυβερνήτη-μαριονέτα στο θρόνο της Χρυσής Ορδής. Ο Τοχταμίς διαφεύγει στη Λιθουανία.
1755: Εκδίδεται στο Λονδίνο το Λεξικό της Αγγλικής Γλώσσας του Σάμιουελ Τζόνσον.
1850: Άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ελληνικών παραλίων υπό των Άγγλων (Παρκερικά).
1896: Λήξη των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα.
1865: Ο Άντριου Τζόνσον γίνεται ο 17ος πρόεδρος των ΗΠΑ.
1912: Το Βρετανικό υπερωκεάνιο Τιτανικός βυθίζεται μετά από σύγκρουση με παγόβουνο στα ανοιχτά του Ατλαντικού Ωκεανού, οδηγώντας στον θάνατο 1.490 επιβάτες.
1942: Ο Γεώργιος ΣΤ΄ του Ηνωμένου Βασιλείου παρασημοφορεί τη Μάλτα και το λαό της για τον ηρωισμό που επέδειξαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
1950: Ορκίζεται η κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα, μετά την καταψήφιση της κυβέρνησης Σοφοκλή Βενιζέλου.
1951: Πραγματοποιούνται στην Ελλάδα οι πρώτες μεταπολεμικές δημοτικές εκλογές στις οποίες και έλαβαν μέρος μαζικά οι γυναίκες. Στην Αθήνα δήμαρχος εκλέχθηκε ο Κώστας Κοτζιάς, όπου έλαβε ποσοστό το 51,5% των ψήφων.
1986: Οι Αγγλοαμερικανοί βομβαρδίζουν τη Λιβύη σκοτώνοντας άμαχους με τη δικαιολογία αντιποίνων για τη βομβιστική επίθεση σε κλαμπ της Γερμανίας.
1989: Η Τραγωδία του Χίλσμπορο. Λίγο πριν από την έναρξη του ημιτελικού για το Κύπελλο Αγγλίας, Λίβερπουλ - Νότιγχαμ, δημιουργείται συνωστισμός, λόγω της παρουσίας υπεραρίθμων θεατών σε εξέδρα του γηπέδου του Σέφιλντ. Από τον πανικό που προκαλείται βρίσκουν τον θάνατο 96 οπαδοί της Λίβερπουλ και τραυματίζονται 250.

Γεννήσεις

1452 - ο ιταλός ζωγράφος, γλύπτης και επιστήμονας Λεονάρντο ντα Βίντσι
1748 - ο ιατρός, Αδαμάντιος Κοραής, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού
1856 - ο λογοτέχνης, Ζαν Μορεάς

Θάνατοι

1865 - Αβραάμ Λίνκολν, 16ος πρόεδρος των ΗΠΑ
1896 - ο ποιητής και πεζογράφος, Γεώργιος Βιζυηνός
1980 - ο γάλλος υπαρξιστής φιλόσοφος, Ζαν Πολ Σαρτρ
1990 - η σουηδέζα ηθοποιός, Γκρέτα Γκάρμπο
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Μάρτυρος Κρήσκη.

 Αποτέλεσμα εικόνας για Εορτή του Αγίου Μάρτυρος Κρήσκη

 

Τη μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Κρήσκη τιμά σήμερα, 15 Απριλίου, η Εκκλησία μας.
Ο Άγιος Κρήσκης καταγόταν από τα Μύρα της Λυκίας και έζησε την εποχή της παντοδυναμίας της ειδωλολατρίας.
Μαθητής του Αποστόλου Παύλου, ο Άγιος επέδειξε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του αξιοθαύμαστη ευσέβεια. Ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία δεν έπαυσε να αγωνίζεται για την επιστροφή των ειδωλολατρών στη χριστιανική πίστη.
Όταν ο έπαρχος της πόλης πληροφορήθηκε τη χριστιανική του δράση κάλεσε τον Άγιο και του συνέστησε να σταματήσει να κηρύττει διότι βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του και θα ήταν άδικο να υποστεί μαρτυρικό θάνατο στα γεράματά του.
Όμως ο Κρήσκης με σεμνότητα αλλά και ασυνήθιστη για την ηλικία του γενναιότητα του απάντησε ότι τα βασανιστήρια θα ήταν γι' αυτόν ευεργεσία και ο επαπειλούμενος θάνατος κέρδος.
Απολυτίκιο:
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε
Ο Μάρτυς σου Κύριε, εν τη αθλήσει αυτού, το στέφος εκομίσατο της αφθαρσίας, εκ σού του Θεού ημών· έχων γαρ την ισχύν σου, τους τυράννους καθείλεν έθραυσε και δαιμόνων τα ανίσχυρα θράση. Αυτού ταίς ικεσίαις Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Τετάρτη 15 Απριλίου.


 Λίγες νεφώσεις κατά τόπους και κατά περιόδους πυκνότερες. Αυξημένες συγκεντρώσεις Αφρικανικής σκόνης. Ασθενείς λασποβροχές κυρίως στα δυτικά και βόρεια. Τοπικά ισχυροί άνεμοι στο Ιόνιο.

Πιο αναλυτικά, την Τετάρτη 15 Απριλίου 2026 αναμένονται λίγες νεφώσεις που κατά τόπους και κατά περιόδους θα είναι πυκνότερες, ενώ η ατμοσφαιρική κυκλοφορία ευνοεί τη μεταφορά Αφρικανικής σκόνης. Ασθενείς λασποβροχές θα εκδηλωθούν κυρίως σε τμήματα της δυτικής και βόρειας χώρας.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία από 4 έως 19-21 βαθμούς, στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα από 5 έως 20-23, στην Ήπειρο από 13 έως 23-25 βαθμούς, στη Θεσσαλία από 8 έως 20-22, στα υπόλοιπα ηπειρωτικά από 11 έως 24-27 βαθμούς, στα νησιά του Ιονίου από 13 έως 23-25 και στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη από 11 έως 23-25 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι θα πνέουν στο Αιγαίο από βόρειες έως βορειοανατολικές διευθύνσεις με εντάσεις έως 5 μποφόρ. Στο Ιόνιο θα πνέουν ανατολικοί νοτιοανατολικοί άνεμοι με εντάσεις 4-5 και τοπικά 6 μποφόρ.

Στην Αττική περιμένουμε κατά περιόδους αυξημένες νεφώσεις. Οι άνεμοι θα πνέουν από βορειοανατολικές διευθύνσεις με εντάσεις 3-4 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 14 έως 22-23 βαθμούς.

Στη Θεσσαλονίκη περιμένουμε κατά περιόδους αυξημένες νεφώσεις και αυξημένες συγκεντρώσεις Αφρικανικής σκόνης από το απόγευμα. Υπαρκτή είναι η πιθανότητα εκδήλωσης πρόσκαιρης ασθενούς λασποβροχής. Οι άνεμοι θα πνέουν από μεταβαλλόμενες διευθύνσεις ασθενείς. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 12 έως 19-20 βαθμούς.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εoρτάζοντες την 15ην του μηνός Απριλίου.

  Εoρτάζοντες την  15ην του μηνός Απριλίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΚΡΗΣΚΗΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝΙΔΗΣ επίσκοπος Αθηνών

  • ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ο Πρεσβύτερος και ΠΑΥΣΟΛΥΠΙΟΣ

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΝΙΑΣ ο Ιερομάρτυρας μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας (1750-1767 ή 1764)

  •  

 

Αναλυτικά

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΡΗΣΚΗΣ
Ή καταγωγή του ήταν από τα Μύρα της Λυκίας. Την εποχή εκείνη, ή Εκκλησία δεχόταν ανελέητα τα βέλη των ειδωλολατρών. Τότε ο Κρήσκης ήταν γέροντας, αρκετά μεγάλος στην ηλικία. Όμως, ή θερμή του πίστη και ή ακατανίκητη δίψα για ομολογία Χριστού, έδιναν φτερά νεότητας στο γέρικο κορμί του για αγώνα. Μια μέρα, και ενώ θυσίαζε μια ομάδα ειδωλολατρών, αυτός πήγε με κατάλληλο τρόπο ανάμεσα τους και προσπάθησε, παρά τις αντιδράσεις μερικών, να τους πείσει για την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Αυτό, βέβαια, το έμαθε ο έπαρχος και, αφού τον κάλεσε, του είπε να μη προβαίνει σε τέτοιες ενέργειες, διότι βάζει σε κίνδυνο τον εαυτό του και είναι κρίμα να υποστεί μαρτυρικό θάνατο τώρα στα γεράματα του. ο γέροντας Κρήσκης κοίταξε τον έπαρχο με ήσυχο βλέμμα και του απάντησε: "Ή αλήθεια της ζωής του Χριστού αποδεικνύεται από τη ζωή και τους θριάμβους της Εκκλησίας. Επομένως, για μένα τα βασανιστήρια θα αποτελούν ηδονή και τρυφή, διότι οι χριστιανοί θεωρούν ευεργέτημα να αγωνιστούν και να πάθουν για το Χριστό". Αμέσως, τότε, διατάχθηκε να τον βασανίσουν και έτσι μαρτυρικά παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό.


Απολυτίκιο. Ήχος α'. της ερήμου πολίτης.
Τω της πίστεως ζήλω πτερωθείς την διάνοιαν, προς αθλητικός άριστείας άνδρικώς προσεχώρησας, και ώφθης του Σωτήρος κοινωνός, βασάνους υπέρ φύσιν ένεγκών δια τούτο έδοξάσθης παρά Θεού, Κρήσκη Θεομακάριστε. Δόξα τω δεδωκότι σοι ίσχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου, πάσιν ίάματα.


Ο ΑΓΙΟΣ ΛΕΩΝΙΔΗΣ επίσκοπος Αθηνών
Απεβίωσε ειρηνικά.

 

Απολυτίκιο. Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Ποιμήν ίερώτατος, και Ιεράρχης σοφός, της πόλεως γεγονός, των Αθηνών της κλεινής, Λεωνίδα μακάριε· όθεν ίερατεύσας, τω Σωτήρι οσίως, ήθλησας υπέρ φύσιν, και την πλάνην καθείλες. Και νυν Πάτερ ικέτευε, υπέρ των τιμώντων σε.


ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Ήταν και οι δύο από τη Ρώμη, ευγενείς και πλούσιες (επί Νέρωνος 54-68). Και ήταν από τις γυναίκες εκείνες, πού μέσα στη διαφθορά πού κατέκλυζε το λαό και τα ανώτερα στρώματα της κοσμοκράτειρας πόλης, διατηρούσαν σεμνά ήθη άξια των μεγάλων χρόνων της ρωμαϊκής ακμής. Σε τέτοιο ηθικό έδαφος, βλάστησε ο σπόρος του Ευαγγελίου. Και οι δύο δέχτηκαν την πίστη του Χρίστου, και με την αγαθοεργή διανομή των υπαρχόντων τους, έγιναν παρηγοριά και στήριγμα των χριστιανών της Ρώμης. Όταν ο Παύλος και ο Πέτρος, έπεσαν Ιερά σφάγια στον πρώτο διωγμό εναντίον των χριστιανών από το Νέρωνα, τότε ή Αναστασία και ή Βασίλισσα παρέλαβαν και έθαψαν τα τίμια λείψανα τους. Μετά από λίγο συνελήφθησαν. Κατηγορήθηκαν ότι ανήκουν σε ομάδα χριστιανών. Εκείνες, όχι μόνο δεν το αρνήθηκαν, αλλά και δήλωσαν ότι καυχώνται γι' αυτό, και ευχήθηκαν, όλος ο κόσμος να γίνει άξιος της ζωής του Χριστού. Απειλές και βασανισμοί δεν ίσχυσαν να μεταβάλουν τη γνώμη τους. Και ενώ είχαν κόψει τα χέρια και τη γλώσσα τους, το φρόνημα τους παρέμεινε άπτωτο. Τελικά τις αποκεφάλισαν και έτσι αξιώθηκαν των λαμπρότερων μαρτυρικών στεφάνων.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ο Πρεσβύτερος και ΠΑΥΣΟΛΥΠΙΟΣ
Μαρτύρησαν δια ξίφους. Ή δε σύναξη τους τελείται στο γηροκομείο του Μελοβίου.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΝΙΑΣ ο Ιερομάρτυρας μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας (1750-1767 ή 1764)
Ήταν λόγιος κληρικός και ηγετική φυσιογνωμία της εποχής του. Χρημάτισε προηγουμένως αρχιεπίσκοπος Δημητσάνας (1747-1750), απέκτησε δε τεράστιο κύρος όχι μόνο ανάμεσα στους Έλληνες της Πελοποννήσου, αλλά και στους Τούρκους. Το 1762 ηγήθηκε αποστολής στην Κωνσταντινούπολη και πέτυχε τη ματαίωση της μετάθεσης του μετριοπαθούς μόρα-Βαλεσή Όσουμάν, τον όποιο οι Τούρκοι αγάδες της Πελοποννήσου προσπαθούσαν να διώξουν για τα φιλελληνικά του αισθήματα και γιατί στεκόταν εμπόδιο στις αυθαιρεσίες τους. Ανέλαβε ηγετικό ρόλο στην οργάνωση και στον συντονισμό της εξεγέρσεως των Ελλήνων της Πελοποννήσου, πού είχε ζητήσει με ειδικούς απεσταλμένους ή Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας. Συνεργάστηκε με τους αρχιερείς της Πελοποννήσου, τους προκρίτους και τους οπλαρχηγούς για την οργάνωση των πρώτων πυρήνων της εξεγέρσεως. Ή προσπάθεια όμως αυτή απέτυχε, ο δε διάδοχος του Όσουμάν, ο Χαμζά πασάς, πληροφορήθηκε τις προετοιμασίες και τον αποκεφάλισε στον Μυστρά τό 1767. ο μαρτυρικός θάνατος του, πού ενέπνευσε το δημοτικό τραγούδι, υπήρξε μεγάλη συμφορά και θρηνήθηκε από τον λαό.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Ὁ Ἀβασκαμὸς τοῦ Ἀγᾶ.

 


 Μικρά διηγήματα

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ὅμοιον μὲ νεκρικὸν κρανίον ἀρτίως ἐκταφέντος σκελετοῦ, μὲ τὰς κόγχας κενὰς ὀφθαλμῶν, μὲ τὴν μύτην φαγωμένην, φοβερὸν θέαμα, σκέλεθρον γυμνὸν καὶ παγωμένον φαντάζει ἀπὸ μακρὰν τὸ μικρὸν τζαμίον τοῦ ἐρημωμένου χωρίου. Ἔχει μόνον μίαν θυρίδα χαμηλήν, καταχωσμένην, χωρὶς θυρόφυλλα, εἰς τὸ μέσον, καὶ δύο χαλασμένα παράθυρα ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Ὑψηλά, ἀπὸ τὸ Μπαρμπεράκι, τὸ περίφαντον ὕψωμα, ὅπου ξυρίζει πανταχόθεν τὸ πρόσωπον ὁ ἄνεμος, ἐξ ἀνατολῶν καὶ βορρᾶ καὶ δυσμῶν, καὶ ὁπόθεν ἁπλοῦται ἀχανὴς ἡ θέα εἰς τὸ κυανοῦν, μαρμαῖρον πέλαγος, καὶ εἰς τὴν ἀπελεύθερον τῆς Θεσσαλίας γῆν, καὶ εἰς τὰ σκλαβωμένα χώματα τῆς Κασσάνδρας, ἐκεῖθεν φαίνεται τὸ ἔρημον χωρίον, τὸ κτισμένον ποτὲ ἐπὶ θαλασσοπλήκτου βράχου ὑψηλοῦ, φαίνεται καὶ τὸ ἄχαρον τζαμίον, μὲ τὰς δύο στρογγυλὰς τρύπας του ἔνθεν καὶ ἔνθεν, καὶ μὲ τὴν μεγάλην μακρουλὴν τρύπαν του, εἰς τὸ μέσον· καὶ δίπλα του προκύπτει ὑψηλὸν τὸ κονάκι, μὲ τρεῖς τοίχους ἀκόμη ὀρθούς, μὲ τὴν στέγην πεσμένην κάτω, λείψανα παρελθόντων αἰώνων. Καὶ σκιαὶ περιφοιτῶσιν ἀκόμη τριγύρω ἐκεῖ, καὶ παλαιαὶ ἀναμνήσεις ζωντανεύουν, καὶ φαντάσματα εἰς τὴν ἐρημίαν θρηνοῦν, καὶ ὁ Βορρᾶς συρίζει ἀνηλεὴς εἰς τὰ ἐρείπια τὰ μαυρισμένα, καὶ εἰς τὰ δένδρα τὰ κυρτωμένα κατὰ τὴν ράχιν τοῦ βουνοῦ, ὡς ὁδοιπόροι σκυφτοί, ἀσθμαίνοντες εἰς τὸν ἀνήφορον.
Ὅταν δύο ἢ τρεῖς φορὰς τὸν χρόνον, ἀπὸ τὴν ἄλλην ἄκρην τοῦ νησιοῦ, τὴν μεσημβρινήν, ἔλθωσιν ἄνθρωποι νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸ ἔρημον χωρίον, καὶ αἱ γυναῖκες διασπαρῶσιν ἀνὰ τὰ ἐρείπια, βαίνουσαι ἀπὸ ἀγριοσυκῆς εἰς ἀγριοσυκῆν, ψάχνουσαι νὰ εὕρουν ἐρινὸν ὥριμον, διὰ νὰ βάλουν εἰς τὰ ἥμερα σῦκα τοῦ κάμπου, καὶ τὰ παιδία ὅσα ἔτρεξαν κατόπιν των εἰς τὴν ἐκδρομήν, οἱ μοσχομάγκες τοῦ τωρινοῦ καιροῦ, ἀρχίσουν νὰ τρέχουν γύρω-γύρω εἰς τὰ ἐρείπια, καὶ νὰ ἀναρριχῶνται ἐπάνω εἰς ἀγρίας μορέας, ἀφοῦ βάψωσι τὰς χεῖρας καὶ τὰ χείλη μὲ τὰ κόκκινα μοῦρα, καὶ χορτάσωσι τὴν κοιλίαν των, καὶ βάλωσι καὶ εἰς τὸν κόρφον των, τότε σκορπίζονται τρέχοντα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, κ᾽ εὑρίσκουν διασκέδασιν εἰς τὰ πηδήματα, εἰς τὰς κυλίστρας καὶ εἰς τὰς ἠχούς, ὁποὺ ἐμπαίζουν μὲ τὰς φωνάς των τὴν ἐρημίαν καὶ τὰ φαντάσματα. Καὶ πλεῖστα ἐκ τῶν παιδίων, ἀπόκοτα, ἀναρριχῶνται εἰς τὴν ὀροφήν, ἀπ᾽ ἐπάνω ἀπὸ τὸν θόλον τοῦ πενιχροῦ τζαμίου, καὶ παρῳδοῦν μὲ ἀτάκτους φωνὰς τὸ κήρυγμα τοῦ Χόντζα, τὸ ὁποῖον ποτέ των δὲν ἤκουσαν. Εἶχον τύχην.
Τότε τὰ φαντάσματα φεύγουσι, καὶ αἱ σκιαὶ ἀποπλανῶνται, καὶ τὸ παράπονον τῆς ἐρημίας χάνεται μακράν, εἰς τελευταῖον πνιγμένον στεναγμόν, βυθιζόμενον εἰς τὸ κῦμα. Καὶ τὰ θαλασσοπούλια καὶ τὰ ὄρνεα τοῦ βράχου ψηλώνουν τὸ πέταγμά των, καὶ βουτοῦν κάτω εἰς τὴν σπηλιάν, ἢ χάνονται εἰς τὸ ἀχανὲς τοῦ αἰθέρος.
*
* *
Καὶ ὅμως τὸ κονάκι αὐτὸ ἐκατοικεῖτο μίαν φοράν, καὶ εἰς τὸ τζαμίον ἐκεῖνο ἀντήχει ποτὲ προσευχὴ εἰς τὸν Ἀλλάχ, καὶ προσκύνημα ἐγίνετο συχνὰ καθ᾽ ὅλους τοὺς τύπους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἷς μόνος Ἀγὰς ὑπῆρχε, διὰ τὸν τῦπον, εἰς ὅλον τὸ χωρίον, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνεν ἐτησίως κατ᾽ ἀποκοπὴν 2 ἢ 3 ἑκατοντάδας γροσίων εἰς τὴν Πύλην. Ὁ τελευταῖος Ἀγάς, ὅστις ἦλθεν ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως, εἶχε μαζί του τὸ χαρέμι του, συγκείμενον ἀπὸ μίαν σύζυγον καὶ ἀπὸ μίαν σκλάβαν. Μετ᾽ αὐτόν, περὶ τοὺς χρόνους τῆς ἐθνικῆς ἐγέρσεως, ἦλθε μόνον εἷς Τσαούσης, καὶ πλέον οὔ.
Οὗτος λοιπόν, ὁ προτελευταῖος ἐλθὼν Ὀθωμανός, ὡρμᾶτο ἐκ Θεσσαλίας. Ἦτο ἥμερος, πρᾷος ἄνθρωπος. Ὁμίλει ἑλληνικά. Ἔπαιρνε δῶρα, ὅσα τοῦ ἔδιδον, καὶ συχνὰ ἐζήτει καὶ περισσότερα ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Εἶχεν ἦθος σοβαρόν, προστατευτικόν, καὶ ψυχρῶς φιλόφρον. Ἐφαίνετο ὅμοιος μὲ γοητευμένον ἑρπετόν, τοῦ ὁποίου εἶχαν βγάλει τοὺς ὀδόντας. Ἐζοῦσεν εἰρηνικῶς μὲ τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸς καὶ τὸ χαρέμι του.
Κάθε πρωὶ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ κονάκι, φορῶν τὸν τζουμπέν* του καὶ τὰς τσοχίνας ἐμβάδας του, ἤνοιγε τὴν θύραν τοῦ τζαμίου, εἰσήρχετο, ἀνέβαινεν ἐπί τινος τραπέζης, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρον, προέβαλλε τὴν κεφαλὴν ἔξω τοῦ παραθύρου, καὶ ἔψαλλε πολὺ σιγὰ τὸ πρωινὸν κήρυγμα, τὸ «Λά, Ἀλλὰ ἲλ Ἀλλά»*, στρεφόμενος πρὸς τὸ πέλαγος, ὡς διὰ νὰ τὸ ἐμπιστευθῇ εἰς τοὺς ἀνέμους, καὶ ἂς τὸ φέρουν αὐτοὶ εἰς τὴν Σταμποὺλ ἢ εἰς τὴν Μέκκαν, ἢ ἀλλοῦ ὅπου ἤθελαν.
Διότι χόντζας ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν ἄλλος, ἀλλ᾽ αὐτὸς ὁ κατὰ καιρὸν Ἀγὰς ἔκαμνε τὸν χόντζαν εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν του. Οὐδὲ ὑπῆρξε ποτὲ μιναρές, ἀλλὰ τὸ ὑψηλὸν παράθυρον ἀνεπλήρου τὴν ἔλλειψιν ταύτην.
Εἶτα, ἔκαμνεν ἢ ὄχι τὴν γονυκλισίαν του, ἔκρουεν ἢ ὄχι δύο ἢ περισσοτέρας φορὰς τὸ μάρμαρον τοῦ ἐδάφους μὲ τὸ μέτωπόν του, σχεδὸν εὐθὺς μετὰ τὸ Λὰ Ἀλλά, ἐξήρχετο, ἐκλείδωνε τὴν θύραν, ἀνέβαινεν ὀπίσω εἰς τὸ κονάκι, ἤναπτε τὴν μεγάλην τσιμπούκαν του, ἐκάπνιζεν, ἐκάπνιζε, καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐπερνοῦσε τὸ μαχμουρλίκι, ἐφόρει τὴν λευκὴν σαρίκαν του, τὸ πλατὺ ζωνάρι του, τὴν γούναν καὶ τὰς σκυτίνας ἐμβάδας του, κατέβαινε, καὶ κρατῶν τὴν μακρὰν τσιμπούκαν συνήθως διευθύνετο εἰς τὸ Κιόσκι, ὅπου ἤξευρεν ὅτι θὰ ἐντάμωνε δύο ἢ τρεῖς χασομέρηδες, ὡσὰν αὐτόν, προεστοὺς τοῦ χωρίου, μὲ τὰς πλατείας ἀνοικτὰς χειρῖδας τῶν λευκῶν ὑποκαμίσων, μὲ τὰς μακρὰς κεντητὰς ζώνας, διὰ νὰ κάμῃ κουβένταν. Λακριντὶ σοϊλέ*.
Τὸν ἔβλεπαν ὁποὺ περνοῦσε οἱ παπάδες τῆς γειτονιᾶς, οἱ ἐφημέριοι τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἐναλλὰξ λειτουργοὶ τῶν σαράντα παρεκκλησίων τῆς πολίχνης, ὁποὺ ἐκάθηντο ἀπολείτουργα ἔξωθεν τοῦ μικροῦ μαγαζείου τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη τοῦ Τσιπωτοῦ καὶ ἔπιναν τὸ πρωινὸν ρακί των. Ὁ Ἀγὰς τοὺς ἐχαιρέτιζε μὲ τρόπον εὐσεβάστου οἴκτου καὶ παρήρχετο. Τὸν ἔβλεπαν καὶ αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, ὅσαι ἐκουβαλοῦσαν πρωὶ τὰς ἀλειψὰς* πίττας των εἰς τὸν φοῦρνον, τὸν ὁποῖον ἐκολλοῦσεν* ἡ Γαρουφαλιὰ ἡ Ξινού, ὀλίγον παραπέρα ἀπὸ τὸ τζαμίον. Τὸν ἔβλεπε καὶ ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα†, μία καλὴ χριστιανή, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἄλλαι δύο πράγματα ἐφοβοῦντο, τὴν γλῶσσάν της καὶ τὸ μάτι της. Μίαν φοράν, ἔλεγαν, εἶχε κατορθώσει νὰ χωρίσῃ ἓν ἀνδρόγυνον, ἐπάνω εἰς τὸν γάμον, ἐνῷ τὰ στέφανα ἦσαν ἕτοιμα καὶ ἡ νύφη στολισμένη, καὶ οἱ καλεσμένοι εἶχαν μαζευθῆ εἰς τὸ σπίτι, καὶ οἱ παπάδες ἦσαν εἰς τὴν ἀκμὴν νὰ φορέσουν τὰ πετραχήλια τους. Μὲ ἕνα λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ἡ Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα† εἰς τὸ αὐτὶ τῆς πενθερᾶς, τῆς μητρὸς τοῦ γαμβροῦ (καὶ ὁ λόγος ἐκεῖνος θὰ ἦτο βέβαια διαβολὴ κατὰ τῆς νύμφης), κατώρθωσε νὰ ματαιωθῇ ὁ γάμος.
Ἄλλην φοράν, ἐνῷ μικρὰ βρατσέρα ἔπλεεν ἀντικρύ, εἰς τὸ πέλαγος, πλοῖον καινουργὲς καλὰ ἀρματωμένον, ὡραῖα χρωματισμένον, ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα†, ἥτις ἀγνάντευε μὲ ἄλλας γυναῖκας ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βράχου, δὲν ἠμπόρεσε νὰ χωνεύσῃ τὸν θαυμασμόν της, καὶ ἀνέκραξε:
― Μπά! αὐτὸ τὸ καΐκι. Χαρὰ στὴ μορφιά!
Μόλις εἶπε τὸν λόγον, καὶ ἐν τῷ ἅμα, ἀπίστευτον εἰπεῖν ―ἀλλ᾽ ὅμως τὸ διηγοῦντο ὅσοι τὸ εἶδον ἰδίοις ὀφθαλμοῖς― ὅλη ἡ ἀρματωσιὰ τοῦ πλοίου ἔπεσε μετὰ τριγμοῦ, καὶ τὸ καΐκι ἔμεινε ξυλάρμενον*, κούτσουρον, φερόμενον ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ ὑπὸ τῶν κυμάτων. Πλὴν ἡ ὑπόθεσις ὡμοίαζε μᾶλλον μὲ ἐπίγραμμα, παρὰ μὲ διήγησιν πιστευτήν.
*
* *
Ἐνῷ ὁ Ἀγὰς μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὴν μακρὰν τσιμπούκαν του ἐπερνοῦσεν ἔξω ἀπὸ τὸν φοῦρνον, αἱ γυναῖκες, ὅσαι ἐχασομεροῦσαν μίαν ὥραν εἰς τὴν μικρὰν αὐλήν, ἑωσοῦ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ νὰ φουρνίσουν τὰ ψωμιά των, τὸν ἔβλεπαν κ᾽ ἐμορμύριζαν βραχείας φλυαρίας πρὸς ἀλλήλας:
―Ὄμορφος ἀγάς.
― Τὸν σήκωσε τὸ χωριό μας.
― Καλὸ ἀέρι.
― Γερὸς βοριάς.
― Εἴδατε τὸ χαρέμι του;
―Ὄχι.
― Εἶναι μπουλωμένη* ὣς τὰ μάτια.
―Ἡ χανούμισσα.
―Ἡ καντίνα* του, πώ, πώ!
― Κ᾽ ἡ σκλάβα του.
― Δὲν βγαίνει ποτὲ ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ σπίτι.
―Ἡ Φατμέ, ἡ σκλάβα του, κατεβαίνει κάποτε.
― Εἶδες τί μοῦτρο! Ἀράπισσα, νὰ χαθῇ!
― Μαύρη, κατάμαυρη.
― Καὶ τὰ δόντια της φαγγρίζουν*.
― Καλὸς φαίνεται, ὣς τόσο.
― Κακὸς καὶ ψυχρός.
―Ὅσο χαμόγελο, τόση κακία.
―Ὅσο καὶ νὰ πῇς, Τοῦρκος εἶναι.
― Σκυλί.
― Μὰ καλοκαμωμένος, καημένη.
―Ὄμορφος ἄνθρωπος.
― Τὸν σήκωσε τὸ χωριό μας.
― Καλὸ ἀέρι.
― Θέλετε, ἔκραξεν ἔξαφνα ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα†, θέλετε νὰ σᾶς τὸν κάμω ἐγὼ νὰ τὰ ξεπλύνῃ* σ᾽ ἕνα μῆνα;
Αἱ γυναῖκες ἐστάθησαν σιωπῶσαι πρὸς στιγμήν.
Ἡ Γαρουφαλιὰ ἡ φουρνάρισσα, ἥτις ἐκράτει τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν πάνην*, ἀκούσασα ἄφησε τὸν φοῦρνον μισοπανισμένον, ἐστράφη καὶ εἶπε:
― Τί, μάγια θὰ τοῦ κάμῃς, μαθές;
― Χαρά στο, λέει! εἶπεν ἄλλη.
― Σὲ καλό σου, θεια-Σειραΐνα!
― Τί σᾶς μέλει ἐσᾶς; Μάγια, ναί… ὄχι. Ξέρω ἐγὼ τί σᾶς λέω.
Αἱ γυναῖκες δὲν ἤξευραν τί νὰ εἴπουν.
― Δὲν τὸ πιστεύω αὐτό, εἶπε μία.
― Καλύτερα νὰ λείπῃ.
― Τί μᾶς μέλει;
― Κι ἀνίσως λείψῃ ἕνας Τοῦρκος καὶ δυό, ἡ Τουρκιὰ δὲν ξεπαστρεύεται εὔκολα, εἶπε μετὰ στεναγμοῦ μία γραῖα.
― Θὰ ἰδῆτε, εἶπε μόνον ἡ θεια-Σειραΐνα.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν τῆς ἰδίας ἡμέρας, περὶ βασίλευμα ἡλίου, ἡ θεια-Σειραϊνὼ παρεμόνευεν εἰς τὸν δρομίσκον ἐκεῖνον μεταξὺ τοῦ φούρνου καὶ τοῦ μικροῦ ἐργαστηρίου τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστη τοῦ Τσιπωτοῦ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ Ἀγάς, κρατῶν ὑπὸ μάλης σβεστὸν τὸ τσιμπούκι του, ἐπέστρεφεν ἀπὸ μικρὸν περίπατον τὸν ὁποῖον εἶχε κάμει εἰς τὸν ἀκρινὸν δρομίσκον, σιμὰ εἰς τὰ χαμηλὰ τείχη τοῦ χωρίου, καὶ διευθύνετο εἰς τὸ κονάκι διὰ νὰ δειπνήσῃ.
― Ἀξὰμ χαΐρολσουν*, Ἀγά μ᾽, τοῦ λέγει θαρραλέα ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα†, ἥτις εἶχεν ἀκούσει ποτὲ ὀλίγας τουρκικὰς λέξεις ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ μακαρίτου τοῦ ἀνδρός της, ταξιδεύσαντος πολλάκις εἰς τουρκοπληθῆ μέρη, καὶ τὰς ἐνθυμεῖτο.
― Καλησπέρα, ἀπήντησεν ἑλληνιστὶ ὁ Ἀγάς, κοιτάζων αὐτὴν ἔκπληκτος. Τί θέλεις; Ἔχεις κανένα παράπονο νὰ μοῦ πῇς;
―Ἐγώ, παράπονο; Οὔτε παράπονο, οὔτε πεσκέσι (τὴν τελευταίαν λέξιν ἐμάσησε καλά, ὥστε νὰ μὴ τὴν ἀκούσῃ ὁ πρὸς ὃν ὡμίλει), Ἀγά μου. Ἔτσι ἤθελα νὰ σὲ καλησπερίσω. Εἶχα καιρὸ νὰ σὲ ἰδῶ.
― Καλωσύνη σου, εἶπε χαμογελῶν ὁ Ἀγάς.
― Βλέπω ὅτι ἀχάμνηνες.
― Πῶς;
― Ἀδυνάτισες πολύ, νὰ μὴν ἀβασκαθῇς, Ἀγά μου. Δὲν σ᾽ ἐσήκωσε τὸ χωριό μας.
― Ἀλήθεια;
― Ἀδύνατος, ἐχλώμιανες πολύ. Ποὺ νὰ μὴ σ᾽ ἀβασκάνω. Κερὶ μοναχὸ εἶσαι. Ἐσώθηκες στὸν ἀπάν᾽ κόσμο.
― Στάι-φουρλά*! ἐπρόφερεν ὁ Ἀγάς.
― Κίτρινος σὰν τὸ φλωρί, Ἀγά μου, ἔφεξε τὸ προσωπάκι σου.
― Ἀλλάχ! Ἀλλάχ!
― Νὰ κοιταχθῇς, Ἀγά μου. Δὲν σὲ σηκώνει τ᾽ ἀέρι ἐδῶ. Κοίταξε μὴν τὰ ξεπλύνῃς, κακότυχε, στὰ ξένα.
Αὐθορμήτως ὁ Τοῦρκος ἐσήκωσε τὸ τσιμπούκι του, αἰσθανθεὶς ἐπιθυμίαν νὰ μετρήσῃ τὴν ράχιν τῆς ἀπαισίας μάντιδος. Ἀλλ᾽ ἡ θεια-Σειραϊνὼ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ δέκα βήματα, καὶ ἐξεγλίστρησε κρυβεῖσα ὄπισθεν τῆς πρώτης γωνίας τοῦ δρομίσκου.
*
* *
Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὁ Ἀγὰς ἐκοιτάχθη πολλὰς φορὰς εἰς τὸν καθρέπτην. Εἶχε νυκτώσει ἤδη, καὶ τὸ φῶς τῶν κηρίων εἰς τὸν ὀντάν, καὶ ἡ συγκίνησις ἀπὸ τὰς μαντείας τῆς χρησμῳδοῦ, ἔκαμνε νὰ φαίνεται χλωμὸς ὁ ἴδιος εἰς τὸν ἑαυτόν του.
Ἥπλωσε τὴν χεῖρα εἰς τὴν τράπεζαν, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ φάγῃ. Ἐγέμισε τὸ τσιμπούκι του, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ καπνίσῃ.
Ἐστράφη πρὸς τὴν Χανούμην τὴν γυναῖκά του.
― Εἶναι ἀλήθεια, Χανούμ, ὅτι ἐχλώμιανα, ἀδυνάτισα, τώρα τελευταῖα;..
Ἡ Χανούμισσα τὸν ἐκοίταξεν ἐπὶ μακρόν.
― Φαίνεται νὰ χλώμιανες;… Εἶσαι πολὺ καλά. Νὰ πιῇς δυὸ γλυκὰ σερμπέτια. Θὰ σοῦ κάμω αὔριο τὸ πρωὶ χαλβὰ καὶ μπογάτσα νὰ φᾷς. Νὰ σοῦ κρεμάσω κ᾽ ἕνα χαϊμαλὶ φυλαχτικὸ γιὰ νὰ μὴ σὲ πιάνῃ τὸ μάτι.
Ἡ Φατμέ, ἡ σκλάβα, ὁποὺ ἐμβαινοέβγαινεν ἐκτελοῦσα διαφόρους ὑπηρεσίας, πότε διὰ νὰ βάλῃ φωτιὰ εἰς τὸ τσιμπούκι τοῦ αὐθέντου της, πότε διὰ νὰ βάλῃ ἓν προσκέφαλον ὀρθὸν εἰς τὸ ἄνω τοῦ σοφᾶ* διὰ νὰ ἀκουμβήσῃ ἐκεῖνος, πότε διὰ νὰ τοῦ βγάλῃ τὰ τερλίκια* ἀπὸ τοὺς πόδας, ἤκουσε τὸν διάλογον καὶ ἀκουσίως ἐστράφη.
― Καὶ σὺ τί λές, Φατμέ, δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴν τὴν ἐρωτήσῃ ὁ Ἀγάς, εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐχλώμιανα; ἄλλαξε ἡ ὄψη μου;
Ἡ Φατμέ, εὑροῦσα τὴν εὐκαιρίαν, ἴσως διὰ νὰ ἐκδικηθῇ διὰ τὶς ξυλιὲς ποὺ εἶχε φάγει συχνά, ἀπήντησε:
― Ἀφέντης δικός μου χλώμιανε… μελάνιασε… ἔγινε μαῦρος σὰν τὸ τομάρι τὸ δικό μου.
Ἡ Χανούμη ἥρπασε τὴν ἐμβάδα της καὶ τὴν ἐσφενδόνισε κατὰ πρόσωπον τῆς σκλάβας, ἥτις ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε στραφῆ καὶ ἐξέλθει ἀπὸ τὸν ὀντάν.
*
* *
Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Ἀγὰς ἐγίνετο χλωμὸς καὶ ἀδύνατος, καὶ ἡ ὄρεξίς του ἐκόπτετο.
Ἔγινε μελαγχολικὸς καὶ στυγνὸς καὶ ἀπαίσιος. Εἶχε τὸ τσιμπούκι σβεστὸν πάντοτε ὑπὸ μάλης, ἕτοιμος νὰ τὸ σηκώσῃ εἰς πᾶσαν ἀντιλογίαν, εἰς πᾶσαν περιττὴν ἐρώτησιν, κατὰ τῆς πλάτης τῶν μετ᾽ αὐτοῦ λαλούντων.
Ἡ Σειραϊνὼ ἡ †Παντούσα† εἶχε γίνει ἄφαντος ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἡ ἰδία ἐφοβήθη ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησίν της. Ἐφοβήθη τὴν ἰδίαν γλῶσσάν της, τὸ ἴδιον ὄμμα της.
Φαίνεται ὅτι καὶ ἄλλοι τὴν ἐφόβισαν. Ἡ γερόντισσα, ἥτις εἶχε δογματίσει πρὸ ἡμερῶν ὅτι «ἡ Τουρκιὰ δὲν ξεπαστρεύεται», τῆς εἶπε:
― Θὰ σὲ κρεμάσουν, παιδί μου. Ποιὸς θὰ σὲ ὑπερασπισθῇ; Θαρρεῖς πὼς θὰ σοῦ τὸ χαρίσουν, ποὺ εἶσαι γυναίκα; Μιὰ σφυρίχτρα αὐτὸς νὰ παίξῃ, θὰ ἰδῇς νὰ κολλήσουν χιλιάδες Τοῦρκοι, ἀπὸ πέρα κι ἀπὸ πάνω (ἐδείκνυε τὴν δυτικὴν καὶ τὴν βορεινὴν στερεὰν) νὰ κοκκινοβολήσῃ τὸ καημένο τὸ νησί μας.
Ἡ θεια-Σειραϊνὼ ἐσηκώθη διὰ νυκτὸς κ᾽ ἔφυγεν ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἔλεγον ὅτι ἐκρύβη εἰς μέρος πολὺ ἀσφαλές. Εἰς μίαν σπηλιὰν ὁποὺ εἶχε δευτέραν κρυφὴν διέξοδον ἐπάνω ἀπὸ τὸ βουνόν, καὶ ὅπου ψυχὴ δὲν τὴν ἤξευρε, μόνον εἷς βοσκὸς ἀνεψιός της, ὁποὺ τῆς ἔφερνε ψωμὶ κάθε τρεῖς ἡμέρας.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἔπαθε τίποτε καὶ ἐπέζησε μέχρι τοῦ 1865. Ἐνενηκοντοῦτις, διηγεῖτο ἡ ἰδία τὸ συμβάν.
*
* *
Ἐπὶ δύο ἑβδομάδας ἀκόμη ὁ Ἀγὰς ἐξήρχετο κάθε πρωὶ ἀπὸ τὸ κονάκι, κατέβαινεν εἰς τὸ τζαμίον καὶ ἔψαλλεν ἀκόμη τὸ Λὰ Ἀλλά, εἶτα ἐπήγαινεν εἰς τὸ Κιόσκι.
Ἠρώτα ἕνα ἕκαστον τῶν προεστῶν, μὲ τοὺς ὁποίους ἔκαμνεν ὁμιλίαν:
― Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἐχλώμιασα; πὼς ἀδυνάτισα;
― Δὲν ἔχεις τίποτε, Ἀγά μου, τοῦ ἔλεγαν. Εἶσαι ὀλίγον ἀδύνατος, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃς μεγάλη συλλογή. Ρίξε το ἔξω. Γλήγορα θὰ δυναμώσῃς πάλι. Ἐδῶ τὸ ἀέρι σὲ σηκώνει, εἶναι γερό.
Τοιαύτας ἀπαντήσεις τοῦ ἔδιδαν. Οὐδὲ ἠμποροῦσαν νὰ τοῦ ἀπαντήσουν ἄλλως, διότι ἦτον ἕτοιμος νὰ σηκώσῃ τὸ τσιμπούκι.
Τὴν τρίτην ἑβδομάδα ὁ Ἀγὰς ἤρχισε πλέον νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ κονάκι.
Δὲν εἶχε πλέον δύναμιν. Εἶχαν κοπῆ τὰ ἥπατά του. Δὲν ἠδύνατο οὐδὲ νὰ θίξῃ τὰ πινάκια τὰ παρατιθέμενα εἰς τὴν τράπεζαν.
Μάτην ἡ Χανούμισσα ἐδιπλασίαζε τὰς περιποιήσεις της. Καὶ ἡ Φατμὲ ἡ Ἀράπισσα δὲν ἐτόλμα πλέον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ αὐθέντης της ἦτον μαῦρος, ὅπως τὸ δέρμα τὸ ἰδικόν της. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἦτο χλωμὸς ὡς κηρίον καὶ λευκὸς ὡς σινδών.
*
* *
Ἀπὸ δύο ἑβδομάδων ὁ ἀσθενὴς δὲν ἠδυνήθη νὰ καταβῇ εἰς τὸ τζαμίον.
Τὴν πέμπτην ἑβδομάδα, ἀπὸ τῆς χρησμολογίας τῆς γυναικὸς ἐκείνης, μίαν πρωίαν, κατέβαλε γενναῖον ἀγῶνα καὶ κατῆλθεν.
Ἐσύρθη μέσα εἰς τὸ τζαμίον. Ἡ Φατμέ, ἥτις τὸν ἠκολούθει, τὸν ἐβοήθησε ν᾽ ἀναβῇ εἰς τὸ τραπέζιον.
Προέβαλε τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τὸ παράθυρον καὶ ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ «Λὰ Ἀλλὰ ἲλ Ἀλλά, Ἀλλὰ Ἀχβὰρ Μωχαμὲτ ρεσοὺλ λ᾽ Ἀλλά»*. Τὸ ἔψαλλε μὲ ὅλην τὴν δύναμίν του καὶ τὸ κήρυγμα ἀντήχησε κάτω εἰς τὰ κύματα τοῦ πελάγους. Καὶ πέραν ὁ ἔρημος, ἀπόκρημνος, καὶ κοῖλος βράχος τοῦ ἀκρωτηρίου, τὸ ἐπανέλαβε μὲ πένθιμον τόνον.
Ὅταν κατέβη ἀπὸ τὴν τράπεζαν, ᾐσθάνθη μεγάλην κούρασιν. Ἐκάθισε τρέμων παρὰ τὴν ἰδίαν τράπεζαν καὶ ἀκουσίως ἤνοιξε τὸ Κοράνιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐκεῖ.
Κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, εἰς τὴν σελίδα ὁποὺ τὸ ἤνοιξε, τὸ βλέμμα του ἔπεσεν εἰς τὰ ἐδάφια ταῦτα τοῦ Γ´ κεφαλαίου, ἢ τῆς Γ´ σουράτης:
«Ὁ ἄνθρωπος ἀποθνήσκει τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ βιβλίον, ἐν ᾧ γέγραπται ὁ χρόνος τῆς διαρκείας τῆς ζωῆς αὐτοῦ».
Ἐζαλίσθη, ἔφερε τὴν χεῖρα εἰς τὸ μέτωπον, ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμούς. Τοὺς ἤνοιξε πάλιν καὶ ἀνέγνωσεν:
«Ὁ Θεὸς ἔτρεψεν ὑμᾶς εἰς φυγήν, ἀπὸ προσώπου τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν…
»Καὶ ἂν μείνητε οἴκοι, ἐὰν ὁ θάνατός σας εἶναι γεγραμμένος εἰς τὸ βιβλίον, θ᾽ ἀποθάνετε. Τὸ βέλος, τὸ ὁποῖον φεύγετε εἰς τὸν πόλεμον, θὰ ἔλθῃ νὰ σᾶς εὕρῃ».
Ἔτριξε τοὺς ὀδόντας, ἔσφιγξε τὴν πυγμὴν καὶ ἐλύσσα, διατὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ ὑπὲρ τοῦ Ἰσλάμ, νὰ σφάξῃ ἀπίστους.
Ἐφυλλολόγησε τὸ βιβλίον, καὶ εὗρε τὸ ἑξῆς ἐδάφιον εἰς τὴν Β´ σουράτην:
«Ὤ! σεῖς, οἱ πιστοί! πολεμήσατε τοὺς ἀπίστους, τοὺς κατοικοῦντας εἰς τὰ σύνορά σας, κτυπᾶτε τοὺς ἀπίστους ὅπου τοὺς εὕρητε· πολεμήσατέ τους μέχρις ἐξαφανίσεως παντὸς πειρασμοῦ καὶ μέχρις ἑνότητος τῆς θρησκείας τοῦ μόνου Θεοῦ».
Μετὰ τοῦτο, ὁ Ἀγάς, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῆς Φατμές, ἀνέβη ὀπίσω εἰς τὸ κονάκι, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ὀντάν του, ἐξηπλώθη εἰς τὸ μαλακὸν διβάνι του, καὶ δὲν ἐσηκώθη πλέον.
Ἡ Σειραϊνὼ ἡ †Μάντισσα† εἶχε προείπει ὅτι δὲν ἔμελλε νὰ σαραντίσῃ.
Πράγματι ὁ Ἀγὰς ἀπέθανε τὴν τριακοστὴν ἐνάτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς μαντείας, καὶ ἀπέθανεν ἀπὸ τὴν μαντείαν, ἀπὸ τὴν ὑποβολήν, ἀπὸ τὸν ἀβασκαμὸν ἐκείνης τῆς γυναικός. Ἀπέθανε, διότι ἦτον ἄρρωστος.
Καὶ τὸν Ἄρρωστον, τὸν χρόνιον, τὸν 444 ἐτῶν ἀσθενῆ, ποῖος θὰ τὸν ἀβασκάνῃ;
(1896)
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/304-03-13-o-abaskamos-toy-aga-1896
Read more » Διαβάστε Περισσότερα