Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Πέντε φρούτα και λαχανικά γεμάτα βιταμίνη C που προφυλάσσει το αναπνευστικό.

 

Πέντε φρούτα και λαχανικά γεμάτα βιταμίνη C που προφυλάσσει το αναπνευστικό

Η βιταμίνη C θεωρείται φρουρός του οργανισμού μας από τις λοιμώξεις του αναπνευστικού. Εντάξτε λοιπόν στην καθημερινή σας διατροφή φρούτα και λαχανικά πλούσια σε βιταμίνη C και θωρακίστε την άμυνα του οργανισμού σας Με μία φρεσκοστιμμένη πορτοκαλάδα, ένα ακτινίδιο και μια πιπεριά την ημέρα μπορούμε να καλύψουμε τις ανάγκες του οργανισμού μας σε βιταμίνη C η οποία θεωρείται φρουρός του οργανισμού μας από τις λοιμώξεις του αναπνευστικού.


Ακολουθούν τα πέντε τρόφιμα που είναι πλουσιότερα σε βιταμίνη C (η περιεκτικότητα αναφέρεται σε mg ανά 100 γρ τροφίμου).
Πιπεριές (183 mg/ 100γρ)
Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες πιπεριάς. Όλες όμως θεωρούνται πέρα από καλή πηγή βιταμίνης C – καλύτερη από το πορτοκάλι στην αντίστοιχη ποσότητα – και καλές πηγές καλίου, το οποίο τις καθιστά ιδανική επιλογή  και για όσους θέλουν να κρατήσουν τις τιμές της αρτηριακής τους πίεσης υπό έλεγχο.
Ακτινίδιο (92 mg/100γρ)
Αποτελεί σημαντική πηγή βιταμίνης C, περιέχοντας στην ίδια ποσότητα, σχεδόν διπλάσια ποσότητα βιταμίνης C σε σύγκριση με τα πορτοκάλια. Επιπλέον, περιέχει περίπου 3γρ φυτικών ινών ανά 100γρ. Σημειώνεται ότι οι φυτικές ίνες είναι ιδιαίτερα βοηθητικές για τη λειτουργία του εντέρου.
Μπρόκολο (89 mg/100γρ)
Θεωρείται από τα πλέον θρεπτικά λαχανικά. Είναι πλούσιο σε  βιταμίνη C, αλλά παράλληλα σχεδόν κανένα θρεπτικό συστατικό δεν λείπει από το μπρόκολο. Είναι πλούσιο σε βιταμίνες Κ, Α, Β1, Β6, C και φυλλικό οξύ, καθώς και σε χρώμιο, σίδηρο, φώσφορο, κάλιο και μαγγάνιο. Επιπλέον είναι πηγή φυτικών ινών.
Φράουλες (58 mg/100γρ)
Θεωρούνται ανοιξιάτικο φρούτο και αποτελούν μια από τις πλουσιότερες πηγές βιταμίνης C. Η βιταμίνη C έχει συσχετιστεί τόσο με την καλή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, αλλά και με την προστασία του δέρματος και την συνολική αντιοξειδωτική ικανότητα του οργανισμού. Οι φράουλες είναι επίσης πλούσιες σε μαγγάνιο, κάλιο και φυλλικό οξύ, συστατικά που εμπλέκονται στην εύρυθμη λειτουργία διαφόρων συστημάτων του οργανισμού, όπως του ανοσοποιητικού συστήματος, του νευρικού και του καρδιαγγειακού..
Πορτοκάλια (53 mg/100γρ)
Τελευταία της πεντάδας τα πορτοκάλια τα οποία όμως είναι η δημοφιλέστερη πηγή βιταμίνης C! Επίσης πέρα από πηγή βιταμίνης C περιέχουν και κάλιο το οποίο έχει την ιδιότητα να ρίχνει την αρτηριακή πίεση. Επομένως δεν ισχύει ο ευρύτατα διαδεδομένος μύθος ότι η πορτοκαλάδα ανεβάζει την πίεση. Το αντίθετο ισχύει!
πηγή

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – "Γιὰ τὰ ὀνόματα".


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ἀπ᾽ ὅλας τὰς οἰκοκυράς, ὅσαι ἑώρταζον τὰ ὀνόματα τῶν συζύγων των τὴν 7 Ἰανουαρίου, ἡμέραν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, καμμία δὲν ἤσκει μεγαλυτέραν καθαριότητα, λεπτότητα καὶ ἰδιοτροπίαν παρ᾽ ὅσην ἡ κυρα-Διαμαντηρείζαινα, ἡ σύζυγος τοῦ καπετὰν Γιάννη τοῦ Τζαφέρη. Ὁ καπετὰν Γιάννης, ἀφοῦ εἶχεν ἀλλάξει δύο ἢ τρεῖς βρατσέρες, ἕνα γολετί, ἕνα «λόβερ», καὶ δύο σκοῦνες, ὅλα σκάφη, ἕκαστον τῶν ὁποίων δὲν ἐκράτησε παραπάνω ἀπὸ δύο ἔτη εἰς τὴν κατοχήν του ― ἅμα εὕρισκε καλὸν ἀγοραστήν, τὰ ἐξέκαμνε, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, καὶ τέλος, ἐκ τῶν διαφόρων τούτων πωλήσεων, ἀφοῦ ἔκαμε τὸν ἰσολογισμόν του, εὑρέθη νὰ ἔχῃ αὐξήσει κατὰ ὀκτὼ ἢ δέκα χιλιάδας δραχμὰς τὸ ἀρχικὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον κατεῖχεν, ὅταν ἐναυπήγει τὴν πρώτην του βρατσέραν, μὴ ὑπερβαῖνον τὰς τρισχιλίας δραχμάς.
Λοιπόν, νέος ἀκόμα, σαρανταπέντε ἐτῶν, ἐπειδὴ εἶχε πάθει καὶ ὀλίγον ἀπὸ ἓν μικρὸν ξεπάγιασμα εἰς τὰς κνήμας, ἐβαρύνθη τὴν θάλασσαν, καὶ ἄνοιξεν ἕνα καλὸν μαγαζάκι, κατάμπροστα στὴν Κολώναν, εἰς τὰ ἄνω τῆς παραθαλασσίας ἀγορᾶς, ἀκριβῶς ὅπου οἱ ἄλλοι ἐμποροπλοίαρχοι τῶν παλαιῶν ἡμερῶν ἔδεναν τὰ καραβάκια τους μὲ γερὰ παλάγκα* καὶ μὲ διπλᾶς ἀγκύρας, ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μέχρι τοῦ Μαρτίου μηνός, διὰ νὰ παραχειμάσουν εἰς τὴν πατρίδα, διὰ ν᾽ ἀπολαύσουν τὸ θάλπος τῆς ἑστίας, καὶ μὴ χάσουν, κοντὰ εἰς τοὺς ἐχίνους καὶ τὰ ὀστρείδια, καὶ τοὺς ἀστακοὺς τοὺς μαγειρευτοὺς μὲ μάραθα, καὶ τὰ ὀχταπόδια τὰ τηγανιστὰ μὲ ὄξος, τὶς τυρόπιττες, καὶ τὰ «τυλιχτά»*, καὶ τὰ «καλαπόδια»* καὶ τὶς «γριές»*, ἢ μεγάλες τηγανίτες, καὶ τόσα ἄλλα «χάδια τῆς κοιλιᾶς»*, ὅσα αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες ἤξευρον τόσον περιτέχνως νὰ παρασκευάζουν διὰ τοὺς συζύγους καὶ τοὺς υἱούς των, τοὺς θαλασσοδαρμένους καὶ ζητοῦντας τῆς ἑστίας τὴν ἀναψυχήν. Τὸ καραβάκι τὸ δικό του, ὁ Γιάννης ὁ Τζαφέρης, καθὼς ἔλεγε κοινῶς, τὸ ἄραξεν ἀσφαλῶς εἰς τὴν ξηράν, ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ἐκκλησίας, διὰ ν᾽ ἀντικρύζῃ μὲ τὰ πλωτὰ καράβια τῶν θαλασσινῶν, τῶν πρῴην συναδέλφων του.
Ἡ οἰκιακὴ ἄνεσις καὶ γαλήνη τοῦ πρῴην ναυτικοῦ ἦτο σχεδὸν ἐντελής. Ἡ γυνή του, ὀλιγότεκνος, εἶχε γεννήσει ἕνα υἱόν, ἄλλο ἓν νεκροτόκιον, ἓν θυγάτριον ἀποθανὸν βρέφος καὶ πλέον οὔ. Τὸ τέκνον του, ὁ Κώστας, ὅστις εἶχε μεγαλώσει καὶ ἦτο ἤδη ἔφηβος, ἦτο τὸ μόνον στόλισμα τῆς μητρός, ἡ μόνη τοῦ πατρὸς βακτηρία. Ἓν μόνον παράπονον εἶχεν ὁ καπετὰν Γιάννης. Ἡ Διαμαντηρείζαινα, ἂν καὶ ἐξόχως καλὴ οἰκοκυρά, ἦτον, ὡς εἴπομεν, εἰς ἄκρον λεπτολόγος ὅσον ἀφορᾷ τὴν καθαριότητα τῆς οἰκίας της.
Ἡ μικρὰ οἰκοδομή, εἰς τὴν βορειανατολικὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης, συνορεύουσα μὲ κήπους, μυρίζουσα ἐξοχὴν καὶ ἄνοιξιν, συνίστατο ἀπὸ ἓν ἀνώγεων, μετὰ ἰσογείου κάτω, καὶ ἀπὸ ἓν ὑπερῷον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχετό τις διὰ σκάλας ἐξ ἑπτὰ βαθμίδων. Λέγομεν ἀνήρχετό τις ἁπλῶς διὰ τὸ σύνηθες τῆς ἐκφράσεως, διότι ἄλλως εἶναι πολὺ ἀμφίβολον ἐάν τις «ἀνήρχετο» ποτὲ εἰς τὸ ἄδυτον ἐκεῖνο. Ἡ κυρα-Διαμαντηρείζαινα τόσον τὸ ἄσπριζε, τὸ ἀσβέστωνε, τὸ ἐσφουγγάριζε, τὸ ἐπαράκαμνε ―σχεδὸν καθημερινῶς― τὸ ἀνωφερὲς ἐκεῖνο ἄδυτον τοῦ οἴκου, ὅπου εἶχε τὰ Εἰκονίσματα μὲ τὴν κανδήλαν, ὀλίγα κιβώτια, ἕνα κομό, καναπέν, κτλ., ὥστε τοῦτο ἤστραπτε κυριολεκτικῶς ἀπὸ τὴν λευκότητα καὶ τὴν καθαριότητα. Οὐδέποτε ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸν σύζυγόν της, εἰς τὸν υἱόν της, εἰς τὴν μητέρα, εἰς τὴν ἀδελφήν της, εἰς τὴν πενθεράν της, εἰς τὴν ἀνδραδέλφην της, ν᾽ ἀναβῶσιν ἐκεῖ ἐπάνω. Αὐτὴ καὶ μόνη ἀνέβαινε, συνήθως ἅπαξ τῆς ἡμέρας, τὴν ὥραν καθ᾽ ἣν ἠκούετο ὁ κώδων τοῦ ἑσπερινοῦ, διὰ νὰ ἀνάψῃ τὸ κανδήλι, νὰ κάμῃ τὸν σταυρόν της καὶ νὰ θυμιάσῃ. Πρὸς τοῦτο εἶχεν ἓν ζεῦγος ἀπὸ λευκοτάτας ἐμβάδας, τὰς ὁποίας ἐκεῖ ἐπάνω μόνον ἐφόρει. Ἀνέβαινε μὲ τὰς συνήθεις γόβας της ἕως τὸ κεφαλόσκαλον, τὰς ἄφηνεν ἐκεῖ καὶ ἐφόρει τὰς ἰδιαιτέρας ἐμβάδας ἢ κουντοῦρες*. Εἶχε καὶ δύο ἢ τρία «πατήματα» ἢ «ψαθιά», καθαρώτατα, στρωμένα κατ᾽ ἀποστάσεις, ἀνὰ ἓν καὶ ἥμισυ βῆμα, ὅπως ρίπτουν εἰς τὰ ποτάμια καὶ τὰ περάσματα τῶν χειμάρρων λίθους ἐδῶ-ἐκεῖ, κατὰ πλάτος τοῦ ρεύματος, διὰ νὰ πατήσουν· ἐπάτει εἰς αὐτά, καὶ μετ᾽ εὐλαβείας ἐπλησίαζεν εἰς τὸ εἰκονοστάσιον, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ πρὸς τοὺς ἐφεστίους χρέη.
*
* *
Ὁ ἄλλος, ὁ καπετὰν Γιάννης, διηγεῖτο ταῦτα, κατὰ τὸ φαινόμενον παραπονούμενος, ἴσως μᾶλλον πράγματι εὐχαριστημένος, εἰς τοὺς στενωτέρους φίλους του.
― Ἀκοῦς ἐσύ, βρὲ ἀδελφέ!… Νὰ ἔχῃ βάλει ὅλον τὸ σεβντά της στὸ σπίτι της, στὸ προικιό της, στὸ ἐπάνω πάτωμά της! Νὰ θέλῃ, καὶ καλά, νὰ τὸ κάμῃ νὰ μιλῇ, νὰ φέγγῃ, ν᾽ ἀστράφτῃ!… Δὲν λυπᾶται τὸν κόπο της, ἡ σκύλα, ν᾽ ἀσβεστώνῃ τρεῖς φορὲς τὴν ἑβδομάδα, πέντε φορὲς τὴν ἑβδομάδα νὰ σφουγγαρίζῃ!… Μ᾽ ἔχει ἀφανίσει στὸν ἀσβέστη, δὲν προφταίνω νὰ τῆς ἀγοράζω σφουγγάρια… Κάθε Σάββατο ἔρχεται ὁ Στέργιος ὁ Καμινὴς καὶ μοῦ γυρεύει λεπτά… Τ᾽ ἀκοῦτε σεῖς!… Οἱ βουτηχτάδες, οἱ Καλυμνιοί, οἱ Αἰγινῆτες, οἱ Τρικεριῶτες, δὲν ἔχουν ἄλλο μουστερὴ μεγαλύτερο ἀπὸ μένα… Μάθανε τώρα τὸν δρόμο, καὶ πηγαίνουν τὰ-ἴσα στὸ σπίτι. «Σφουγγάρια καλά! Σφουγγάρια καλά!» Ἀπ᾽ τὸν Θεὸ νὰ τό ᾽βρῃ, ἡ σκύλα! μ᾽ ἀφάνισε…
Ἀλλὰ καὶ τὸ κάτω πάτωμα, ἡ συνήθης κατοικία τῆς οἰκογενείας, δὲν ἔμενεν ὀπίσω εἰς τὴν καθαριότητα καὶ ἐπιμέλειαν ἐκ μέρους τῆς οἰκοκυρᾶς. Ἡ ἑστία, οἱ τοῖχοι, ἡ ὀροφή, ὅλα ἔλαμπον. Τὸ πάτωμα ἦτο στρωμένον μὲ ψάθες καὶ μὲ μεντέρια*, τὰ ὁποῖα κάθε πρωί, συχνὰ καὶ τὸ βράδυ, ἐξεστρώνοντο, ἐτινάσσοντο ἐπιμελῶς, ἐσκουπίζετο τὸ πάτωμα, εἶτα ἐσφουγγαρίζετο, πότε ὅλον, πότε μέρος, καὶ πάλιν τὰ μεντέρια ἐστρώνοντο καὶ διευθετοῦντο μετὰ φιλοκαλίας, ὥστε τὰ ἐζήλευε κανεὶς νὰ τὰ βλέπῃ.
Ἓν ἀπόγευμα, ἡ Διαμαντηρείζαινα συνέβη ν᾽ ἀνακαλύψῃ ―ἀνήκουστον πρᾶγμα― ἕνα κοριὸν ἕρποντα ἐπὶ τῆς ψάθας, προϊὸν μὴ ἔχον δικαίωμα εἰσόδου εἰς τὴν οἰκίαν. Ὑπώπτευσεν ἀμέσως ὅτι τὸ ζῳύφιον θὰ εἶχε πέσει ἀπὸ τὸ φόρεμα μιᾶς πτωχῆς γειτόνισσας, ἥτις πρὸ μικροῦ εἶχεν ἔλθει νὰ ζητήσῃ ἓν δοχεῖον ἐλαίου δανεικόν. Τόσον ἐσυγχίσθη, ὥστε ἐνῷ πρὸ μιᾶς ὥρας μόλις εἶχε στεγνώσει τὸ πάτωμα ἀπὸ τὸ πρωινὸν σφουγγάρισμα καὶ μόλις εἶχε στρώσει τὰ μεντέρια*, ἀμέσως ἐβάλθη εἰς νέον κόπον πάλιν, κι ἄρχισε νὰ τὰ ξεστρώνῃ ὅλα, ψάθες, κιλίμια, μαξιλάρες, μεντέρια, καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ ἔξω εἰς τὴν αὐλήν, νὰ τὰ τινάζῃ ἐκ νέου, νὰ ἐρευνᾷ λεπτολόγως τὸ πάτωμα, καὶ τέλος, ὅταν δὲν εὗρέ που δεύτερον ἄτομον τοῦ μυσαροῦ ζῳυφίου, ἀπεφάσισε τέλος νὰ στρώσῃ ἐκ νέου ὅλα τὰ μεντέρια της.
*
* *
Κατὰ τὴν Σύναξιν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου, τὴν ἐπαύριον τῶν Φώτων, ἑώρταζεν, ὡς εἴπομεν, καὶ ὁ καπετὰν Γιάννης ὁ Τζαφέρης, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους Γιάννηδες. Ὑπῆρχον δὲ πολλοὶ εἰς τὸ χωρίον. Σχεδὸν πᾶσα τρίτη οἰκία εἶχεν ἕνα Γιάννην ― τοὺς ὁποίους ἤξευρον ἀκριβῶς ὅλους, καὶ εἶχον τὸν κατάλογον, οἱ δύο πιστοὶ φίλοι, ὁ Ἀποστόλης ὁ Καλούμας καὶ ὁ Πέτρος ὁ Γύφταρος, ἀμφότεροι βαστάζοι τῆς ἀγορᾶς. Ἐδέχετο δὲ ἐξαιρετικῶς κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἡ Διαμαντηρείζαινα ὅλους τοὺς ἐπισκέπτας, ὅλον τὸ χωρίον, ― σχεδὸν χωρὶς νὰ μορφάζῃ. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔκαμνε θυσίαν τὸ κάτω πάτωμα τῆς οἰκίας της. Εἶχεν ὅμως ἰδιαιτέραν ὑπηρεσίαν διωργανωμένην εἰς τὴν αὐλήν, ἔνδοθεν τῆς αὐλόπορτας, διὰ τὰ ξυπόλυτα καὶ τοὺς μάγκες τῆς ἀγορᾶς, τοὺς ὁποίους ἐφίλευεν ἐκεῖ διὰ χειρὸς τῆς μητρός της ἢ τῆς ἀδελφῆς της, χωρὶς νὰ τοὺς ἐπιτρέπῃ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν οἰκίαν.
Μίαν χρονιάν, πρὶν ἔλθωσιν ἀκόμη αἱ μεγάλαι ἑορταὶ τοῦ χειμῶνος, οἱ δύο εἰρημένοι πιστοὶ φίλοι, ὁ Ἀποστόλης ὁ Καλούμας, κι ὁ Πέτρος ὁ Γύφταρος, διαβολικῇ συνεργίᾳ, εἶχαν μαλώσει μεταξύ των. Κατὰ τἆλλα ἔτη συνήθιζον οἱ δύο νὰ πηγαίνουν «κονσέρβα»*, ὡς ἔλεγαν, δηλ. ὡς δύο συμπλέοντα πλοῖα, νὰ φέρουν γύραν εἰς ὅλας τὰς οἰκίας ὅσαι ἑώρταζον, καὶ τοῦ Ἁγ. Νικολάου, καὶ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου, καὶ τὰς ἄλλας ἑορτάς, τὰς ἐχούσας πολλὰ ὀνόματα. Οἱ δύο ἀχώριστοι φίλοι, ὁ εἷς στολισμένος τὰ ἑορτάσιμα, ὁ ἕτερος μὲ τὰ μόνα ἐνδύματά του· ὁ πρῶτος φέρων εἰς τοὺς πρησμένους πόδας του πατημένα πέδιλα, ὁ δεύτερος ἀνυπόδητος, ἄρχιζαν τὸ πρωί, ἀπολείτουργα, τὴν περιοδείαν των ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρην τῆς κωμοπόλεως εἰς τὴν ἄλλην.
Μίαν φοράν, ὁ Πέτρος ὁ Γύφταρος, μὲ ἐλαφρότητα κάπως, εἶχεν εἰπεῖ αὐθαδῶς ὅτι «σηκώνουν τὰ ὑψώματα» οἱ δύο τους. Ἀκούσας τὴν ἀσεβῆ παρῳδίαν ὁ Ἀντώνης Μαραγκάκης ὁ νωματάρχης, Κρὴς τὴν πατρίδα, τοὺς ἐφίμωσε μὲ τὴν ἐπιφώνησιν:
― «Ψώματα! ψώματα!» δηλ. «ψέματα! ψέματα!» καὶ ἔκτοτε ὁ Γύφταρος δὲν ἐτόλμησε πλέον νὰ τὸ ξαναπῇ.
Ὣς τόσον ἐξηκολούθουν πάντοτε τὴν περιοδείαν των ἀνὰ τὰς οἰκίας. Ἀλλοῦ τοὺς ἐφίλευον τηγανίτες ἢ λουκουμάδες, σπανιώτερον μισὸ χαμαλί* (μικρὸν τρίγωνον γλύκισμα), συνηθέστερον λουκούμι ἢ μόνον στραγάλια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐγέμιζαν τοὺς κόλπους των. Σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ σπίτια τοὺς ἐκερνοῦσαν ροσόλι ἢ μαστίχαν ἢ ἐντοπίαν ἐκ στεμφύλων ρακήν.
Ὁ Ἀποστόλης ὁ Καλούμας συνήθιζε λίαν πρωί, τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν ποὺ εἶχαν πολλὰ ὀνόματα, διὰ νὰ μὴ κάμνῃ λάθος καὶ παραλείπῃ κανένα ἑορτάζοντα, ἐνῷ ἀκόμη ὁ κόσμος ἦτο εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ αὐτὸς ἦτο νηφάλιος, νὰ περιέρχεται ὅλας τὰς οἰκίας τῶν Γιάννηδων (ἢ τῶν Νικολάκηδων, τῶν Γιώργηδων κτλ.) καὶ νὰ σημειώνῃ δίπλα εἰς τὴν ἐξώπορταν ἢ τὴν σκάλαν, ἐπὶ τοῦ τοίχου, μὲ μικρὸν κάρβουνον, λεπτοτάτην μαύρην γραμμήν, ἓν ἰῶτα, ὁρατὸν εἰς αὐτὸν καὶ μόνον. Τοῦτο τὸ ἔκαμνε διὰ νὰ μὴ λησμονήσῃ κανένα ἑορτάζοντα, ζαλισμένος, ὅπως θὰ ἦτον, κοντὰ τὸ μεσημέρι, ἀπὸ τὰ πολλὰ πιοτά. Ὕστερον, ὅταν ἐξήρχετο τῆς οἰκίας, μετὰ τὴν ἐπίσκεψιν, ἢ καὶ πρὶν εἰσέλθῃ, λίαν ἐπιδεξίως, μὲ κιμωλίαν ἄσπριζε καὶ ἐξήλειφεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν μαύρην γραμμήν. Ἐφέτος ὅμως ὁ Πέτρος ὁ Γύφταρος ἀπεφάσισε νὰ τὸν ἐβγάλῃ ἀπ᾽ αὐτὸν τὸν κόπον.
Ἦτο τὴν πρωίαν τοῦ Ἁγίου Νικολάου, καὶ οἱ δύο φίλοι, ὡς εἴπομεν, ἦσαν μαλωμένοι. Ὁ Πέτρος ἤξευρεν ὅτι, ἀφοῦ τὰ εἶχε χαλασμένα μὲ τὸν Ἀποστόλην, οὗτος θὰ ἔκαμνε τὰς ἐπισκέψεις μόνος του, αὐτὸς δέ, ξυπόλυτος ὅπως ἦτον καὶ ἀπεριποίητος, «ἀζήλευτος», δυσκόλως θὰ ἐτόλμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς οἰκίας, καὶ δὲν θ᾽ ἀπήλαυε πολλὰ κεράσματα, οὔτε θὰ ἔπινεν ἀρκετὰ ποτὰ χωρὶς νὰ πληρώσῃ. Κοντὰ στὸν Ἀποστόλην, ὅστις ἦτον οἱονεὶ προστάτης του, ἐπέρνα κι αὐτοῦ ἡ μπογιά του. Τώρα ὅμως, μόνος του, δὲν θὰ ἐκαλοπερνοῦσε πολὺ εἰς τὰς ἐπισκέψεις.
Διὰ νὰ ἐκδικηθῇ τὸν Ἀποστόλην, ἰδοὺ τί τὸν ἐσόφισεν ὁ διάβολος νὰ πράξῃ· τὴν πρωινὴν ἐκείνην ὥραν τοῦ ὄρθρου τῆς ἑορτῆς, τῆς 6ης Δεκεμβρίου, ἐνῷ ὁ Ἀποστόλης, βαίνων ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν, ἐχάραττε τὸ μυστηριῶδες σημεῖόν του εἰς τὸ πλάι ἑκάστης θύρας, ὁ Πέτρος, ἀκολουθῶν αὐτὸν μὲ προφύλαξιν, κρυπτόμενος εἰς τὰς γωνίας καὶ τὰς ρύμας, ἤρχετο κατόπιν του, ἀνεκάλυπτε τὴν μαύρην γραμμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε χαράξει ἀρτίως ὁ Καλούμας, καθότι ἔφεγγεν ἤδη ἀρκετὰ ἡ ἀνατέλλουσα ἡμέρα, καὶ μὲ τὴν κιμωλίαν ἐπεσημείωνε καὶ ἄσπριζε τὸ μαῦρον σημεῖον. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο μόνον τὸ ἀρνητικὸν ἔγκλημα· ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλην θετικὴν ἐπιβουλήν, καὶ ὅπου ἔτυχεν εἰς τέσσαρα ἢ πέντε σπίτια, ὅπου δὲν ὑπῆρχον Νικολάκηδες ἑορτάζοντες, ἔγραψε μὲ κάρβουνον τὸ σημεῖον ὁποὺ συνήθιζεν ὁ Ἀποστόλης. Οὕτω ἦτο βέβαιος ὅτι ὁ ἀρχαῖος φίλος καὶ νῦν ἐχθρός του, θ᾽ ἀπεπλανᾶτο νὰ εἰσέλθῃ εἰς σπίτια Γεώργηδων ἢ Γιάννηδων ἢ Κωσταντήδων, ὅπου θὰ τὴν ἐπάθαινε… καὶ τότε ὁ Πέτρος, ὅστις θὰ ἐφρόντιζε νὰ βρεθῇ ἐκεῖ σιμά, ἐξ ὅλης καρδίας θὰ ἐγέλα.
*
* *
Τὴν πρωίαν, ὁ Ἀποστόλης, ἀφοῦ εἶχε γυρίσει ὅλον τὸ χωρίον, ἔφθασεν εἰς τὴν βορεινὴν ἐσχατιάν, σιμὰ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Τζαφέρη. Δίπλα εἰς τὴν αὐλὴν ταύτης ἦτο κολλητὴ μία ἄλλη αὐλόπορτα, τοῦ Νικολάκη τοῦ Κουνιέλη, ὅστις θὰ ἑώρταζε τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ὁ Ἀποστόλης ἔγραψε τὸ μαῦρον ἰῶτα πλησίον τῆς δευτέρας αὐτῆς αὐλόπορτας καὶ ἀπεμακρύνθη.
Μετὰ μίαν στιγμήν, ὁ Πέτρος ἐξῆλθεν ἀπὸ την σκιὰν μιᾶς καμπῆς τῆς ὁδοῦ, ἐπλησίασεν, ἔσβησε μὲ τὴν κιμωλίαν τὸ μαῦρον σημάδι ἀπὸ τὴν θύραν τοῦ Νικολάκη τοῦ Κουνιέλη, ἐχάραξε μαῦρον εἰς τὴν αὐλόπορταν τοῦ Γιάννη τοῦ Τζαφέρη κ᾽ ἔφυγε.
*
* *
Κοντὰ τὸ μεσημέρι, ὁ Ἀποστόλης ἀφοῦ εἶχε φάγει πολλοὺς λουκουμάδες καὶ τηγανίτες στὰ σπίτια καὶ εἶχε πίει ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ροσόλια, ρώμια καὶ ρακιά, φέρων ἀδιακόπως τὴν χεῖρα εἰς τὸν κόλπον του, ἐξάγων στραγάλια καὶ μασῶν εἰς τὸν δρόμον, ἔφθασεν εἰς τὴν γειτονιὰν τοῦ Τζαφέρη. Βλέπει τὴν μικρὰν κάθετον γραμμὴν εἰς τὴν θύραν τούτου καὶ ἀδιστάκτως εἰσέρχεται.
Τὴν ἰδίαν στιγμήν, ὁ Πέτρος ὁ Γύφταρος προβάλλει ἀπὸ μίαν γωνίαν ἐκεῖ, πλησιάζει καὶ ἵσταται ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλόπορταν.
― Καλημέρα σας! Καλὴ χρονιά! Χρόνους πολλούς!… Πολλὰ τὰ ἔτη σας! Νὰ χαίρεστε τὸ Νικολάκη σας! Νὰ ζήσετε! Ὅ,τι ἐπιποθεῖτε! Μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό, κόρη μου! Νὰ χαίρεστε! Νὰ εἶστε καλά! Νὰ ζήσῃ ὁ Νικολάκης!
Ἠκούετο ἔνδοθεν τῆς αὐλῆς ἐρχομένη, ἠχηρά, ἡ φωνὴ τοῦ Ἀποστόλη. Καὶ μετὰ μίαν στιγμήν, ἀπήντησε γυναικεία φωνή.
― Μή!… Μή!… Μή!… Μὴ μοῦ λερώνῃς τὴ σκάλα! ὄξου, Ἀποστόλη! Τί σοῦ ἦρθε; Μουρλάθηκες, Ἀποστόλη! Τί καληχρονίζεις καὶ καλὸ νὰ μὄχῃς; Τί Νικολάκη μοῦ λές;… Ἐδῶ, δίπλα, γιορτάζει ὁ Νικολάκης ὁ γείτονας… Θὰ ζαλίστηκες, πιστεύω, καημένε, ἀπ᾽ τὰ κεράσματα τὰ πολλὰ ποὺ ἤπιες στὰ σπίτια! Στὸ καλό, Ἀποστόλη!
Εἰς τὴν φωνὴν ταύτην ἀπήντησε μέγας καγχασμὸς ἀπὸ τὸν δρόμον ἔξωθεν. Καὶ συγχρόνως, ὁ Πέτρος ὁ Γύφταρος εἰσώρμησεν εἰς τὴν γειτονικὴν αὐλὴν καὶ τὴν οἰκίαν, ὅπου ἄρχισε νὰ διηγῆται εἰς τοὺς οἰκοκυραίους καὶ τοὺς ἐπισκέπτας τὸ πάθημα τοῦ Ἀποστόλη μετερχόμενος τὸ μέσον τοῦτο ὡς εἰσιτήριον διὰ τὸν ἐαυτόν του, τὸν ξυπόλυτον.
― Καλημέρα, καλὴ χρονιά σας! Νὰ χαίρεστε τὸν Νικολάκη! Ἀκοῦτε, ἀκοῦτε, τί γένηκε ἀπὸ κεῖ, στὴν αὐλὴ τοῦ γείτονά σας, τοῦ Γιάννη! Ὁ Ἀποστόλης, ὁ συνάδελφός μου, μεθυσμένος, ἔκαμε λάθος, κ᾽ ἐμβῆκε στὸ σπίτι τοῦ γείτονά σας τοῦ Γιάννη, ἀντὶ στὸ δικό σας. Ἐβίβα! Νὰ χαίρεστε!… Καλὴ χρονιά!… Αὐτὰ ἔπαθε ὁ Ἀποστόλης, ὁ φίλος μου.
(1902)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...21 Μαρτίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 21ης Μαρτίου


1800: Υπογράφεται ανάμεσα στη Ρωσία και την Τουρκία η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, με την οποία ιδρύεται η Πολιτεία των Επτά Ενωμένων Νήσων (Επτάνησα), το πρώτο ελληνικό κράτος μετά την Άλωση. Το νεοσύστατο κράτος θα είναι ανεξάρτητο, με εγγυητή της ανεξαρτησίας του τη Ρωσία, αλλά φόρου υποτελές στο σουλτάνο.
1804: Ο ναπολεόντειος κώδικας γίνεται ο ποινικός κώδικας της Γαλλίας.
1821: Οι Έλληνες επαναστάτες καταλαμβάνουν τα Καλάβρυτα. Θεωρείται η πρώτη πολεμική πράξη του Αγώνα στην Πελοπόννησο. Περίπου 600 ένοπλοι αγωνιστές με αρχηγούς τον Σωτήρη Χαραλάμπη, τον Φωτήλα, τον Σωτήρη Θεοχαρόπουλο, τον Ιωάννη Παπαδόπουλο, τον, Νικ. Σολιώτη και τους Πετιμεζαίους συγκεντρώθηκαν, πολιόρκησαν τα Καλάβρυτα και επιτέθηκαν εναντίων των Τούρκων που είχαν καταφύγει στους πύργους. Ύστερα από πενθήμερη αντίσταση (21-25Μαρτίου) ο Αρναούτογλου παραδόθηκε. Μετά την απελευθέρωση στην πόλη και στην Ιστορική Μονή της Αγίας Λαύρας τελέστηκε επίσημη δοξολογία.
1920: Γεννήθηκε ο λαϊκός συνθέτης και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού Μανώλης Χιώτης, ο οποίος στις 21 Μαρτίου του 1970, ανήμερα των 50ων γενεθλίων του, άφησε την τελευταία του πνοή.
1935: Η Περσία μετονομάζεται σε Ιράν.
1945: Β' Παγκόσμιος Πόλεμος: Στη Δανία, μετά το βομβαρδισμό των στρατηγείων της Γκεστάπο στην Κοπεγχάγη, τα αεροσκάφη της βρετανικής πολεμικής αεροπορίας (RAF) βομβαρδίζουν κατά λάθος το Γαλλικό Σχολείο, σκοτώνοντας 86 παιδιά και 10 μοναχές.
1960: Η Σφαγή του Σάρπβιλ. Μία ομάδα μαύρων, που αποτελούσαν το 90% του πληθυσμού της Νότιας Αφρικής, αποφάσισε να διαμαρτυρηθεί διαδηλώνοντας στους δρόμους, ζητώντας ίσα δικαιώματα. Όλα έγιναν αστραπιαία. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά η διαδήλωση βάφτηκε στο αίμα, αφού οι αστυνομικοί άνοιξαν πυρ προς το απροστάτευτο πλήθος. Το αποτέλεσμα; Τραγικό, 69 άνθρωποι χάνουν την ζωή τους και άλλοι 180 τραυματίζονται, ανάμεσά τους, νεαρές γυναίκες, άνδρες, αλλά και παιδιά. Με αφορμή το τραγικό αυτό γεγονός, ο ΟΗΕ ανακήρυξε την 21η Μαρτίου ως Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων.
1963: Κλείνει η περιβόητη φυλακή του Αλκατράζ, στον κόλπο του Σαν Φρανσίσκο.
1972: Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος καταργεί τον Γεώργιο Ζωιτάκη από αντιβασιλέα και αναλαμβάνει ο ίδιος το αξίωμα.
1979: Ιδρύεται η Ένωση Ποδοσφαιρικών Ανωνύμων Εταιριών (ΕΠΑΕ), υπεύθυνη για τις επαγγελματικές διοργανώσεις του επαγγελματικού ποδοσφαίρου.
1980: Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ, κηρύσσει μποϊκοτάζ στους Ολυμπιακούς Αγώνες της ίδιας χρονιάς που έγιναν στη Μόσχα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν.
1990: Η Ναμίμπια αποκτά την ανεξαρτησία της μετά από 75 χρόνια διακυβέρνησης από τη Νότιο Αφρική.
1996: Ο Κώστας Καραμανλής εκλέγεται πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας από το συνέδριο του κόμματος, διαδεχόμενος τον Μιλτιάδη Έβερτ. Στην πρώτη ψηφοφορία οι υποψήφιοι είναι τέσσερις: Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Σουφλιάς, Μιλτιάδης Έβερτ και Βύρων Πολύδωρας. Στο δεύτερο γύρο περνούν ο Κώστας Καραμανλής με 40,7% και ο Γιώργος Σουφλιάς με 30,5%. Αποκλείονται ο Μ. Έβερτ, με 25% και ο Β. Πολύδωρας με 3,4%. Στο δεύτερο γύρο, ο Καραμανλής συγκεντρώνει το 69,16% των ψήφων, έναντι 30% του αντιπάλου του Γιώργου Σουφλιά.
2002: Στο Πακιστάν, ο Αχμέντ Ομάρ Σαΐκ και τρία άλλα άτομα καταδικάζονται για την απαγωγή και τη δολοφονία του δημοσιογράφου της Wall Street Journal, Ντάνιελ Περλ.
2003: Τις πρώτες πρωινές ώρες, ξεκινούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράκ.

Γεννήσεις

1685 - Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Γερμανός συνθέτης
1921 - Μανώλης Χιώτης, Έλληνας συνθέτης του λαϊκού ρεπερτορίου
1958 - Γκάρι Όλντμαν, Βρετανός ηθοποιός
1959 - Θοδωρής Κολυδάς, Έλληνας Μετεωρολόγος
1960 - Άιρτον Σένα, Βραζιλιάνος πιλότος Φόρμουλα 1
1980 - Ροναλντίνιο, Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής
1986 - Ρωμανός Αλυφαντής, πρωταθλητής της κολύμβησης

Θάνατοι

1556 - Τόμας Κράνμερ, Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι.
1762 - Νικολά Λουί ντε Λακάιγ, Γάλλος αστρονόμος
1970 - Μανώλης Χιώτης, Έλληνας συνθέτης του λαϊκού ρεπερτορίου
1988 - Πάτρικ Στέπτοου, βρετανός ιατρικός ερευνητής, που μαζί με τον συνάδελφό του Ρόμπερτ Έντουαρτς τελειοποίησαν τη μέθοδο της εξωσωματικής γονιμοποίησης
2008 - Κλάους Ντίνγκερ, Γερμανός μουσικός και τραγουδοποιός
2012 - Τονίνο Γκουέρα, ιταλός ποιητής και σεναριογράφος, στενός συνεργάτης του Θόδωρου Αγγελόπουλου, του Φεντερίκο Φελίνι, του Μικελάντζελο Αντονιόνι και των αδελφών Ταβιάνι
2014 - Κωστής Παπαγιώργης, έλληνας δοκιμιογράφος, αρθρογράφος και μεταφραστής φιλοσοφικών έργων
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Ιακώβου του Ομολογητού και Επισκόπου.

 

Τη μνήμη του του Αγίου Ιακώβου του Ομολογητού και Επισκόπου τιμά σήμερα, 21 Μαρτίου, η Εκκλησία μας.
Ασκητής από νεαρή ηλικία ο Όσιος Ιάκωβος, διακρίθηκε για την καθαρή ζωή και την ολόψυχη προσήλωση του στα διδάγματα και τις εντολές της πίστης. Αναδείχθηκε επίσκοπος στα χρόνια των εικονομάχων και διώχθηκε σκληρά, μέχρι του σημείου να στερηθεί ακόμα και αυτό το ψωμί.

Αλλά όλη η στέρηση και η κακοπάθεια που υπέστη, δε λύγισε καθόλου το φρόνημα του. Έμεινε σταθερός μέχρι την τελευταία του πνοή, ενθυμούμενος τα λόγια του Αποστόλου των Εθνών:
«Συ ούν κακοπάθησον ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού» ( Β' προς Τιμόθεον, β' 3.).
Συ, λοιπόν, κακοπάθησε σαν καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού.
Απολυτίκιο:
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.Εγκράτειας εκλάμψας Πάτερ Ιάκωβε, ως Ιεράρχης του Λόγου και αληθής λειτουργός, ωρθοτόμησας πιστώς λόγον τον ένθεον ούπερ την χάριν βέβαιων, δι' αγώνων ευαγών, εδίδαξας προσκυνείσθε, την του Σωτήρος Εικόνα, ω και πρεσβεύεις υπέρ πάντων ημών.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Εορτάζοντες την 21ην του μηνός Μαρτίου

 Εορτάζοντες την  21ην του μηνός Μαρτίου


 

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ο Ομολογητής επίσκοπος

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΘΩΜΑΣ Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

  • ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΦΙΛΗΜΩΝ και ΔΟΜΝΙΝΟΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΒΗΡΥΛΛΟΣ επίσκοπος Κατάνης

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΠΙΩΝ ο Σιδώνιος

  • Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ "ή εν Πέργη"

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ο Μαυρουδής

  • [Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ο Νεομάρτυρας (+ 1800)]

 

Αναλυτικά

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ο Ομολογητής επίσκοπος
Ασκητής από νεαρή ηλικία ο όσιος Ιάκωβος, διακρίθηκε για την καθαρή ζωή και την ολόψυχη προσήλωση του στα διδάγματα και τις εντολές της πίστης. Αναδείχθηκε επίσκοπος στα χρόνια των εικονομάχων και διώχθηκε σκληρά, μέχρι του σημείου να στερηθεί ακόμα και αυτό το ψωμί. Άλλα όλη ή στέρηση και ή κακοπάθεια πού υπέστη, δε λύγισε καθόλου το φρόνημα του. Έμεινε σταθερός μέχρι την τελευταία του πνοή, ενθυμούμενος τα λόγια του Αποστόλου των Εθνών: "Σύ ούν κακοπάθησον ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού"1. Σύ, λοιπόν, κακοπάθησε σαν καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού.
1. Β' προς Τιμόθεον, 6' 3.


Απολυτίκιο. 'Ηχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Εγκράτειας έκλάμψας Πάτερ Ιάκωβε, ως Ιεράρχης του Λόγου και αληθής λειτουργός, ώρθοτόμησας πιστώς λόγον τον ένθεον ούπερ την χάριν βέβαιων, δι' αγώνων ευαγών, έδίδαξας προσκυνείσθε, την του Σωτήρος Εικόνα* ω και πρεσβεύεις υπέρ πάντων ημών.


Ο ΑΓΙΟΣ ΘΩΜΑΣ Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
Πρόκειται για το Θωμά τον Α' πού διαδέχτηκε τον Πατριάρχη Κυριάκο στις 23 Ιανουαρίου του 607. ο Θωμάς αυτός χειροτονήθηκε διάκονος και προήχθη σε Σακελλάριο από τον προκάτοχο του Κυριακού, Ιωάννη το Νηστευτή. Ή υπόληψη και ή εκτίμηση του αγνού εκείνου άνδρα προς τον Θωμά, αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία της ευσέβειας και της υπόλοιπης αρετής του. ο Πατριάρχης Θωμάς Α', έκτισε στο Πατριαρχείο, πού ήταν κοντά στην αγία Σοφία, τον μέγα τρίκλινο, πού από τ' όνομα του ονομάστηκε "Θωμαΐτης". Και από κάτω του ήταν ή βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου. Στην αγνότητα και την φιλευσπλαχνία της προσωπικής του ζωής, πρόσθεσε τη δόξα του αγωνιστή και ακοίμητου φύλακα της ορθόδοξης αλήθειας. Πέθανε δε την 20ή Μαρτίου του 610 και κηδεύτηκε την 22α του ίδιου μήνα, ήμερα Κυριακή.


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΦΙΛΗΜΩΝ και ΔΟΜΝΙΝΟΣ
Κατάγονταν και οι δύο από τη Ρώμη και έζησαν στα χρόνια της μεγάλης και σκληρής πάλης της ειδωλολατρίας κατά του χριστιανισμού. Με τη φλόγα του ζήλου τους για τον Χριστό, πήγαιναν σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας και κήρυτταν τον αιώνιο λόγο της σωτηρίας των ψυχών. Συνελήφθησαν και αφού τους έδειραν ανελέητα, κατόπιν τους φυλάκισαν. 'Αλλ' ή αφοσίωση τους στη χριστιανική πίστη εξακολουθούσε ακέραια, και έτσι κάτω από τα ξίφη των δημίων αξιώθηκαν του μαρτυρικού στεφάνου.


Ο ΟΣΙΟΣ ΒΗΡΥΛΛΟΣ επίσκοπος Κατάνης
Καταγόταν από την Αντιόχεια και ήταν μαθητής του αποστόλου Πέτρου. Όταν πήγε μαζί του στη Δύση, χειροτονήθηκε απ' αυτόν επίσκοπος Κατάνης της Σικελίας. Εκεί ο Βήρυλλος, ποίμανε με τον καλύτερο τρόπο το ποίμνιο του και έφερε αρκετούς στη χριστιανική πίστη. Επίσης αξιώθηκε και να θαυματουργεί. Κάποτε λοιπόν, υπήρχε μια πηγή στην Κατάνη, πού έβγαζε πικρό νερό. ο Άγιος δια της προσευχής του, μετέβαλε το πικρό νερό, σε γλυκό. Όταν είδε το θαύμα αυτό κάποιος φανατικός ειδωλολάτρης, πίστεψε στον Χριστό, και μαζί μ' αυτόν αρκετοί άλλοι. ο όσιος Βήρυλλος πέθανε σε βαθιά γεράματα και το λείψανο του ενταφιάστηκε με τιμές στην Κατάνη, όπου μέχρι σήμερα αναβλύζει μύρο και θεραπεύει ασθένειες σ' αυτούς πού προσέρχονται σ' αυτό με πίστη.


Ο ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΠΙΩΝ ο Σιδώνιος
Καταγόταν από τη Σιδώνα και έζησε κυρίως στην Αίγυπτο, όπου έλαμπε μεταξύ των ασκητών της. Αποδείχτηκε κορυφαίος στα έργα ελεημοσύνης. Δεν έδωσε μόνο όλα του τα υπάρχοντα, προκειμένου να αφιερωθεί στην ασκητική ζωή, αλλά και κατόπιν εξακολουθούσε τη φιλάνθρωπη ζωή του με θαυμαστό τρόπο. Μοίραζε στους φτωχούς όσα ευσεβείς χριστιανοί του έδιναν για τον εαυτό του, ή δε αγάπη του στους στερημένους τον ωθούσε σε υπερβολές. Το ενδιαφέρον του για την επέκταση του Ευαγγελίου, εκδηλώθηκε με σπάνιο τρόπο. Όταν τον έπιαναν οι ληστές για να τον πουλήσουν σαν δούλο, αυτός με την πειθώ πού τον διέκρινε, έκανε τους ληστές δούλους Χριστού. Κάποτε όμως τον πούλησαν σε κάποιον Λακεδαιμόνιο πρόκριτο, πού μαζί με την οικογένεια του πρέσβευε την αίρεση των Μανιχαίων. Στην αρχή ο αιρετικός ενέπαιξε τον Σεραπίωνα, ο όποιος όμως ανταπέδωσε μόνο υπομονή και γλυκύτητα. Μετά δύο χρόνια ο δούλος νίκησε τον κύριο, ο όποιος οικογενειακά προσήλθε στην 'Ορθοδοξία. Έπειτα ο Σεραπίων πήγε στην Αθήνα, όπου κέρδισε πολλές ψυχές. Και από 'κει στη Ρώμη, όπου κατόρθωσε να φέρει στην εγκράτεια πολλούς κοιλιόδουλους. Τελικά όμως επέστρεψε στην αγαπημένη του έρημο και εκεί πέθανε ειρηνικά σε βαθιά γεράματα, αξιομίμητο παράδειγμα στους εκεί μοναχούς.


Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ "η εν Πέργη"
Άγνωστη ή μάρτυς αυτή στους Συναξαριστές. Ή μνήμη της αναφέρεται στον Λαυριωτικό Κώδικα Δ 25 φ. 64 α, καθώς και ή ασματική της Ακολουθία, πού ή ακροστιχίδα του Κανόνα της αρχίζει: "Δέχου τον ύμνον ευμενώς μακαριωτάτη". Μάλλον είναι ποίημα του Θεοφάνους και εξυμνείται σαν καλλίνικος μάρτυς.


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ο Μαυρουδής
Κανονικά, σύμφωνα με την ήμερα του μαρτυρίου του 21 Μαρτίου 1547, έπρεπε να εορτάζεται αυτή την ήμερα ο Άγιος. Το Μ. Ευχολόγιο όμως, άγνωστο πώς, αναφέρει τη μνήμη του 10 Μαρτίου 1544, όπου και παραθέτουμε τη βιογραφία του.


[Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ο Νεομάρτυρας (+ 1800)]

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Σάββατο 21 Μαρτίου.

  

Το Σάββατο 21 Μαρτίου 2026 αναμένονται πρόσκαιρα φαινόμενα κατά τόπους. Θερμοκρασία σε χαμηλά για την εποχή επίπεδα. Άνεμοι έως 7 μποφόρ στο Αιγαίο.

Πιο αναλυτικά, στα ανατολικά και βορειοανατολικά ηπειρωτικά, στο Αιγαίο και στην Κρήτη αναμένονται νεφώσεις ενώ στην υπόλοιπη χώρα θα υπάρχουν αραιές νεφώσεις κατά διαστήματα πυκνότερες. Πρόσκαιρες τοπικές βροχές θα σημειωθούν στο Αιγαίο, στην Κρήτη, στο Νότιο Ιόνιο και στα ανατολικά και νότια ηπειρωτικά έως το μεσημέρι. Στη συνέχεια ανάλογα φαινόμενα θα υπάρχουν κυρίως στα ανατολικά της Θράκης, στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Λίγες χιονοπτώσεις θα σημειωθούν σε ορεινές περιοχές της Στερεάς, της Πελοποννήσου και της Κρήτης έως το πρωί. Οι συγκεντρώσεις σκόνης στην ατμόσφαιρα θα είναι ελαφρά αυξημένες κατά τόπους.

Η θερμοκρασία στη Δυτική Μακεδονία θα κυμανθεί από -2 έως 10 βαθμούς Κελσίου, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 3 έως 13, στη Θεσσαλία από 4 έως 14, στην Ήπειρο από 1 έως 15, στη Στερεά και στην Πελοπόννησο από 3 έως 14, στα νησιά του Ιονίου από 6 έως 15, στα νησιά του Βορείου και Ανατολικού Αιγαίου από 5 έως 12, στις Κυκλάδες από 8 έως 12, στα Δωδεκάνησα από 9 έως 13 και στην Κρήτη από 7 έως 14 βαθμούς Κελσίου.

Οι άνεμοι στο Αιγαίο θα πνέουν αρχικά από βόρειες διευθύνσεις 5 έως 7 μποφόρ. Στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν αρχικά από ανατολικές διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ όμως από το μεσημέρι θα γίνουν μεταβαλλόμενοι έως 3 μποφόρ.

Στην Αττική αναμένονται νεφώσεις ενώ πιθανότητα πρόσκαιρων βροχοπτώσεων υπάρχει έως το μεσημέρι, κυρίως στα βόρεια του νομού. Οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις 2 έως 4 μποφόρ και στα ανατολικά και νότια του νομού 3 έως 5 μποφόρ. Η θερμοκρασία στο κέντρο των Αθηνών θα κυμανθεί από 7 έως 12 βαθμούς Κελσίου.

Στον νομό Θεσσαλονίκης αναμένονται αραιές νεφώσεις κατά διαστήματα πυκνότερες. Οι άνεμοι θα πνέουν από βόρειες διευθύνσεις έως 3 μποφόρ. Η θερμοκρασία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης θα κυμανθεί από 7 έως 13 βαθμούς Κελσίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Ἡ Θητεία τῆς πενθερᾶς


Μικρά διηγήματα.
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Μίαν μοναχοκόρην εἶχεν ἡ χήρα Χαρμολίνα, τὴν Ἀσημένιαν. Καὶ αὕτη, πρὸ δεκαπέντε χρόνων ἤδη εἶχε νυμφευθῆ γόνον προκρίτου οἰκογενείας, τὸν Ἰάκωβον Ματθαίου. Ἦτον δὲ ὁ Ἰάκωβος Ματθαίου σχεδὸν ἴσος τὴν ἡλικίαν μὲ τὴν πενθεράν του. Ὅλοι οἱ νέοι τοῦ χωρίου εἶχον ξενιτευθῆ εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπου δὲν εὗρον τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὀνείρου των. Δυσκόλως ἀπέκτων χρήματα, δυσκολώτερον τὰ διετήρουν, καὶ ἀκόμη δυσκολώτερον ἐπαλιννόστουν. Ὅθεν ὅλα τὰ γεροντοπαλλήκαρα τοῦ τόπου, ὅσοι εἶχον μαγαζεῖον ἢ θέσιν ἢ σειράν τινα, ἐθήρευον τὰς νεαρὰς κόρας τὰς ἐχούσας προῖκα. Αἱ μόναι ζημιούμεναι ἦσαν τὰ γεροντοκόριτσα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον μοῖραν ὑπὸ τὸν ἥλιον.
Ὡς ὄνειρον τὸ ἐνθυμεῖτο ἡ Δέσποινα Χαρμολάκη, κόρη τοῦ μακαρίτου Μαραλῆ, πῶς εἶχεν ὑπανδρευθῆ κ᾽ ἐμβῆκε κι αὐτὴ στὸν κόσμον. Πράγματι, ὁ ἔγγαμος βίος της εἶχε διαρκέσει ὅσον ἓν ὄνειρον. Μίαν Κυριακὴν τοῦ τέλους Δεκεμβρίου, μετὰ τὰ Χριστούγεννα, τὴν εἶχαν στολίσει νύμφην, καὶ τὴν εἶχαν στήσει ὡς λαμπάδα ἀλύγιστην καὶ σεμνὴν καὶ τὴν εἶχαν στεφανώσει εἰς τὸ καινούργιον, καλοκτισμένον σπίτι, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχον δώσει ὡς προῖκα, κάτω εἰς τὸν αἰγιαλόν, εἰς τὸν βράχον τοῦ λιμένος, ὅπου τὸ κῦμα ἐφίλει μετὰ παφλασμοῦ τὸν μῶλον, ἐπάνω εἰς τὸν ὁποῖον ἦτον θεμελιωμένος ὁ τοῖχος τῆς κυρίας προσόψεως τῆς οἰκοδομῆς. Κι ἀνάμεσα εἰς τὸν φλοῖσβον τῶν φιλημάτων τοῦ κύματος ἔμελπον τὰ βιολιὰ καὶ τὰ λαγοῦτα, εἰς τὸν ἦχον τῶν ὁποίων ἐσύρετο ὁ χορὸς τοῦ γάμου. Καὶ ὑπὸ τὸν φλοῖσβον τοῦ κύματος, καὶ εἰς τὸν ἦχον τῶν μουσικῶν ὀργάνων, προεπέμφθησαν οἱ καλεσμένοι, οἵτινες μετὰ ὥραν ἀκόμη, εἰς τὴν πρώτην γλυκεῖαν χαραυγήν, ἐπέστρεψαν ὑπὸ τὴν οἰκίαν διὰ νὰ μέλψωσι τὰ ἐπιστρόφια*, καὶ αὐτὴ εἶχεν ἀφεθῆ εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ συζύγου της.
Εἶτα, μετὰ δύο μῆνας, ὁ νεόγαμβρος ἐμβαρκάρισε μὲ τὴν «Μανουήλα», τὸ μέγα καὶ ὀγκῶδες βρίκιον, τὸ ἰδιόκτητον τοῦ πατρός του, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἐκυβέρνα ὡς πλοίαρχος. Εἶτα, μετὰ δύο ταξίδια, κατὰ τὸ θέρος, ὁ σύζυγός της, νοσήσας βαρέως, καθὼς ἐμάνθανεν αὐτὴ εἰς τὴν πατρίδα περιμένουσα τοῦτον, εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὰ «σπιτάλια» τῆς Σμύρνης, κ᾽ ἐκεῖ ἀπέθανε. Ἡ νεαρὰ νύμφη δὲν τὸν εἶδε πλέον. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ἔτεκε θυγάτριον, τέκνον τῶν δακρύων. Τοὺς ὀνειρώδεις νυμφικοὺς πέπλους εἶχον διαδεχθῆ τάχιστα τὰ μαῦρα τῆς χηρείας δεσμά, τὰ «βαρύτερ᾽ ἀπ᾽ τὰ σίδερα», καὶ τὰ σπάργανα τοῦ βρέφους της μόνη ἡ ἐκκλησία ἠδυνήθη νὰ φαιδρύνῃ μὲ «χιτῶνα φωτεινὸν» καὶ «κουκούλιον ἀγαλλιάσεως».
Εἶτα ἡ μάννα ἔμεινεν ἰσοβίως χήρα σώφρων, θαῦμα γυναικείας ἐγκαρτερήσεως οὐχὶ ἀσύνηθες εἰς τὰς ἑλληνικὰς χώρας, πρὶν ἀνατείλωσιν αἱ «χειραφετήσεις» εἰς τὸν ὁρίζοντα, καὶ ἡ κόρη ἀνετράφη, ἐμεγάλωσεν, ἐκ κοιλίας μητρὸς ὀρφανή.
Ὁ γέρων πενθερός, ἀποθανών, ἄφησεν εἰς τὴν ἐγγονήν του μέγα μέρος τῆς κτηματικῆς περιουσίας του, ὡς καὶ χρήματά τινα. Κατ᾽ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ὁ Ἰάκωβος Ματθαίου ἦτο ἀκμαῖον γεροντοπαλλήκαρον καὶ ὅταν τοῦ ἔλεγέ τις τὴν ἡλικίαν του ἀπὸ τὰ «Ληξιαρχικά», αὐτὸς ἰσχυρίζετο ὅτι εἶχεν ὑπάρξει ὁμώνυμος ἀδελφός του, Ἰάκωβος, προαποθανὼν εἰς βρεφικὴν ἡλικίαν, πρὶν γεννηθῇ αὐτός, καὶ ὅτι ἐκεῖνος εἶναι, τὸν ὁποῖον ἀναφέρουν τὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς δὲ ἐγεννήθη ὕστερον καὶ εἶναι πολὺ νεώτερος.
Ὁ Ἰάκωβος εἶχε ζητηθῆ ἀπὸ πολλὰς νύμφας, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε καμμίαν. Διὰ τοῦτό τινες ἔλεγον ὅτι ἦτο «καλογεροταμένος», καὶ δὲν θὰ ἐνυμφεύετο ποτέ. Ἀλλὰ τὴν Ἀσημένιαν, τὴν μοναχοκόρην τῆς χήρας Χαρμολίνας, μόνος του τὴν ἐζήτησε ― καὶ τὴν ἐπῆρε.
Ἦτον σχεδὸν σαράντα χρόνων, ἐκείνη δεκαοκτώ. Ἐγκατεστάθησαν εἰς τὴν μεγάλην οἰκίαν τοῦ γέροντος πάππου ―ὄχι εἰς τὴν προικῴαν τῆς χήρας, τὴν ὁποίαν ἐξηκολούθει ἀκόμα νὰ φιλῇ τὸ κῦμα, ὅπως πάλαι εἰς τοὺς γάμους καὶ τὰ ἐπιθαλάμια ― μεθ᾽ ὅλα τῆς χηρείας τὰ μαῦρα δεσμά, καὶ τ᾽ ἁλμυρὰ τῆς θαλάσσης δάκρυα― ἀλλ᾽ εἰς τὴν εὐρεῖαν οἰκίαν μὲ τὰ διπλᾶ πατώματα, τὰς ἀποθήκας καὶ τὰ ἐλαιοτριβεῖα, τὰ πηγάδια καὶ τὰς στέρνας, μὲ τὰς αὐλάς, τοὺς κήπους καὶ τὰς ἀναδενδράδας, τὴν ὁποίαν εἶχε κληρονομήσει ἡ κόρη ἀπὸ τὸν πάππον της.
*
* *
Εἶχον παρέλθει δεκαπέντε ἔτη. Ἡ νεαρὰ νύμφη εἶχε γεννήσει ἤδη ἐννέα τέκνα, κ᾽ ἐξηκολούθει νὰ γεννᾷ ἀκόμη. Τὰ δύο εἶχον ἀποθάνει βρέφη. Τέσσαρες υἱοὶ καὶ τρία κοράσια ἐπέζων. Ἦσαν τόσον γείτονα τὴν ἡλικίαν, τόσον ἴσα εἰς τὸ ἀνάστημα, ὥστε μόνοι οἱ γονεῖς, ἡ μάμμη καὶ οἱ πλησιέστεροι γείτονες τὰ διέκρινον ἀπ᾽ ἀλλήλων. Οἱ λοιποί, καὶ στενοὶ συγγενεῖς καὶ φίλοι τῆς οἰκίας, μάτην ἐκοπίαζον διὰ νὰ μάθουν ἀκριβῶς νὰ διακρίνουν τὸν Μαθιὸν ἀπὸ τὸν Κωστήν, τὸν Κωστὴν ἀπὸ τὸν Χαραλάμπην, τὸ Ρηνιὼ ἀπὸ τὸ Δεσποινιώ, τὸ Δεσποινιὼ ἀπὸ τὸ Κατερινιώ. Ἔλεγον μόνον ἀλληγορικῶς, αἰνιττόμενοι τὴν φιλοκτημοσύνην τοῦ οἰκοδεσπότου, ὅτι «ὁ Ματθαίου εἶχεν ἀποκτήσει ἕνα καλὸ χωράφι».
Ἡ Χαρμολίνα ἐκατοίκει πλησίον τῆς κόρης της, εἰς ἓν χαμόγειον τῆς μεγάλης οἰκίας. Εἶχε «γραφῆ σκλάβα» εἰς τὸν γαμβρόν της. Ὅπως ἰσοβίως ἔφερε τῆς χηρείας τὰ δεσμά, ἰσοβίως εἶχεν ἀναλάβει καὶ τὸν ζυγὸν τῆς θητείας πλησίον τῆς κόρης της καὶ τοῦ γαμβροῦ της.
Δὲν εἶχε πλέον νὰ τῆς προξενήσῃ ἄλλους καημοὺς ἡ θάλασσα, μὲ τὰ πικρὰ φιλήματά της εἰς τὸν μῶλον τῆς παλαιᾶς οἰκίας ― τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐνοικιάσει τώρα ἐπωφελῶς ὁ γαμβρὸς εἰς ξένους ὑπαλλήλους, ἢ εἰς παρεπιδήμους πλουσίους, ἐκ Θεσσαλίας. Εὐτυχῶς, ὁ γαμβρὸς ἦτον χερσαῖος. Εἶχεν ὁ ἴδιος τὸ μαγαζί του εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν ― τὸ ὁποῖον κυρίως τοῦ ἐχρησίμευε διὰ νὰ περνᾷ ἡ ὥρα του, καὶ διὰ νὰ μοσχοπωλῇ τὰ ἴδια προϊόντα του, προπάντων ἔλαιον καὶ οἶνον μοσχᾶτον ἐκ τῶν κτημάτων του, μὴ ἐπιτρέπων κέρδος εἰς τρίτους. Συχνὰ ἔκλειε τὸ μαγαζί, καὶ ἐξετέλει ἐκδρομὰς εἰς τὰ μακρινὰ κτήματα, ὅλα σχεδὸν κληρονομίαν τοῦ γέροντος πάππου.
Εἰς τὰ εὐρύχωρα παραρτήματα τῆς οἰκίας, τοὺς κήπους καὶ τὰ προαύλια, καὶ εἰς τὸ ἐλαιοτριβεῖον ―τὸ ὁποῖον ἐσχόλαζε δεκαοκτὼ μῆνας εἰς τοὺς εἰκοσιτέσσαρας, καὶ ὅλον αὐτὸν τὸν καιρὸν ἐχρησίμευεν, ὡς πλυσταρεῖον, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀποθήκη― εἶχεν ὄρνιθες, πάπιες, χῆνες, μίαν προβατίναν μὲ τὸ ἀρνί της, μίαν κατσίκαν μὲ τὰ ἐρίφιά της, δύο μικρὰ γουρουνόπουλα (τὰ ὁποῖα εἷς χωρικὸς εἶχε δώσει ἀπέναντι χρέους, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἦτο κατάλληλος ἐποχή, ὅπως πωληθῶσιν ἢ σφαγῶσιν, ὁ γαμβρὸς ἐπέβαλεν εἰς τὴν πενθεράν του νὰ φροντίζῃ καὶ δι᾽ αὐτά) καὶ τέλος μίαν ὄνον μὲ τὸ πουλάρι της. Ὅλ᾽ αὐτά, καθὼς καὶ τὰ ἑπτὰ παιδία, ἦσαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς πενθερᾶς.
*
* *
Ἂν ὑπῆρχεν εἰς ὅλην τὴν ἐξοχικὴν συνοικίαν, κοντὰ εἰς τὰ Λιβάδια, γυνὴ πολυάσχολος, αὕτη ἦτον ἡ Χαρμολίνα. Καὶ ἂν ὑπῆρχεν οἰκία, ἰσόγειον ἢ αὐλόγυρος, ὅπου νὰ μὴ παύῃ ποτὲ ὁ καθημερινὸς βόμβος καὶ θόρυβος, τοῦτο ἦτον ἡ αὐλὴ καὶ τὸ ἐλαιοτριβεῖον τοῦ Ἰακώβου Ματθαίου. Εἷς ξένος γείτων, ὅστις ἐγνώριζε τὰ κατ᾽ αὐτήν, καὶ τὴν ἔβλεπε συχνὰ εἰς τὸν δρόμον, ἀλλὰ δὲν εἶχε μάθει ποτὲ ἀκριβῶς νὰ προφέρῃ τ᾽ ὄνομά της, μὴ γνωρίζων πῶς νὰ τὴν ὀνομάζῃ, τὴν ἀπεκάλεσεν: «Ἡ πενθερὰ τοῦ γαμβροῦ της».
Μίαν ἡμέραν, ἡ γειτόνισσά της Γκιουλὴ ἡ Βοσταντζίνα, μία πρωτινὴ γραῖα, τῆς εἶπε:
― Τί ἤθελες, παιδάκι μου, νὰ ᾽μβῇς στὰ βάσανα τοῦ κόσμου!
Ἡ Χαρμολίνα ἐγέλασεν ἐκ καρδίας, ἀκούσασα τὴν ἐπιφώνησιν ταύτην τῆς γραίας. Ὤ! ἦτον τόσος καιρὸς ἤδη, ἀφότου αὐτὴ εἶχεν ἐμβῆ «στὰ βάσανα τοῦ κόσμου». Καὶ τῆς ἐφαίνετο ὡς ὄνειρον. Καὶ τὸ ὄνειρον εἶχε καλυφθῆ, ἐνιαυτὸν μετὰ ἐνιαυτόν, καὶ εἶχε ταφῆ εἰς τὸ παρελθὸν τὸ ἄπιστον, ὅπως εἰς τὰς κορυφὰς τῶν ὑψηλῶν ὀρέων, ὅπου αἱ χιόνες, ἀπὸ χειμῶνος εἰς χειμῶνα, καλύπτουσι τὰς χιόνας, ὥστε ἡ πολυχρόνιος μᾶζα γίνεται πλέον ὡς βράχος ἢ ὡς πάγος τοῦ Πόλου.
Ἀλλὰ τί ἐνόει ἆρα ἡ ἁπλοϊκὴ γραῖα μὲ «τὰ βάσανα τοῦ κόσμου»; Ἐνόει διατί νὰ ὑπανδρευθῇ, πρὸ τριακονταετίας, ἡ χήρα αὐτὴ ἢ διατί νὰ ὑπανδρεύσῃ τὴν κόρην της;
Ὁ λόγος τῆς ἀρχαϊκῆς γραίας τῆς ἤρχετο εἰς τὸν νοῦν, εἰς τοῦ νυσταγμοῦ τὰς μεσημβρινὰς ὥρας, τῶν μακρῶν τοῦ θέρους ἡμερῶν. Καὶ τ᾽ ὄνειρον ἢ ὁ λογισμός της, ἰδοὺ ὡς ἔγγιστα ποίαν μορφὴν ἐλάμβανε.
«Μίαν μωρίαν φαίνεται ὅτι ἔκαμα εἰς τὴν ζωήν μου, καὶ αὐτὴν δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὴν ἀποφύγω. Ἄφησα τοὺς γονεῖς μου νὰ μὲ πανδρέψουν, ἐπειδὴ ἀδύνατον ἦτον νὰ διαβάσω τὰ μαῦρα γράμματα, τὰ ὁποῖα ἡ Μοῖρα γράφει εἰς τὸ κρανίον μας, ὅπως λέγουν. Καὶ μίαν φρονιμάδα, ὡς φαίνεται, ἔκαμα, ὅτι δὲν ἀπεφάσισα νὰ ξαναπανδρευθῶ.
»Κατόπιν τῆς φρονιμάδας αὐτῆς, ἡ δευτέρα μωρία, ὁ γάμος τῆς κόρης μου, ἦτον ἐπίσης ἄφευκτος… Ἀλλὰ μήπως, ἐὰν ἡ κόρη μου ἐνυμφεύετο ἕνα νεώτερον, θὰ ἔκαμνεν ὀλιγώτερα παιδιά, καὶ θὰ εἶχα ἐγὼ ὀλιγωτέρας φροντίδας;… Ἴσως, ἂν ὁ γαμβρός μου ἦτον ναυτικὸς (ὤ! πάλιν ἡ θάλασσα μὲ τὰ φαρμάκια της!) δὲν θὰ εἶχα κατσίκες καὶ προβατίνες νὰ βόσκω, καὶ δὲν θὰ εἶχα γαϊδουρίτσαν διὰ νὰ φορτώνω ― καὶ νὰ πηγαίνω κάποτε κ᾽ ἐγὼ καβάλα, νὰ ξεκουράζωμαι ― ὤ! ἐλεεινὸν ξεκούρασμα…
»Μίαν σωτηρίαν εὑρίσκω· τὸ νὰ μὴν ἔχῃ γεννηθῆ κανεὶς ποτὲ ἢ νὰ ἔχῃ ἀποθάνει μὲ τὴν ὥρα του!…»
*
* *
Ἦτον, ἄρα, ἡ χήρα Χαρμολίνα, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ γαμβροῦ της, συνάμα κηπουρός, ὀρνιθοτρόφος, χηνοβοσκός, συβῶτις, αἰγοβοσκὸς καὶ ὀνηλάτης… καὶ συγχρόνως παραμάννα διὰ τὰ ἑπτὰ παιδία, ἐξαιρουμένου τοῦ μικροῦ, τὸ ὁποῖον ἐθήλαζεν ἀκόμη ἡ μάννα του, καὶ τοῦ ἐμβρύου, τὸ ὁποῖον αὕτη εἶχεν ἐντὸς τῆς κοιλίας της.
Εἶχε καθημερινὸν πρόγραμμα ἐργασίας, ἡ προώρως γηράσασα χήρα, ν᾽ ἀντλῇ νερόν, νὰ γεμίζῃ τὴν στέρναν, νὰ τὸ διανέμῃ στ᾽ αὐλάκια, νὰ ποτίζῃ τὰ ὀλίγα λαχανικά, ὅπως καὶ τὰς γάστρας μὲ τ᾽ ἄνθη· εἶτα νὰ ταΐζῃ τὶς κόττες, τὶς πάπιες, τὶς χῆνες, νὰ ἐλαύνῃ τὰς τελευταίας μὲ τὴν καλαμιάν, ὅταν ἐξήρχοντο εἰς τὸ λιβάδι. Ἐνίοτε νὰ πιάνῃ καυγὰν μὲ τὴν γειτόνισσαν, ἕνεκα μικρᾶς ζημίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμνε μία χήνα εἰς τὸν γειτονικὸν κῆπον· νὰ τρέφῃ τὰ δύο γουρουνόπουλα, νὰ τὰ ὁδηγῇ εἰς τὴν λάσπην τοῦ γειτονικοῦ ρεύματος διὰ νὰ κυλισθοῦν· νὰ ἐξάγῃ πρὸς βοσκὴν εἰς τὰ χωράφια τὴν κατσίκαν μὲ τὰ ἐρίφιά της, τὴν ἀμνάδα μὲ τὸ ἀρνίον της· νὰ δένῃ τὴν προβατίναν εἰς τὴν ἄκραν τοῦ κάμπου, εἰς τὴν ὑπώρειαν τοῦ μικροῦ λόφου, τὴν κατσίκαν, ὀλίγον παραπάνω, ἐπὶ τῆς κλιτύος τοῦ βραχώδους λόφου, ἀνάμεσα εἰς σχοίνους καὶ πρινάρια· νὰ ἐπισκέπτεται καὶ πάλιν κατσίκαν καὶ προβατίναν, διὰ νὰ τὰς «ἀλλάξῃ», ἤτοι τὰς μεταφέρῃ καὶ τὰς δέσῃ παρέκει. Νὰ ὁδηγῇ τὴν γαϊδουρίτσαν μὲ τὸ πουλαράκι της εἰς τὰ χωράφια, νὰ τὴν δένῃ εἰς ἕνα κορμόν, καὶ πάλιν νὰ τὴν ἐπισκέπτεται. Νὰ κουβαλᾷ ἀπὸ τὸν ἀχυρῶνα ἄχυρον διὰ τὴν ὄνον, εἰς τὰ ἰσόγεια καὶ τὰς αὐλὰς τῆς οἰκίας δεμάτια χόρτου διὰ τὴν ἀμνάδα καὶ τὴν αἶγα, διὰ τὴν νύκτα, καὶ ἐν ἐλλείψει ἐπαρκοῦς βοσκῆς. Πρὸς τὴν ἑσπέραν, ἀνάγκη πάλιν νὰ κάμῃ νέαν ἐκδρομὴν πρὸς τὰ Κοτρώνια, καὶ τὰ χωράφια, διὰ νὰ λύσῃ κατσίκαν, προβατίναν καὶ γαϊδουρίτσαν, καὶ τὰς ὁδηγήσῃ οἴκαδε εἰς τὴν αὐλήν, ὅπου ὑπῆρχε καταυλισμὸς καὶ σταυλισμὸς δι᾽ ὅλα τὰ ζωντανὰ ταῦτα. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐκδρομὰς πολλάκις ἔπαιρνε μαζί της δύο ἢ τρία ἐκ τῶν ἐγγόνων της· ἄλλοτε, ὅταν δὲν εἶχε καιρὸν νὰ τὰ πάρῃ μαζί της, καὶ ἤθελε νὰ «ξεκλεφθῇ», νὰ φύγῃ κρυφά, ὁ Μαθιὸς κι ὁ Κωστάκης καὶ τὸ Ρηνιὼ καὶ τὸ Δεσποινιὼ ἔτρεχον κατόπιν της κλαίοντα, ἀπαιτοῦντα νὰ ὑπάγουν μαζί της. Τότε ἐξ ἀνάγκης ἠργοπόρει, καὶ ὤφειλε νὰ γυρίσῃ ἐν πομπῇ, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὸ σμῆνος τῶν παιδίων, τὰ ὁποῖα ἐκράτουν στάχυα καὶ βλαστοὺς καὶ παπαροῦνες, κ᾽ ἔτρεχον ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ κυνηγοῦντα τὸ ἀρνάκι καὶ τὰ κατσικάκια, καὶ κάμνοντα τὸ πουλαράκι νὰ πηδᾷ. Κι αὐτὴ εἰς τὸ μέσον μὲ τὴν μαύρην μανδήλαν της, κρατοῦσα τὴν τριχιὰν τοῦ ὑποζυγίου, τὰ σχοινία τῆς γίδας καὶ τῆς ἀμνάδος, καὶ φωνάζουσα κ᾽ ἐπιπλήττουσα τὰ παιδία «νὰ κάμουν φρόνιμα».
Εἰς τὰ ἰσόγεια καὶ τὰς αὐλὰς τῆς οἰκίας εἶχε πάλιν ἄλλας ἐργασίας νὰ διεξάγῃ. Ὤφειλεν ἀπὸ πρωίας νὰ νίψῃ ὅλα τὰ παιδία, νὰ τὰ ἐνδύσῃ, νὰ τὰ χτενίσῃ, νὰ τὰ βάλῃ νὰ σταυρώσουν τὰ χέρια καὶ νὰ ποῦν τὸ «Πάτερ ἡμῶν» ἐμπρὸς εἰς τὰ εἰκονίσματα, νὰ τοὺς δώσῃ νὰ κολατσίσουν, τὴν φασκομηλιὰ μὲ τὸ πετμέζι καὶ τὶς ζοῦπες* ―ἤτοι τὰ καψαλιστὰ ψωμιά― ἢ νὰ τοὺς φτιάσῃ κουρκούτι καὶ ραντιστές*· ἢ καὶ τηγανόπιττες καὶ «γριὲς»* διὰ νὰ φάγουν· νὰ ὁδηγήσῃ τὰ δύο-τρία ἐξ αὐτῶν «εἰς τὸ σκολειό», νὰ τοὺς τάξῃ κοφέτα, λουκούμια, καὶ χίλιων λογιῶν «καλούδια», διὰ νὰ τὰ «ταιριάσῃ» καὶ τὰ καταφέρῃ νὰ πάγουν, νὰ ἐπιβλέπῃ ἀδιακόπως τὰ ἄλλα, νὰ ἐπαρκῇ εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις των, νὰ θεραπεύῃ ὅλας τὰς ὀρέξεις των, νὰ τὰ φυλάγῃ διὰ νὰ μὴν πέσουν στὴν στέρναν ἢ στὸ πηγάδι, νὰ τὰ «μονιάσῃ» διὰ νὰ φάγουν χωρὶς νὰ μαλώσουν τὸ μεσημέρι, νὰ τοὺς κόπτῃ ψωμὶ μὲ προσφάγι ἢ χωρὶς προσφάγι ἑπτάκις τῆς ἡμέρας, ν᾽ ἀλείφῃ τὶς φέτες τοῦ ψωμιοῦ μὲ πετμέζι ἢ μέλι ―ἐκεῖνα νὰ γλείφουν τὸ μέλι, καὶ νὰ πετοῦν τὸ ψωμί― νὰ τοὺς δίδῃ κάθε ὥραν ξερὰ σῦκα, μελόπιττα, σουτζούκια ἀπὸ μουστόπιττα καὶ καρύδια. Ἔπειτα νὰ κουνῇ τὰ δύο μικρότερα παιδία στὰ πόδια της ἁπλωμένα ἢ στὴν κούνιαν, διὰ νὰ τὰ ἀποκοιμίσῃ, νὰ τοὺς λέγῃ τραγούδια, αὐτὴ ἥτις εἶχεν ἀναμείξει τὰ ναναρίσματα τῆς κόρης της μὲ τὰ μοιρολόγια τοῦ ἀνδρός της, ὅταν ἔμεινε χήρα εἰς ἡλικίαν δεκαεννέα ἐτῶν.
Περικαλῶ τὴν Παναγιά, καὶ προσκυνῶ τὴν Πόλη,
νὰ μοῦ χαρίσῃ τὰ κλειδιά, νὰ ᾽μβῶ σὲ περιβόλι·
νὰ κόψω μῆλο κόκκινο, νὰ πιῶ νερὸ δροσᾶτο,
νὰ πέσω ν᾽ ἀποκοιμηθῶ, στὴ νεραντζιὰ ᾽ποκάτω·
νὰ πέφτουν τ᾽ ἄνθια πάνω μου, τὰ ρόδα στὴν ποδιά μου…
Καὶ πάλιν.
Κοιμήσου, καὶ παράγγειλα στὴν Πόλη τὰ προικιά σου,
στὴ Βενετιὰ τὰ ροῦχα σου, στὴ Σμύρνη τὰ καλά σου…
Ὅταν ἔλεγε «Σμύρνη», μετὰ τριάκοντα καὶ πέντε ἔτη, ἀκόμη ἐβούρκωναν τὰ μάτια της. Ἐκεῖ εἶχεν ἀποθάνει ὁ σύζυγός της.
Τέλος, εἶχε τὴν φροντίδα ὅλων τῶν παιδίων καὶ τῶν ζῴων καθ᾽ ὅλον τὸ ἀπόγευμα καὶ τὸ δειλινόν, καὶ τὴν ἑσπέραν πάλιν, ὅτε, ἐνῷ τὰ παιδία ἐμάσων ἀκόμη, τὰ μάτια τους ἐσφαλοῦσαν ἀπὸ τὴν νύσταν. Ὅταν ἤθελε νὰ τ᾽ ἀναγκάσῃ νὰ κάμουν τὴν προσευχήν των, ἔγερναν τὰ κεφάλια εἰς τὸν ὕπνον, ὅταν ἐδοκίμαζε νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν γωνίαν των νὰ τὰ κοιμίσῃ, ἔβαζαν τὶς φωνές. Συνήθως ἠναγκάζετο νὰ τὰ γδύνῃ πλαγιασμένα, καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ ἀποκοιμισμένα εἰς τὰ στρωσίδια των.
Κατόπιν, εἶχε νὰ συζητῇ μὲ τὸν γαμβρόν της καὶ νὰ δίδῃ λογαριασμόν, πότε νὰ ἐκφέρῃ γνώμας, πότε ν᾽ ἀκούῃ νουθεσίας, ὡς εἰς γενικὴν ἀνακεφαλαίωσιν ὅλων τῶν συμβάντων τῆς ἡμέρας, καὶ τῶν ζητημάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπαύριον. Τέλος, κοντὰ τὰ μεσάνυκτα, ἤρχετο καὶ δι᾽ αὐτὴν ἡ ὥρα τῆς ποθεινῆς ἀναπαύσεως.
*
* *
Ἓν ἀπόγευμα, περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ θέρους, ὅταν ἡ πλουσία βλάστησις εἶχε κατακαλύψει τὰ Λιβάδια, εὐωδία ἦτο διαχυμένη ἀνὰ τὸν κῆπον καὶ τὴν αὐλήν, καὶ ᾄσματα παιδίων ἠκούοντο γύρω-γύρω εἰς τὸν ἐξοχικὸν δρόμον, ἀνάμεσα εἰς τοὺς ἀνθοφοροῦντας φράκτας τῶν κήπων καὶ τοὺς κισσοστεφεῖς τοίχους τῶν μικρῶν ἐπαύλεων, ἡ θυγάτηρ τῆς Χαρμολίνας, ἔγκυος ἐννέα μηνῶν, εἶχεν αἰσθανθῆ τὰ πρῶτα συμπτώματα τῶν ὠδίνων. Ἡ χήρα εὑρίσκετο εἰς τὴν αὐλήν, ἀσχολουμένη εἰς μικρὰς οἰκιακὰς ἐργασίας, πλύνουσα, σκουπίζουσα, καὶ ἅμα ἐπιτηροῦσα τὰ παιδία, προτρέπουσα αὐτὰ «νὰ κάμνουν φρόνιμα», ὅπως πάντοτε, καὶ διδάσκουσα τὰς δύο μικράς, τὴν Ρηνιὼ καὶ τὴν Δεσποινιώ, ὅτι ἔπρεπε ν᾽ ἀγαποῦν τὸ νέον «νινί», τὸ ὁποῖον θὰ τοὺς ἔκαμνεν ἐντὸς ὀλίγου ἡ μάννα τους, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἔφερνε μαζί του τηγανίτες, γλυκά, καὶ χίλιων λογιῶν «καλούδια».
― Θά ᾽ναι μεγάλο τὸ νινί, γιαγιά;
― Μεγάλο, πῶς!… Κοτζὰμ ἄνθρωπος.
― Σὰν τὸ Ναννάκη θά ᾽ναι; (Γιαννάκης ἦτο τὸ τελευταῖον γεννηθέν, ἄγον διετῆ ἡλικίαν).
― Σὰν τὸ Ναννάκη; ὄχι· σὰν ἐσένα.
― Σὰν ἐμένα; Ὄχι! ζὲ σέλω ἐγώ, γιαγιά!
Τὸ Ρηνιὼ ἐπέμενεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γεννήσῃ ἀγόρι ἡ μάννα. Ἐθύμωνε, καὶ τὸ προσωπάκι της ἀγρίευεν, ἀνένευε καὶ ἐσείετο ὅλη. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀποκτήσῃ ἄλλην ἀδελφούλα, ἥτις θὰ τὴν ἐξεθρόνιζε, καθόσον αὐτὴ ἦτο ἡ τελευταία γεννηθεῖσα κόρη. Ἡ μάμμη ἐμελέτα πάντοτε κοράσιον, ἐλπίζουσα ὅτι θὰ ἐγεννᾶτο υἱός.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη μία φωνή, ὄξω, ἀπὸ τὸν δρόμον, ἕνα παιδὶ ἐφώναζε:
― Θεια-Χαρμολίνα! θειά! Λύθηκε ἡ γίδα στὰ Κοτρώνια!
Ἡ Χαρμολίνα ἔτρεξε πρὸς τὴν πύλην τοῦ ἐλαιοτριβείου, τὴν βορεινήν, κατὰ τὰ Λιβάδια.
Τὸ ξένον παιδίον, ἀφοῦ ἐφώναξεν ἀπὸ τὸν δρόμον τὴν δυσάρεστον εἴδησιν, ἔτρεξε νὰ φύγῃ. Ἡ Χαρμολίνα τὸ ἀνεκάλει:
―Ἀρέ! Ἀρὲ σύ! Ποῦ τὴν εἶδες τὴ γίδα;… Ποιὸς τὴν ἔλυσε;
― Κόπηκε τὸ σκοινί! ἔκραξε μακρόθεν ὁ μάγκας.
Κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.
Εἶχε κοπῆ τὸ σχοινὶ τῆς γίδας. Τίς οἶδε ποῖος τὸ ἔκοψε. Δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ τὸ εἶχε κόψει αὐτὸς ὁ ἴδιος μάγκας, ὅστις ἔφερε τὴν εἴδησιν.
Ἡ χήρα ἦτον ἑτοίμη νὰ τρέξῃ εἰς τὸν λόφον, πέραν τῶν Λιβαδιῶν, πρὸς ἀναζήτησιν τῆς περιπλανηθείσης γίδας.
Τὴν ἰδίαν στιγμήν, μία γειτόνισσα ἔρχεται, φέρουσα λάγηνον, παρακαλοῦσα τὴν Χαρμολίναν νὰ τῆς ἐπιτρέψῃ νὰ γεμίσῃ ὀλίγες στάμνες ἀπὸ τὸ πηγάδι. Ἡ χήρα, ἀλλοφρονοῦσα, δὲν τῆς ἔδωκεν ἀπάντησιν.
Ὁ Μαθιός, ἑξαετής, καὶ τὸ Ρηνιώ, πέντε ἐτῶν, ἔτρεχον ἄνω καὶ κάτω θορυβοῦντα εἰς τὸ ἐλαιοτριβεῖον. Ὁ Μαθιὸς ἐκράτει ἕνα παλιὸ στεφάνι ἀπὸ βαρέλι, καὶ μίαν παλαιὰν ρόκαν τῆς γιαγιᾶς, καὶ ἤθελε, μὲ τὴν ρόκαν, νὰ κάμνῃ τὸ στεφάνι νὰ τρέχῃ ὡς ρόδα. Τὸ Ρηνιὼ εἶχεν ἕνα παλιὸ καρφὶ κ᾽ ἕνα ξυραφὰν* ἀνοικτὸν εἰς τὰ χέρια της.
Συγχρόνως, ἕνας μεγάλος μάγκας ἀπὸ τὴν ἀγορὰν εἰσέρχεται ἀπὸ τὴν μεσημβρινὴν πύλην, διὰ τοῦ κήπου, φέρων ἐπ᾽ ὤμου μεγάλην δαμιτζάναν ἀδειανήν. Ὁ γαμβρός της τῆς παρήγγειλε νὰ γεμίσῃ τὴν δαμιτζάναν κρασὶ μοσχᾶτο ἀπ᾽ τὸ καλό, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε εἰς τὰ ἰσόγεια τῆς οἰκίας, καὶ νὰ τὴν στείλῃ ἀμέσως εἰς τὸ μαγαζὶ διὰ τοῦ μικροῦ βαστάζου, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς κάτι καλοὺς μουστερῆδες ξένους.
― Μὰ καλά!… Δὲν ξέρει πὼς ἡ γυναίκα του ἔχει τοὺς πόνους νὰ γεννήσῃ! εἶπεν ἡ μήτηρ. Ποιὸς νὰ προφτάσῃ σ᾽ ὅλα!…
Εἶπε μέν, ἀλλὰ συγχρόνως ἔβαλε τὸ χωνίον, κ᾽ ἔκαμε ν᾽ ἀνοίξῃ τὴν κάνουλαν τοῦ βαρελιοῦ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθη ἀποπάνω, ἀπὸ τὴν οἰκίαν, ἡ φωνὴ τῆς κόρης της:
― Μάννα!… Μάννα!…
Καὶ ἡ ἀνδραδέλφη, ἥτις εὑρίσκετο πλησίον τῆς ὠδινούσης, ἐφάνη εἰς τὴν θύραν, ἄνωθεν τῆς ἐσωτερικῆς σκάλας.
― Συμπεθέρα! τῆς ἦρθε τώρα δυνατώτερος ὁ πόνος… Ποιὸς θὰ πάῃ γιὰ τὴ μαμμή;
Καθὼς ἔκαμε ν᾽ ἀνοίξῃ τὴν κάνουλαν, ἡ γραῖα, ἐδέησε νὰ στραφῇ πρὸς τὰ ἄνω· ὁ πίρος ἀπεσπάσθη ἀποτόμως, τὸ εὐῶδες ξανθὸν μοσχᾶτον ἐχύθη μεθύσκον τὸν ἀέρα, καὶ κάμνον νὰ πάλλωσιν οἱ μυκτῆρες τοῦ μάγκα τῆς ἀγορᾶς. Ἕως νὰ προλάβῃ νὰ τὸ μαζέψῃ, ἐχύθη ἀρκετὸν καταγῆς.
― Ποιὸς θὰ πάῃ;.. Ἐγώ, συμπεθέρα!… Ὁ ἀδελφός σου μοῦ ἔστειλε τὴ δαμιτζάνα νὰ τὴ γεμίσω κρασί… Τί λές;… νὰ τοῦ παραγγείλω;… (ἤθελε νὰ προσθέσῃ «νὰ φροντίσῃ ἐκεῖνος γιὰ τὴ μαμμή;» ἀλλὰ διεκόπη· μόνον ἐπέφερε)· καὶ γιὰ τὴ γίδα, ποὺ κόπηκε τὸ σκοινί, καὶ γυρίζει στὰ Κοτρώνια, ποιὸς θὰ πάῃ;
Συγχρόνως, ἀπὸ τὸν κῆπον ἠκούσθησαν κλαυθμηραὶ φωναί:
― Γιαγιά, γιαγιά!… Νά, αὐτὸς μ᾽ ἔδειρε… Ἔλα νὰ τὸν δείρῃς!…
Τὰ δύο παιδία, ὁ Χαράλαμπος κι ὁ Μαθιός, εἶχον συγκρουσθῆ μεταξύ των. Ὁ πρῶτος ἤθελε νὰ τοῦ πάρῃ τοῦ Μαθιοῦ τὸ στεφάνι καὶ τὴν ρόκα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔπαιζεν. Οὗτος δὲν ἤθελε νὰ τὰ δώσῃ.
Ἡ πτωχὴ γειτόνισσα, ἥτις εἶχεν ἔλθει διὰ νὰ ζητήσῃ ἄδειαν ν᾽ ἀντλήσῃ ἀπὸ τὸ πηγάδι, εἶπεν:
―Ἐγὼ πάω γιὰ τὴ μαμμή, γειτόνισσα καὶ νὰ μ᾽ ἀφήσῃς νὰ πάρω νεράκι, σὰ γυρίσω.
― Γιὰ τὴ μαμμή!; εἶπεν ἡ χήρα. Νὰ ἰδοῦμε γιὰ τὴ γίδα ποιὸς θὰ πάῃ.
― Γιὰ τὴ γίδα; ποῦ ξέρω, εἶπεν ἡ γειτόνισσα.
― Δὲν εἶναι μακριά… Στὰ Κοτρώνια, κάπου θὰ ἔχῃ πιαστῆ τὸ σκοινί της. Ἐκτὸς ἂν τὴν ηὗραν οἱ δραγάτες, καὶ τὴν ἐπῆγαν στὴ Δημαρχία… Νὰ παίρνῃς νερὸ ὅλες τὶς μέρες, ἐλεύθερα, ὅσο θέλεις.
― Καλά!… Πάω γιὰ τὴ γίδα.
Καὶ ἀκουμβήσασα τὴν στάμναν της παρὰ τὸ φραγμένον μὲ πλάκας στόμιον τοῦ πηγαδιοῦ, ἐξῆλθε τρέχουσα.
Φωνὴ κλαυθμοῦ ἠκούσθη ἀπὸ τὸν δρόμον ἔξω. Τὸ Ρηνιώ, καθὼς ἐκράτει τὸν ξυραφὰν ἀνοικτόν, εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ τὴν βορεινὴν πύλην, καὶ τρέχουσα ἐπάνω εἰς τὸ λιθόστρωτον εἶχε γλιστρήσει κ᾽ ἔπεσεν. Εὐτυχῶς δὲν ἐκόπη μὲ τὸν ξυραφάν, ὅστις ἄλλως ἦτον σκουριασμένος καὶ δὲν ἔκοπτε, μόνον μὲ τὸ καρφὶ ἐβάρεσε τὰ δύο δακτυλάκια τῆς ἀριστερᾶς.
Ἡ χήρα ἔτρεξε πρὸς τὴν βορείαν θύραν, συνέλαβεν ἐν ὀργῇ τὴν μικρὰν ἐγγονήν της, τῆς ἔδωκε δύο ξυλιές ―ἥτις τότε ἔκλαυσε δυνατώτερα― κ᾽ ἔκλεισε μετὰ κρότου τὴν θύραν.
Ἐπανῆλθε πρὸς τὸ βαρέλι, ὅπου ὁ μάγκας, ὠφεληθεὶς ἀπὸ τὴν στιγμιαίαν ἀπουσίαν της εἶχε βάλει τὸ στόμα του εἰς τὸν πίρον διὰ νὰ δοκιμάσῃ τὸ μοσχᾶτον.
― Νὰ πᾷς τὴ δαμιτζάνα, καὶ νὰ τοῦ πῇς νὰ στείλῃ γιὰ τὴ μαμμή, εἶπεν ἡ Χαρμολίνα, ἅμα ἐπανελθοῦσα.
― Καλά, κυρά, εἶπεν ὁ μάγκας, ὅστις ἔγλειφε τὰ χείλη, ἐπειδὴ τοῦ ἐφάνη πολὺ καλὸν τὸ μοσχᾶτον.
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἡ φωνὴ τοῦ Ἰακώβου Ματθαίου ἠκούσθη ἀπὸ τὴν μεσημβρινὴν θύραν τοῦ ἐλαιοτριβείου, τὴν πρὸς τὸν κῆπον:
― Ἔ! τά ᾽μαθες, πεθερά, ἔκραξεν οὗτος μακρόθεν, ἡ γίδα ἔκοψε τὸ σκοινὶ στὰ Κοτρώνια κ᾽ ἐλάκησε… Τώρα μοῦ ἔφεραν τὸ χαμπέρι στὸ μαγαζί!… Δὲν σοῦ εἶπα ἐγὼ νὰ τὴν ἀφήσῃς ἐδῶ μὲ μιὰ ἀγκαλίτσα χορταράκια, νὰ βοσκᾷ;… Τί ἤθελες νὰ τὴν πᾷς στὰ Κοτρώνια, βρὲ ἀδελφέ!…
Εἶτα, ἐλθὼν πλησιέστερα.
― Τί; ἀκόμη δὲν μπορεῖς νὰ γεμίσῃς τὴ δαμιτζάνα;… Βλέπω, σοῦ χύθηκε τὸ κρασί… Ἄφεριμ*! ἴσα-ἴσα τὸ κέρδος ποὺ θελὰ-βγάλῃ κανένας! Τί λέω, τὸ κέρδος; Ἂς βγάζαμε τὰ σκαφτικὰ καὶ τὰ κλαδευτικά, ποὺ μᾶς κοστίζει αὐτὸ τὸ γλυκὸ μοσχᾶτο, ἐπέφερε μὲ ἦθος ὀξινὸν ὁ γαμβρός.
Ἡ πενθερὰ ἐγέλασεν ἀκουσίως.
― Γούρι! εἶπε.
― Καλὸ γούρι! ἐπανέλαβε στρυφνὸς ἐκεῖνος. Ἂς εἶναι… θὰ πᾷς γιὰ τὴ γίδα;
Ἡ Χαρμολίνα οὔτε λόγον ἔκαμε περὶ τῆς γυναικὸς τῆς γειτόνισσας, ἥτις εἶχε φανῆ ὁπωσοῦν πρόθυμος νὰ ὑπάγῃ πρὸς ἀναζήτησιν τῆς γίδας. Ἤξευρεν ὅτι ὁ γαμβρός της, ὅστις ἤξευρε καὶ ρητὰ διάφορα, θὰ τῆς ἔλεγε: «Μὴ ζήτει θεραπείαν σεαυτῷ» καὶ «Ὀφθαλμὸς βασιλέως πιαίνει ἵππον», καὶ τὰ τοιαῦτα.
― Οἱ πόνοι τῆς ἦρθαν δυνατώτεροι, εἶπεν ἡ Χαρμολίνα. Ποιὸς θὰ πάῃ γιὰ τὴ μαμμή;
―Ἐγὼ στέλνω γιὰ τὴ μαμμή, ἔκραξεν ἀνυπόμονος ὁ Ματθαίου. Κάμε τὸν κόπο τουλόγου σου, νὰ πᾷς νὰ ἰδῇς γιὰ τὴ γίδα… «Μὴ δῷς τὴν δόξαν σου ἑτέρῳ». Τρέξε, γλήγορα!
Κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας, ἡ Χαρμολίνα ἀκουσίως ἐνθυμήθη ἕνα σεβάσμιον κληρικόν, τὸν παπα-Γιάννην, τὸν ἐνορίτην της, ἄνθρωπον προικισμένον μ᾽ ἔκτακτον δραστηριότητα, εἰς τὸν ὁποῖον εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν εἶχε συμβῆ ποτὲ νὰ ἔχῃ νὰ ὑποδεχθῇ τὸν περιοδεύοντα Δεσπότην, ἐλθόντα εἰς τὸ χωρίον, καὶ νὰ τὸν φιλοξενήσῃ οἴκοι, καθὸ ἐπίτροπός του· νὰ ἔχῃ νὰ θάψῃ ἓν ἐγγόνι του, τέκνον μιᾶς ἐκ τῶν ἓξ θυγατέρων του, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποθάνει αὐθημερόν· νὰ ἔχῃ νὰ δεξιωθῇ, ἐλθόντας ἀπὸ τὴν πόλιν Λ… ὅλον τὸ συμπεθερολόγι τῆς νεωτέρας θυγατρός του, τέως διδασκαλίσσης, ὑπανδρευθείσης εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην· καὶ συγχρόνως, τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἡμέραν, τοῦ εἶχε κοινοποιηθῆ μία ἀπόφασις «ἐκτελεστὴ» δι᾽ ἓν παλαιὸν χρέος, δισχιλίων τόσων δραχμῶν. Καὶ ὅμως ὁ σεβάσμιος ἐκεῖνος ἱερεύς, ὅλ᾽ αὐτά, τὰ «ἔβγαλε πέρα», ὅπως καὶ ἄλλα πολλά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ὕστερον ἀπὸ δύο ὥρας εὑρέθη ἡ γίδα, ἡσύχασαν τὰ παιδιά, ἡ δαμιτζάνα μὲ τὸ μοσχᾶτον ἐπωλήθη καλὰ εἰς τὸ μαγαζὶ τοῦ Ματθαίου, καὶ ἡ κοιλοπονοῦσα ἐγέννησε καὶ ὄγδοον παιδίον, ἄρρεν ― τὸ δέκατον, συλλήβδην καὶ τῶν νεκρῶν. Ηὔξανον τὰ «χάρματα» τῆς οἰκίας, ἐπληθύνοντο τὰ βάσανα τοῦ κόσμου, ἐπολλαπλασιάζοντο οἱ κόποι κ᾽ αἱ φροντίδες τῆς πενθερᾶς.
Καὶ ἡ Χαρμολίνα, τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυκτα, ὅταν ἐδυνήθη τέλος νὰ κατακλιθῇ, ὅπως εὕρῃ ὀλίγην ἀνάπαυσιν, κατά τινα στιγμήν, αἴφνης ἐψιθύρισε:
―Ἄχ! δὲν ἐγινόμουν καλόγρια!
Δυστυχῶς δὲν ὑπῆρχον πλέον οὔτε γυναικεῖα μοναστήρια εἰς τὴν χώραν.
(1902)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα...20 Μαρτίου

 


Τα σημαντικότερα γεγονότα της 20ης Μαρτίου


1815: Ο Ναπολέων Βοναπάρτης επιστρέφει στο Παρίσι μετά τη δραπέτευσή του από το νησί Έλβα, όπου ήταν εξόριστος. Ακολουθείται από 140.000 στρατιώτες και 200.000 εθελοντές για να ξεκινήσει τη δεύτερη περίοδο της διακυβέρνησής του.
1834: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας παραπέμπονται σε δίκη με τις κατηγορίες της συνωμοσίας και της εσχάτης προδοσίας.
1835: Γίνονται οι πρώτες δημοτικές εκλογές στην Ελλάδα. Διήρκεσαν 5 μέρες (15 - 20 Μαρτίου).
1852: Εκδίδεται το βιβλίο της Χάριετ Μπίτσερ Στόου «Η καλύβα του Μπάρμπα Θωμά», όπου μέσα σε τρεις μήνες θα πουλήσει πάνω από 300.000 αντίτυπα.
1900: Ο σέρβος φυσικός Νίκολα Τέσλα λαμβάνει δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την ασύρματη μετάδοση της ηλεκτρικής ενέργειας.
1916: Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν δημοσιεύει τη Θεωρία της Σχετικότητας.
1933: Εκλέγεται Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Φράνκλιν Ρούσβελτ, ο οποίος ξεκινά την οικονομική αναστύλωση της χώρας, που μαστίζεται από το κραχ της δεκαετίας του '20. Η πολιτική που ακολούθησε θα γίνει γνωστή ως «New Deal». Την ίδια μέρα, στη Γερμανία, οι Ναζί ανοίγουν το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου.
1947: Δολοφονείται στη Θεσσαλονίκη ο Γιάννης Ζέβγος, κορυφαίο στέλεχος του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.
1952: Ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας παθαίνει βαριά ημιπληγία. Επίσημα πρωθυπουργικά καθήκοντα αναλαμβάνει ο Σοφοκλής Βενιζέλος.
1969: Ο Τζων Λένον και η Γιόκο Όνο παντρεύονται στο Γιβραλτάρ.
1986: Ο Ζακ Σιράκ γίνεται πρωθυπουργός της Γαλλίας.
1987: Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Φαρμάκων εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά του ΑΖΤ, του πρώτου φάρμακου κατά του AIDS.
1996: Ο Παναθηναϊκός νικά στο ΟΑΚΑ με 3-0 τη Λέγκια Βαρσοβίας σε αγώνα για την προημιτελική φάση του Τσάμπιονς Λιγκ και προκρίνεται θριαμβευτικά στους «4» της διοργάνωσης. Το πρώτο ματς στη Βαρσοβία είχε τελειώσει ισόπαλο χωρίς γκολ.
2003: Ξεκινάει ο βομβαρδισμός της Βαγδάτης από τις ΗΠΑ. Αμερικανικά και βρετανικά στρατεύματα εισβάλουν στη χώρα με το επιχείρημα ότι το Ιράκ κατέχει όπλα μαζικής καταστροφής.
2006: Η Ε.Ρ.Τ. θέτει σε λειτουργία ελεύθερο πρόγραμμα Ψηφιακής τηλεόρασης με τον τίτλο Ε.Ρ.Τ. Ψηφιακή. Στο πλαίσιο της ψηφιακής αυτής τηλεόρασης εκπέμπουν τα κανάλια Σπορ+, Πρίσμα+ και Σινέ+.
2007: Εκτελείται στο Ιράκ με απαγχονισμό ο Τάχα Γιασίν Ραμαντάν, πρώην αντιπρόεδρος του καθεστώτος Σαντάμ Χουσεΐν.

Γεννήσεις

43 π.Χ. - Οβίδιος, Ρωμαίος ποιητής
1828 - Ερρίκος Ίψεν, Νορβηγός δραματουργός
1882 - Ρενέ Κοτύ, Πρόεδρος της Γαλλίας
1948 - Νίκος Παπάζογλου, έλληνας τραγουδοποιός και μουσικός παραγωγός
1954 - Λιάνα Κανέλλη, Ελληνίδα δημοσιογράφος και πολιτικός
1963 - Γελένα Ρομανόβα, Ρωσίδα ολυμπιονίκης του στίβου
1963 - Μίροσλαβ Λάιτσακ, Σλοβάκος Ύπατος Αρμοστής της ΕΕ για τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη (2007-)
1988 - Γιωργος Στρεβλος, Έλληνας μάγος

Θάνατοι

1390 - Αλέξιος Γ' Μέγας Κομνηνός, αυτοκράτορας της Τραπεζούντας
1727 - Άιζαακ Νιούτον, γνωστότερος στην Ελλάδα ως Ισαάκ Νεύτων, αγγλοεβραίος φυσικός, μαθηματικός και αστρονόμος
1771 - Λουί-Μισέλ βαν Λου, Γάλλος ζωγράφος
1931 - Χέρμαν Μύλερ, Γερμανός πολιτικός
1968 - Καρλ Ντράγιερ, δανός σκηνοθέτης. («Μέρες Οργής», «Λόγος», «Γερτρούδη»)
1990 - Λεβ Γιασίν, Σοβιετικός ποδοσφαιριστής, από τους κορυφαίους τερματοφύλακες όλων των εποχών
1992 - Μπρούνο Λαβανίνι, Ιταλός φιλόλογος
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα