Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

«Δεν θα πάω ξανά στην εκκλησία!» (Διδακτική ιστορία)

 


Νεαρός μίλησε στον ιερέα και είπε:
«Δεν θα πάω ξανά στην εκκλησία!»
Ο ιερέας ρώτησε:
«Γιατί;»
Ο νεαρός απάντησε:
– Είδα τους χριστιανούς να λένε άσχημα λογια για τους άλλους χριστιανούς όλοι οι ενορίτες κοιτουσαν τα τηλέφωνα τους κατά τη διάρκεια της λειτουργίας , και αυτό είναι μόνο μερικά πράγματα που παρατήρησα … 
Ο ιερέας είπε:
– Εντάξει, αλλά προτού να φύγεις , μου κάνεις μια χάρη: Πάρτε ένα γεμάτο ποτήρι νερό και περπατήστε τρεις φορές γύρω από την εκκλησία, χωρίς να χυθεί μια μοναδική σταγόνα στο πάτωμα. Μετά από αυτό, βγείτε από την Εκκλησία, αν θέλετε.
Ο νέος τύπος σκέφτηκε ότι ήταν πολύ εύκολο!
Και πήγε τρεις φορές γύρω, όπως ζήτησε ο ιερέας. Όταν τελείωσα, είπα στον ιερέα ότι όλα ήταν έτοιμα.
Και ο ιερέας ρώτησε: «
Όταν περπατήσατε μέσα στην Εκκλησία, είδατε πώς η αδελφή σας μίλησε για άλλη αδελφή;
Ο τύπος είπε:
– Όχι.
«Έχετε δει κάποιον που κοιτάζει το τηλέφωνό του ;»
– Οχι.
«Ξέρεις γιατί;»
– Οχι.
– Εσείς εστιάζετε το νου σας στο ποτήρι για να βεβαιωθείτε ότι δεν το ανανετρεψετε και δεν θα πετάξετε το νερό.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωή μας. Όταν η προσοχή μας επικεντρώνεται στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, δεν έχουμε χρόνο να δούμε τα λάθη των άλλων!


Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ – Τ᾿ Ἀγνάντεμα.


 Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Ἐπάνω στὸν βράχον τῆς ἐρήμου ἀκτῆς, ἀπὸ παλαιοὺς λησμονημένους χρόνους, εὑρίσκετο κτισμένον τὸ ἐξωκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ὅλον τὸν χειμῶνα παπὰς δὲν ἤρχετο νὰ τὸ λειτουργήσῃ. Ὁ βορρᾶς μαίνεται καὶ βρυχᾶται ἀνὰ τὸ πέλαγος τὸ ἁπλωμένον μαυρογάλανον καὶ βαθύ, τὸ κῦμα λυσσᾷ καὶ ἀφρίζει ἐναντίον τοῦ βράχου. Κι ὁ βράχος ὑψώνει τὴν πλάτην του γίγας ἀκλόνητος, στοιχειὸ ριζωμένο βαθιὰ στὴν γῆν, καὶ τὸ ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ στεφανώνει τὴν κορυφήν του.
Ὅλον τὸν χρόνον παπὰς δὲν ἐφαίνετο καὶ καλόγηρος δὲν ἤρχετο νὰ δοξολογήσῃ. Μόνον τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων κατέβαινεν ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βραχώδους βουνοῦ, ἀπὸ τὸ λευκὸν μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, μὲ φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιὰ καὶ κυματίζοντα βαθιὰ γένεια, ἕνας γέρων ἱερεὺς «ὡς νεοττὸς τῆς ἄνω καλιᾶς τῶν Ἀγγέλων» διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ παλαιὸν λησμονημένον ἐρημοκκλήσι. Ἐκεῖ ἤρχοντο τρεῖς-τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, ἀλειτούργητοι, ἀλιβάνιστοι, ἤρχοντο μὲ τὶς φαμίλιες* των, τὶς ἀνέβγαλτες καὶ ἄπραχτες*, μὲ τὰ βοσκόπουλά των τ᾽ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα, ποὺ δὲν ἤξευραν νὰ κάμουν τὸν σταυρόν τους, διὰ ν᾽ ἁγιασθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖ· καὶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας ὁ γηραιὸς παπὰς μὲ τοὺς πτερυγίζοντας βοστρύχους εἰς τὸ φύσημα τοῦ βορρᾶ, καὶ τὴν βαθεῖαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εἰς τὸν μέγαν ἁπλωτὸν αἰγιαλόν, ἀνάμεσα εἰς ἀγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διὰ νὰ φωτίσῃ κι ἁγιάσῃ τ᾽ ἀφώτιστα κύματα.
Τὸν ἄλλον καιρὸν ἤρχοντο, συνήθως τὴν ἄνοιξιν, γυναῖκες ναυτικῶν καὶ θυγατέρες, κάτω ἀπὸ τὴν χώραν, μὲ σκοπὸν ν᾽ ἀνάψουν τὰ κανδήλια, καὶ παρακαλέσουν τὴν Παναγίαν τὴν Κατευοδώτραν νὰ ὁδηγήσῃ καὶ κατευοδώσῃ τοὺς θαλασσοδαρμένους συζύγους καὶ τοὺς πατέρας των. Ὡραῖες κοπέλες μὲ ὑποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, μὲ τραχηλιὲς ψιλοκεντημένες, μὲ τοὺς χυτοὺς βραχίονας καὶ τὰ στήθη τὰ γλαφυρά, ἤρχοντο νὰ ἱκετεύσουν διὰ τ᾽ ἀδελφάκια των ποὺ ἐθαλασσοπνίγοντο δι᾽ αὐτάς, διὰ νὰ τὶς φέρουν προικιὰ ἀπὸ τὴν Πόλιν, στολίδια ἀπὸ τὴν Βενετιάν, κειμήλια ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρειαν. «Πάντα νά ᾽ρχωνται, πάντα νὰ φέρνουν». Βοϊδάκια λογικά, ποὺ ὤργωναν ἀντὶ τῆς ξηρᾶς τὴν θάλασσαν· φρόνιμα ὅπως τὰ δύο ἐκεῖνα τέκνα τῆς ἱερείας τῆς Δήμητρος, τὰ μακαρισθέντα. Νεαραὶ γυναῖκες ρεμβάζουσαι καὶ μητέρες συλλογισμέναι ἤρχοντο διὰ νὰ καθίσουν καὶ ἀγναντέψουν.
*
* *
Ἅμα εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά, ἢ ὀψιμώτερα, ἀφοῦ εἶχαν περάσει κ᾽ αἱ Ἀπόκρεῳ, συνήθως περὶ τὴν β´ ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, ἀφοῦ εἶχαν γευθῆ πλέον ἀχινοὺς καὶ στρείδια ἀρκετά, οἱ ναυτικοί μας ἐπέβαιναν εἰς τὰ βρίκια, εἰς τὶς σκοῦνες των, κ᾽ ἐμίσευαν· ἐπήγαιναν νὰ ταξιδέψουν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καράβια καὶ γολέτες «ἔδεναν» μεσοῦντος τοῦ φθινοπώρου. Οἱ θαλασσινοί μας ἀγαποῦσαν πολὺ τῆς ἑστίας τὴν θαλπωρήν, τὸν καπνὸν τοῦ μελάθρου, καὶ τὸ θάλπος τῆς ἀγκάλης. Καὶ ὅταν ἐπανήρχετο ἡ ἄνοιξις εἰς τὴν γῆν, τότε αὐτοὶ ἐπέστρεφαν εἰς τὴν θάλασσαν.
Ἐσηκώνοντο στὰ πανιὰ τὰ αἱμωδιασμένα καὶ ναρκωμένα ἀπὸ τὴν μακρὰν ρᾳστώνην σκάφη ἀνὰ δύο ἢ τρία τὴν αὐτὴν ἡμέραν· καὶ ἡ σκούνα ἔφερνε βόλτες εἰς τὸν λιμένα, ἂν ἦτο ἐναντίος, ἢ καὶ οὔριος ἂν ἦτο, ὁ ἄνεμος. Ἡ βάρκα ἐπερίμενε διπλαρωμένη ἔξω εἰς τὴν προκυμαίαν. Ὁ καπετάνιος δὲν ἐτελείωνε τοὺς ἀποχαιρετισμοὺς εἰς τὴν οἰκίαν· καὶ ὁ λοστρόμος ἐμάκρυνε τὶς παινετάδες εἰς τὰ καπηλειά. Κ᾽ ἡ βάρκα ἐπερίμενε. Καὶ ὁ μοῦτσος ἔχασκε καθήμενος ἔξω, ἐπάνω στὸ κεφαλόσκαλον. Καὶ ὁ νεαρὸς ναύτης, ὅστις εἶχεν ἔλθει μὲ τὸν μοῦτσον τώρα ἀπὸ τὴν σκούνα, ποὺ ἦτον στὰ πανιά, ἐγίνετο ἄφαντος. Δύο ἄλλοι σύντροφοι, περασμένοι στὰ χαρτιά, ναυτολογημένοι, ἔλειπαν. Κανεὶς δὲν ἤξευρε ποῦ ἦσαν. Καὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ὁποὺ ἔφερνε βόλτες-βόλτες, κ᾽ ἐστρέφετο ὡς δεμένον περὶ κέντρον ἀόρατον ―τὸ κέντρον ἦτο μέσα εἰς τὰς καρδίας καὶ εἰς τὰς ἑστίας τῶν ναυτικῶν― ἄλλος δὲν ἦτο εἰμὴ ὁ πηδαλιοῦχος, ὁ μάγειρος, κ᾽ ἕνας ἐπιβάτης, ξένος κ᾽ ἔρημος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχαν εἰπεῖ, «τώρα, στὴ στιγμή, νά, τώρα-τώρα θὰ φύγουμε» κ᾽ εἶχε μπαρκάρει, ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δώδεκα ὥρας πρίν.
Ὁ πλοίαρχος ἔπρεπε νὰ βάλῃ ἐμπρὸς τὴν καπετάνισσαν· αὐτὴ ὤφειλε νὰ προπορευθῇ, ἐπειδὴ ἦτον τυχερή, βέβαια· κ᾽ ἔτσι ἀπεφάσιζε νὰ μπαρκάρῃ. Τέλος ἐσυμμαζεύετο ὁ λοστρόμος, ἀνεκαλύπτοντο οἱ δύο ἀπόντες σύντροφοι, ἐξεκολλοῦσε ὁ πλοίαρχος, ἔπεφταν τρομπόνια ἀρκετά, τρομπόνια ἀπὸ τὸ πλοῖον, τρομπόνια ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν· ἔκοφταν, ἐψαλίδιζαν τὶς βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ὡς νὰ ἐσφίγγοντο διὰ νὰ κόψουν τὴν ἀόρατον ἐκείνην κλωστήν, τὸ λεπτὸν ἰσχυρὸν νῆμα, ὡς μίαν τρίχα ξανθὴν μακρᾶς κυματιζούσης κόμης· καὶ τὸ σκάφος ἔβαλλε πλώρην πρὸς βορρᾶν.
*
* *
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ τὰς ἄλλας ἡμέρας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔαρος, καραβάνια γυναικῶν, ἀσκέρια, φουσᾶτα γυναικῶν, ἀνεῖρπον, ἀνέβαινον, ἀνήρχοντο ἐπάνω στὴν ρεματιάν, τὸ ρέμα-ρέμα, τὸν ἑλικοειδῆ δρομίσκον, ὅστις διαχαράσσεται ἀνὰ τοὺς λόφους τοὺς τερπνοὺς μὲ τὰς χιλιάδας τῶν ἐλαιοδένδρων, τὸν ἀειθαλῆ πρασινόφαιον στολισμὸν τῆς μεγάλης κοιλάδος μὲ τὰς ράχεις, μὲ τὰς κορυφάς, μὲ τὰς ἐσοχὰς καὶ ἐξοχάς, ἀνετώτερον ἀπὸ τὴν κυματίζουσαν ποδιὰν τῆς βοσκοπούλας τοῦ βουνοῦ, πολυπτυχώτερον ἀπὸ τὴν χρυσοκέντητον ἐσθῆτα τῆς νύμφης. Ἐπάνω εἰς τὸν βράχον τῆς ἐρήμου βορεινῆς ἀκτῆς, πλησίον εἰς τὸ λησμονημένον παρεκκλήσι τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας, ἐκεῖ ἐγίνετο τὸ μάζεμα τῶν γυναικῶν, ἡ σύναξις ἡ μεγάλη.
Τότε ἔλαμπον μὲ μεγάλες φωτιὲς τὰ κανδήλια τῆς Παναγίας τῆς Κατευοδώτρας. Ἡ γραῖα Μαλαμίτσα, ἡ κλησάρισσα τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔβαλλε τὶς φωνές· ἔκανε τὸ κακό… ἐμάλωνε μὲ ὅλες τὶς γυναῖκες. Αὐτὴ ἐπῆρε τὸ καλαθάκι της, τὴν ρόκα της, τ᾽ ἀδράχτι της, καὶ ἦλθεν ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόλαον ἐπίτηδες, κατὰ παραγγελίαν τοῦ κὺρ Ἀγγελῆ, τοῦ ἐπιτρόπου… διὰ νὰ μαλώσῃ τὶς γυναῖκες, τὶς εὐλαβητικές (ἀλλοίμονον! ἡ εὐλάβειά μας εἶναι γιὰ τὸ συφέρο! ἔλεγε σείουσα τὴν κεφαλήν), νὰ μὴν τὸ παρακάνουν καὶ χύνουν λάδια πολλὰ καὶ καταλαδώνουν τὸ ἔδαφος τοῦ ναοῦ, καὶ τὰ στασίδια, καὶ τ᾽ ἀναλόγι, καὶ τὰ δύο-τρία παμπάλαια βιβλία ποὺ ἦσαν ἐκεῖ, καὶ τὰ μανάλια καὶ τὸν τοῖχον, καὶ τὸ τέμπλο, καὶ τὶς ποδιές, καὶ αὐτὰς τὰς ἁγίας εἰκόνας. Ἀλλ᾽ οἱ γυναῖκες δὲν τὴν ἄκουαν. Τί χρειάζονται τόσες φωτιές, σὰν πυροφάνια, ἐφώναζεν ἡ γρια-Μαλαμίτσα. Αὐτὴ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν γέροντά της τὸν παπα-Γεράσιμον, ὅτι οἱ φωτιὲς τῶν κανδηλιῶν πρέπει νὰ εἶναι μικρές, τόσες δά, σὰν λαμπυρίδες. Τουκάκου. Κανεὶς δὲν τὴν ἤκουε.
Οἱ ὁρμαθοὶ τῶν γυναικῶν ὁμάδες-ὁμάδες, συγγενολόγια…, διεσπείροντο εἰς μικροὺς ὄχθους, εἰς πτυχὰς τοῦ βράχου, ἀνάμεσα εἰς θάμνους καὶ χαμόκλαδα, εἰς μέρη ὑψηλὰ καὶ εἰς μέρη ὑπήνεμα· ἤρχοντο μὲ τὰ καλαθάκια τους, μὲ τὰ μαχαιρίδιά τους… διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν ἠσχολοῦντο νὰ βγάλουν ἀγριολάχανα… μὲ τὰ προγεύματά τους τὰ σαρακοστιανά, καὶ ἀφοῦ εἶχαν ἀνάψει τὰ κανδήλια τῆς Παναγιᾶς, ἀφοῦ εἶχαν κάμει μετάνοιες στρωτὲς πολλές, κ᾽ εἶχαν κολλήσει ἀφιερώματα εἰς τὴν εἰκόνα, κ᾽ εἶχαν χορτάσει τ᾽ αὐτιά τους ἀπὸ τὰς νουθεσίας τῆς γρια-Μαλαμίτσας, ἐστρώνοντο ἐκεῖ εἰς τὴν δροσερὰν χλόην κι ἀγνάντευαν κατὰ τὸ πέλαγος.
Τὰ βοσκόπουλα ἐκεῖνα τ᾽ ἄγρια κι ἀχτένιστα κι ἁπλοϊκά, ποὺ τὶς ἔβλεπαν ἀπὸ μακρὰν σὰν σκιασμένα, ἀποροῦσαν κ᾽ ἔλεγαν:
― Κοίτα τις! στὰ μάτια ἔκαμαν*.
*
* *
Ὣς τόσον αἱ γυναῖκες τῶν θαλασσινῶν ἀγνάντευαν. Ἰδοὺ τὸ βρίκι τοῦ καπετὰν Λιμπέριου τοῦ Λιμνιοῦ· εἶχε σηκωθῆ στὰ πανιὰ ἀργὰ τὴν νύκτα· μὲ τὸ ἀπόγειο τῆς νυκτὸς ηὗρε τὸ ρέμα καὶ ἀπεμακρύνθη κ᾽ ἐχώνεψε. Κατευόδιο καλό. Ἡ προσευχὴ τῶν μικρῶν παιδιῶν του ἂς εἶναι ὡς πνοὴ στὰ πανιά, στὰ ξάρτια τοῦ καραβιοῦ σας… στὸ καλό, στὸ καλό!
Ἰδοὺ τὸ καράβι τοῦ καπετὰν Σταμάτη τοῦ Σύρραχου. Ὑπερήφανα, καμαρωμένα, ἀδελφωμένα τὰ δυό, αὐτὸ κι ὁ πλοίαρχός του, πᾶνε νὰ μᾶς φέρουν καλά, νὰ μᾶς φέρουν στολίδια. Στὸ καλό, πουλί μου, στὸ καλό!
Ἰδοὺ καὶ ἡ γολέτα τοῦ καπετὰν Μανώλη τοῦ Χατζηχάνου… Ἡ ψυχή μου, ἡ πνοή μου νὰ εἶναι πάντα στὰ πανιά σου, ὡσὰν λαμπάδα τοῦ Ἐπιταφίου, νὰ διώχνῃ τὰ μαῦρα, τὰ κατακόκκινα τελώνια, πρὶν προφτάσουν νὰ κατακαθίσουν στὰ πινά* σου. Σῦρε, πουλί μου, στὸ καλό, καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα! Στὸ καλό!
Νά κ᾽ ἡ σκούνα τοῦ καπετὰν Ἀποστόλη τοῦ Βιδελνῆ, καινούργιο σκαρί, ἡ τετάρτη ἢ πέμπτη, τὴν ὁποίαν κατορθώνει ἐντὸς δεκαετίας νὰ σκαρώσῃ, μ᾽ ὅλην τῆς τύχης τὴν καταδρομήν. Ἔπεσε πολὺ γιαλό, δὲν τὴν ηὗρε καλὰ τὸ ἀπόγειο κι ἄργησε. Διακρίνεται τὸ πλήρωμα, οἱ ἄνθρωποι σὰν ψύλλοι, ποὺ πηδοῦν ἐμπρὸς κι ὀπίσω στὴν κουβέρτα. Δούλευέ τα*, καπετάνιο μου! 〈Ἡ〉 Παναγιὰ μπροστά σας! Στὸ καλό, στὸ καλό!
*
* *
― Παιδιά μου, κορίτσια μου, ἀρχίζει νὰ ὁμιλῇ ἡ γρια-Συρραχίνα, παλαιὰ καπετάνισσα μὲ τὸ ραβδάκι της καὶ μὲ τὸ καλαθάκι της στὸ χέρι, μὲ τὰ ὀγδόντα χρόνια στὴν πλάτη της, μπόρεσε κι ἀνέβη τὸν ἀνήφορον καὶ ἦλθε ― διὰ νὰ καμαρώσῃ, ἴσως διὰ τελευταίαν φοράν, τὸ καράβι τοῦ γυιοῦ της ποὺ ἔφευγε. Ξέρετε τί μεγάλη χάρη ἔχει, καὶ πόσο καλὸ ἔκαμε στοὺς θαλασσινοὺς αὐτὸ τὸ ἐκκλησιδάκι τῆς Μεγαλόχαρης;
― Πῶς δὲν τὸ ξέρουμε, εἶπαν αἱ ἄλλαι, ἂς ἔχῃ δόξα τὸ ὄνομά της.
― Τὸ ἐξωκκλήσι αὐτὸ ἁγίασε καὶ μέρωσε ὅλο τὸ ἄγριο κῦμα· πρωτύτερα εἶχε κατάρα ὅλος αὐτὸς ὁ γιαλός.
― Γιατί;
― Βλέπετε κεῖνον τὸ βράχο, κάτω στὸ κῦμα, ποὺ ξεχωρίζει ἀπ᾽ τὸ γιαλό;… ποὺ φαίνεται σὰν ἄνθρωπος, μὲ κεφάλι καὶ μὲ στήθια… ποὺ μοιάζει σὰν γυναῖκα; Ἐκείνη εἶναι τὸ Φλανδρώ.
― Ναί, τὸ Φλανδρώ, εἶπεν ἡ ὑπερεξηκοντοῦτις Χατζηχάναινα. Κάτι ἔχω ἀκουστά μου. Ἐσὺ θὰ τὸ ξέρῃς καλύτερα, θεια-Φλωρού.
― Τὸ βλέπετε κ᾽ εἶναι ξέρα, εἶπεν ἡ Φλωρού, ἡ Συρραχίνα· μιὰ φορὰ κ᾽ ἕναν καιρὸ ἦτον ἄνθρωπος.
― Ἄνθρωπος;
― Ἄνθρωπος καθὼς ἐμεῖς. Γυναίκα.
Αἱ ἄλλαι ἤκουον μὲ ἀπορίαν. Ἡ γρια-Συρραχίνα ἤρχισε νὰ διηγῆται:
«Στὸν καιρὸ τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων, ἦτον μιὰ κόρη ἀρχοντοπούλα, ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα ἢ Φλανδρώ. Ἡ Φλανδρὼ εἶχε νοματιστῆ ἔτσι ― καθὼς μοῦ ᾽πε ὁ πνεματικός, ἀπάνω στὸν Ἁι-Χαράλαμπο· ὅσο τὸν θυμοῦμαι, μακαρία ἡ ψυχή του. Ἤμουν μικρὸ κορίτσι, δώδεκα χρονῶ, καὶ μ᾽ ἐπῆγε ἡ μάννα μου νὰ ξαγορευτῶ, τὴ Μεγάλη Τετράδη… τί νὰ ξαγορευτῶ, ἐγὼ τίποτα δὲν ἤξερα, τὰ ξεράματά μου… τὸ τί μὄλεε ὁ πνεματικὸς δὲν ἀγροικοῦσα, φωτιὰ ποὺ μ᾽ ἔ!… Τὸ νόημά του δὲν τὸ καταλάβαινα, τὰ λόγια τὰ θυμούμουν κ᾽ ὕστερ᾽ ἀπὸ χρόνια… τὸ κορίτσι πρέπει νά ᾽ναι φρόνιμο καὶ ντροπαλό, νά ᾽ναι ὑπάκοο, νὰ μὴν κοιτάζῃ τοὺς νιούς, ν᾽ ἀγαπᾷ τὸν κύρη του καὶ τὴ μαννούλα του· καὶ σὰν μεγαλώσῃ, καὶ δώσῃ ὁ Θιὸς καὶ παντρευτῇ, μὲ τὴν εὐκὴ τῶν γονιῶ της, ἄλλον νὰ μὴν ἀγαπᾷ ἀπ᾽ τὸν ἄνδρα της.
»Μὄφερε τὸ παράδειγμα τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων… Οἱ παλιοὶ Ἕλληνες, ποὺ προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα… Κεῖνον τὸν καιρὸ ἦτον μιὰ ποὺ τὴν ἔλεγαν Φλάνδρα, Φλανδρώ. Φλανδρὼ θὰ πῇ Φιλανδρώ. Φιλανδρὼ θὰ πῇ μιὰ ποὺ ἀγαπᾷ τὸν ἄνδρα της. Φλανδρὼ τὴν εἶπαν, Φλανδρὼ βγῆκε. Ἀγάπησε ὁλόψυχα τὸν ἄνδρα της, ὅσο ποὺ ἔχασε τ᾽ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, κ᾽ ἔγινε πέτρα γι᾽ αὐτό. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνο ἦτον ἕνας καραβοκύρης, ὄμορφο παλληκάρι, κι ἀγάπησε τὸ Φλανδρώ, καὶ τὴν ἐγύρεψε, καὶ τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα. Σὰν τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα, ἐσκάρωσε καινούργιο καράβι· καὶ σὰν ἐσκάρωσε τὸ καράβι, ἔγινε κι ὁ γάμος· καὶ σὰν ἔγινε ὁ γάμος, ἔρριξε τὸ καράβι στὸ γιαλό, κ᾽ ἐμπαρκάρισε κ᾽ ἐπῆγε νὰ ταξιδέψῃ.
»Τότε τὸ Φλανδρὼ ἦρθε ν᾽ ἀγναντέψῃ, σὰν καλὴ ὥρα, σ᾽ αὐτὸν τὸν ἔρμο τὸ γιαλό. Ξεκολλοῦσε ἡ ψυχή της ποὺ ἔφευγε ὁ ἄνδρας της· δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βαστάξῃ, νὰ στυλώσῃ τὴν καρδιά της. Ἀγνάντεψε τὸ καράβι ποὺ ἔφευγε, κ᾽ ἔκλαψε πικρὰ κ᾽ ἔπεσαν τὰ δάκρυά της στὰ κύματα· καὶ τὰ κύματα ἐπικράθηκαν, κ᾽ ἐφαρμακώθηκαν, καὶ θύμωσαν, κι ἀγρίεψαν κ᾽ ἐθέριεψαν… καὶ στὸ δρόμο τους ποὺ ηὗραν τὸ καράβι, ἔπνιξαν τὸν ἄνδρα τῆς Φλανδρῶς, κ᾽ ἔγινε ἀγυρισιά του… Καὶ τὸ Φλανδρὼ ἦρθε κ᾽ ἐξαναῆρθε σ᾽ αὐτὸν τὸν ἔρμο γιαλὸ κ᾽ ἐκοίταζε κι ἀγνάντευε… κ᾽ ἐπερίμενε, κ᾽ ἐκαρτεροῦσε, κι ἀπάντεχε… Πέρασαν μῆνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δυὸ χρόνια, πέρασαν τρία… καὶ τὸ καράβι πουθενὰ δὲν ἐφάνηκε… καὶ τὸ Φλανδρὼ ἔκλαψε, καὶ καταράστηκε τὴν θάλασσα, καὶ τὰ μάτια της ἐστέγνωσαν, καὶ δὲν εἶχε πλιὰ δάκρυ νὰ χύσῃ… καὶ παρακάλεσε τοὺς θεούς της ποὺ ἦταν εἴδωλα, πέτρες, νὰ τῆς κάμουν τὴ χάρη νὰ γίνῃ κι αὐτὴ εἴδωλο, βράχος, πέτρα… καὶ τὸ ζήτημά της ἔγινε καὶ τὴν ἔκαμαν βράχο ξέρα… μὲ τὸ σκῆμα τ᾽ ἀνθρωπινό, ποὺ τρίβηκε καὶ φθάρηκε ἀπ᾽ τὰ κύματα ὕστερ᾽ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια· καὶ τὸ ἀνθρωπινὸ σκῆμα φαίνεται ἀκόμα· καὶ νά ὁ βράχος ἐκεῖ, ἡ πέτρα ποὺ θαλασσοδέρνεται καὶ χτυπᾷ καὶ βογγᾷ ἀπάνω της τὸ κῦμα… κ᾽ ἡ φωνή της, τὸ βογγητό της γίνεται ἕνα μὲ τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας… Νά ἡ ξέρα ἐκεῖ. Αὐτή ᾽ναι ἡ Φλανδρώ.
»Ὕστερα, μὲ χρόνια πολλά, σὰν ἦρθε ὁ Χριστὸς ν᾽ ἁγιάσῃ τὰ νερά, γιὰ νὰ βαφτιστῇ ἡ πλάση, μιὰ χριστιανὴ ἀρχόντισσα, ἡ Χατζηγιάνναινα, ποὺ εἶχαν σκαρώσει τὰ παιδιά της δυὸ καράβια, ἔταξε στὴν Παναγία, κ᾽ ἔχτισε αὐτὸ τὸ παρακκλήσι, γιὰ τὸ καλὸ κατευόδιο τῶν παιδιῶνέ της… Ἂς δώσ᾽ ἡ Παναγιὰ καὶ σήμερα νά ᾽ναι καλὸ κατευόδιο στοὺς ἄνδρες σας, στ᾽ ἀδέρφια σας καὶ στοὺς γονιούς σας».
― Φχαριστοῦμε· ὁμοίως καὶ στὰ παιδάκια σου, θεια-Φλωρού!
*
* *
Ὁ ἥλιος ἐχαμήλωνε κατὰ τὸ βουνόν, τὰ πρῶτα πλοῖα εἶχαν γίνει ἄφαντα πρὸ ὥρας· καὶ ἡ τελευταία γολέτα, μικρὸν κατὰ μικρόν, ἐχώνευεν εἰς τὸ μέγα πέλαγος. Τὰ συγγενολόγια καὶ τὰ φουσᾶτα τῶν γυναικῶν, μὲ τὰ καλαθάκια καὶ τὰ μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ἀνὰ τοὺς λόφους, κ᾽ ἔβγαζαν καυκαλῆθρες καὶ μυρόνια, κ᾽ ἔκοφταν φτέρες κι ἀγριομάραθα. Σιγὰ-σιγὰ κατέβη ὁ ἥλιος εἰς τὸ βουνὸν καὶ αὐταὶ κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.
Ἡ νυκτερινὴ αὔρα ἐσύριζεν εἰς τὰ δένδρα, καὶ οἱ λογισμοὶ τῶν γυναικῶν ἐπετοῦσαν μαζί της, κ᾽ ἔστελλαν πολλὰς εὐχὰς εἰς τὰ κατάρτια, εἰς τὰ πανιὰ καὶ εἰς τὰ ἐξάρτια τῶν καραβιῶν. Καὶ βαθιά, εἰς τὴν σιωπὴν τῆς νυκτός, τίποτε ἄλλο δὲν ἠκούσθη εἰμὴ τὸ λάλημα τοῦ νυκτερινοῦ πουλιοῦ, καὶ τὸ ᾆσμα μιᾶς τελευταίας συντροφιᾶς ναυτικῶν, μελλόντων ν᾽ ἀναχωρήσωσιν αὔριον. «Σῦρε, πουλί μου στὸ καλό ― καὶ στὴν καλὴ τὴν ὥρα».
(1899)

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σαν σήμερα... 11 Απριλίου.


 

Τα σημαντικότερα γεγονότα της 11ης Απριλίου


1821: Οι Έλληνες σημειώνουν την πρώτη ναυτική επιτυχία τους από την έναρξη της Επανάστασης. Σπετσιώτικα πλοία αιχμαλωτίζουν τρία τουρκικά στη Μήλο.
1827: Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας ορίζει τον Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτο Κυβερνήτη του ελληνικού κράτους.
1890: Το νησί Έλις, ανοιχτά του Μανχάταν, γίνεται ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων μεταναστών προτού πατήσουν τη «Γη της Επαγγελίας». Εκεί υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις και εγκρίνεται ή όχι η είσοδός τους στις ΗΠΑ.
1899: Η Ισπανία εκχωρεί το Πουέρτο Ρίκο στις ΗΠΑ.
1914: Οι Μεγάλες Δυνάμεις απαιτούν από την Ελλάδα να εκκενώσει και την υπόλοιπη Βόρειο Ήπειρο μεταξύ Κακαβιάς και Δελβινακίου. Επίσης, απαιτούν να αποδώσει στην Τουρκία την Ίμβρο, την Τένεδο και το Καστελόριζο και να ψηφίσει τον νόμο για την παραχώρηση της νήσου Σάσονος στην Αλβανία. Την ίδια μέρα η Αϊόβα γίνεται η πρώτη αμερικανική Πολιτεία, που επιβάλλει φόρους στον καπνό.
1955: Κυκλοφορεί το πρώτο φύλλο της εβδομαδιαίας αθλητικής εφημερίδας «Αθλητικό Φως», που αργότερα μετονομάζεται σε «Φως των Σπορ» και εκδίδεται καθημερινά.
1961: Αρχίζει στο Ισραήλ η πολυσυζητημένη δίκη του ναζί, Άντολφ Άιχμαν, ο οποίος θα καταδικαστεί σε θάνατο.
1964: Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ανακοινώνει τις αποφάσεις της κυβέρνησης για την Παιδεία. Καθιερώνονται η υποχρεωτική εκπαίδευση για όλα τα παιδιά ηλικίας 6-15 ετών, η διδασκαλία της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, η δωρεάν διανομή συγγραμμάτων σε άπορους μαθητές και η εφαρμογή του «Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου».
1967: Στο «Μαρκ Χέλιγκερ Θίατερ» της Νέας Υόρκης κάνει πρεμιέρα το έργο του Ζυλ Ντασέν «Ίλια Ντάρλινγκ» (θεατρική εκδοχή της ταινίας «Ποτέ την Κυριακή») με τη Μελίνα Μερκούρη και τον Νίκο Κούρκουλο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Θα μείνει στη σκηνή για 320 παραστάσεις.
1984: Το Ανώτατο Σοβιέτ εκλέγει πρόεδρο της ΕΣΣΔ τον Κονσταντίν Τσερνιένκο.
1990: Στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ορκίζεται πρωθυπουργός της χώρας, με τη στήριξη του κόμματος της ΔΗ.ΑΝΑ. Ο Μίκης Θεοδωράκης αναλαμβάνει υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου.
1994: Η τρομοκρατική οργάνωση 17Ν επιτίθεται με ρουκέτα και εκρηκτικό μηχανισμό κατά των ασφαλιστικών εταιριών «ALICO» και «Nationale Nederlande» στο Μαρούσι. Ο αυτοσχέδιος εκτοξευτήρας που βρέθηκε σε οικοδομή, απέναντι από τα γραφεία της Alico, πιστοποίησε ότι υπεύθυνη του διπλού τρομοκρατικού χτυπήματος ήταν η 17Ν. Από τις δύο εκρήξεις προκλήθηκαν μεγάλης έκτασης ζημιές στα κτίρια όπου στεγάζονται οι δύο ασφαλιστικές εταιρείες, ενώ έσπασαν τα τζάμια σπιτιών και καταστημάτων σε μεγάλη απόσταση.
1996: Ο Παναθηναϊκός γίνεται η πρώτη ελληνική ομάδα, που κατακτά το Κύπελλο Πρωταθλητριών στο μπάσκετ. Στο τελικό του Παρισιού νικά 67-66 τη Μπαρτσελόνα.
1997: Αθώοι κρίνονται οι 17 ακτιβιστές της Greenpeace από δικαστήριο της Κορίνθου, για τη δράση τους στις εγκαταστάσεις της «Μότορ Όιλ» το 1996, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα των πολιτών στην ενεργό περιβαλλοντική δράση.
2002: Επιχειρείται πραξικόπημα κατά του προέδρου Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα.
2006: Συλλαμβάνεται στο Κορλεόνε, στην Ιταλία, ο αρχιμαφιόζος Μπερνάντο Προβεντσάνο. Ο δήμαρχος της πόλης ονομάζει δρόμο με την ημερομηνία αυτή.
2011: Τρομοκρατική βομβιστική ενέργεια στο μετρό του Μινσκ σκοτώνει 15 άτομα.

Γεννήσεις

146 - Σεπτίμιος Σεβήρος, Ρωμαίος Αυτοκράτορας
1357 - Ιωάννης Α', βασιλιάς της Πορτογαλίας
1492 - Μαργαρίτα, βασίλισσα της Ναβάρας
1755 - Τζέιμς Πάρκινσον, Άγγλος γιατρός
1770 - Τζωρτζ Κάνινγκ, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας
1798 - Μακεδόνιος Μελόνι, Ιταλός φυσικός
1803 - Ντιν Άτσεσον, πρώην υπουργός εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών
1825 - Φερντινάντ Λασσάλ, Γερμανός πολιτικός συγγραφέας και φιλόσοφος
1859 - Στέφανος Θωμόπουλος, Έλληνας συγγραφέας και ιστορικός
1901 - Αντριάνο Ολιβέτι, Ιταλός μηχανικός και εφευρέτης
1908 - Μασάρου Ιμπούκα, Ιάπωνας συνιδρυτής της εταιρείας Sony
1948 - Μαρτσέλλο Λίππι, Ιταλός προπονητής ποδοσφαίρου
1953 - Άντριου Γουάιλς, Βρετανός μαθηματικός
1963 - Ελένη Τσαλιγοπούλου, Ελληνίδα τραγουδίστρια
1968 - Σεργκέϊ Λουκυανένκο, Ρώσος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας

Θάνατοι

1034 - Ρωμανός Γ', Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
1856 - Χουάν Σανταμαρία, ο εθνικός ήρωας της Κόστα Ρίκα
1890 - Τζόζεφ Μέρικ, ο «Άνθρωπος-Ελέφαντας»
1918 - Ότο Βάγκνερ, Αυστριακός αρχιτέκτονας, εκπρόσωπος του κινήματος Αρ Νουβό
1977 - Ζακ Πρεβέρ, Γάλλος ποιητής και σεναριογράφος
1985 - Ενβέρ Χότζα, ηγέτης της Αλβανίας
1987 - Πρίμο Λέβι, Ιταλός συγγραφέας και χημικός
1991 - Δημήτρης Λάγιος, Μουσικοσυνθέτης
2010 - Αλέκος Τζανετάκος, κωμικός ηθοποιός
http://www.newsbeast.gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εορτή του Αγίου Αντίπα του Επισκόπου Περγάμου.

 


 Γιορτάζουμε σήμερα 11 Απριλίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Αντίπα του Επισκόπου Περγάμου.

Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Αντίπας έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διομιτιανού (81 - 96 μ.Χ.). Ήταν σύγχρονος των Αγίων Αποστόλων, οι οποίοι και τον χειροτόνησαν Επίσκοπο της Εκκλησίας της Περγάμου, όταν ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν εξόριστος στην Πάτμο. Στην Αποκάλυψη ο Άγιος Αντίπας αποκαλείται από τον Απόστολο Ιωάννη πιστός ιερέας και μάρτυρας (Αποκάλυψη Ιωάννου, β' 13).
Ως αρχιερέας της Εκκλησίας της Περγάμου, ποίμανε το λογικό του ποίμνιο με κάθε ευσέβεια και αρετή.
Όντας Επίσκοπος Περγάμου και ενώ ήταν πολύ γέρος, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, όταν οι δαίμονες παρουσιάσθηκαν σε αυτούς και τους είπαν ότι δεν μπορούν να κατοικούν στον τόπο εκείνο εξαιτίας του Αντίπα.
Γι' αυτό οδηγήθηκε στον ηγεμόνα και εξαναγκάστηκε με βία να αρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος (ο ηγεμόνας) κατέβαλε κάθε προσπάθεια να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό, λέγοντάς του ότι τα παλαιότερα είναι πολυτιμότερα, ενώ εκείνα που εμφανίζονται πρόσφατα δεν έχουν καμία αξία. Του είπε δηλαδή ότι η θρησκεία των εθνικών, η ειδωλολατρία, είναι παλαιά, αυξήθηκε διά μέσου των αιώνων και έχει πολλούς οπαδούς, γι' αυτό και είναι πολύ σπουδαιότερη από την πίστη των Χριστιανών, που εμφανίσθηκε τελευταία και έχει πολύ λίγους πιστούς. Στο επιχείρημα αυτό του ηγεμόνος ο Άγιος απάντησε με την ιστορία του Κάιν.
Είπε δηλαδή σε αυτόν, ότι η αδελφοκτονία του Κάιν, αν και αυτός είναι πολύ αρχαιότερος, προκάλεσε και προκαλεί τον αποτροπιασμό σε άπειρα πλήθη ανθρώπων και ουδείς ευσεβής άνθρωπος τη ζηλεύει. Ο ηγεμόνας εξοργίσθηκε πάρα πολύ από την απάντηση του Αντίπα και τότε έδωσε εντολή να τον ρίξουν σε ένα πυρωμένο χάλκινο ομοίωμα βοδιού, όπου τελειώθηκε ο βίος του, το έτος 92 μ.Χ.
Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στην Εκκλησία της Περγάμου και αναβλύζει αενάως μύρο και ιάσεις, η δε Σύναξή του ετελείτο στο πάνσεπτο Αποστολείο του Αγίου και πανευφήμου Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.
Ναός του Αγίου Αντίπα υπήρχε κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έτερος, επίσης, κείμενος μεταξύ των χωρίων Αγίου Στεφάνου και Ρηγίου (Κιουτσούκ - Τσεκμετζέ).
Απολυτίκιο:
Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.
Μυροβλύτην τον θείον και μαρτύρων τον σύναθλον, τον πανευκλεή ιεράρχην και Περγάμου τον πρόεδρον, τιμήσωμεν Αντίπαν οι πιστοί, ως τάχιστον και μέγαν ιατρόν, της δεινής οδόντων νόσου, και προς αυτόν από ψυχής βοήσωμεν· Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σού πάσιν ιάματα.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Λαμπροήμερα στον Πόντο...Ο τριήμερος εορτασμός.

 


Τα Λαμπροήμερα στον Πόντο άρχιζαν από το Μεγάλο Σάββατο, μετά την πρώτη Ανάσταση και τελείωναν την Δευτέρα του Πάσχα.

Η Ανάσταση του Κυρίου εορταζόταν με χορούς, τραγούδια και παραδοσιακά ποντιακά φαγητά, τα οποία βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι, πάντα έτοιμο να υποδεχθεί τους επισκέπτες, σ’ όλα τα σπίτια. Εξέχουσα θέση είχαν τα κόκκινα αβγά και οι λαμπροκουλούρες.

Οι άντρες, μαζεύονταν σε παρέες και με τη συνοδεία της ποντιακής λύρας, τραγουδώντας και χορεύοντας γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, για να μεταφέρουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης του Κυρίου.

Σαν γιορτή αγάπης που είναι το Πάσχα ήταν και η ευκαιρία να συμφιλιωθούν με ανθρώπους που μπορεί να είχαν μαλώσει.

Τις ημέρες αυτές έκαναν και ένα είδος "διαγωνισμού" αβγού. Από την Μεγάλη Πέμπτη που οι γυναίκες έβαφαν τα αβγά οι άντρες κυρίως, διάλεγαν και φύλαγαν τα πιο γερά για να τσουγκρίσουν, όχι μόνο στο χωριό, αλλά και στα γειτονικά χωριά.

Έκαναν όμως και ζαβολιές δημιουργώντας τεχνητά αβγά, τα τζιχτζιρίνα. Το έθιμο αυτό το τηρούν πολλοί Πόντιοι ακόμη και σήμερα.

Το βράδυ της Ανάστασης, όλη τη νύχτα, ξημέρωναν. Μετά τις 2.00, με το πρώτο λάλημα του πετεινού χτυπούσε η καμπάνα. Όλο το χωριό πήγαινε στην εκκλησία προτού ξημερώσει έβγαινε η Ανάσταση.
Μετά τις 4.00 γινόταν η λειτουργία. Όποιοι ήθελαν κάθονταν μέχρι το τέλος και οι άλλοι φεύγανε για τα σπίτια τους. Ο κόσμος είχε μαζί του αυγά, τα τσούγκριζε και έλεγε το "Χριστός Ανέστη". Το πρωί, μόλις σχολνούσε η εκκλησία, βάζανε τραπέζι και έτρωγαν ως το μεσημέρι.
Την πρώτη μέρα του Πάσχα τα καφενεία ήταν κλειστά. Όλος ο κόσμος ήταν έξω από τα σπίτια του και τσουγκρίζανε τα αυγά. Οι μεγάλοι, σε ομάδες 3 - 4 ατόμων πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι μαζί με μια λύρα, χόρευαν, τσούγκριζαν αυγά, τους κερνούσαν ούζο και μετά έφευγαν. Ερχόταν η δεύτερη Ανάσταση, η ώρα 12.00 το μεσημέρι. Πήγαινε πάλι ο κόσμος στην εκκλησία.
Μετά όλο το χωριό μαζευόταν στην κεντρική πλατεία ή μπροστά στο σχολείο, κάποιος έπαιζε γκάιντα και όλο το χωριό χόρευε γιατί όλη την νηστεία δε χόρευε κανείς. Τα παιδιά έπαιζαν κυλώντας τα αυγά τους και όποιο είχε το πιο γερό αυγό και έσπαγε τα αυγά των άλλων τους τα έπαιρνε.
Τμήμα σύνταξης
Pontos-News.Gr
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Επιτάφιος του Ρίτσου...«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου»

Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ` το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ΄ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω
Μια τραγική ιστορία αποτελεί πηγή έμπνευσης για το σπουδαίο ποιητή. Δημιουργείται η πιο γοητευτική ίσως, συνύπαρξη ποίησής του,μουσικής Μ. Θεοδωράκη, ενορχήστρωσης και διεύθυνσης ορχήστρας Μ.Χατζιδάκι σε ερμηνεία Ν. Μούσχουρη
Από τη Μανταλένα Μαρία Διαμαντή
Ποιά ιστορία ομως κρύβεται πίσω από τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου;
Το 1936, γίνεται σταδιακά στη Θεσσαλονίκη μαζική απεργία. Μια από τις διάσπαρτες συγκεντρώσεις των απεργών ήταν στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου. Τότε, αιφνιδιαστικά, αστυνομικοί, αρχίζουν να πυροβολούν προς τη συγκέντρωση. Ο απολογισμός τραγικός…12 νεκροί και πολλοί τραυματίες. Οι απεργοί αντιδρούν και αυτό που επακολουθεί είναι απερίγραπτο.Την επόμενη μέρα η εφημερίδα Ριζοσπάστης, αφιερώνει το εξώφυλλο του για αυτά τα γεγονότα. Η φωτογραφία στο εξώφυλλο τραγική..
Μια μάνα που έχασε το γιο της, θρηνεί πάνω στον άψυχο σώμα του που βρίσκεται στην άσφαλτο. Εχει χτυπηθεί από πυρά χωροφυλάκων στη Θεσσαλονίκη.
Ο Γιάννης Ρίτσος, βλέποντας την επόμενη μέρα τη φωτογραφία στο Ριζοσπάστη, συγκλονισμένος εμπνέεται από εκείνη την τραγική εικόνα, κλείνεται στη σοφίτα του, στην οδό Μεθώνης 30 και και γράφει τον Επιτάφιο. Όπως ο ίδιος λέει, «είχε κλειστεί στη σοφίτα του δύο μερόνυχτα και έγραφε, χωρίς να φάει και να κοιμηθεί, την τρίτη μέρα, δεν άντεξε, άρχισε να σβήνει…»

Ο ίδιος ο ποιητής νιώθει την ανάγκη να προλογίσει το ποίημά του. Ενημερώνει το αναγνωστικό κοινό τόσο για την πηγή έμπνευσής τους αλλά και τι θα ακολουθήσει:
Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της.
Ο Επιτάφιος γίνεται σύμβολο… Αποφασίζει να στείλει ένα αντίτυπο στον Μίκη Θεοδωράκη που τότε βρισκόταν στο Παρίσι. Στην αφιέρωση αναφέρει «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά το 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».
Ο Μίκης Θεοδωράκης το μελοποιεί και το 1960 μπαίνει στο στούντιο, στην Αθήνα.
Μαζί με τις κορυφαίες προσωπικότητες, το Γιάννη Ρίτσο και το Μίκη Θεοδωράκη, στέκεται και ο Μάνος Χατζιδάκις… Ενορχηστρώνει, διευθύνει την ορχήστρα, επιλέγει τη Νάνα Μούσχουρη να το ερμηνεύσει…

«Γιέ μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ` το τσίνορό μου,
τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μου φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ΄ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω

 

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Σας ευχόμαστε ολόψυχα ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ.

 

Ο Θείος λόγος και η θυσία της Σταύρωσης ας καθοδηγούν την κάθε σκέψη μας για να βλέπουμε πίσω με κατανόηση, μπροστά με ελπίδα, γύρω μας με αγάπη! Καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα!
tsotili blogger
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ...Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

 


Το Μεγάλο Σάββατο η Εκκλησία μας κείται στην προσδοκία της Ανάστασης. Ο Χριστός βρίσκεται στον Άδη, το σώμα Του έχει ταφεί, χωρίς όμως να γνωρίζει την φθορά που γνωρίζουν όλοι οι νεκροί, καθώς παραμένει ενωμένο με την θεότητα, ενώ η ψυχή του Χριστού βρίσκεται στην κόλαση, στο χώρο του θανάτου, όπου κηρύττει την μετάνοια. Ο Θεάνθρωπος Χριστός ολοκληρώνει το έργο της Θείας Οικονομίας, που είναι η ανάσταση όλης της Δημιουργίας και όλων των ανθρώπων, κι αυτών που ήταν εν ζωή, αλλά και αυτών που είχαν πεθάνει πριν τον ερχομό του Ιησού στον κόσμο. Ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, νικιέται δια του θανάτου του Χριστού, και όλα κινούνται στην προσδοκία της Ανάστασης, της γνήσιας ελευθερίας.
Σ’ έναν από τους πιο όμορφους ύμνους, που ολοκληρώνουν την ακολουθία του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, διαβάζουμε τα εξής θαυμάσια λόγια: “Δεύτε ίδωμεν την ζωήν ημών εν τάφω κειμένην, ίνα τους εν τάφοις κειμένους ζωοποιήση. δεύτε σήμερον, τον εξ Ιούδα υπνούντα θεώμενοι, προφητικώς αυτώ εκβοήσωμεν. Αναπεσών κεκοίμησαι ως λέων. τις εγερεί σε, βασιλεύ; αλλ’ ανάστηθι αυτεξουσίως, ο δους σεαυτόν υπέρ ημών εκουσίως. Κύριε, δόξα σοι”. Το ποιητικό αυτό κείμενο αποτυπώνει το απόσπασμα της Παλαιάς Διαθήκης, που αναφέρεται στον Ιακώβ. Ο Χριστός κοιμάται σαν το λιοντάρι, έτοιμος να ξυπνήσει, να αναστηθεί, να φέρει στον κόσμο την ελπίδα, τη χαρά της νίκης, την συντριβή του θανάτου, να φέρει στην ιστορία το πιο σπουδαίο μήνυμα, που άλλο ανώτερο δεν υπάρχει: ότι πλέον είμαστε ελεύθεροι και από το θάνατο.
Για τους περισσότερους ανθρώπους ο θάνατος είναι η έσχατη απόδειξη δουλείας. Είμαστε ανίσχυροι απέναντί του. Μπορούμε να τον απομακρύνουμε, αλλά όχι να τον υπερβούμε. Για τους περισσότερους ο θάνατος αποτελεί το βιολογικό και οριστικό τέρμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν υπάρχει λογική απόδειξη επιστροφής από το “επέκεινα”, το μετά τον θάνατο, με αποτέλεσμα η θλίψη να είναι ανυπέρβλητη. Απέναντι στον θάνατο ο άνθρωπος ζει με τον φόβο ή εκείνη την ελπίδα ότι το τέλος δεν θα έλθει.
Ο Χριστός έζησε τον θάνατο, όχι ως βιολογικό τέρμα ή ως αναπόδραστη κατάσταση, αλλά ως υπακοή στο θέλημα του Πατέρα Του. Έφτασε την φύση Του, που είχε την αθανασία δεδομένη, καθώς δεν είχε αμαρτία, στο κατώφλι του θανάτου και το πέρασε σωματικά, για να μας δείξει ότι ο θάνατος είναι το τέρμα, μόνο όταν συνοδεύεται από τον χωρισμό από το Θεό. Αυτός που ζει το Θεό με υπακοή στο θέλημά Του, αυτός που αγωνίζεται εναντίον της αμαρτίας, η οποία είναι ο θάνατος, ελευθερώνεται ακόμη και από τα δεσμά του θανάτου, γιατί ακολουθεί τον Χριστό.
“Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει. εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρη”, μας λέει ο Κύριος. Αυτό σημαίνει ότι ο θάνατος αποτελεί για μας τους θνητούς την αφορμή, πολύν καρπό να φέρουμε, αν ζούμε με υπακοή στο Θεό. Ο Χριστός μας δίδαξε ότι αυτό είναι κατορθωτό. Αν πεθάνουμε ως προς την αμαρτία, δηλαδή νεκρώσουμε τα πάθη και τις κακίες μας, τότε ουσιαστικά φέρουμε πολύν καρπό, της αγάπης, της αρετής, της πίστης στο Θεό, γιατί αυτό είναι το θέλημά Του για μας. Αν πεθάνει ο εγωισμός μας, με την άσκηση, την προσπάθεια, την ταπείνωση, την θυσία, τότε πολύν καρπό φέρουμε. Τραβάμε την χάρη και το έλεος του Θεού και τότε, ακόμα και ο βιολογικός θάνατος είναι το σημείο εκείνο της ζωής που μας απαλλάσσει από την φθορά και την αμαρτία και μας φέρνει κοντά σ’ Αυτόν που πέθανε για μας, τον Χριστό.
Ο Χριστός αναπαύεται στον τάφο σωματικά. Ο Χριστός κηρύττει στον Άδη τη Ζωή. Και θα αναστηθεί ως ο λέων, αυτεξουσίως, και θα τραβήξει μαζί Του όσους τον πίστεψαν, αλλά και όσους τον πιστεύουν, όσους τους αγγίζει το μήνυμα, το πρόσωπο, η κοινωνία μαζί Του. Ελευθερωνόμαστε από το θάνατο, χάρις στον θάνατο του Σωτήρα. Όλα πλέον είναι διαφορετικά. Δεν φοβόμαστε το θάνατο, γιατί θα μας πάει σ’ Αυτόν που μας αγαπά και αγαπούμε. Και θα περιμένουμε την Δευτέρα Παρουσία, για να γευτεί και το σώμα μας, αυτή την ανεκλάλητη χαρά. Αυτή την ανεκλάλητη ελευθερία. Αυτή την ανεκλάλητη αιώνια ζωή.
Στο Μεγάλο Σάββατο βρίσκονται τα σώματα των ανθρώπων που έφυγαν από αυτή τη ζωή. Μα όσοι ζούμε την πίστη, όσοι αγαπούμε, όσοι συγχωρούμε, όσοι κοινωνούμε έχουμε μπει ήδη στην ογδόη ημέρα. Την ημέρα της Εκκλησίας. Την Ημέρα της Ανάστασης. Την Κυριακή, την ημέρα του Κυρίου…
του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού, Θεολόγου- Φιλολόγου
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ για Σάββατο 11 Απριλίου.


 Νεφώσεις με τοπικές βροχές κυρίως στα βόρεια και ανατολικά ηπειρωτικά. Άνεμοι έως 3-4 μποφόρ στα πελάγη.

Πιο αναλυτικά, το Μ. Σάββατο 11/04/2026 αναμένονται νεφώσεις με τοπικές βροχές κυρίως στα βόρεια και ανατολικά ηπειρωτικά και στην Κρήτη. Τοπικές χιονοπτώσεις αναμένονται στα βόρεια/βορειοανατολικά ορεινά πάνω από τα 1200 μέτρα.

Η θερμοκρασία θα κυμανθεί στη Δυτική Μακεδονία από 2 έως 18 βαθμούς Κελσίου, στην υπόλοιπη Μακεδονία και στη Θράκη από 1 έως 16-17 βαθμούς Κελσίου, στη Θεσσαλία από 4 έως 19-20 βαθμούς Κελσίου, στην Ήπειρο από 4 έως 20 βαθμούς Κελσίου, στα υπόλοιπα ηπειρωτικά από 3 έως 21 βαθμούς Κελσίου, στα Επτάνησα από 9 έως 19 βαθμούς Κελσίου και στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη από 8 έως 19-21 βαθμούς Κελσίου.

Στο Αιγαίο και στο Ιόνιο οι άνεμοι θα πνέουν από διάφορες διευθύνσεις με εντάσεις έως 3 και τοπικά 4 μποφόρ.

Στο νομό Αττικής αναμένονται νεφώσεις με πιθανότητα για τοπικές βροχές. Οι άνεμοι θα πνέουν από νότιες γενικά διευθύνσεις με εντάσεις έως 2 και τοπικά 3 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 14 έως 17-18 βαθμούς Κελσίου.

Στη Θεσσαλονίκη αναμένονται νεφώσεις με τοπικές βροχές κυρίως τις πρωινές ώρες. Οι άνεμοι θα πνέουν από νότιες γενικά διευθύνσεις με εντάσεις έως 2-3 μποφόρ. Η θερμοκρασία θα κυμανθεί από 10 έως 15 βαθμούς Κελσίου.

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Εoρτάζοντες την 11ην του μηνός Απριλίου.

 Εoρτάζοντες την  11ην του μηνός Απριλίου


 

  • Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΙΠΑΣ επίσκοπος Περγάμου

  • ΟΙ ΟΣΙΕΣ ΤΡΥΦΑΙΝΗκαι ΜΑΤΡΩΝΑ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΦΑΡΜΟΥΘΙΟΣ

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ κτήτορας της Ί. Μονής Χρυσοστόμου της Κύπρου

  • Ο ΟΣΙΟΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ

 

 

Αναλυτικά

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΙΠΑΣ επίσκοπος Περγάμου
Ήταν επίσκοπος Περγάμου της Μ. Ασίας και κυβέρνησε την εκεί Εκκλησία με πολύ  ζήλο και αγάπη Χριστού. Αξίζει, εδώ, να άναφέρουμε ότι το έργο του Άντίπα στην Πέργαμο ήταν πολύ δύσκολο. Διότι ή πόλη αυτή ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα είδωλο-λατρείας. Θρόνο του σατανά, την ονομάζει ο Άγιος Ιωάννης στην Αποκάλυψη. Άλλα ο μαχητής επίσκοπος προχώρησε το δρόμο του με επιμονή, υπομονή και με τη θεία χάρη εμφύτευσε το λόγο του Θεού σε πολλές καρδιές ανθρώπων. Ή πορεία αυτή του Άντίπα προκάλεσε οργή στους ειδωλολάτρες της Περγάμου. Όταν, λοιπόν, ο Δομιτιανός κίνησε διωγμό κατά των χριστιανών, φέρνουν τον Άντίπα μπροστά στον τότε διοικητή. Και όλοι μαζί, φιλόσοφοι και Ιερείς της ειδωλολατρικής θρησκείας, προσπάθησαν με διάφορα φιλοσοφικά επιχειρήματα να τον πείσουν να αλλαξοπιστήσει. ο Άντίπας με τη θεία φώτιση αντέταξε τόσο ισχυρά επιχειρήματα, πού κυριολεκτικά τους κατατρόπωσε. Τότε διατάχθηκε ο θάνατος του, μέσα σε πυρωμένο χάλκινο βόδι, όπου οι γέρικες σάρκες του Άντίπα έλιωσαν, αλλά ή ψυχή του μετέβη δίπλα στο θρόνο του Χρίστου. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κύριος στην Αποκάλυψη αναφέρεται στον Άντίπα με τη φράση: "'Αντίπας ο μάρτυς μου ο πιστός"1.

1. Αποκάλυψη Ιωάννου, β' 13.


Απολυτίκιο. Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης
Μυροβλήτην τον θείον και Μαρτύρων τον σύναθλον, τον πανευκλεή Ίεράρχην και Περγάμου τον πρόεδρον, τιμήσωμεν Άντίπαν οι πιστοί, ως τάχιστον και μέγαν ίατρόν, της δεινής οδόντων νόσου, και προς αυτόν από ψυχής βοήσωμεν δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ένεργοΰντι δια σου, πάσιν ιάματα.


ΟΙ ΟΣΙΕΣ ΤΡΥΦΑΙΝΗκαι ΜΑΤΡΩΝΑ
Στούς Συναξαριστές αναφέρεται μόνο ή μνήμη της Τρυφαίνης της εν Κυζίκω. Στόν Λαυριωτικό όμως κώδικα 170 μνημονεύονται και οι δύο. Αυτές ήταν από την πόλη Κύζικο και από μικρές επιθύμησαν την ασκητική ζωή της αρετής. Έτσι αφού σε μεγάλο βαθμό σκληραγώγησαν τη σάρκα και το πνεύμα τους, απόκτησαν μεγάλες αρετές και απεβίωσαν ειρηνικά.

Ο ΟΣΙΟΣ ΦΑΡΜΟΥΘΙΟΣ
Απεβίωσε ειρηνικά.


Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ κτήτορας της Ί. Μονής Χρυσοστόμου της Κύπρου
Ό όσιος Γεώργιος υπήρξε ο κτήτορας και ο πρώτος ηγούμενος της Ιεράς Μονής Χρυσοστόμου στην Κύπρο, πού κτίστηκε το 1091 (Παρισινός Κώδικας 402 Coislin).


Ο ΟΣΙΟΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ
Άρχιμ. Ί. Μονής "Μεταμορφώσεως του Σωτήρος" (Ρώσος, + 1576)

Read more » Διαβάστε Περισσότερα

Το tsotiliblogger σας εύχεται ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ.

 

Κάθε τέλος είναι και μια αρχή! Κάθε σταύρωση και μια ανάσταση! 
Το tsotiliblogger στέλνει τις θερμότερες ευχές και εύχεται σε όλους τους Ελληνες, καλή Ανάσταση και καλό Πάσχα, με υγεία, χαρά και γαλήνη.
Read more » Διαβάστε Περισσότερα

«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου…» (από ένα παλιό αναγνωστικό)

 

Συνεκινήθη καὶ συνετρίβη κάθε χριστιανικὴ καρδιὰ χθὲς τὸ βράδυ εἰς τὰς ἐκκλησίας. Καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι ἐσύρθησαν ἕως ἐκεῖ ἀπὸ κάποιαν μυστηριώδη δύναμιν.
«Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας!»
Ὁ ἱερεὺς κρατεῖ τὸν ᾽Εσταυρωμένον εἰς τὰς χεῖρας του, ἀπαγγέλλει τοὺς συγκινητικοὺς ὕμνους καὶ κλαίει ἀπὸ συγκίνησιν. Δάσος ὁλόκληρον χριστιανικῶν χειρῶν ἐκινήθησαν, διὰ νὰ κάμουν τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ καὶ χιλιάδες ὀφθαλμῶν ἐβούρκωσαν.
Μέσα εἰς τὴν γενικὴν συγκίνησιν, τὰ μυρωμένα σύννεφα τοῦ μοσχολιβάνου, ὁ ἱερεὺς προχωρεῖ βραδέως.
«Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων βασιλεύς…»
Οἱ χριστιανοὶ μὲ τὴν φαντασίαν των ἔρχονται εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ παρακολουθοῦν τὸ δρᾶμα τῶν Παθῶν. Φθάνουν εἰς τὸ Πραιτώριον καὶ βλέπουν τὸν Χριστὸν εἰς τὸ λιθόστρωτον ἐνδεδυμένον τὴν κοκκίνην χλαμύδα, στεφανωμένον μὲ τὸν ἀκάνθινον στέφανον καὶ διάβροχον ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τῆς ἀγωνίας.
Τὸν βλέπουν ἐξηντλημένον ἀπὸ τὴν ὁλονύκτιον δίκην ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Καϊάφα. Τὸν βλέπουν νὰ δέχεται τοὺς ἐμπτυσμοὺς καὶ τοὺς κολαφισμοὺς τοῦ ἐξηγριωμένου ὄχλου.
Ὤ! πῶς φωνάζει αὐτὸς ὁ λαός! Οἱ χριστιανοὶ θέλουν νὰ τοὺς παρακαλέσουν νὰ μὴ φέρωνται μὲ τόσην σκληρότητα πρὸς τὸν Χριστόν. Θέλουν νὰ ὑπενθυμίσουν τὰς ἀπείρους εὐεργεσίας του καὶ τὴν θείαν διδασκαλίαν του. Ἀλλ’ αὐτοὶ φωνάζουν πρὸς τὸν Πιλάτον:
-Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν!
Καὶ ὁ Πιλάτος νίπτει τὰς χεῖρας του μὲ ὑποκρισίαν καὶ παραδίδει εἰς αὐτοὺς τὸν Χριστόν, διὰ νὰ τὸν σταυρώσουν. Φορτώνουν εἰς τοὺς ὤμους του τὸν σταυρὸν καὶ μὲ ὕβρεις καὶ ἐμπτυσμοὺς τὸν ὁδηγοῦν εἰς τὸν Γολγοθᾶν. Καὶ καρφώνουν τὰς χεῖρας του καὶ τοὺς πόδας του ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ.
Ἄφωνος ὑπομένει τὰ πάντα ὁ Κύριος καὶ ἀπὸ πλημμύραν ἀγάπης πρὸς τοὺς σταυρωτάς του ἀναφωνεῖ:
– «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι!»
Μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦν ἐσταυρώθησαν καὶ δύο λησταί. Ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ δύο ἀνόμων! Ὁ εἷς ἔχει τὴν κακίαν τοῦ ὄχλου καὶ ὑβρίζει τὸν Κύριον μαζὶ μὲ τοὺς στρατιώτας τῶν Ρωμαίων καὶ τοὺς ὑπηρέτας τῶν Φαρισαίων.
Εὐτυχῶς ὁ ἄλλος μαζὶ μὲ τὸν ἰδικὸν του πόνον ἔχει καὶ τὸν πόνον τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ σκέπτεται: «Τί ἔκαμεν ὁ καλὸς αὐτὸς ἄνθρωπος καὶ τὸν ἐσταύρωσαν; Ἀπὸ τὸ στόμα του μόνον γλυκεῖς λόγοι ἐξῆλθον. Κακὸν εἰς κανένα δὲν ἔκαμεν. Εὐεργεσίας μόνον ἐσκόρπισε γύρω του.»
Καὶ ἐπιπλήττει τὸν ἄλλον ληστὴν λέγων: «Καὶ ἡμεῖς μὲν δίκαια πάσχομεν˙ αὐτὸς δὲ τί κακὸν ἐποίησε;»
– «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.»
Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ ἤνοιξεν ἀμέσως τὸν Παράδεισον.
Ὅταν ἀναγινώσκεται τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ἀκούεται ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ληστοῦ, χιλιάδες χειλέων τὸν ἐπαναλαμβάνουν.
«Λόγχῃ ἐκεντήθη ὁ υἱὸς τῆς Παρθένου.»
Καὶ νεκρὸς πλέον ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ βασανίζεται. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸν θάνατον Ἐκείνου ἀνέβλυσε πηγὴ ζωῆς αἰωνίας. Ἀπὸ τὴν πηγὴν αἱ πληγωμέναι καρδίαι λαμβάνουν τὰ ἀληθινὰ φάρμακα, διὰ νὰ θεραπευθοῦν. Μὲ αὐτὰ οἱ νεκροὶ ἀνίστανται καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰσέρχονται εἰς τὸν Παράδεισον.
Ποῖος λοιπὸν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς δὲν θὰ γονατίσῃ ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ δὲν θὰ ἀναφωνήσῃ μὲ λαχτάραν:
«Προσκυνοῦμεν Σου τὰ Πάθη, Χριστέ! Δεῖξον ἡμῖν καὶ τὴν ἔνδοξόν Σου Ἀνάστασιν!»
.
ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ – ΝΙΚ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ – ΔΗΜ. Γ. ΖΗΣΗ Κ.Α.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ γιὰ τὴν ἕκτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου
.
oikohouse.wordpress.com
Read more » Διαβάστε Περισσότερα